οι κηπουροι τησ αυγησ

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Αυτή την εποχή ο χώρος είχε ζωή. Μερικοί άνθρωποι που περίμεναν μέσα στο κρύο μού τράβηξαν την προσοχή. Δύο διακριτικά μπάνερ και εμβληματικές φωτογραφίες από τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’40, προσαρμοσμένες στα ξεφτισμένα παραθυρόφυλλα επιβεβαίωναν (σχεδόν υπαινικτικά) ότι όντως «κάτι» συμβαίνει. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά και ανταποδίδοντας τη χαμογελαστή υποδοχή από ευγενικούς νεολαίους, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι έχω έρθει στην κορυφαία εκθεσιακή παραγωγή του Κομμουνιστικού Κόμματος για τη φετινή επέτειο των 80 χρόνων από την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. Εχοντας συνδέσει την κομμουνιστική και εν γένει «αριστερή» παράδοση με φεστιβαλικής αισθητικής ιστορικές καταγραφές για το ευρύ κοινό, μου έκανε αμέσως εντύπωση η σύγχρονη εκθεσιακή προσέγγιση των διοργανωτών, όπως ξεδιπλώνεται στους 13 διαφορετικούς χώρους του ατμοσφαιρικού κελύφους της Σανταρόζα, που συμπυκνώνει σε ισάριθμες θεματικές ενότητες την παραδοσιακή, αναμενόμενη, ασφυκτικά μονομερή θέση του ΚΚΕ για τα δραματικά γεγονότα της δεκαετίας του ’40.

 Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", και...

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/24


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/24

Η «σκηνογραφία» του ΚΚΕ 
για τα Δεκεμβριανά

Πώς παρουσιάζεται το 1944 στην έκθεση που «δεν θέλει να είναι μνημόσυνο»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Σε ένα χώρο υποβλητικό, με μεγάλη επιμέλεια στο στήσιμο, το Κομμουνιστικό Κόμμα παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για τα Δεκεμβριανά. Η «Κ» επισκέφθηκε την έκθεση με συνοδό τον ιστορικό Τάσο Σακελλαρόπουλο και συνομίλησε με τον επιμελητή της. Παράλληλα, σε ένα ειδικό ένθετο 34 σελίδων συγκεντρώνονται αδημοσίευτα ντοκουμέντα για τον Εμφύλιο.

Η προσέλευση επισκεπτών εξαντλείται στα μέλη του κόμματος. Αν η έκθεση απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο κοινό, τότε οι διοργανωτές θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με «πολύ δύσκολα ερωτήματα», όπως λέει ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος.

Κατηφορίζοντας την οδό Σταδίου μεσημέρι Κυριακής, και με τα καταστήματα ανοιχτά λόγω Black Friday, το τελευταίο που περίμενα να συναντήσω στη βόλτα μου μέχρι την Ομόνοια ήταν μια εκθεσιακή υπερπαραγωγή με θέμα το «απελευθερωτικό - επαναστατικό» 1944 με την υπογραφή του ΚΚΕ. Και η αλήθεια είναι ότι θα είχα προσπεράσει το κτίριο-φάντασμα του Εθνικού Τυπογραφείου αν δεν μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι ήταν ανοιχτό. 

Παρότι ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα πρώτα δημόσια κτίρια του σύγχρονου ελληνικού κράτους, με ρίζες στη δεκαετία του 1830 και μεταπολεμική έδρα του Πρωτοδικείου Αθηνών, το αρχικό Εθνικό Τυπογραφείο και Λιθογραφείο παραπαίει τις τελευταίες πολλές δεκαετίες σε ένα θλιβερό καθεστώς ημιεγκατάλειψης. Την άνοιξη του 2023 παραχωρήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης στον Δήμο Αθηναίων με σκοπό να μετατραπεί κάποια στιγμή σε χώρο πολιτισμού. Για την ώρα ο δήμος απλώς το διαχειρίζεται.

Ωστόσο, αυτή την εποχή ο χώρος είχε ζωή. Μερικοί άνθρωποι που περίμεναν μέσα στο κρύο μού τράβηξαν την προσοχή. Δύο διακριτικά μπάνερ και εμβληματικές φωτογραφίες από τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’40, προσαρμοσμένες στα ξεφτισμένα παραθυρόφυλλα επιβεβαίωναν (σχεδόν υπαινικτικά) ότι όντως «κάτι» συμβαίνει. 

Ανεβαίνοντας τα σκαλιά και ανταποδίδοντας τη χαμογελαστή υποδοχή από ευγενικούς νεολαίους, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι έχω έρθει στην κορυφαία εκθεσιακή παραγωγή του Κομμουνιστικού Κόμματος για τη φετινή επέτειο των 80 χρόνων από την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά. Εχοντας συνδέσει την κομμουνιστική και εν γένει «αριστερή» παράδοση με φεστιβαλικής αισθητικής ιστορικές καταγραφές για το ευρύ κοινό, μου έκανε αμέσως εντύπωση η σύγχρονη εκθεσιακή προσέγγιση των διοργανωτών, όπως ξεδιπλώνεται στους 13 διαφορετικούς χώρους του ατμοσφαιρικού κελύφους της Σανταρόζα, που συμπυκνώνει σε ισάριθμες θεματικές ενότητες την παραδοσιακή, αναμενόμενη, ασφυκτικά μονομερή θέση του ΚΚΕ για τα δραματικά γεγονότα της δεκαετίας του ’40. 

Μουσειακών προδιαγραφών εγχείρημα, με έμφαση στη σκηνογραφική απόδοση των σπάνιων τεκμηρίων (από ντοκουμέντα και φωτογραφίες μέχρι κινηματογραφημένα στιγμιότυπα, αντικείμενα και σημειωματάρια πρωταγωνιστών της περιόδου κ.λπ.), η έκθεση που οργάνωσε και έφερε εις πέρας η κομματική οργάνωση Αττικής του ΚΚΕ πήρε παράταση δύο εβδομάδων και θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου (είσοδος ελεύθερη). Αυτό οφείλεται και στην αυξημένη προσέλευση, που όμως σε μεγάλο βαθμό εξαντλείται εντός των κομματικών τειχών, καθώς η πολιτική εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει το ΚΚΕ έχει βάλει τη σφραγίδα της και στην (χλιαρή) επικοινωνία της έκθεσης.

Ομως, οι λόγοι της επικοινωνιακής εσωστρέφειας είναι βαθύτεροι, όπως μου εξηγεί ο ιστορικός Τάσος Σακελλαρόπουλος, υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη, ο οποίος με συνοδεύει ύστερα από πρόσκληση, στη δεύτερη επίσκεψή μου στην κομματική υπερπαραγωγή της οδού Σταδίου: «Μα βρισκόμαστε στο κέντρο της Αθήνας. Η έκθεση δεν γίνεται ούτε στον Περισσό ούτε στο Περιστέρι. Το κέντρο της Αθήνας έχει μια άλλη βαρύτητα και διαφορετικούς συμβολισμούς και στο ΚΚΕ το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά. Επιπλέον, αν η έκθεση έπαυε να είναι εσωστρεφής, απευθυνόμενη σε ένα ευρύτερο μη κομματικό ακροατήριο, τότε οι διοργανωτές θα έπρεπε να βρεθούν αντιμέτωποι με δύσκολα ερωτήματα. Επομένως η εσωστρέφεια έχει να κάνει και με μια πολύ βασική για το ΚΚΕ αίσθηση ενός απολύτως ελεγχόμενου και ασφαλούς περιβάλλοντος, με περιεχόμενο που προορίζεται κυρίως για μέλη και φίλους».

Οντως, ο εκσυγχρονισμός του ΚΚΕ περιορίζεται στη σκηνογραφία. Κατά τα λοιπά, η σημαντική πλέον απόσταση από τον χρόνο δεν επιτρέπει ούτε μια έστω υπαινικτική αναφορά στις αγριότητες κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών (μαζικές απαγωγές ομήρων, δολοφονίες αμάχων, λεηλασίες σπιτιών και καταστημάτων, κ.λπ.), που σόκαραν ακόμη και συμπαθούντες προς το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και σπατάλησαν σημαντικό μέρος του πολιτικού κεφαλαίου που είχε αποκτηθεί στην Κατοχή.

Γιορτή ή πένθος

«Είναι μια έκθεση με βαθύτατη ιδεολογική συγκρότηση», προσθέτει ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, αλλά δεν το λέει για καλό. «Αν βλέπαμε την Ιστορία μέσα από το πρίσμα των ιδεολογιών δεν θα βγάζαμε άκρη», εξηγεί με ένα ελαφρό μειδίαμα. Οταν του μεταφέρω την αίσθησή μου ότι η έκθεση μετεωρίζεται διαρκώς ανάμεσα στη γιορτή (ή την αγωνιστική έξαψη) και στο πένθος, ο ιστορικός υποστηρίζει ότι ο κομμουνισμός είναι μια «ιδεολογία πολέμου». 

«Υποχρεώνει κατά κάποιον τρόπο τον κόσμο που τον υπηρετεί να βρίσκεται σε μια διαρκή εγρήγορση. Αν αραιώσει αυτή η αίσθηση μιας επικείμενης πολεμικής αναμέτρησης, μόνο πολιτικά προφανώς και όχι ένοπλα, καταρρέει η δυναμική του. Επομένως πρέπει να διατηρηθεί πάση θυσία στο κομματικό ακροατήριο αυτό το καθεστώς διαρκούς πολιτικής διέγερσης. Ετσι η έννοια της ήττας θα πρέπει με έναν τρόπο να αμβλυνθεί και να πούμε ότι δεν είναι καταστροφή, αλλά ένας σταθμός μέσα στην Ιστορία. Επομένως, η ιδέα του πένθους είναι πολύ σχετική σε έναν κομμουνιστή. Οπωσδήποτε όμως και γιορτή γιατί ήταν τα χρόνια σημαντικών επιτυχιών, στιγμών πρωτοφανούς ανάτασης και άμεσης επαναστατικής προοπτικής».

Συναίσθημα και «μαθήματα»

Αναζητώντας αυτούς που έστησαν μια τόσο φιλόδοξη παραγωγή, πέφτω πάνω στον Τάσο Αντωνίου, επιμελητή της έκθεσης, ο οποίος μου εξηγεί πολύ υπομονετικά ότι το τελικό αποτέλεσμα οφείλεται στη συλλογική δουλειά πολλών αναγνωρισμένων επαγγελματιών (σκηνογράφοι, καλλιτέχνες, ηλεκτρολόγοι, ξυλουργοί, κ.ά.), που τυχαίνει να είναι και μέλη του κόμματος. 

Του αναφέρω ότι το στήσιμο της έκθεσης είναι αρκετά διαφορετικό από αυτό που περιμένει κανείς από το ΚΚΕ. «Είχαμε εξαρχής ένα βασικό σενάριο στο μυαλό μας, το πώς θα αναδειχθεί η έκρηξη και ο ηρωισμός του λαού μας στη διάρκεια της Κατοχής και στη μάχη της Αθήνας και την ίδια στιγμή μας ενδιέφερε να επικοινωνήσουμε τα πιο πρόσφατα πολιτικά συμπεράσματα για το τι έγινε τον Δεκέμβρη». 

Αυτά αποτυπώνονται στην τελευταία ενότητα της έκθεσης. Εκεί πλέον ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με το επίσημο επιμύθιο για το τι συνέβη – την εγκεκριμένη κομματική ετυμηγορία που, κι άλλη έκπληξη, έχει και τόνους αυτοκριτικής: αποδίδονται ευθύνες στην τότε ηγεσία του κόμματος, αλλά και στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής γιατί «δεν εκτίμησε τη νέα κατάσταση στον συσχετισμό της ταξικής πάλης και δεν κατόρθωσε έγκαιρα να αξιοποιήσει τις δυνατότητες επαναστατικής κατάκτησης και εγκαθίδρυσης της εργατικής εξουσίας στην Ελλάδα». Η «αυτοκριτική» εξαντλείται δηλαδή στην τακτική, όχι βεβαίως στην ορθότητα του «επαναστατικού» σκοπού.

Επιστρέφοντας στα οργανωτικά της έκθεσης, ο Τάσος Αντωνίου μού λέει ότι η πρώτη σημαντική απόφαση για τους οργανωτές ήταν η επιλογή του κτιρίου με τη «γυμνή» του επιδερμίδα, με το εμφανές μπετόν, τα τούβλα και τις αδρές, σκληρές επιφάνειες που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία της υποβλητικής ατμόσφαιρας. 

«Την έκθεση διατρέχει μια σκηνοθετική προσέγγιση που φιλοδοξεί να μεταδώσει τα μηνύματα του ΚΚΕ σε ευρύτερα κοινά», συνοψίζει. Οταν τον ρωτάω γι’ αυτά τα διαρκή συναισθηματικά περάσματα από την έξαψη στο πένθος, καταλαβαίνω ότι η λέξη «πένθος» δεν του αρέσει. «Ναι, πολλοί φεύγουν από την έκθεση δακρυσμένοι. Ομως, δεν είναι στόχος της έκθεσής μας απλά να συγκινήσουμε, να μιλήσουμε για κάποιους “αγωνιστές που θυσιάστηκαν για την πατρίδα”. Δημιουργήσαμε μια ιστορική - πολιτική έκθεση με ντοκουμέντα και σύγχρονα συμπεράσματα και εκεί θα θέλαμε να σταθεί ο επισκέπτης. Δεν θέλαμε να κάνουμε ένα μνημόσυνο, στεκόμαστε σε αυτή τη δεκαετία –που εμείς οι κομμουνιστές την έχουμε μέσα στην καρδιά μας– για να στοχαστούμε πάνω στα κρίσιμα γεγονότα της, να πάρουμε δύναμη και διδάγματα για το μέλλον».

Λιγότερο συγκρουσιακή

Από τον ιστορικό Τάσο Σακελλαρόπουλο ζητάω να συγκρίνει την τρέχουσα έκθεση με παλαιότερες παραγωγές του ΚΚΕ. Σπεύδει να επισημάνει ότι στην έκθεση του Εθνικού Τυπογραφείου έχει μετριαστεί η έννοια της σύγκρουσης και της προδοσίας. 

«Αν προσέξατε, δεν υπάρχουν αναφορές σε άλλες αντιστασιακές ομάδες, επομένως εκλείπει μια παλαιότερη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία “πας μη Εαμικός προδότης”. Επιλέγουν να εστιάσουν στις δικές τους επιτυχίες χωρίς να κατηγορούν, να καταγγέλλουν ή να καυτηριάζουν όλους τους υπόλοιπους». 

Σε αυτό το σημείο ο Τάσος Σακελλαρόπουλος κάνει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Ενώ είναι μια έκθεση στημένη και χρονολογικά, αιωρείται μια αίσθηση άχρονου. Το έμμεσο στοιχείο είναι πολύ πιο κυρίαρχο σε σχέση με προηγούμενες εκθέσεις του ΚΚΕ. Παλαιότερα το βασικό μέσο προπαγάνδας ήταν το κείμενο στον τοίχο, ενώ τώρα είναι εμφανής η επένδυση στην ατμόσφαιρα, στο συναίσθημα και στην ψυχική σύνδεση του επισκέπτη». Υπάρχει, άραγε, μια εξήγηση γι’ αυτή τη μετατόπιση; «Φυσικά υπάρχει. Είναι ο χρόνος. Εχουν περάσει 80 χρόνια από τον Δεκέμβρη του ’44. Σήμερα μπορούν να το κάνουν και το κάνουν».

                                  "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/12/24

Είχαν σχέδιο οι Βρετανοί
στα Δεκεμβριανά;

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Θ. ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΥ*

Σαν πατριωτική αντίσταση κατά της επέμβασης των Αγγλων θυμόταν ο Μίκης Θεοδωράκης τα Δεκεμβριανά, μιλώντας στον Αλέξη Παπαχελά το 2004 για την εκπομπή «Φάκελοι». Εφτανε μάλιστα στο σημείο να λέει: «Ολο το μίσος που είχαμε για τους Γερμανούς πήγε στους Αγγλους». Αυτούς «έπρεπε να τους ρίξουμε στη θάλασσα» (βλ. το άρθρο μου «Τα Δεκεμβριανά του Μίκη», «Κ» 19.9.21). Η προπαγάνδα του ΚΚΕ και γενικότερα η αριστερή μυθοπλασία μέχρι σήμερα προωθούν μία κεντρική ιδέα: ότι τα Δεκεμβριανά τα προκάλεσαν οι Βρετανοί.

Είχαν όμως οι Βρετανοί κάποιο σχέδιο που έθεσαν σε εφαρμογή; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά «Οχι». Η έκρηξη των Δεκεμβριανών τούς βρήκε εντελώς απροετοίμαστους από κάθε άποψη και προπαντός από τη στρατιωτική:

1. Τη στιγμή εκείνη είχαν ελάχιστες δυνάμεις στην Ελλάδα (περίπου 10.000 άνδρες συνολικά) και ακόμη λιγότερες στην Αθήνα (περίπου 4.500 μάχιμους). Επιπλέον, οι μονάδες αυτές δεν είχαν μαζί τους μεγάλο μέρος από τον βαρύ οπλισμό τους (πυροβόλα και άρματα μάχης) εκτός από 25 άρματα Sherman στην Αθήνα.

2. Οι βρετανικές δυνάμεις ήσαν διάσπαρτες σε διάφορα μέρη και μπορούσαν εύκολα να καταστραφούν ή και να αιχμαλωτισθούν από τον ΕΛΑΣ, όπως δεν έπαψε να προτείνει ο περίφημος ταγματάρχης Θ. Μακρίδης, επιτελικός νους του ΚΚΕ. Το πιο γνωστό παράδειγμα αποτελεί η όψιμη επίθεση του ΕΛΑΣ στο αρχηγείο της βρετανικής αεροπορίας (RAF) στην Κηφισιά, στις 17-19 Δεκεμβρίου, και η αιχμαλωσία 500 Βρετανών ύστερα από διήμερη μάχη.

3. Δεν υπήρχε κανένα απολύτως σχέδιο ούτε συγκέντρωσης ούτε ενίσχυσης των βρετανικών δυνάμεων. Αντίθετα μάλιστα, δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών είχαν ήδη διαταχθεί να αναχωρήσουν από την Αθήνα για την Ιταλία.
...Μόνο μετά τα μέσα Δεκεμβρίου η σταδιακή άφιξη ενισχύσεων ανέτρεψε τελικά τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των Βρετανών και τους επέτρεψε να επικρατήσουν στην Αθήνα και τον Πειραιά. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου τα βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα είχαν φθάσει τις 60.000. Με τα δεδομένα αυτά, καταρρέει βέβαια η αριστερή μυθολογία ότι τάχα οι Βρετανοί προκάλεσαν τα Δεκεμβριανά, που είχαν προσχεδιάσει. Για την αναπαραγωγή αυτής της μυθολογίας, γίνεται συνήθως επίκληση της φρασεολογίας του Τσώρτσιλ. Αναφέρεται ιδίως η περίφημη οδηγία του στον Σκόμπυ να μη διστάσει να ενεργήσει «σαν να βρίσκεται σε κατακτημένη πόλη όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μία τοπική εξέγερση» και να κρατήσει την Αθήνα «χωρίς αιματοχυσία αν γίνεται, αλλά και με αιματοχυσία αν χρειαστεί». Εδώ όμως υπάρχει ένα πρωθύστερο. Η οδηγία δίνεται στις 5 Δεκεμβρίου, όταν πλέον έχουν ήδη αρχίσει οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ, ακριβώς επειδή ο Τσώρτσιλ φοβάται ότι ο Σκόμπυ είναι απροετοίμαστος να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Και μόνο αυτό διαψεύδει την ύπαρξη σχεδίου...
Οι Nεοέλληνες είναι εθισμένοι να σκέφτονται σαν να αποτελούν αυτοί το κέντρο του κόσμου. Μιλώντας για τα Δεκεμβριανά, συνήθως παραβλέπουν ότι τη στιγμή εκείνη διεξαγόταν Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν περίσσευαν στρατιωτικές δυνάμεις, ειδικά μάλιστα στη Μεγάλη Βρετανία, που είχε ήδη φθάσει στα όριά της. Αρκεί να σημειωθεί ότι, στο κρίσιμο Δυτικό Μέτωπο, οι Βρετανοί είχαν υποχρεωθεί να διαλύσουν ακόμη και μία υπάρχουσα μεραρχία (την 59η) για να αναπληρώσουν τις απώλειες άλλων.

Με τις συνθήκες αυτές, οι Βρετανοί είχαν αναγκαστικά πιστέψει ότι στην Ελλάδα αρκούσε μία συμβολική στρατιωτική παρουσία τους για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από το ΚΚΕ.

Μόλις όμως άρχισαν τα Δεκεμβριανά, η έλλειψη επαρκών δυνάμεων έγινε αμέσως οδυνηρά αισθητή από τον επικεφαλής στρατηγό Σκόμπυ. Την επικαλέστηκε επανειλημμένα στις αναφορές του για να δικαιολογήσει την αδυναμία επιβολής του. Μάλιστα, στις 11 Δεκεμβρίου έφθασε με τους διοικητές του κοντά στην απεγνωσμένη απόφαση να εκκενώσει τελείως την Αθήνα και να κρατήσει με τις δυνάμεις του μόνο ένα προγεφύρωμα στο Φάληρο και στο Ελληνικό (για τον έλεγχο του αεροδρομίου).

Μόνο μετά τα μέσα Δεκεμβρίου η σταδιακή άφιξη ενισχύσεων ανέτρεψε τελικά τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των Βρετανών και τους επέτρεψε να επικρατήσουν στην Αθήνα και τον Πειραιά. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου τα βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα είχαν φθάσει τις 60.000.

Με τα δεδομένα αυτά, καταρρέει βέβαια η αριστερή μυθολογία ότι τάχα οι Βρετανοί προκάλεσαν τα Δεκεμβριανά, που είχαν προσχεδιάσει. Για την αναπαραγωγή αυτής της μυθολογίας, γίνεται συνήθως επίκληση της φρασεολογίας του Τσώρτσιλ. Αναφέρεται ιδίως η περίφημη οδηγία του στον Σκόμπυ να μη διστάσει να ενεργήσει «σαν να βρίσκεται σε κατακτημένη πόλη όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μία τοπική εξέγερση» και να κρατήσει την Αθήνα «χωρίς αιματοχυσία αν γίνεται, αλλά και με αιματοχυσία αν χρειαστεί».

Εδώ όμως υπάρχει ένα πρωθύστερο. Η οδηγία δίνεται στις 5 Δεκεμβρίου, όταν πλέον έχουν ήδη αρχίσει οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ, ακριβώς επειδή ο Τσώρτσιλ φοβάται ότι ο Σκόμπυ είναι απροετοίμαστος να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Και μόνο αυτό διαψεύδει την ύπαρξη σχεδίου. Αν υπήρχε από πριν σχέδιο, ο Σκόμπυ απλώς θα το εφάρμοζε, χωρίς να χρειάζεται τέτοιου είδους παραινέσεις. Ούτε θα χρειαζόταν τη διαβεβαίωση του Τσώρτσιλ ότι «μπορείτε να υπολογίζετε στην υποστήριξή μου σε κάθε λογική και εύλογη (reasonable and sensible) ενέργεια».

Εξάλλου, όσοι επικαλούνται μόνο τις υπερβολές του Τσώρτσιλ αγνοούν τη θεσμική θέση του Βρετανού πρωθυπουργού. Δεν καθόριζε μόνος του τη βρετανική πολιτική. Οι επιθυμίες του δεν μεταφράζονταν αυτόματα σε πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες, σαν να ήταν ο Στάλιν. Είχε άλλωστε να αντιμετωπίσει και οξεία κριτική στον τύπο και στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Τέλος, όσοι επικαλούνται τις υπερβολές του Τσώρτσιλ παραβλέπουν επίσης τον ρεαλισμό και την προσαρμοστικότητά του. Αρκεί να θυμηθούμε όσα έλεγε για τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό –«ένας χολεριασμένος παπάς, μία επιβίωση από τον Μεσαίωνα» (a pestilential priest, a survival from the Middle Ages)– λίγο πριν τον γνωρίσει στην Αθήνα και ενθουσιαστεί με τη λύση που πρόσφερε ως Αντιβασιλέας.

*Πιο πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου είναι το «Εθνική ολοκλήρωση και διχόνοια: Η ελληνική περίπτωση». Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει το νέο του βιβλίο «Αινίγματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας».



...από την "ΕΣΤΙΑ"

"ΕΣΤΙΑ", 11/12/24


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου