οι κηπουροι τησ αυγησ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ"_Βατόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ"_Βατόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Το πρόβληµα της Αθήνας, συνεπώς, δεν είναι αποκλειστικά το ύψος, αν και κατά περίπτωση, στους µικρούς δρόµους το ύψος είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό στοιχείο. Το πρόβληµα της Αθήνας είναι η κακή ποιότητα ενός µεγάλου ποσοστού του ήδη χτισµένου περιβάλλοντος, και αυτό πρέπει να είναι η µεγάλη προτεραιότητα. Χιλιάδες πολυκατοικίες που χτίστηκαν πρόχειρα και βιαστικά τη µεταπολεµική περίοδο θα έπρεπε να κατεδαφιστούν και να χτιστούν εξαρχής µε άλλους όρους, µε στέγες και µικρότερη κάλυψη οικοπέδων. Το ενεργειακό τους αποτύπωµα είναι βαρύ και το µέλλον τους είναι δυσοίωνο....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 22/05/24

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το µεγάλο θέµα που απασχολεί τον οικοδοµικό κλάδο, τους οικοπεδούχους και την κοινωνία γενικότερα για τα µεγάλη ύψη των νέων κτιρίων ως µπόνους, σύµφωνα µε τη λογική του νέου οικοδοµικού κανονισµού, δεν εξαντλείται στον αριθµό των ορόφων. Ανοίγει ένα µεγάλο θέµα για την ποιότητα του δοµηµένου περιβάλλοντος, του κληροδοτηµένου και του διαµορφούµενου.


Αντικειµενικά είναι θετικό να αποτρέπονται οικοδοµές πολλών ορόφων στους στενούς δρόµους της Αθήνας και σε προάστια. Αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι η κίνηση αυτή είναι εξ ορισµού ευεργετική. Είναι δυνητικά ευεργετική όταν αφορά συνολικά την προστασία της ποιότητας ζωής. Οταν είναι δογµατικά αυτοαναφορική, γεννάει άλλα προβλήµατα.Στην Ελλάδα, εξαίρεση στον κόσµο, έχει καλλιεργηθεί αρνητική άποψη για τα ψηλά κτίρια. Το πρόβληµα δεν είναι τόσο το ύψος αλλά οι συνθήκες µε τις οποίες δοµήθηκε η Αθήνα, µε τους εξαιρετικά στενούς δρόµους και την ασφυκτική δόµηση.


Το πρόβληµα της Αθήνας, συνεπώς, δεν είναι αποκλειστικά το ύψος, αν και κατά περίπτωση, στους µικρούς δρόµους το ύψος είναι ιδιαιτέρως επιβαρυντικό στοιχείο. Το πρόβληµα της Αθήνας είναι η κακή ποιότητα ενός µεγάλου ποσοστού του ήδη χτισµένου περιβάλλοντος, και αυτό πρέπει να είναι η µεγάλη προτεραιότητα. Χιλιάδες πολυκατοικίες που χτίστηκαν πρόχειρα και βιαστικά τη µεταπολεµική περίοδο θα έπρεπε να κατεδαφιστούν και να χτιστούν εξαρχής µε άλλους όρους, µε στέγες και µικρότερη κάλυψη οικοπέδων. Το ενεργειακό τους αποτύπωµα είναι βαρύ και το µέλλον τους είναι δυσοίωνο.


Αυτό φυσικά δεν µπορεί να γίνει, τουλάχιστον σε µεγάλη κλίµακα. Οφείλουµε, όµως, να σκεφτούµε τρόπους για να ανασάνει η Αθήνα. Οπως γίνεται συζήτηση για τα επιτρεπόµενα ύψη στις νέες οικοδοµές, παροµοίως θα πρέπει να ανοίξει η µεγάλη συζήτηση για τη δηµιουργία δηµοσίων χώρων µέσα στον αστικό ιστό της πρωτεύουσας.


Η πληγή της Αθήνας –ήδη από τα µέσα του 19ου αιώνα– ήταν η απουσία ελεύθερων εκτάσεων. Το µέλλον είχε προδιαγραφεί από τότε, καθώς η Αθήνα θα µεγάλωνε διαρκώς. Κανείς βεβαίως δεν µπορούσε να προβλέψει τις κοινωνικές ανακατατάξεις των δεκαετιών του 1920 και του 1940, αλλά η κακή πρακτική των Ελλήνων να δρουν εγωιστικά και κοντόφθαλµα στην πόλη ήταν σαφής από τότε που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα.


Η όψη της Αθήνας από ψηλά δείχνει ότι διυλίζουµε διαρκώς τον κώνωπα και καταπίνουµε την κάµηλο. Η Αθήνα από ψηλά είναι τριτοκοσµική και αυτό πρέπει να αλλάξει.

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Ο τρόπος που χτίζουμε στην Ελλάδα είναι εγωιστικός και στερείται πνοής για το μέλλον. Ας γίνουν ψηλά κτίρια εκεί που μπορούν να γίνουν. Αλλά οι συνοικίες της πόλης και τα έως πρόσφατα όμορφα προάστια της πρωτεύουσας πρέπει να αντιμετωπιστούν με άλλους όρους. Οφείλουμε να έχουμε κάτι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Αν παραδοθεί μόνο η απληστία, ο νεοπλουτισμός και η αναπαραγωγή ενός πανομοιότυπου μοντέλου κατοικίας ασχέτως ειδικών συνθηκών ανά περιοχή, τότε βαδίζουμε σε λανθασμένη κατεύθυνση. Η συζήτηση αφορά τον πολιτισμό της σύγχρονης κοινωνίας μας...,

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 13/04/24


















ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η συζήτηση για το ύψος των νέων οικοδομών μέσα στον πυκνό αστικό ιστό, σύμφωνα με τον νέο οικοδομικό κανονισμό, φέρνει στην επιφάνεια τη διαχρονική συζήτηση για το πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν τα κτίρια στην Αθήνα. Αρκεί η θέα από ψηλά για να αντιληφθεί κανείς ότι το μείζον ζήτημα είναι η διάρρηξη αυτού του συμπαγούς οικοδομικού χυλού και όχι η παρότρυνση για επιπλέον τετραγωνικά καθ’ ύψος.

Η Αθήνα μοιάζει να αισθάνεται ασφυξία μέσα στον ίδιο της τον εαυτό. Η συζήτηση για το ύψος, που ορθώς διεξάγεται, θα πρέπει να παρασύρει και μια σειρά άλλων ζητημάτων. Δεν είναι μόνο ότι είναι αδιανόητο να επιτρέπεις οκταώροφες και πλέον οικοδομές σε γειτονιές που είναι ήδη κορεσμένες, με στενούς δρόμους και με προοπτική περαιτέρω επιδείνωσης της ποιότητας ζωής στα παρακείμενα κτίρια. Απαράδεκτο είναι επίσης ότι καλλιεργείς έτσι την εντύπωση πως προτεραιότητα είναι να παραμένουν πάση θυσία αναμμένες οι μηχανές του οικοδομικού κλάδου και όχι η πρόβλεψη για βελτίωση της ζωής. Οι επόμενες γενιές θα βρουν ένα ακόμη πιο επιβαρυμένο οικιστικό περιβάλλον. Ολοι θέλουμε την οικοδομή να δουλεύει, αλλά υπέρ του μακροπρόθεσμου οφέλους της κοινωνίας.

Η ανάπτυξη της μονοκαλλιέργειας της πολυκατοικίας, μετά το 1930, εμπέδωσε στην Αθήνα τον τύπο της πενταώροφης οικοδομής, με ρετιρέ (ένα, δύο ή τρία, ανάλογα με το πλάτος του δρόμου), ταράτσα με δώμα και φωταγωγό. Ζητούμενο πλέον είναι να δούμε πώς μπορούμε να επαναδιατυπώσουμε αυτήν την τυπολογία καταργώντας τους φωταγωγούς, τους τυφλούς τοίχους και τις σκληρές επιφάνειες της ταράτσας. Αυτή η συζήτηση είναι παλιά, έχουμε δει μεμονωμένα δείγματα καλύτερης αρχιτεκτονικής, αλλά η Αθήνα πάει από το κακό στο χειρότερο.

Είναι μια νοοτροπία που μας κρατάει μακριά από τις προηγμένες κοινωνίες. Ο τρόπος που χτίζουμε στην Ελλάδα είναι εγωιστικός και στερείται πνοής για το μέλλον. Ας γίνουν ψηλά κτίρια εκεί που μπορούν να γίνουν. Αλλά οι συνοικίες της πόλης και τα έως πρόσφατα όμορφα προάστια της πρωτεύουσας πρέπει να αντιμετωπιστούν με άλλους όρους. Οφείλουμε να έχουμε κάτι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Αν παραδοθεί μόνο η απληστία, ο νεοπλουτισμός και η αναπαραγωγή ενός πανομοιότυπου μοντέλου κατοικίας ασχέτως ειδικών συνθηκών ανά περιοχή, τότε βαδίζουμε σε λανθασμένη κατεύθυνση. Η συζήτηση αφορά τον πολιτισμό της σύγχρονης κοινωνίας μας.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

Αλλά δεν ήταν μόνο η βαρβαρότητα στα μνημεία και στον δημόσιο χώρο. Πρόσεξα –και μακάρι να κάνω λάθος– πως έχει παγιωθεί μια αμηχανία εκ μέρους του δήμου για το πώς να χειριστεί την κληρονομιά του Μπακογιάννη στην Πανεπιστημίου. Να περιποιηθεί τα παρτέρια με τους θάμνους (ατυχής η επιλογή τους ούτως ή άλλως) ή να τα αφήσει στο έλεος του Θεού να τα χλευάζει ο κόσμος; Γιατί μάλλον το δεύτερο γίνεται. Τα παρτέρια είναι φύρδην μίγδην ανάκατοι και αφρόντιστοι θάμνοι, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Θα ενοχλούσαν και τον φίλο μας από το 1883...

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 16/03/24



















ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σε ένα παλιό φύλλο της εφημερίδας «Ακρόπολις» διαβάζουμε για την αισχρή κατάσταση των δρόμων της Αθήνας. Και όταν λέμε παλιό φύλλο, εννοούμε πολύ παλιό, από τον Δεκέμβριο του 1883, όταν η μικρή ακόμη πρωτεύουσα δοκιμαζόταν από λογής λογής προβλήματα της καθημερινότητας. Ενα από αυτά ήταν και η κακή κατάσταση των χωματόδρομων. Ολοι ήταν χωματόδρομοι, ακόμη και οι πιο κεντρικοί δρόμοι, και μάλιστα με πέτρες, ακαθαρσίες και λακκούβες.

Διαμαρτυρόταν ένας Αθηναίος πολίτης στην εφημερίδα (όπως σήμερα στα Γράμματα των Αναγνωστών) για τη «ζηλεμένην» Αθήνα, την καταδικασμένη «εις αιώνιον βόρβορον και κονιορτόν». Ο απελπισμένος Αθηναίος, φωνή της λογικής, ζητεί να επιστρωθούν οι δρόμοι, καθώς επισημαίνει την οικτρή κατάσταση της Ερμού, της Αιόλου, της Σταδίου, ακόμη και αυτής της Πανεπιστημίου, αναφέροντας για την τελευταία ότι «σύγκειται εκ χαραδρών και λόφων και λιμνών αβάτων, ας σχηματίζει η ατελεύτητος ανακίνησις της ιπποδρομικής γραμμής».

Θα ήθελα πολύ να έχω εκείνον τον ευσυνείδητο πολίτη του 1883 να περπατήσει μαζί μου στην Πανεπιστημίου τού σήμερα. Σαφώς και δεν θα πίστευε στα μάτια του, καθώς ακόμη και το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης θα ήταν αξιοπερίεργη καινοτομία (το 1883 δεν είχε ακόμη οικοδομηθεί). Ομως, δεν θα ήμουν ιδιαίτερα περήφανος για την Πανεπιστημίου που αντίκρισα λίγες ημέρες πριν.

Μπορεί η Πανεπιστημίου να μην έχει τις ακαθαρσίες του 1883, αλλά επιδεικνύει εκεί γύρω στα Προπύλαια μια ανεξήγητη εμμονή στη βαρβαρότητα και μια ανεξήγητη ανοχή σ’ αυτήν. Ολα ήταν βανδαλισμένα και πιο πολύ με πόνεσε η κόκκινη μπογιά στον ανδριάντα του εκ Κεφαλληνίας εθνικού ευεργέτη και μέλους της ελληνικής παροικίας του Λονδίνου, Παναγή Βαλλιάνου, μπροστά στο μέγαρο της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Αλλά δεν ήταν μόνο η βαρβαρότητα στα μνημεία και στον δημόσιο χώρο. Πρόσεξα –και μακάρι να κάνω λάθος– πως έχει παγιωθεί μια αμηχανία εκ μέρους του δήμου για το πώς να χειριστεί την κληρονομιά του Μπακογιάννη στην Πανεπιστημίου. Να περιποιηθεί τα παρτέρια με τους θάμνους (ατυχής η επιλογή τους ούτως ή άλλως) ή να τα αφήσει στο έλεος του Θεού να τα χλευάζει ο κόσμος; Γιατί μάλλον το δεύτερο γίνεται. Τα παρτέρια είναι φύρδην μίγδην ανάκατοι και αφρόντιστοι θάμνοι, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Θα ενοχλούσαν και τον φίλο μας από το 1883.