οι κηπουροι τησ αυγησ

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Η αυτοπεποίθηση της Ελλάδας στο εξωτερικό βασίζεται σε έναν βαθύ μετασχηματισμό στο εσωτερικό της. Σε μια εποχή που η αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο αμφισβητείται από λαϊκιστές και εξτρεμιστές και η εμπιστοσύνη των πολιτών υποσκάπτεται στους «θαλάμους αντήχησης» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα ότι οι ορθές πολιτικές που εστιάζουν στις μεταρρυθμίσεις μπορούν να αποφέρουν πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες και να βελτιώσουν τη ζωή τους. Βεβαίως, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις, αλλά η πρόοδος που έχει σημειώσει η Ελλάδα είναι αδύνατο να παραβλεφθεί. Πριν από επτά χρόνια, η χώρα μου εξερχόταν ακόμα από την πιο οδυνηρή οικονομική κρίση της νεότερης ιστορίας της, έχοντας χάσει περισσότερο από το 25% του ΑΕΠ της. Σήμερα, η οικονομία αναπτύσσεται με πολύ υψηλότερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Ελλάδα προσελκύει σημαντικές ξένες άμεσες επενδύσεις. Τα δημόσια οικονομικά είναι υγιή και οι δημοσιονομικές μας επιδόσεις αποτελούν πλέον θετικό παράδειγμα στην Ευρώπη. Το δημόσιο χρέος μας μειώνεται ταχύτερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η ψηφιοποίηση του κράτους, που συνέβαλε στον περιορισμό της γραφειοκρατίας, έχουν αλλάξει τη δημόσια διοίκηση και αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Πριν από λίγες ημέρες, δύο κορυφαίοι οίκοι αξιολόγησης προέβησαν σε αναβαθμίσεις. Σε μια περίοδο μεγάλης αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, αυτό λέει πολλά για την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα. Μόλις πριν από λίγα χρόνια λίγοι θα στοιχημάτιζαν ότι σήμερα το κόστος δανεισμού της Ελλάδας θα ήταν χαμηλότερο από αυτό τεσσάρων χωρών του G7...



Ομιλία  Κυριάκου Μητσοτάκη στην 81η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών

Νέα Υόρκη, 24 Σεπτεμβρίου 2026

Σας ευχαριστώ κ. Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι,

Αποτελεί μεγάλη τιμή για εμένα να απευθύνομαι στη Γενική Συνέλευση για όγδοη φορά ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Το κάνω αυτό σε μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή, καθώς η Ελλάδα οδεύει προς το τέλος του δεύτερου έτους της θητείας της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και ετοιμάζεται να αναλάβει εκ νέου την Προεδρία του, τον επόμενο μήνα.

Πριν από δώδεκα μήνες, καθώς γιορτάζαμε την 80ή επέτειο των Ηνωμένων Εθνών, μιλήσαμε για την ανάγκη να δώσουμε νέα πνοή στην πολυμέρεια.

Έναν χρόνο αργότερα, αυτή η ανάγκη έχει γίνει πολύ πιο επιτακτική, καθώς βιώνουμε ιδιαίτερα επικίνδυνες εποχές. Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται. Οι εντάσεις βαθαίνουν.

Και, ίσως το πιο ανησυχητικό, παρατηρούμε περαιτέρω διάβρωση της αυτοσυγκράτησης στις διεθνείς σχέσεις.

Οι κανόνες και οι συμφωνίες που εδώ και καιρό εξασφάλιζαν έναν σχετικό βαθμό σταθερότητας στις διακρατικές σχέσεις δοκιμάζονται όλο και περισσότερο.

Ο Γενικός Γραμματέας António Guterres ηγήθηκε των Ηνωμένων Εθνών κατά τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικά ταραχώδους δεκαετίας, με ακλόνητη προσήλωση στον Χάρτη του Οργανισμού και στις αξίες που ενσαρκώνει.

Η επιλογή του δέκατου Γενικού Γραμματέα αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για την αναζωογόνηση του Οργανισμού, τη στιγμή που αυτό είναι περισσότερο αναγκαίο παρά ποτέ.

Κυρίες και κύριοι,

Το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην πολυμέρεια είναι η αναγνώριση των περιπτώσεων στις οποίες έχει πράγματι επιτύχει.

Λίγα παραδείγματα είναι πιο ισχυρά από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Με 172 συμβαλλόμενα μέρη, η UNCLOS παρέχει το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο εντός του οποίου οι διαφορές μπορούν να επιλύονται ειρηνικά και όχι με τη χρήση βίας.

Από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα έως τον Ινδο-Ειρηνικό, οι στρατηγικές θαλάσσιες οδοί μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε πεδία γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Εμπορικά πλοία γίνονται στόχος επιθέσεων και οι ζωτικής σημασίας εμπορικές οδοί χρησιμοποιούνται ως μέσα άσκησης πίεσης, με σοβαρές συνέπειες για τις αλυσίδες εφοδιασμού, τις αγορές ενέργειας και την επισιτιστική ασφάλεια σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και η απρόσκοπτη διέλευση από στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, όπως διασφαλίζονται από το Διεθνές Δίκαιο, πρέπει να προασπίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Είναι συλλογική μας ευθύνη να τηρούμε αυτές τις αρχές στην πράξη και να προστατεύουμε την εμπορική ναυτιλία. Ως ηγετική δύναμη στη ναυτιλία, η Ελλάδα συμβάλλει ενεργά στη θαλάσσια ασφάλεια μέσω της επιχείρησης «ASPIDES» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το ζήτημα αυτό θα παραμείνει υψηλή προτεραιότητα όταν η Ελλάδα αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας τον επόμενο μήνα, με ιδιαίτερη προσοχή στις προκλήσεις που θέτουν οι αναδυόμενες τεχνολογίες.

Κυρίες και κύριοι,

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας τής προσδίδει τον φυσικό ρόλο να λειτουργεί ως «γέφυρα» μεταξύ της Ευρώπης και της ευρύτερης γειτονιάς της προς τα ανατολικά και τα νότια. Βρισκόμαστε κυριολεκτικά στο σταυροδρόμι του συρρικνούμενου χώρου μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Η χώρα μου αποτελεί πυλώνα σταθερότητας, συνδεσιμότητας και ειρήνης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.

Η Ελλάδα έχει αναπτύξει ισχυρές στρατηγικές συνεργασίες με χώρες-κλειδιά της περιοχής, μεταξύ αυτών το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κατάρ.

Είμαστε γεφυροποιοί, όχι ταραχοποιοί. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του οράματος σπάνια είναι απλή σε μία εποχή τεκτονικών γεωπολιτικών αλλαγών.

Στη Μέση Ανατολή, το Σχέδιο Ειρήνης για τη Γάζα που συμφωνήθηκε πέρυσι πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεσματικά. Είναι εξέχουσας σημασίας να διασφαλιστεί ότι η Χαμάς θα παραδώσει τα όπλα της. Δεν μπορεί να έχει οποιονδήποτε ρόλο -επαναλαμβάνω: κανέναν ρόλο-, στο μέλλον της Γάζας.

Ταυτόχρονα, η ανοικοδόμηση πρέπει να προχωρήσει, με τους ίδιους τους Παλαιστινίους να αναλαμβάνουν την ευθύνη για το μέλλον της Γάζας.

Η Ελλάδα θα συνεχίσει να υποστηρίζει λύση δύο κρατών, όπου το Ισραήλ και η Παλαιστίνη συνυπάρχουν με ειρήνη και ασφάλεια.

Ωστόσο, οι εξελίξεις στη Δυτική Όχθη εξακολουθούν να αποτελούν πηγή βαθιάς ανησυχίας. Δεν μπορεί να επιτραπεί η συνέχιση ενεργειών που είναι παράνομες βάσει του Διεθνούς Δικαίου και υπονομεύουν τη βιωσιμότητα ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους.

Υποστηρίζουμε σθεναρά ότι αυτό είναι προς όφελος και της μακροπρόθεσμης ασφάλειας του ίδιου του Ισραήλ. Η Ελλάδα έχει αναπτύξει μια μακρόπνοη στρατηγική εταιρική σχέση με το Ισραήλ, που έχει βάθος, ενώ παράλληλα διατηρεί στενούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο. Είναι ακριβώς η ισχύς αυτής της εταιρικής σχέσης που μας επιτρέπει να συνομιλούμε ανοιχτά και με ειλικρίνεια.

Στον Λίβανο, υπάρχει πλέον μια πραγματική ευκαιρία να θεμελιωθεί μια ειρήνη που θα έχει διάρκεια. Οι διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός και πρέπει να συνεχιστούν. Η Ελλάδα υποστηρίζει σθεναρά έναν κυρίαρχο, ανθεκτικό και ενωμένο Λίβανο, καθώς και τις προσπάθειες της κυβέρνησης για την αποκατάσταση του αποκλειστικού ελέγχου του κράτους ως προς την κατοχή όπλων.

Εν τέλει, ένα ισχυρότερο λιβανέζικο κράτος θα συμβάλλει τόσο στην εσωτερική ασφάλεια όσο και στην περιφερειακή σταθερότητα. Ως εκ τούτου, θα συνεχίσουμε να παρέχουμε απτή βοήθεια στη χώρα, μεταξύ άλλων και στις Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου. Με τη λήξη της εντολής της Προσωρινής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στον Λίβανο (UNIFIL), η από κοινού δράση είναι ζωτικής σημασίας για την αποφυγή ενός κενού ασφαλείας και τη διατήρηση μιας αποτελεσματικής διεθνούς και ευρωπαϊκής παρουσίας.

Η Συρία αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα στην περιοχή. Η μακροπρόθεσμη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή προϋποθέτει μια σταθερή Συρία. Μια Συρία συμπεριληπτική, απαλλαγμένη από ξένες παρεμβάσεις και περιφερειακές αντιπαλότητες, όπου κάθε πολίτης θα μπορεί -και πρέπει- να αισθάνεται ασφαλής.

Οι νέες αρχές της Συρίας έχουν λάβει μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πρέπει να επιτευχθεί περαιτέρω χειροπιαστή πρόοδος, ιδίως όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων και της ασφάλειας όλων των θρησκευτικών και εθνοτικών κοινοτήτων. Σε αυτές περιλαμβάνεται, ασφαλώς, η ορθόδοξη χριστιανική μειονότητα, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη βία των ισλαμιστών εξτρεμιστών.

Η αναζήτηση σταθερότητας επεκτείνεται και στη Λιβύη, μια γειτονική μας χώρα, με την οποία μοιραζόμαστε πολλά κοινά συμφέροντα. Χαιρετίζουμε όλες τις προσπάθειες επανένωσης. Μια σταθερή Λιβύη, απαλλαγμένη από ξένες παρεμβάσεις, είναι προς όφελος όχι μόνο του λιβυκού λαού, αλλά και ολόκληρης της περιοχής μας.

Η Ελλάδα είναι έτοιμη να στηρίξει τους θεσμούς της Λιβύης ως προς την προστασία των συνόρων και τη διαχείριση της μετανάστευσης. Παραμένουμε προσηλωμένοι στην επίτευξη συμφωνίας για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μας.

Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα τώρα να στραφώ στις σχέσεις μας με τη γείτονα Τουρκία.

Τα τελευταία τρία χρόνια, καταβάλλουμε συνεχή προσπάθεια για τη βελτίωση των σχέσεών μας, την ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, προκειμένου να αποτρέψουμε την κλιμάκωση των εντάσεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες κρίσεις. Πρόκειται για μια ευαίσθητη σχέση, η οποία φέρει το βάρος της ιστορίας.

Πράγματι, δεδομένων των ευρύτερων και περιφερειακών προκλήσεων, η κατάσταση απαιτεί επειγόντως μια κοινή αντίληψη για το πώς θα προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Μια αντίληψη που θα εδράζεται στον πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και των αρχών των σχέσεων καλής γειτονίας. Δεν μπορούμε, άλλωστε, όπως έχω πει επανειλημμένα, να αλλάξουμε τη γεωγραφία, είναι το πεπρωμένο μας να ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλον.

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας παρέχει το μόνο θεσμικό πλαίσιο για την επίλυση της μοναδικής μακροχρόνιας διαφοράς μας, που αφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών.

Ο διάλογος είναι απαραίτητος για την ειρήνη και την ευημερία. Ωστόσο, ένας ουσιαστικός διάλογος δεν μπορεί να συνυπάρχει με μονομερείς ενέργειες που αμφισβητούν τη διεθνή έννομη τάξη, ούτε μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με απειλές πολέμου ως απάντηση στην άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Τέτοιες ενέργειες δεν επιλύουν διαφορές, καταλήγουν μόνο να τις επιδεινώνουν. Και ενέχουν τον κίνδυνο υπονόμευσης της σταθερότητας της ευρύτερης περιοχής μας.

Μια περιοχή η οποία, δεν πρέπει να ξεχνάμε, εξακολουθεί να φέρει μια ανοιχτή πληγή: το ανεπίλυτο Κυπριακό ζήτημα. Έχουν περάσει 52 χρόνια από την παράνομη τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κύπρου. Μια κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να υφίστανται σήμερα.

Για τα Ηνωμένα Έθνη, η Κύπρος παραμένει η «λυδία λίθος» όσον αφορά την αξιοπιστία τους: την ικανότητά τους να τηρούν τα δικά τους ψηφίσματα και τις αρχές του Χάρτη.

Η Ελλάδα υποστηρίζει πλήρως τις πρόσφατες προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα Guterres ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.

Ευελπιστούμε ειλικρινά ότι θα επιτευχθεί πρόοδος κατά το υπόλοιπο της θητείας του και προσδοκούμε ότι αυτές οι προσπάθειες θα συνεχιστούν από τον διάδοχό του, με τον ίδιο στόχο: την επανένωση της Κύπρου, απαλλαγμένης από δυνάμεις κατοχής, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Οι αρχές που διακυβεύονται στην Κύπρο δοκιμάζονται και αλλού. Σήμερα, δύο ακόμη σημαντικές συγκρούσεις συνεχίζουν να θέτουν σε δοκιμασία την ικανότητά μας να υπερασπιστούμε τις αξίες βάσει των οποίων ιδρύθηκε ο Οργανισμός αυτός.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία διανύει πλέον το πέμπτο έτος του. Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που η εισβολή της Ρωσίας έφερε ξανά τον πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Ο ουκρανικός λαός έχει επιδείξει εξαιρετικό θάρρος υπερασπιζόμενος την ελευθερία του. Η Ελλάδα στέκεται αδιάκοπα στο πλευρό του. Καταδικάζουμε απερίφραστα τις επιθέσεις εναντίον αμάχων και πολιτικών υποδομών.

Η διπλωματία πρέπει τώρα να επιτύχει άμεση κατάπαυση του πυρός και ειρήνη που θα έχει διάρκεια, βασισμένη στις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Ουκρανία πρέπει να έχει καθοριστικό λόγο για το δικό της μέλλον και η Ευρώπη δεν μπορεί να απουσιάζει από αυτές τις διαπραγματεύσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, άλλος ένας καταστροφικός πόλεμος απαιτεί την επείγουσα προσοχή μας. Στο Σουδάν, η σχεδόν τετραετής σύγκρουση έχει οδηγήσει σε μια συγκλονιστική ανθρωπιστική καταστροφή. Εξακολουθούν να υπάρχουν αναφορές για φρικτά εγκλήματα πολέμου, ενώ η σύρραξη τροφοδοτεί την αστάθεια πολύ πέρα από τα σύνορα του Σουδάν. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συνεχιστεί αυτή η τραγωδία.

Πρέπει, επίσης, να σταματήσουν οι ξένες παρεμβάσεις και να μην υπάρχει ατιμωρησία για εγκλήματα πολέμου. Στο τέλος της ημέρας, η λύση βρίσκεται σε μια αξιόπιστη πολιτική διαδικασία, με πρωταγωνιστές τους Σουδανούς, η οποία θα αντανακλά τις επιθυμίες των πολιτών του Σουδάν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της για να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στη στήριξη αυτής της διαδικασίας και να συμβάλει στον τερματισμό αυτής της καταστροφικής σύγκρουσης. Άλλωστε, το ζήτημα την αφορά άμεσα. Εάν ο καταστροφικός πόλεμος συνεχιστεί, η ήπειρός μας θα είναι η πρώτη που θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πιθανό, νέο, μαζικό μεταναστευτικό κύμα.

Κυρίες και κύριοι,

Η αυτοπεποίθηση της Ελλάδας στο εξωτερικό βασίζεται σε έναν βαθύ μετασχηματισμό στο εσωτερικό της. Σε μια εποχή που η αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων σε όλο τον κόσμο αμφισβητείται από λαϊκιστές και εξτρεμιστές και η εμπιστοσύνη των πολιτών υποσκάπτεται στους «θαλάμους αντήχησης» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα ότι οι ορθές πολιτικές που εστιάζουν στις μεταρρυθμίσεις μπορούν να αποφέρουν πραγματικά αποτελέσματα για τους πολίτες και να βελτιώσουν τη ζωή τους.

Βεβαίως, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις, αλλά η πρόοδος που έχει σημειώσει η Ελλάδα είναι αδύνατο να παραβλεφθεί. Πριν από επτά χρόνια, η χώρα μου εξερχόταν ακόμα από την πιο οδυνηρή οικονομική κρίση της νεότερης ιστορίας της, έχοντας χάσει περισσότερο από το 25% του ΑΕΠ της. Σήμερα, η οικονομία αναπτύσσεται με πολύ υψηλότερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Ελλάδα προσελκύει σημαντικές ξένες άμεσες επενδύσεις.

Τα δημόσια οικονομικά είναι υγιή και οι δημοσιονομικές μας επιδόσεις αποτελούν πλέον θετικό παράδειγμα στην Ευρώπη. Το δημόσιο χρέος μας μειώνεται ταχύτερα από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η ψηφιοποίηση του κράτους, που συνέβαλε στον περιορισμό της γραφειοκρατίας, έχουν αλλάξει τη δημόσια διοίκηση και αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Πριν από λίγες ημέρες, δύο κορυφαίοι οίκοι αξιολόγησης προέβησαν σε αναβαθμίσεις. Σε μια περίοδο μεγάλης αναταραχής στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, αυτό λέει πολλά για την πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα. Μόλις πριν από λίγα χρόνια λίγοι θα στοιχημάτιζαν ότι σήμερα το κόστος δανεισμού της Ελλάδας θα ήταν χαμηλότερο από αυτό τεσσάρων χωρών του G7.

Αυτή η αλλαγή δεν ήταν εύκολη. Κατέστη δυνατή χάρη στη σκληρή δουλειά, την αντοχή και την αποφασιστικότητα του ελληνικού λαού.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι ζωτικής σημασίας διότι επεκτείνει το στρατηγικό πλεονέκτημα μιας χώρας. Επιτρέπει σε ένα κράτος να ενισχύσει την άμυνά του -μια κεντρική δέσμευση την οποία η παρούσα κυβέρνηση είναι περήφανη που τηρεί-, να εκσυγχρονίσει τις υποδομές του, να επενδύσει στην καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα την κοινωνική συνοχή. Η οικονομική ανθεκτικότητα είναι, επομένως, άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρούς θεσμούς και αξιόπιστες αποτρεπτικές δυνατότητες.

Φιλοδοξία της Ελλάδας είναι να λειτουργήσει ως κόμβος μέσω του οποίου θα σφυρηλατούνται μακρόπνοες συνεργασίες. Αυτό το όραμα ήρθε ξανά στο μυαλό μου νωρίτερα φέτος, όταν υποδέχτηκα τον Πρόεδρο Emmanuel Macron στη Ρωμαϊκή Αγορά της Αθήνας, για να συζητήσουμε τη θέση της Ευρώπης σε ένα ρευστό γεωπολιτικό τοπίο. Το σκηνικό είχε ιδιαίτερη σημασία.

Η Αγορά ήταν ένας χώρος όπου κάποτε συνυπήρχαν το εμπόριο, το δίκαιο και η δημόσια ζωή. Εκεί, αναλογιστήκαμε πώς η Ευρώπη μπορεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για τη στρατηγική της αυτονομία και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της.

Τη στιγμή που προετοιμαζόμαστε να αναλάβουμε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο εξάμηνο του 2027, θα εργαστούμε για μία Ευρώπη που θα είναι πιο ανταγωνιστική, πιο ασφαλής, πιο ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της και πιο αποτελεσματική στην προστασία των εξωτερικών της συνόρων.

Ένα άλλο δίδαγμα, ωστόσο, γίνεται όλο και πιο σαφές: η συνδεσιμότητα είναι το απτό πρόσωπο της γεωπολιτικής.

Το ενεργειακό τοπίο της περιοχής έχει αλλάξει ριζικά. Τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι ενεργειακοί και ψηφιακοί διάδρομοι, τα λιμάνια και οι οδοί θαλάσσιων μεταφορών αποτελούν μοχλούς ισχύος. Η γεωγραφία έχει σημασία.

Φιλοδοξία μας είναι να μετουσιώσουμε τη μοναδική μας θέση σε ισχυρότερους δεσμούς μεταξύ της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής, του Κόλπου και της Βόρειας Αφρικής. Για τον λόγο αυτό, επενδύουμε σε μια νέα γενιά έργων συνδεσιμότητας, όπως το GREGY, το οποίο θα μεταφέρει καθαρή ηλεκτρική ενέργεια από την Αίγυπτο στην Ευρώπη, και το Great Sea Interconnector, το οποίο θα συνδέσει ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα με την Κύπρο και το Ισραήλ.

Παράλληλα, αξιοποιούμε τη μοναδική γεωγραφική μας θέση για να γίνουμε πάροχος ενεργειακής ασφάλειας στους βόρειους γείτονές μας.

Και, μιλώντας ως Πρωθυπουργός μιας ηγετικής δύναμης στη ναυτιλία, αξίζει να θυμηθούμε ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: παραπάνω από το 90% του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται δια θαλάσσης. Εάν απειλείται συστηματικά η ελευθερία της ναυσιπλοΐας και δεν προστατεύουμε τις ζωτικές θαλάσσιες οδούς, η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει να παραλύσει. Αυτό πρέπει να ενδιαφέρει ιδιαίτερα κάθε χώρα που εκπροσωπείται σε αυτή την εξέχουσα Συνέλευση.
Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης είναι αφελής. Έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού. Τα οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις. Δεδομένου ότι τα πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αναπτύσσονται εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό αποτελεί κατά κύριο λόγο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η αμερικανική κυβέρνηση. Ευτυχώς, υπάρχουν προηγούμενα από τα οποία αντλούμε διδάγματα. Τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε αυστηρούς κανονισμούς σε μια άλλη τεχνολογία που ήταν τόσο ισχυρή ώστε οι δημιουργοί της πίστευαν ότι θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε μια χρυσή εποχή ανθρώπινης ευημερίας είτε στο τέλος του κόσμου. Μιλώ για τα πυρηνικά.Το ίδιο πρέπει να συμβεί και τώρα. Και πρέπει να συμβεί γρήγορα. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να λαμβάνουν άδειες βάσει συγκεκριμένων απαιτήσεων: προσήλωση στις ανθρώπινες αξίες, διαφάνεια και, το πιο σημαντικό, ασφάλεια. Για να πετάξει ένα νέο αεροπλάνο, πρέπει να υποβληθεί σε μια πληθώρα αυστηρών δοκιμών που έχουν εγκριθεί από τη ρυθμιστική αρχή. Το ίδιο δεν ισχύει για ένα προηγμένο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης.
Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα να κλείσω με μερικές σκέψεις σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη. Ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα όταν μεγάλωνα ήταν οι «Talking Heads». Δεν είχα ιδέα τότε ότι το εμβληματικό τραγούδι του David Byrne, με τον στίχο «We are on a road to nowhere», θα ακουγόταν τόσο προφητικό τέσσερις δεκαετίες αργότερα.

Για πρώτη φορά στην ιστορία του είδους μας, έχουμε δημιουργήσει μια τεχνολογία με την οποία αμφισβητείται ανοιχτά η υπεροχή του ανθρώπινου νου ως αποκορύφωμα της εξέλιξής μας. Δεν θα επεκταθώ στις θετικές μετασχηματιστικές δυνατότητες αυτής της επαναστατικής τεχνολογίας, είτε πρόκειται για την εξάλειψη ασθενειών, είτε για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, είτε για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, είναι απλώς αδύνατο να αγνοήσουμε το γεγονός ότι, επί του παρόντος, μία ανεξέλεγκτη πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης, δίχως ρυθμιστικό πλαίσιο, εγκυμονεί κινδύνους που ενδεχομένως υπερβαίνουν κατά πολύ τα πιθανά οφέλη της.

Όταν αυτοί που αναπτύσσουν την τεχνολογία μάς λένε ανοιχτά ότι «αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, η ΤΝ θα μπορούσε να ξεπεράσει την ικανότητά μας να ελέγχουμε αυτά τα συστήματα» και οι ίδιοι παραδέχονται ότι «κατανοούμε μόνο ένα ελάχιστο μέρος του τι συμβαίνει σε αυτά τα μοντέλα», ο συναγερμός θα πρέπει να ηχήσει πολύ δυνατά για όλους μας.

Με απλά λόγια, οι επικεφαλής των μεγαλύτερων επιχειρήσεων στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης μάς λένε ότι δεν έχουν ιδέα πώς λειτουργεί πραγματικά η αναδρομική αυτοβελτίωση, δηλαδή η ικανότητα της τεχνητής νοημοσύνης να δημιουργεί συνεχώς καλύτερες εκδοχές του εαυτού της.

Προσθέστε σε αυτό την πιθανότητα μαζικής απώλειας θέσεων εργασίας, την πιθανότητα δημιουργίας πρωτοφανούς πλούτου στα χέρια ελάχιστων, καθώς και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η τεχνητή νοημοσύνη στην ίδια τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων, ειδικά για τα παιδιά μας, και έχετε όλα τα συστατικά για πολιτική και κοινωνική αναταραχή δίχως προηγούμενο.

Η ιδέα ότι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας θα καταλήξουν οικειοθελώς σε κάποια συμφωνία για αυτορρύθμιση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης είναι αφελής. Έρχεται σε αντίθεση με όλα όσα γνωρίζουμε για την ιστορία του καπιταλισμού. Τα οφέλη για τους νικητές είναι, απλώς, πάρα πολύ μεγάλα για να πιστέψουμε ότι η καλοπροαίρετη μέριμνα για την ευημερία της ανθρωπότητας θα υπερισχύσει της αστείρευτης τάσης του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς καλύτερες αποδόσεις.

Δεδομένου ότι τα πιο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αναπτύσσονται εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό αποτελεί κατά κύριο λόγο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η αμερικανική κυβέρνηση. Ευτυχώς, υπάρχουν προηγούμενα από τα οποία αντλούμε διδάγματα.

Τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε αυστηρούς κανονισμούς σε μια άλλη τεχνολογία που ήταν τόσο ισχυρή ώστε οι δημιουργοί της πίστευαν ότι θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε μια χρυσή εποχή ανθρώπινης ευημερίας είτε στο τέλος του κόσμου. Μιλώ για τα πυρηνικά.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί και τώρα. Και πρέπει να συμβεί γρήγορα. Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να λαμβάνουν άδειες βάσει συγκεκριμένων απαιτήσεων: προσήλωση στις ανθρώπινες αξίες, διαφάνεια και, το πιο σημαντικό, ασφάλεια. Για να πετάξει ένα νέο αεροπλάνο, πρέπει να υποβληθεί σε μια πληθώρα αυστηρών δοκιμών που έχουν εγκριθεί από τη ρυθμιστική αρχή. Το ίδιο δεν ισχύει για ένα προηγμένο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης.

Παράλληλα, λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη την έκκληση κορυφαίων στελεχών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης για μια εθελοντική παύση στην ανάπτυξη των μοντέλων τους. Μόνο όμως, επαναλαμβάνω, μόνο ως προσωρινό μέτρο για να κερδηθεί χρόνος έως ότου να συσταθεί μια ισχυρή ρυθμιστική αρχή.

Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός έχει ιστορικό περιορισμού των υπερβολών της αγοράς, είτε πρόκειται για τη διάλυση ισχυρών μονοπωλίων είτε για τον καθορισμό κανόνων και προτύπων που επιτρέπουν στην αγορά να λειτουργεί με γνώμονα το κοινό καλό. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και τώρα.

Και όσο απαραίτητη κι αν είναι η συνεργασία της Κίνας και του υπόλοιπου κόσμου για την αντιμετώπιση αυτής της τεράστιας πρόκλησης, η τύχη της τεχνητής νοημοσύνης και ο αντίκτυπος που θα έχει στην ανθρωπότητα στο σύνολό της δεν θα αποφασιστούν στις Βρυξέλλες, στο Τόκιο ή στη Μπραζίλια. Θα αποφασιστούν κυρίως εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η μεγάλη δύναμη συνεπάγεται μεγάλη ευθύνη. Ας ελπίσουμε ότι η χώρα που μας φιλοξενεί θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Σας ευχαριστώ πολύ.




Ο Αριστοτέλης —τον οποίο όλοι γνωρίζουν— το έθεσε πολύ εύστοχα, λέγοντας ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Κάθε μέρος διαθέτει μια σχετική ισχύ, αλλά αν συνδυαστούν όλα μαζί, τότε το τελικό άθροισμα —αυτό που προκύπτει εντέλει ως αποτέλεσμα— είναι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή πρόσθεση. Επομένως, ναι, οφείλουμε να τηρούμε το Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στο Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην πολυμέρεια, όχι επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή, αλλά επειδή αποτελεί το βέλτιστο μοντέλο για την ουσιαστική αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. Ναι, οφείλουμε να το πράξουμε αυτό με πνεύμα ουσιαστικού διαλόγου και διαβούλευσης. Ναι, πρέπει να εργαστούμε πάνω στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ώστε να τις καταστήσουμε πιο εποικοδομητικές και πιο αποτελεσματικές. Ναι, πρέπει να μετατρέψουμε τους ηγεμόνες σε ηγέτες – πραγματικούς ηγέτες, ηγέτες με παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων –ακόμη και ηγετών σημαντικών κρατών-μελών– που θεωρούν ήδη ότι η πολυμέρεια έχει πεθάνει...





Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, 
στο Πανεπιστήμιο Columbia, με θέμα «Μεταξύ ισχύος και αρχών: Άσκηση εξωτερικής πολιτικής σε έναν κόσμο σε μετάβαση»

 Νέα Υόρκη, 23 Σεπτεμβρίου 2026


Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για μένα να βρίσκομαι εδώ, στο Πανεπιστήμιο Columbia, ένα από τα πιο διακεκριμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα παγκοσμίως. Οφείλω να ομολογήσω ότι η στιγμή αυτή μου προσφέρει μεγάλη χαρά, καθώς μια μικρή απόδραση από τα καθήκοντά μου ως Υπουργού Εξωτερικών είναι πάντα πολύτιμη για εμένα. Σας ευχαριστώ θερμά που αφιερώσατε χρόνο για να παρευρεθείτε εδώ, και ευχαριστώ το Πανεπιστήμιο, καθώς και τον Alex και τη Στέλλα, για τη φιλοξενία τους σήμερα. 

Πράγματι, διανύουμε μια εξαιρετικά απαιτητική εβδομάδα - την εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών - ωστόσο θεωρώ τη σημερινή εκδήλωση μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της εβδομάδας. Μη διστάσετε να εκφραστείτε ελεύθερα. Είναι μια ευκαιρία να συζητήσουμε με ειλικρίνεια και ανοιχτό πνεύμα για ζητήματα που είναι πραγματικά κρίσιμα.

Πάντα αναρωτιέμαι, όταν επισκέπτομαι ένα Πανεπιστήμιο, σε τι ποσοστό οφείλω να επιστρατεύσω την ακαδημαϊκή μου συνείδηση. Έχω αποφασίσει, λοιπόν, να τηρήσω την ακαδημαϊκή ακεραιότητα στις συνομιλίες μας και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

Θα ξεκινήσω με μια διαπίστωση: η γεωγραφία σήμερα έχει πολύ μικρότερη σημασία απ’ ό,τι στο παρελθόν, και τούτο για πολλούς λόγους. Καταρχάς, οι προκλήσεις είναι πλέον παγκόσμιες. Βλέπουμε ένοπλες συγκρούσεις που έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε χώρες που βρίσκονται πολύ μακριά. Βλέπουμε φυσικές καταστροφές που επηρεάζουν ουσιαστικά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρατηρούμε φαινόμενα μετακίνησης πληθυσμών και μεταναστευτικές ροές - ιδίως παράτυπες ροές που οφείλονται σε εξωτερικές συνθήκες. Βλέπουμε φαινόμενα που αναπόφευκτα θα επηρεάσουν τη ζωή μας, όπως η λειψυδρία ή η επισιτιστική ανασφάλεια, ζητήματα που θα απασχολήσουν έντονα στον πολιτικό διάλογο το επόμενο διάστημα. Μάλιστα, πιστεύω ότι η διαχείριση των υδάτινων πόρων θα αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα στο άμεσο μέλλον, με τη λειψυδρία να γίνεται ενδεχομένως η πηγή ενόπλων συγκρούσεων.

Δεύτερον, αυτό που παρατηρούμε - στο πλαίσιο της προσέγγισης ότι «η γεωγραφία δεν έχει πλέον τόση σημασία» - είναι ο σχηματισμός συμμαχιών με σαφώς διαπεριφερειακό χαρακτήρα. Δεν βλέπουμε την παραδοσιακή μορφή παγκόσμιας πολυμέρειας, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε περιφερειακές μορφές συνεργασίας τύπου Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που βλέπουμε είναι, ουσιαστικά, διαπεριφερειακή συνεργασία. Κάθε κράτος προσπαθεί πλέον να προσεγγίσει πιο απομακρυσμένες χώρες, γεγονός κρίσιμης σημασίας, καθώς επικρατεί η αίσθηση ότι η απόσταση δεν αποτελεί πλέον παράγοντα απομόνωσης ούτε παρέχει προστασία στις χώρες. Επομένως, αυτό που πραγματικά οφείλουμε να κάνουμε είναι να οικοδομήσουμε γέφυρες με χώρες που βρίσκονται αρκετά μακριά από τη δική μας, ώστε να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές για τη συλλογική μας προστασία.

Τρίτον, παρατηρούμε εξωτερικές παρεμβάσεις από κράτη σε άλλα κράτη σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Αφρική, για παράδειγμα, είναι πραγματικά συγκλονιστική και λυπηρή. Η αλήθεια είναι ότι, ειδικά στην υποσαχάρια Αφρική και τη ζώνη του Σαχέλ, καταγράφεται σημαντικός αριθμός ένοπλων συγκρούσεων, στις οποίες βλέπουμε να εμπλέκονται εξωτερικοί δρώντες προερχόμενοι από περιοχές πολύ πέραν της Αφρικής. Δεν αποτελούν άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη. Προφανώς, όμως, ενδιαφέρονται για τα κρίσιμα ορυκτά ή άλλους περιουσιακούς πόρους των χωρών αυτών. Έτσι, παίρνουν θέση σε εμφύλιους πολέμους ή σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κρατών. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία και η Κίνα είναι διαρκώς παρούσες και επιδιώκουν να επηρεάσουν ακόμη και το εκλογικό αποτέλεσμα ή την εξουσία που διαμορφώνεται στις μέρες μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, διαπιστώνω ένα παράδοξο, το οποίο θα ονόμαζα «παράδοξο της ισχύος». Πρόκειται για την επιστροφή της πολιτικής της ισχύος στο προσκήνιο της διεθνούς σκηνής, ακριβώς τη στιγμή που η συνεργασία και η πολυμέρεια είναι πιο αναγκαία από ποτέ, λόγω των διαπεριφερειακών προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Έτσι, η πολιτική της ισχύος αναδεικνύεται και πάλι σε κυρίαρχη τάση στη διεθνή πολιτική.

Πώς θα όριζα καταρχάς την πολιτική της ισχύος; Η πολιτική της ισχύος έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά: το πρώτο είναι η μονομέρεια και το δεύτερο η συναλλακτική λογική. Μονομέρεια, διότι παρατηρούμε ότι το Διεθνές Δίκαιο και η πολυμέρεια ουσιαστικά παραχωρούν έδαφος στη μονομερή δράση. Τα κράτη δεν αισθάνονται ότι δεσμεύονται από υποχρεώσεις του Διεθνούς Δικαίου προκειμένου να λάβουν άδεια για να προβούν σε κάποια ενέργεια. 

Από την άλλη πλευρά, η συναλλακτική λογική σημαίνει ότι όλα τα κράτη επιδιώκουν να αποκομίσουν οφέλη από κάθε είδους διεθνή δραστηριότητα. Για να επιτραπεί σε ένα κράτος να ενταχθεί σε έναν διεθνή οργανισμό, ενδέχεται να τεθούν όροι από τα υφιστάμενα μέλη οι οποίοι είναι εντελώς άσχετοι με τη συμμαχία αυτή καθαυτή. Αυτού του είδους η συναλλαγή αντικατοπτρίζει, θα έλεγα, μια εμπορική οπτική στη διεθνή πολιτική. Πρόκειται πράγματι για ζήτημα πολιτικής της ισχύος, όπως αυτή διαμορφώνεται στις μέρες μας.

Θεωρώ επίσης σημαντικό - και συζητούσαμε με τον Alex για το βιβλίο του «Dictating the Agenda» - το πώς τα ισχυρά κράτη χρησιμοποιούν πλέον τα παραδοσιακά εργαλεία των φιλελεύθερων δημοκρατιών ακριβώς για να υπονομεύσουν τις ίδιες τις δημοκρατίες, μετατρέποντάς τες σε μη νομιμοποιημένες δημοκρατίες. Και αυτό είναι το σημείο επί του οποίου οφείλουμε να σταθούμε και να προβληματιστούμε σοβαρά. Το πρώτο κανονιστικό ερώτημα είναι αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες και ο φιλελεύθερος θεσμισμός —σύμφωνα με την κλασική θεωρία του Kant— θα έπρεπε να αντικατασταθούν από κάτι πιο ρεαλιστικό, από αυτό που ονομάζουμε πολιτικό ρεαλισμό. Γιατί, άραγε, να τίθεται τέτοιο ζήτημα; Διότι διαπιστώνουμε ότι η πολυμέρεια και η τάξη που βασίζεται σε κανόνες υπονομεύονται σοβαρά, καθώς αποδεικνύονται αναποτελεσματικές.

Επομένως, αυτό που βλέπουμε είναι ότι χρειαζόμαστε ένα απαραίτητο διορθωτικό αντίβαρο στον ουτοπισμό - εφόσον θεωρούμε ότι η τάξη που βασίζεται σε κανόνες αποτελεί ουτοπία. Συνήθως, αναφερόμαστε στον πολιτικό ρεαλισμό συνδέοντάς τον με την αρχαία Ελλάδα και αποδίδουμε την ιδέα αυτή στον περίφημο ιστορικό Θουκυδίδη. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό ευσταθεί. Θα πω λίγα λόγια για τον Θουκυδίδη, καθώς το θέμα είναι πολύ επίκαιρο και γνωρίζω ότι μελετάτε εκτενώς τα ζητήματα αυτά. Είναι πάντως ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ιδέα της απόδοσης του πολιτικού υπόβαθρου του πολιτικού ρεαλισμού στον Θουκυδίδη διατυπώθηκε αρχικά από τον Nietzsche. Και πιστεύω ότι αυτό το δίλημμα ανάμεσα στον πολιτικό ρεαλισμό και τον φιλελεύθερο θεσμισμό είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ο Θουκυδίδης, λοιπόν υποστήριζε ουσιαστικά δύο θέσεις, και για τον λόγο αυτόν θεωρείται μία από τις πρώιμες αυθεντίες του πολιτικού ρεαλισμού. Η πρώτη είναι αυτό που αναφέρεται πλέον ως «παγίδα του Θουκυδίδη». Τι είναι η «παγίδα του Θουκυδίδη»; Πρόκειται για την αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στην κυρίαρχη και την ανερχόμενη δύναμη. Αυτό που έλεγε ο Θουκυδίδης είναι ότι, όταν υπάρχει μια ανερχόμενη δύναμη —και κατά καιρούς πράγματι εμφανίζονται τέτοιες δυνάμεις, καθώς αυτός είναι ο κύκλος της ιστορίας: χρειάζονται οι ανερχόμενες δυνάμεις ειδάλλως επέρχεται ιστορική στασιμότητα—, τότε η σύγκρουση με την κυρίαρχη δύναμη καθίσταται αναπόφευκτη. Δεν υπάρχει διαφυγή από αυτό. Αυτή, λοιπόν, είναι η πολιτική πραγματικότητα.

Η δεύτερη θέση αφορούσε τη σχετική ισχύ μεταξύ ισχυρών και μικρότερων, δηλαδή αδύναμων, κρατών. Ο Θουκυδίδης διατύπωνε μια άποψη —η οποία θεωρείται κλασική και έγινε ξανά διάσημη όταν την επικαλέστηκε ο Καναδός Πρωθυπουργός— σύμφωνα με την οποία το ζήτημα του δικαίου τίθεται μόνο όταν τα μέρη είναι ισότιμα, σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Όταν υπάρχει ανισότητα, τότε η μία πλευρά —η ισχυρή— επιβάλλει τη θέλησή της, ενώ η ασθενέστερη πλευρά υφίσταται τις συνέπειες της διαπραγμάτευσης.

Η αναφορά γίνεται στον πόλεμο εναντίον της Μήλου, ενός ελληνικού νησιού, όπου τίθεται το ζήτημα για το αν η Μήλος έπρεπε να ενταχθεί στη συμμαχία της Αθήνας ή σε εκείνη της Σπάρτης. Θυμάστε ασφαλώς ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε ένα πολύ ισχυρό δημοκρατικό κράτος, η Αθήνα, η οποία θεωρείται η γενέτειρα της δημοκρατίας, της άμεσης δημοκρατίας. Από την άλλη, η Σπάρτη ήταν ένα ισχυρό στρατιωτικό κράτος, το οποίο θεωρείται η ισχυρότερη πόλη - κράτος της ελληνικής αρχαιότητας.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι οι Αθηναίοι προσπάθησαν κατ’ουσίαν να προσελκύσουν τους Μηλίους στη συμμαχία τους, αποσπώντας τους από τη Σπαρτιατική Συμμαχία. Οι Μήλιοι, ωστόσο, αρνήθηκαν. Γιατί; Επειδή πίστευαν ότι είχαν έναν πολύ ισχυρό δεσμό με κάποιο θεό και στηρίζονταν σε υπέρμετρο βαθμό στη Σπάρτη. Και τελικά, οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τη Μήλο.

Υπάρχει μια πλήρης παρερμηνεία σχετικά με το τι υποστηρίζει εδώ ο Θουκυδίδης, αλλά η ουσία —και θεωρώ ότι η ηθική διάσταση ή το ηθικό σκεπτικό της συζήτησης έγκειται σε αυτό— είναι η έννοια της αυταπάτης. Όταν τίθεται ζήτημα διαχείριση της ισχύος, υπάρχει πάντα αυταπάτη, διότι όλοι πιστεύουν ότι, σε μια κατάσταση επιβολής ισχύος, όλοι βγαίνουν χαμένοι. Αυτή είναι η θέση του Θουκυδίδη, καθώς ο ίδιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη ισότητα μεταξύ των μερών. Επομένως, εξ ορισμού, αυτό που συμβαίνει είναι ότι υφίσταται μια σχετική ισχύς και, τελικά, όλοι βγαίνουν χαμένοι.

Για ποιο λόγο ουσιαστικά οι Αθηναίοι κατέλαβαν την Μήλο; Επειδή θεωρούσαν ότι η Μήλος έπρεπε να παράσχει κάποια πολεμικά πλοία στην Αθήνα. Όμως, μόλις λίγα χρόνια αργότερα, εξαιτίας των γεγονότων στη Μήλο, διεξήγαγαν μια επιχείρηση στη Σικελία της Ιταλίας, όπου υπέστησαν καταστροφική ήττα, χάνοντας ουσιαστικά το 25% του συνολικού πληθυσμού. Η Μήλος —το ελληνικό νησί— στην ουσία έχασε, καθώς αφανίστηκε. Οι Αθηναίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς τη Μήλο, αλλά και η Σπάρτη έχασε την επιρροή που ασκούσε εκεί. Πρόκειται, λοιπόν, για μια κατάσταση από την οποία όλοι βγήκαν χαμένοι.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι αν πρέπει να αντικαταστήσουμε μια τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε κανόνες με μια προσέγγιση πολιτικού ρεαλισμού. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι πώς συνδυάζουμε αυτά τα δύο. Και αυτό είναι το δύσκολο ερώτημα: αν είναι καν εφικτός ένας τέτοιος συνδυασμός. Πιστεύω, ωστόσο, ότι τα ζητήματα αυτά μπορούν να συνδυαστούν. Ο πολιτικός ρεαλισμός πρέπει να συνδυάζεται με μια διεθνή τάξη που βασίζεται σε αρχές, διότι αυτή είναι σαφώς η βέλτιστη προσέγγιση. Τώρα, το υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν αυτά τα δύο να είναι συμβατά είναι κάτι που θα μπορούσαμε να συζητάμε επί ώρες, αλλά θα ήθελα απλώς να θέσω δύο βασικές παραδοχές που είναι σχετικές.

Η πρώτη είναι ότι, όσον αφορά τον πολιτικό ρεαλισμό, πρέπει να δίνουμε έμφαση στην πολιτική ηγεσία και όχι στον ηγεμονισμό. Η διαφορά είναι καθοριστική. Όταν υπάρχει ηγεμονισμός - «ηγεμών», σύμφωνα με την αρχαιοελληνική ορολογία - ασκείται διαρκής καταναγκασμός στους άλλους. Έτσι, αντί να επιδιώκεις απλώς να επιβάλεις τη βούλησή σου, ο καταναγκασμός καθίσταται το κύριο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να αποφεύγει η πραγματική ηγεσία. Η πραγματική ηγεσία είναι, στην ουσία, ζήτημα πειθούς και όχι καταναγκασμού.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ηγεσίας είναι η διαβούλευση αντί της συναλλακτικής λογικής. Ποια είναι η διαφορά; Είναι προφανές. Η συναλλακτική λογική —όπως συζητήσαμε— αποτελεί πολύ κοινό χαρακτηριστικό της σημερινής αρχιτεκτονικής διεθνούς ασφάλειας. Ωστόσο, η εμπειρία μου —τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, κατά τα οποία είχαμε την ευκαιρία να συμμετάσχουμε σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις— δείχνει ότι αυτό που λείπει σήμερα από τη διεθνή πολιτική είναι, πάνω απ' όλα, το πνεύμα διαβούλευσης που απαιτείται για τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων.

Είναι ενδιαφέρον —συζητούσαμε με τη Στέλλα πριν ξεκινήσουμε— το θέμα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και γνωρίζω ότι είναι ένα από τα αγαπημένα σας θέματα. Ας δούμε, όμως, πώς θεμελιώθηκε η μεταπολεμική αρχιτεκτονική διεθνούς ασφάλειας. Θεμελιώθηκε πάνω στην ιδέα του βέτο. Το βέτο αποτελεί την κυρίαρχη μέθοδο λήψης αποφάσεων παγκοσμίως, για διάφορους λόγους. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα παράδοξο.

Υφίσταται ένα παράδοξο του βέτο. Ας δούμε τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών βασίζεται στο δικαίωμα βέτο των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι νικητές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου απαίτησαν, ουσιαστικά, να έχουν το πλήρες δικαίωμα να απορρίπτουν οποιοδήποτε ψήφισμα προερχόμενο από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Είναι προφανές γιατί, εδώ και πέντε χρόνια σφοδρού επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, δεν υπάρχει ούτε ένα ψήφισμα για την κατάσταση αυτή: εξαιτίας του βέτο. Το βέτο αποσκοπούσε στην προστασία των ισχυρότερων μελών των Ηνωμένων Εθνών, δηλαδή των πέντε ισχυρότερων χωρών. Ουσιαστικά, αποτελούσε το «πυρηνικό όπλο» των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Και στην Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζεται το δικαίωμα βέτο. Πού; Στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας. Για να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται ομοφωνία. Επομένως, κάθε ένα από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει δικαίωμα βέτο. Ωστόσο, υπάρχει μια εντελώς διαφορετική λογική πίσω από αυτή την ιδέα. Γιατί; Διότι εδώ το δικαίωμα βέτο αποτελεί, ουσιαστικά, το όπλο των ασθενέστερων. Τα ισχυρά κράτη — αν ίσχυε η απλή ή ακόμα και η ειδική πλειοψηφία (καθώς σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λήψης αποφάσεων, πλην της εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ισχύει η ειδική πλειοψηφία: 55% των κρατών που εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού κ.λπ.) — θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να σχηματίσουν συνασπισμό και να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση. Εντούτοις, οι συνθήκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προέβλεψαν το δικαίωμα βέτο για κάθε μέλος ξεχωριστά, προκειμένου να προστατεύσουν τα εθνικά συμφέροντα και την εθνική ταυτότητα κάθε κράτους-μέλους.

Παρατηρούμε, λοιπόν, το παράδοξο: στην περίπτωση των Ηνωμένων Εθνών έχουμε την προστασία των ισχυρότερων κρατών-μελών, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση την προστασία των μικρότερων κρατών. Πρόκειται, σαφώς, για ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας. Πιστεύω ότι υπάρχει λύση. Προσπαθούμε να πλοηγηθούμε – και δεν είναι εύκολη πλοήγηση. Πράγματι, όπως είπε και ο Alex, διαθέτουμε τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 20% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου. Επομένως, διαθέτουμε την τεχνογνωσία για την πλοήγηση. Θεωρώ ότι το σημαντικό είναι να παραμείνει ενωμένη η Δύση. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια αφηρημένη ή θεωρητική διαπίστωση· είναι, κατά τη γνώμη μου, επιτακτική ανάγκη για εμάς. Το ζήτημα είναι ότι κάθε είδους συμμαχία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής.

Ο Αριστοτέλης —τον οποίο όλοι γνωρίζουν— το έθεσε πολύ εύστοχα, λέγοντας ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Κάθε μέρος διαθέτει μια σχετική ισχύ, αλλά αν συνδυαστούν όλα μαζί, τότε το τελικό άθροισμα —αυτό που προκύπτει εντέλει ως αποτέλεσμα— είναι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή πρόσθεση. Επομένως, ναι, οφείλουμε να τηρούμε το Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στο Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην πολυμέρεια, όχι επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή, αλλά επειδή αποτελεί το βέλτιστο μοντέλο για την ουσιαστική αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. 

Ναι, οφείλουμε να το πράξουμε αυτό με πνεύμα ουσιαστικού διαλόγου και διαβούλευσης. Ναι, πρέπει να εργαστούμε πάνω στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ώστε να τις καταστήσουμε πιο εποικοδομητικές και πιο αποτελεσματικές. Ναι, πρέπει να μετατρέψουμε τους ηγεμόνες σε ηγέτες – πραγματικούς ηγέτες, ηγέτες με παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων –ακόμη και ηγετών σημαντικών κρατών-μελών– που θεωρούν ήδη ότι η πολυμέρεια έχει πεθάνει.

Για μένα, και πιστεύω για την πλειονότητα των μικρών και μεσαίων κρατών, αυτό αποτελεί κάτι ανησυχητικό. Πρόκειται για μια διαπίστωση εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, αλλά και τρομακτική, καθώς είναι σαφές ότι μια διεθνής κοινότητα στερούμενη κανόνων και αρχών δεν είναι παρά μια ζούγκλα. Επομένως, όταν μιλάμε για την πολυμέρεια, παρακαλώ να αποφεύγουμε τη νοσταλγική ρητορική. Η πολυμέρεια παραμένει ζωντανή και οφείλουμε να εργαστούμε για αυτήν. 

Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Τα κράτη που εμμένουν σε μοντέλα στρατιωτικής θητείας της εποχής του Ψυχρού Πολέμου θα διαθέτουν δυνάμεις τεχνολογικά υποδεέστερες. Αντιθέτως, τα κράτη που συνδυάζουν τη στρατιωτική θητεία με την επαγγελματική εξειδίκευση και τις συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία —συμπεριλαμβανομένης της υβριδικής αποτροπής και της προσέγγισης διπλής χρήσης— θα επιτύχουν αναπόφευκτα μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη αποτροπή. Το σημαντικό είναι ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν αντιμετωπίζουν πλέον αυτή την πραγματικότητα ως ζήτημα αφηρημένων επιλογών, αλλά ως αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε υποδομές με άμεσο επιχειρησιακό αντίκρισμα. Η επιστράτευση πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ως κυβερνητική στρατηγική που αγγίζει το σύνολο της κοινωνίας, και όχι απλώς ως ζήτημα στρατιωτικών προμηθειών. Το γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας για αυτόν τον μετασχηματισμό παραμένει ανοιχτό, αλλά στενεύει διαρκώς. Τα κράτη που θα θεσμοθετήσουν αυτές τις μεταρρυθμίσεις μέσα στην επόμενη τριετία ή πενταετία θα θέσουν τις βάσεις για μια αξιόπιστη και ολοκληρωμένη αποτροπή με ορίζοντα το 2035. Η στρατιωτική κινητοποίηση της Ευρώπης αποτελεί, εν τέλει, μια δοκιμασία για το αν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μπορούν να προχωρήσουν σε μια συστημική θεσμική ανανέωση, σε μια εποχή κλιμάκωσης των υφιστάμενων απειλών και σε μια ήπειρο όπου η γεωγραφία καθορίζει την ιστορία. Οι πόροι υπάρχουν, όπως και τα τεχνικά πλαίσια. Η στρατηγική και πολιτική αναγκαιότητα καθίσταται αδιαμφισβήτητη. Αυτό που απομένει είναι η σταθερή βούληση για τον μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών συστημάτων, των τεχνολογικών υποδομών, των στρατιωτικών δομών και της νοοτροπίας των πολιτών, με συνέπεια και πειθαρχία....


Ομιλία Αρχηγού ΓΕΕΘΑ
Στρατηγού 
Δημ. Χούπη 
στο “IISS Prague 
Defence Summit”





















Την περασμένη Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2026, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτριος Χούπης συμμετέσχε ως ομιλητής στην 3η Σύνοδο Άμυνας της Πράγας (IISS Prague Defence Summit), η οποία διοργανώνεται από το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών [International Institute for Strategic Studies (IISS)] από την Τετάρτη 16 έως την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026.

Στη σύνοδο παρέστησαν 250 κυβερνητικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, εκπρόσωποι της αμυντικής βιομηχανίας, αναλυτές και εκπρόσωποι Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης από την ευρωατλαντική κοινότητα και πέραν αυτής, με αντικείμενο τις σύγχρονες προκλήσεις και τις προοπτικές ανάπτυξης των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων.

Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ τοποθετήθηκε στην τρίτη θεματική ενότητα της Συνόδου με τίτλο “Rethinking Military Mobilisation in Europe”. Κατά την ομιλία του αναφέρθηκε στην ανάγκη επανεξέτασης του τρόπου με τον οποίο η Ευρώπη προσεγγίζει τη στρατιωτική κινητοποίηση και την επιστράτευση, υπό το πρίσμα των σύγχρονων απειλών και των τεχνολογικών εξελίξεων, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη πιο ευέλικτων και ανθεκτικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στην υιοθέτηση μιας ολιστικής προσέγγισης που συνδέει την άμυνα με την κοινωνία και τη συνεργασία πολιτικού και στρατιωτικού τομέα.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, από την Αγγλική, όπου και εκφωνήθηκε:


RETHINKING MILITARY 
MOBILISATION IN EUROPE 

Distinguished colleagues, esteemed attendees of this prestigious Forum.

We gather at an inflection point in European security. The comfortable assumptions that shaped our force structures for three decades are now tested. The return of high-intensity warfare, coupled with technological disruption, compels us to undertake a fundamental reassessment of how we mobilise and sustain our military capabilities. 

This concerns concrete institutional choices and infrastructure investments that will determine whether European nations can mount credible deterrence and sustain operations over months, years and not weeks, if called upon to do so. 

The empirical evidence from the past four years is definitively instructive. Legacy conscription models struggle to align manpower with modern operational demands and militaries dependent on civilian infrastructure face vulnerabilities in cyber and information domains that militaryonly responses cannot address. 

Today, I would like to talk about a series of interconnected dimensions of military mobilization: conscript force specialization and societal integration; educational and technological infrastructure; civil-military integration; and technological modernization. 

The first aspect relates to the functional separation between professional and conscript forces. 

Worldwide professional standing armies, however capable, are mainly employed for a 24/7 territorial defence and secondly for national population protection. These functions in some EU nations are combined with conscript forces. 

Professional forces worldwide optimize for expeditionary operations; conscript forces for territorial security. This is not a resource constraint but a strategic principle. This distinction is critical because mobilization is not a military, but rather a societal process. Mobilization requires that civilian populations internalise collective defence responsibility, understand themselves as part of the defence architecture, and integrate military service into their cultural and institutional fabric. This is an idea deeply rooted in the ancient call: “One omen is best: to defend one’s country.” As sung by Homer in his epic poem, the Iliad, it captures the enduring principle that the defence of one’s homeland is a shared responsibility.

Across Europe, nine EU member states maintain conscription, and this number is increasing, marking a reversal of a twenty-year trend. This reflects a collective recognition: professional forces alone cannot generate the scale of defence capacity Europe as a continent requires.

NATO's professional force model with regards readiness, procedures and mobilizable military personnel cannot meet this requirement. The deeper requirement is societal: creating populations that understand territorial defence as civic responsibility in their civilian identities. 

Greece, through its “AGENDA 2030” Strategic Plan, has been restructuring its conscription through an “Active volunteer reserve” model, around three principles, which are directly connected to the ancient Greek “Hoplite-Citizen” concept, which emphasized that those who belonged to the Polis were also responsible for defending it. Its purpose was to transform defence from the task of a professional military elite into a shared civic duty. 

First: geographic assignment based on origin and permanent residence creates improved retention and enhanced community defence given that conscripts defend their geographical communities and not some abstract territory.. 

Second: technological parity with professional forces means that conscripts must achieve equivalent technological competence through ongoing exposure to evolving systems. Gen Z soldiers are skeptical about conscription that is not linked to technological advances. They must be encouraged to view military service as an enhancement of their technical skills and not an interruption of their professional progress. This aspect is more virtual and technology related. Therefore, the generational factor is always relevant. 

Third: acceleration of operational deployment, with seventy percent achieving operational commitment within fourteen weeks. This reflects a strategic judgment: the window between training completion and operational engagement should be minimized, thanks to the acquisition of new tools and skills and a focus on advanced technological lethal and not lethal weapons, and effectors use (like drones, cyber, AI, e.g.) 

Mobilization for GREECE is also linked to technological advancements. Digital cloud platforms for conscript notification, distributed command authority, and personalized internet-based training are not supplementary but foundational elements to the modern mobilization command,control, coordination, cyber and rapid communication at scale. A nation cannot mobilize timely and effectively if it lacks robust state-managed, cyber-protected technological infrastructure, able to properly function during rapidly crisis. Modern mobilization capacity also creates the requirement for the education system to systematically prepare citizens for mobilization, supporting the understanding of collective defence responsibility and normalising the idea that defence is integrated into civilian professional identity. 

Greece is ambitiously moving towards a more systematic mobilization model that integrates the specialized national expertise of former conscripts to be professionals, structured civilian engagement, a pilot program for conscription of women in order to be professionals in specific skill areas, and outsourcing dual use mechanisms.

And this is so because modern defence operations demand – among others – cybersecurity professionals, logistics technicians, data analysts, communications engineers. By establishing contractual frameworks with civilian professionals during peacetime, nations create reserves of expertise that can be rapidly mobilised during crisis. Greece is moving in this strategic integration, which transforms mobilization from a purely military function into a civilian-military integration and interaction mechanism where skilled civilian professionals become a force multiplier for defence capability, giving militaries access to expertise they could never afford to sustain independently. 

An equally significant dimension is the integration of civilian and military systems in what European strategists increasingly term the "total defence" or “whole-of-society” models. 

Modern military mobilization cannot succeed if defence is treated exclusively as a military function. A mobilized force depends on civilian infrastructure and supply chains, whereas civilian systems face asymmetric threats from cyber warfare and precision strikes. This interdependence is structural and non-negotiable. Consequently, civil-military cooperation creates measurable operational synergy tested through regular exercises. Civilian resilience and military readiness are mutually reinforcing when properly institutionalised.

Greece is operationalizing this integration framework through the dual-use infrastructure approach. Rather than maintaining separate civilian and military infrastructure 7 systems, other government authorities, we are deliberately designating military facilities, transport nodes, government cloud software tools and industrial capacity as dual-use assets, functioning as both civilian infrastructure in peacetime and military mobilization infrastructure in crisis. 

The last consequential dimension is technological modernization coupled with adapted operational doctrine, which affiliate all lessons learned from current conflicts and technological achievements. This is where future mobilization decisions mostly diverge from historical models. Nations clinging to Cold War conscription models will operate with technologically inferior forces. Nations integrating conscription with professional specialization, combined with sustained technological investment, including hybrid deterrence and dual-use approach, will inevitably achieve valuable holistic deterrence. 

What is significant is that European nations are no longer treating this reality as abstract choices, but operationally concrete institutional reforms and infrastructure investments. Mobilization must be reconceived as a government strategy at the societal level, not as a military procurement problem. The geopolitical window for this transformation is open but narrowing. Nations institutionalizing these reforms over the next three to five years will position themselves for credible holistic deterrence through 2035. 

Europe's military mobilization is ultimately a test of whether European societies can undertake systemic institutional renewal in an era of accelerating the existing threats in a continent in which Geography produces history. The resources exist and so do the technical frameworks. The strategic and political necessity is becoming undeniable. What remains is the sustained will to transform education systems, technology infrastructure, military structures, and citizen mindset mentality with coherence and discipline. 

History has taught us a simple, yet an enduring lesson: winners, who ultimately prevail, have always been those who had the foresight to anticipate developments, the preparedness to act, and the absolute resolve to shape the events rather than be shaped by them.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Έχουμε ένα βιβλίο μικρό-πολύ μικρό-σε μέγεθος,αλλά μεστό νοημάτων.΄Ενα βιβλίο δύσκολο,που απαιτεί την πλήρη προσοχή του αναγνώστη του, προκειμένου αυτός να καταλάβει "περί τίνος πρόκειται". Και μόλις ολοκληρωθεί το διάβασμά του, ένα είναι σίγουρο:ο αναγνώστης θα αποκτήσει γνώσεις που δεν τις βρίσκει κανείς καθόλου εύκολα.






Εκδόσεις "Κασταλία"
Σταδίου 33-Αθήνα-ΤΚ 105 59
Τηλ: 210/3215280-3247945
Φαξ: 210/3215281-3315176
Μαίηλ: info@kastaliaeditions.gr

Προσπαθώ, καθώς μπαίνουμε στον τελευταίο χρόνο της θητείας μας, να περιγράψω το όραμά μου για την Ελλάδα του 2030. Το 2030 είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για όσους αγαπάτε την ιστορία, διότι θα γιορτάσουμε τη συμπλήρωση 200 ετών από τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε την Επανάσταση του 1821, αλλά αυτή ήταν μόνο η αρχή του ταξιδιού. Το τέλος εκείνου του ταξιδιού ήταν τον Φεβρουάριο του 1830, όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος. Επομένως, πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα εκείνη τη σημαντική ημερομηνία; Θέλω να μιλήσω για το μέλλον, αλλά συνάμα υπενθυμίζω στους πολίτες ότι η πρόοδος που έχουμε σημειώσει είναι πάντα εύθραυστη. Αν αναλάβει την εξουσία μια άλλη κυβέρνηση και αποφασίσει να ξαναβάλει τη χώρα στον δρόμο των δαπανών που υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας, δεν θα αργήσουν πολύ οι αγορές ομολόγων να στραφούν εναντίον μας. Πιστεύω ότι είναι υποχρέωσή μου να υπενθυμίσω ότι έχουμε διανύσει μια πολύ δύσκολη πορεία, έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο και πρέπει να προστατεύσουμε με κάθε τρόπο όσα έχουμε πετύχει. Αλλά, εν τέλει, κάθε εκλογική αναμέτρηση αφορά και πρέπει να αφορά το μέλλον. Πιστεύω ότι έχουμε παρουσιάσει ένα πολύ λεπτομερές και ολοκληρωμένο σχέδιο για το πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα τέσσερα χρόνια από τώρα. Επαναλαμβάνω: γνωρίζω ότι κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι δύσκολη, ειδικά αν βρίσκεσαι στην εξουσία εδώ και καιρό. Πρέπει να πείσεις τον κόσμο ότι διαθέτεις την ενέργεια, τη βούληση, τις ιδέες, την εμπειρία -η εμπειρία έχει σημασία στις μέρες μας- για να συνεχίσεις να οδηγείς τη χώρα προς τα εμπρός. Ευελπιστώ να το καταφέρω αυτό από τώρα μέχρι τις επόμενες εκλογές....

 




Συζήτηση του Πρωθυπουργού 
 με την Connie Loizos στο πλαίσιο εκδήλωσης της Endeavor Greece με τίτλο «The Future of AI Elsewhere»

22 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετέσχε σε συζήτηση με τη Γενική Διευθύντρια και Αρχισυντάκτρια της διαδικτυακής εφημερίδας TechCrunch Connie Loizos, στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε η Endeavor Greece με τίτλο «The Future of AI Elsewhere», στο Σαν Φρανσίσκο.

Ακολουθεί η συζήτηση του Πρωθυπουργού με την Connie Loizos (ανεπίσημη μετάφραση από τα αγγλικά):

Connie Loizos: Είναι μεγάλη χαρά που σας ξαναβλέπω. Μου είχε πει κάποιος, και δεν ξέρω αν αυτό ισχύει, ότι είστε ο πρώτος εν ενεργεία Πρωθυπουργός που επισκέπτεται την περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, σε επίσκεψη εργασίας, από τότε που ο πατέρας σας είχε έρθει τη δεκαετία του ’90, όταν ήσασταν φοιτητής στο Στάνφορντ. Σωστά;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Ο πατέρας μου δεν κατάφερε να έρθει στην Καλιφόρνια. Σκόπευε να παρευρεθεί στην τελετή αποφοίτησής μου το 1993 -ήταν Πρωθυπουργός τότε-, αλλά δεν μπόρεσε να έρθει επειδή η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν τεταμένη. Έτσι, ήρθε μόνο η μητέρα μου. Απ’ ό,τι γνωρίζω, πρέπει να είμαι ο πρώτος εν ενεργεία Πρωθυπουργός που επισκέπτεται την Καλιφόρνια. Για εμένα, όμως, είναι σαν να επιστρέφω στο σπίτι μου, γιατί έχω τις καλύτερες αναμνήσεις από την περίοδο στο Στάνφορντ.

Lenny, γνωριστήκαμε πριν από 33 χρόνια. Δεν θα έπρεπε να το λέμε αυτό, έτσι; Ήμασταν τόσο νέοι. Εξ όσων θυμάμαι, τότε ήμουν μάλλον ο μόνος κοινωνικός επιστήμονας μεταξύ μίας ομάδας μηχανικών. Δεν ξέρω αν αυτό έχει αλλάξει δραματικά από τότε. Ξέρω ότι το Στάνφορντ καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια ώστε να μην θεωρείται απλώς σχολή μηχανικών.

Για εμένα, αυτό είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό ταξίδι για πολλούς λόγους. Μια ευκαιρία να έρθω σε επαφή με αυτή την εκπληκτική κοινότητα Ελλήνων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της τεχνολογίας. Είναι επίσης ένα ταξίδι διερεύνησης και μάθησης για μένα. Είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ μερικές από τις κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας σήμερα το πρωί, για να αποκτήσω πραγματικά μια εμπειρία από πρώτο χέρι για το τι συμβαίνει στην πρώτη γραμμή της τεχνολογικής αλλαγής. Γιατί, όπως μπορείτε να φανταστείτε, η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται να είναι το θέμα της εποχής.

Αύριο θα μεταβώ στη Νέα Υόρκη, στον ΟΗΕ. Είμαι βέβαιος ότι οι ηγέτες του κόσμου, κατά τις ομιλίες τους ενώπιον αυτής της παγκόσμιας συνέλευσης, θα αναφερθούν στην τεχνητή νοημοσύνη, στις τεράστιες ευκαιρίες αλλά και στις προκλήσεις που αυτή θέτει. Σας ευχαριστώ λοιπόν όλους όσοι ήρθατε. Είναι μια καταπληκτική συγκέντρωση. Ευχαριστώ επίσης την Endeavor, την Κωστάντζα, τον Παναγιώτη. Έκαναν καταπληκτική δουλειά στο να χτίσουν γέφυρες μεταξύ της τεχνολογικής κοινότητας -όχι μόνο στην Καλιφόρνια αλλά ευρύτερα στο εξωτερικό- και της Ελλάδας. Και αυτός είναι, όπως γνωρίζετε, ένας από τους σκοπούς αυτού του ταξιδιού.

Connie Loizos: Βεβαίως. Δεν έχω λόγια να περιγράψω πόσο υπέροχη είναι η ομάδα της Endeavor. Απλώς αναρωτιέμαι, θα βρείτε χρόνο να επισκεφτείτε τα παλιά σας «λημέρια» στο Στάνφορντ;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Θα επιστρέψω αύριο στο Στάνφορντ, για μια εκδήλωση στο Ινστιτούτο Hoover, είμαι ιδιαίτερα ενθουσιασμένος γι’ αυτό.

Connie Loizos: Αυτό είναι υπέροχο. Πολλοί ηγέτες έχουν αποφοιτήσει από εκεί, ή έχουν φοιτήσει χωρίς απαραίτητα να πάρουν πτυχίο. Δεν νομίζω, όμως, ότι έχουν τόσους πολλούς αποφοίτους που έγιναν Πρωθυπουργοί. Είμαι, λοιπόν, βέβαιη ότι είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι που σας έχουν στις τάξεις των αποφοίτων. Μπορείτε να μας πείτε τι σας φέρνει στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Λοιπόν, όπως είπα, πιστεύω ότι αυτή είναι μια ευκαιρία να προσπαθήσουμε πραγματικά να έρθουμε σε επαφή με την πολύ σημαντική ελληνική κοινότητα που ζει στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο και δραστηριοποιείται στον τομέα της τεχνολογίας. Πιστεύω επίσης ότι είναι μια ευκαιρία να αναδείξουμε το πώς έχει αλλάξει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Ναι, εστιάζουμε πολύ στον οικονομικό μετασχηματισμό, με χαροποιεί πολύ για το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν θεωρείται πλέον το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης. Έχουμε πλέον μια οικονομία που αναπτύσσεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, μειώνουμε το χρέος μας με πάρα πολύ γρήγορο ρυθμό. Δεν ξέρω αν πρέπει να το πω αυτό, αλλά δανειζόμαστε με σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ίσως αυτό να αποτελεί απόδειξη της επιτυχίας της ελληνικής οικονομίας.

Όμως, κάτι άλλο έχει επίσης συμβεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, το οποίο θεωρώ αξιοσημείωτο: είναι η εμφάνιση ενός ακμάζοντος οικοσυστήματος εταιρειών τεχνολογίας.

Ξέρετε, ακόμη και πριν από 10, 15 χρόνια, μία γενιά πριν, πολλοί νέοι απλώς φιλοδοξούσαν να βρουν δουλειά στον δημόσιο τομέα, χτυπώντας τις πόρτες των βουλευτών για μια έμμισθη θέση. Τώρα βλέπω αυτή τη νέα γενιά επιχειρηματιών που είναι πραγματικά πρόθυμοι να δημιουργήσουν τις δικές τους εταιρείες και κάνουν καταπληκτικά πράγματα. Μετά τη συζήτησή μας θα ακούσετε μερικούς από τους πιο επιτυχημένους Έλληνες επιχειρηματίες κι είναι πραγματικά απίστευτο αυτό που έχει συμβεί στο τεχνολογικό οικοσύστημα.

Συνεπώς, αυτή είναι μια ευκαιρία για εμένα να δούμε τι είδους γέφυρες μπορούμε να χτίσουμε, να εξηγήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες τι συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και να μιλήσουμε για τη στρατηγική μας όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη και ποιες είναι οι ευκαιρίες για όσους ενδιαφέρονται να στραφούν προς την Ελλάδα, είτε για να αποκτήσουν παρουσία εκεί είτε για να ιδρύσουν ένα ερευνητικό κέντρο, για να δουν την Ελλάδα ως μια χώρα που θα μπορούσε να βρεθεί πραγματικά στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε την τεχνητή νοημοσύνη για τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, κάτι που με ενδιαφέρει πολύ. Αλλά επίσης, όπως είπα και πάλι, αποτελεί μια ευκαιρία για εμένα και το επιτελείο μου να μάθουμε από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται εδώ και να μεταφέρουμε όλα αυτά τα διδάγματα στην Ελλάδα.

Connie Loizos: Είμαι σίγουρη ότι πολλοί από τους παρευρισκόμενους εδώ αγαπούν προφανώς τη χώρα και ενδιαφέρονται για το μέλλον της. Νομίζω ότι, για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, η Ελλάδα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε ένα σημείο καμπής. Για παράδειγμα, τελειώνει η εισροή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό για τον επιχειρηματικό κόσμο στην Ελλάδα.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Καταρχάς, θα ήθελα να επισημάνω για όσους από εσάς δεν γνωρίζετε τόσο καλά την Ελλάδα ότι ναι, πράγματι, η Ελλάδα επωφελήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια από μια σημαντική εισροή κονδυλίων της ΕΕ. Πρόκειται για ένα μηχανισμό που δημιουργήθηκε μετά την πανδημία του COVID, προκειμένου να διασφαλιστεί η στήριξη των οικονομιών μας ώστε να ανακάμψουν από ένα τεράστιο πλήγμα. Η Ελλάδα επωφελήθηκε κατά 36 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα σημαντικό χρηματικό ποσό που επενδύθηκε στη χώρα. Αλλά επενδύθηκε επίσης σε κρίσιμους τομείς, όπως η πράσινη μετάβαση και η τεχνολογία.

Χρησιμοποιήσαμε λοιπόν μεγάλο μέρος αυτών των κονδυλίων για να στηρίξουμε τον ψηφιακό μας μετασχηματισμό. Να σας δώσω δύο παραδείγματα: είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι στο ακροατήριο γνωρίζουν την πύλη gov.gr. Πρόκειται για κάτι που, απλούστατα, δεν υπήρχε πριν από επτά χρόνια. Αν θέλατε να έρθετε σε επαφή με την ελληνική γραφειοκρατία, έπρεπε να περάσετε πολύ χρόνο περιμένοντας σε ουρές για να πάρετε ένα απλό πιστοποιητικό. Όλα αυτά αποτελούν πλέον παρελθόν, και μεγάλο μέρος αυτού του συνεχούς ψηφιακού μετασχηματισμού έχει χρηματοδοτηθεί μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ.

Δεύτερο παράδειγμα, πρόκειται για μέρος της υποδομής μας για τεχνητή νοημοσύνη: διαθέτουμε πλέον έναν νέο υπερυπολογιστή, έναν πολύ ισχυρό υπολογιστή που θα τεθεί σε λειτουργία στο Λαύριο σε λίγους μήνες, ο οποίος θα παρέχει σημαντική υπολογιστική ισχύ όχι μόνο για το ελληνικό κράτος, αλλά και για τις ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις. Και αυτός χρηματοδοτήθηκε από ευρωπαϊκούς πόρους.

Επομένως, για εμάς το ζητούμενο ήταν η αξιοποίηση αυτών των πόρων, όχι μόνο για τη στήριξη της ελληνικής κοινωνίας σε μια δύσκολη περίοδο μετά την πανδημία του COVID-19, αλλά και για την προώθηση ενός βαθύτατου μετασχηματισμού της οικονομίας.

Ναι, η φιλοδοξία μου είναι να καταστήσω την Ελλάδα τον νούμερο ένα τουριστικό προορισμό στον κόσμο, και έχουμε τη δυνατότητα να το πετύχουμε. Θέλω όμως η Ελλάδα να είναι γνωστή και ως μια καινοτόμος, εξωστρεφής χώρα, ικανή να προσελκύει ξένες άμεσες επενδύσεις, αλλά και να εξάγει τεχνογνωσία στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο. Πιστεύω ότι βλέπουμε πολύ καλά σημάδια ότι βρισκόμαστε σε θετική πορεία.

Κρίνοντας από τον αριθμό των επενδύσεων επιχειρηματικού κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα πέρυσι, τον αριθμό των κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, τον αριθμό των ξένων κεφαλαίων που επιδιώκουν να επενδύσουν στην Ελλάδα, είναι σαφές ότι κάτι αλλάζει στη χώρα. Και αυτή είναι μια ευκαιρία να διασφαλίσουμε πραγματικά ότι όλοι θα επωφεληθούμε από αυτόν τον μετασχηματισμό.

Connie Loizos: Απολύτως. Αυτό το καλοκαίρι παρευρέθηκα στο Panathēnea Festival και πραγματικά εντυπωσιάστηκα από όσα είχε καταφέρει η ομάδα και σε αυτόν τον τομέα.

Θα ήθελα, όμως, να σας ρωτήσω λίγο για τα πρώτα βήματα προς τη δημιουργία ενός κρατικού επενδυτικού ταμείου. Διαθέτετε ήδη αυτό το ταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε, κατά κάποιον τρόπο, την περίοδο της κρίσης και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Διαθέτει συμμετοχές σε ακίνητα, στην ενέργεια και σε υποδομές ύδρευσης, αλλά επιθυμείτε να το μετατρέψετε σε ένα ταμείο με περισσότερο αναπτυξιακό χαρακτήρα.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Ναι, αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια των δύσκολων ετών, όταν η Ελλάδα χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα, πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου μεταφέρθηκαν σε αυτό το ταμείο. Η λογική ήταν ότι θα μπορούσε, κατά κάποιον τρόπο, να λειτουργήσει ως εχέγγυο, διασφαλίζοντας ότι θα αποπληρώναμε τις δανειακές μας υποχρεώσεις στο μέλλον. Αυτό δεν αποτελεί πλέον πηγή ανησυχίας, διότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα αποπληρώνει το χρέος της με ταχύτερο ρυθμό από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην ιστορία του ΟΟΣΑ.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι έχουμε πείσει τις κεφαλαιαγορές πως είμαστε σε θέση να αποπληρώνουμε τα χρέη μας. Καταγράφουμε, άλλωστε, πρωτογενή πλεονάσματα. Τώρα, επομένως, πρέπει να σκεφτούμε εποικοδομητικά τι θα κάνουμε με αυτά τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία και πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο το οποίο θα έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί στρατηγικές επενδύσεις σε τομείς στους οποίους η αγορά ενδεχομένως να μην ήταν πρόθυμη να επενδύσει, επειδή οι αποδόσεις θα έρχονταν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην αρχή αυτής της διαδικασίας που αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί ότι αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θα αξιοποιηθούν σωστά. Διαθέτουμε μια εξαιρετική ομάδα. Όπως έχω πει, δεν είναι στόχος μας να εκτοπίσουμε τον ιδιωτικό τομέα.

Δεν είναι πρόθεσή μου να δημιουργήσω ένα ακόμη είδος εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων που θα χρηματοδοτείται από το κράτος. Διαθέτουμε αρκετούς ικανούς επενδυτές στην Ελλάδα και αρκετές νεοφυείς επιχειρήσεις ώστε να προσελκύσουμε το κεφάλαιο που χρειάζονται για να αναπτυχθούν.

Πρόκειται για άλλου είδους επενδύσεις που μπορούμε να πραγματοποιήσουμε, οι οποίες ενδεχομένως να μην προσελκύουν την προσοχή των ιδιωτικών κεφαλαιαγορών, αλλά οι οποίες θα ωφελούσαν σαφώς τη χώρα αν ακολουθούσαμε μια τέτοια στρατηγική.

Connie Loizos: Ενδιαφέρον. Αν, λοιπόν, είχατε τη δυνατότητα να επιλέξετε ελεύθερα, θα μπορούσε αυτό το ταμείο -ή κάποιο άλλο ταμείο στην Ελλάδα- να επενδύει σε Έλληνες που δραστηριοποιούνται στην Καλιφόρνια; Αναφερθήκαμε και πέρυσι, αν θυμάμαι καλά, στη διασπορά και σε όλο αυτό το ανθρώπινο δυναμικό που έφυγε από τη χώρα και τώρα επιστρέφει. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν η δυνατότητα να επιταχυνθεί αυτή η επιστροφή αποτελεί κάτι που εξετάζετε ή αν είναι εφικτό.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Θαρρώ ότι υπάρχει επαρκές επιχειρηματικό κεφάλαιο στην Καλιφόρνια για τη στήριξη αξιόλογων ιδεών. Αυτό που συμβαίνει στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν έχει επαναληφθεί πουθενά στον κόσμο, αλλά έχει να κάνει με τη δημιουργία οικοσυστημάτων και, για εμένα, έχει να κάνει με τη δημιουργία γεφυρών.

Έχει να κάνει με το να εξηγούμε -και δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι Έλληνες οι συνομιλητές μας- τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Πρέπει να τους ενημερώσουμε ότι διαθέτουμε ένα εξαιρετικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο παράγει μεγάλο αριθμό αποφοίτων στα πεδία STEM, που θα μπορούσαν να προσληφθούν με αποδοχές οι οποίες θα εξακολουθούσαν να είναι χαμηλότερες από τις αντίστοιχες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρέπει να λέμε στους ιδρυτές επιχειρήσεων -όχι απαραιτήτως μόνο σε Έλληνες ιδρυτές- να έρθουν στην Ελλάδα και να συγκροτήσουν τις ομάδες τους εκεί. Πρέπει να επισημαίνουμε στην τεχνολογική κοινότητα ότι η Ελλάδα διαθέτει στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη και ότι σκοπεύουμε να αναπτύξουμε εξειδίκευση σε επιμέρους τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τη χώρα μας: στην υγεία, για παράδειγμα, την εκπαίδευση, την πολιτική προστασία και την άμυνα.

Αν εξετάσω απλώς όσα συμβαίνουν στον τομέα της άμυνας στην Ελλάδα, διαπιστώνω ότι τα τελευταία 30 χρόνια έχουμε δαπανήσει μεγάλα ποσά για την άμυνα, χωρίς, ωστόσο, να έχουμε πολλά να επιδείξουμε ως προς την ανάπτυξη μιας εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Δείτε όμως τι συμβαίνει σήμερα. Γνωρίζω πολλές νέες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας. Διαθέτουμε πλέον ένα πλαίσιο το οποίο μας επιτρέπει να αξιολογούμε ουσιαστικά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Από τα δισεκατομμύρια που δαπανούμε για την άμυνα, μπορούμε εύκολα να διαθέσουμε ένα μικρό μέρος προκειμένου να δοκιμάσουμε νέες τεχνολογικές ιδέες. Εφόσον αυτές αποδειχθούν επιτυχείς, οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις θα μπορούν στη συνέχεια να διαθέσουν τα προϊόντα τους στο εξωτερικό, καθώς θα φέρουν τη «σφραγίδα» του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να διασφαλίσουμε ότι προβάλλουμε την Ελλάδα ως έναν ελκυστικό επιχειρηματικό προορισμό. Παρέχουμε πολλά κίνητρα, ιδίως στους Έλληνες που επιθυμούν να επιστρέψουν στη χώρα, όπως η χαμηλότερη φορολόγηση για επτά χρόνια. Παράλληλα, πολλές ξένες εταιρείες δημιουργούν εγκαταστάσεις στην Ελλάδα και αναζητούν ενεργά εργαζομένους από το εξωτερικό.

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης -και γνωρίζω ότι αυτό θα αγγίξει πολλούς απ’ όσους βρίσκονται στο ακροατήριο- ήταν το γεγονός ότι νέοι Έλληνες εγκατέλειψαν τη χώρα απλώς και μόνο επειδή δεν υπήρχαν ευκαιρίες. Επρόκειτο, επομένως, για μια μετανάστευση που δεν αποτελούσε κατ’ ανάγκην επιλογή, αλλά επιβλήθηκε από την ανάγκη.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε καταφέρει να αντιστρέψουμε αυτή τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου και πλέον βλέπουμε ανθρώπους να επιστρέφουν στην Ελλάδα. Σήμερα, για παράδειγμα, επισκέφθηκα την Tesla, η οποία διαθέτει στην Ελλάδα μια εξαιρετική ομάδα που διεξάγει ιδιαίτερα προηγμένη έρευνα πάνω στις μαγνητικές ιδιότητες υλικών. Μάλιστα, η εταιρεία έχει καταφέρει να προσελκύσει Έλληνες που βρίσκονταν στο εξωτερικό ώστε να εργαστούν στην Ελλάδα.

Φανταστείτε, λοιπόν, ότι είστε κάποιος που εξετάζει το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Ελλάδα. Εάν μπορείτε να εργάζεστε από την Ελλάδα για μια εταιρεία που βρίσκεται στην αιχμή της τεχνολογίας, τότε, κατά τη γνώμη μου, έχετε τον καλύτερο συνδυασμό. Μπορείτε να ζείτε στην Ελλάδα, να είστε κοντά στην οικογένειά σας και να απολαμβάνετε την εξαιρετική ποιότητα ζωής, ενώ ταυτόχρονα εργάζεστε για μια εταιρεία που αποτελεί παγκόσμιο ηγέτη στον τομέα της τεχνολογίας.

Από τη δική μου οπτική, λοιπόν, τα ταξίδια αυτά εξυπηρετούν έναν ακόμη σκοπό: να εξηγήσουμε στους συνομιλητές μας ότι δεν υπάρχει λόγος να μην δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στην Ελλάδα. Ορισμένες φορές μπορούμε να τους εκπλήξουμε ευχάριστα.

Μία από τις παρεμβάσεις που πραγματοποιήσαμε -μολονότι δεν αφορά άμεσα το ακροατήριό μας- ήταν η αλλαγή του νομικού πλαισίου προκειμένου να προσελκύσουμε στην Ελλάδα hedge funds. Ξαφνικά, ορισμένα από αυτά τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια άρχισαν να εγκαταλείπουν το Ηνωμένο Βασίλειο και να μετεγκαθίστανται στην Ελλάδα, απλώς και μόνο επειδή, από οικονομική άποψη, είναι πιο συμφέρον για αυτά να βρίσκονται στην Ελλάδα.

Αλλά αν ένα hedge fund, όπως μια εταιρεία τεχνολογίας, έρθει στην Ελλάδα, θα προσλάβει κορυφαία στελέχη. Θα αρχίσει να δημιουργεί το δικό του οικοσύστημα. Και αυτό, τελικά, έχει να κάνει με τις καλές θέσεις εργασίας. Έχει να κάνει με την αύξηση της παραγωγικότητας, την ενίσχυση των επενδύσεων. Έχει να κάνει με το να προσφέρουμε στους νέους Έλληνες ευκαιρίες ώστε, αν το επιθυμούν, να επιλέξουν να μείνουν, γιατί γνωρίζω ότι αυτή είναι μια παγκόσμια αγορά. Θέλω οι άνθρωποι να φεύγουν από την Ελλάδα από επιλογή, όχι από ανάγκη.

Βέβαια, εγώ επέλεξα να ξενιτευτώ για να σπουδάσω πριν από 40 χρόνια και διάλεξα να επιστρέψω. Δεν θέλω, όμως, να ξαναδώ τη χώρα μου σε μια κατάσταση όπου οι νέοι Έλληνες θα μεταναστεύουν απλώς και μόνο επειδή δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας.

Connie Loizos: Υπάρχουν τόσα πολλά σημάδια που δείχνουν ότι επιτυγχάνετε αυτό που θέλετε να πετύχετε, μεταξύ των οποίων, νομίζω, αυτός ο παγκόσμιος δείκτης που δημιούργησε η αμερικανική εταιρεία MSCI, η οποία βελτιώνει τη βαθμίδα της Ελλάδας από αναδυόμενη σε…

Κυριάκος Μητσοτάκης: Ανεπτυγμένη.

Connie Loizos: Αναπτυγμένη. Τι πρέπει, λοιπόν, να εισπράξει το κοινό από αυτό; Τι σημαίνει αυτό;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πιστεύω ότι είναι μια ακόμη ένδειξη ότι η οικονομία πηγαίνει καλά και ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ειδική περίπτωση. Εάν εξετάσετε την παγκόσμια αγορά αυτή τη στιγμή, επικρατεί τεράστια αναταραχή στην παγκόσμια αγορά ομολόγων. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή οι επενδυτές συνειδητοποιούν ότι οι κυβερνήσεις σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα, ανησυχούν και απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για να δανείσουν αυτές τις χώρες.

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή αποτελεί την εξαίρεση. Γνωρίζαμε λοιπόν ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε νόημα αν δεν καταφέρναμε να θέσουμε τα θεμελιώδη δημοσιονομικά ζητήματα σε τάξη. Για μια χώρα που εξακολουθεί να έχει σημαντικό χρέος, η πρώτη μου υποχρέωση, όταν βλέπω αυτή τη νέα γενιά, αυτούς τους νέους Έλληνες, είναι να διασφαλίσω ότι δεν θα τους κληροδοτήσουμε το ίδιο χρέος που μας κληροδότησε η προηγούμενη γενιά.

Είχαμε πρόσφατα δύο αναβαθμίσεις, από κορυφαίους οίκους αξιολόγησης, κάτι πρωτάκουστο σε αυτή τη συγκυρία, καθώς φαίνεται ότι το αξιόχρεο όλων υποβαθμίζεται. Επομένως, όλα αυτά αποτελούν θετικά μηνύματα που δημιουργούν μια θετική δυναμική, ειδικά σε μια εποχή που ο κόσμος ανησυχεί, όπως γνωρίζετε, κυρίως για την κατάσταση της Ευρώπης συνολικά.

Η Ελλάδα πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Αυτό, πιστεύω, σχετίζεται και με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Βλέπετε στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα άκρα να γίνονται ολοένα και ισχυρότερα. Κοιτάξτε τι συμβαίνει στη Γερμανία, για παράδειγμα: ένα κόμμα με νεοναζιστικές ρίζες κερδίζει εκλογικές αναμετρήσεις. Υπάρχει η άκρα δεξιά, η άκρα αριστερά και ό,τι έχει απομείνει από το πολιτικό κέντρο.

Στην Ελλάδα, αψηφούμε αυτή την τάση. Έχω την τιμή να ηγούμαι ενός μετριοπαθούς κεντροδεξιού φιλελεύθερου κόμματος, και εξακολουθούμε να προηγούμαστε κατά πολύ στις δημοσκοπήσεις. Έχουμε καλές πιθανότητες να κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές.

Παρεμπιπτόντως, όσοι από εσάς ζείτε εδώ, γνωρίζετε ότι μπορείτε πλέον να ψηφίσετε με επιστολική ψήφο. Δεν χρειάζεται να πάτε στο Προξενείο. Όσοι από εσάς θέλετε να ψηφίσετε -σας ενθαρρύνω να το κάνετε- και δεν θέλετε να μεταβείτε στην Ελλάδα, απλώς εγγραφείτε. Η πλατφόρμα είναι ήδη ανοιχτή. Πρόκειται για ακόμη μία ένδειξη του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συνεργασία με τη διασπορά. Πρόκειται για μια τεράστια δύναμη για την Ελλάδα, την οποία ουδέποτε καταφέραμε, όμως, να αξιοποιήσουμε προς όφελος της χώρας.

Με χαροποιούν ιδιαίτερα αυτές τις εκδηλώσεις, γιατί για πρώτη φορά έχω την αίσθηση ότι όταν η διασπορά στρέφει το βλέμμα της στην Ελλάδα… Ξέρετε, μπορεί κάποιος να ήθελε να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, ερχόταν, απολάμβανε ένα υπέροχο δείπνο κάτω από την Ακρόπολη, έλεγε ότι πρόκειται για την πιο όμορφη χώρα στον κόσμο, μετά όμως άρχιζε επιχειρηματική δραστηριότητα κι έλεγε «ίσως αυτό να μην είναι το μέρος όπου πραγματικά θέλουμε να δραστηριοποιηθούμε». Λοιπόν, αυτό πραγματικά αλλάζει. Ο βαθμός ευκολίας για το επιχειρείν στην Ελλάδα, για την ίδρυση εταιρειών, την πρόσληψη προσωπικού, όλα αυτά κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει, αλλά πιστεύω ότι αξίζει να αφιερώσουμε μια στιγμή για να αναγνωρίσουμε πού βρισκόμασταν και πού βρισκόμαστε τώρα.

Connie Loizos: Βεβαίως. Αναρωτιέμαι, εκ μέρους όσων στο ακροατήριο έχουν εταιρείες και θέλουν να κάνουν επενδύσεις, πόσος χρόνος απαιτείται περίπου από τη σύσταση μιας εταιρείας στην Ελλάδα μέχρι την πρώτη πληρωμή μισθών; Εννοώ, πόσο γρήγορη είναι αυτή η διαδικασία;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Η ίδρυση μιας εταιρείας μπορεί να γίνει πάρα πολύ γρήγορα. Η εργατική νομοθεσία είναι πιο ευέλικτη. Ακόμη κι όταν μιλάμε για θέματα που είναι πολύ σημαντικά για την τεχνολογική κοινότητα, για παράδειγμα ένα από τα πρώτα πράγματα που κάναμε ήταν να αλλάξουμε τον τρόπο φορολόγησης των δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς μετοχών, για παράδειγμα. Αυτά είναι πολύ σημαντικά. Μπορεί να ακούγονται τεχνικά για πολλούς, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικά αν θέλεις να ιδρύσεις μια εταιρεία που πράγματι ανταμείβει τους υπαλλήλους της με μετοχές. Πιστεύω ότι τα βασικά έχουν ουσιαστικά τεθεί σε εφαρμογή, γι’ αυτό και θεωρώ ότι παρατηρείται μία «έκρηξη» στη δημιουργία εταιρειών στην Ελλάδα.

Όπως το βλέπω εγώ, η πιο σημαντική πτυχή είναι πραγματικά η αλλαγή της νοοτροπίας. Αν πάτε σήμερα στα δημόσια πανεπιστήμιά μας, θα δείτε ότι είναι ανοιχτά στο να συνομιλούν με εταιρείες και να μετουσιώνουν το έργο τους σε spin-outs.

Για όσους σπουδάσατε στην Ελλάδα πριν από 10 ή 20 χρόνια, αυτό δεν ίσχυε τότε. Κυριαρχούσε μια ακραία, αριστερή προσέγγιση: «Δεν θέλουμε εταιρείες στα πανεπιστήμια. Το κεφάλαιο είναι κακό, η επιχειρηματικότητα είναι φρικτή». Χρειάζεται χρόνος για να αλλάξουν αυτές οι νοοτροπίες. Αλλά ενθουσιάζομαι κάθε φορά που πηγαίνω σε Λύκεια και βλέπω διαγωνισμούς επιχειρηματικότητας, βλέπω αυτά τα παιδιά να εργάζονται σε ομάδες για να αναπτύξουν τις ιδέες τους, ή όταν πηγαίνω σε σχολεία -έχουμε στείλει σετ ρομποτικής σε σχεδόν όλες τις σχολικές μονάδες-, και μερικές φορές βλέπεις μαθητές Λυκείου να κατασκευάζουν μικρούς δορυφόρους.

Η Ελλάδα έχει πλέον παρουσία στο διάστημα. Σε έναν χρόνο θα στείλουμε τον πρώτο μας αστροναύτη στο διάστημα. Ποιος θα φανταζόταν ότι αυτό θα ήταν δυνατό; Κατασκευάζουμε δορυφόρους στην Ελλάδα. Όλα αυτά συμβαίνουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Όπως έχω πει όμως, το πιο σημαντικό είναι ότι δίνουμε την ευκαιρία στους νέους Έλληνες με κλίση στις επιστήμες και στην τεχνολογία, σε αυτούς τους επιχειρηματίες να δραστηριοποιηθούν στη χώρα τους.

Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, είναι σημαντικό να υπάρχει μια κυβέρνηση που κατανοεί πραγματικά τι σημαίνει και είναι πραγματικά πρόθυμη να πειραματιστεί και να συνεργαστεί με εταιρείες, ευέλικτα, προκειμένου να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες μας. Διότι για εμάς αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία. Ο Κωνσταντίνος έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία σχετικά με τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Όμως, ξέρετε, βλέπω μια γραφειοκρατία όπου πολλές διαδικασίες μπορούν να αυτοματοποιηθούν εύκολα. Βλέπω, για παράδειγμα, τη Δικαιοσύνη στην Ελλάδα, όπου χρειάζονται χρόνια, ξέρετε, οι δικαστές να αφιερώνουν ώρες και ώρες διαβάζοντας αποφάσεις. Υπάρχει τόση πολλή γραφειοκρατία. Αυτά είναι πράγματα που η ΤΝ μπορεί να τα κάνει πάρα πολύ καλά και, επίσης, δεν εγείρουν ιδιαίτερα ηθικά ζητήματα. Αυτά λοιπόν είναι τα προφανή, τα βασικά, όπου μπορείς πραγματικά να χρησιμοποιήσεις την ΤΝ για να βελτιώσεις τις κυβερνητικές υπηρεσίες και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Ας κοιτάξουμε την υγειονομική περίθαλψη, όπου πραγματικά έχουμε την ευκαιρία να υπερβούμε τα τυπικά μας όρια. Έχουμε 10 εκατομμύρια κατοίκους, οπότε δεν είμαστε ούτε ιδιαίτερα μεγάλη χώρα, ούτε πολύ μικρή. Έχουμε ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης με κεντρικό έλεγχο και έχουμε στη διάθεσή μας όλα τα δεδομένα. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια «τρέχει» ένα μεγάλο πρόγραμμα προληπτικών εξετάσεων.

Άρα, διαθέτουμε πολλά δεδομένα. Τι κάνουμε λοιπόν με αυτά τα δεδομένα; Πώς δημιουργούμε ένα πλαίσιο διαχείρισης δεδομένων που προστατεύει τα προσωπικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα καθιστά δεδομένα διαθέσιμα σε εταιρείες που επιθυμούν να προσφέρουν λύσεις βασισμένες στην τεχνητή νοημοσύνη; Υπάρχει μεγάλη αξία εδώ για εταιρείες και, μπορώ να σας πω, όχι μόνο για τις ελληνικές εταιρείες. Πολλές ξένες εταιρείες στρέφουν το βλέμμα τους προς την Ελλάδα και επιθυμούν να συνεργαστούν μαζί μας, επειδή διαπιστώνουν ότι είμαστε αρκετά ευέλικτοι και πρόθυμοι να πραγματοποιήσουμε ενδιαφέροντα πειράματα, ότι είμαστε μια κυβέρνηση που βασίζεται στα δεδομένα.

Έχουμε, και θέλω να το τονίσω αυτό, μαζί μας τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Διαθέτουμε Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο ίδρυσα αμέσως, το 2019, επειδή πρόκειται για μια οριζόντια πολιτική που αφορά ολόκληρη την κυβέρνηση, και η διάλυση των «στεγανών» εντός μίας κυβέρνησης δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Αλλά καταφέραμε να το κάνουμε και να αποδείξουμε ότι υπάρχουν οφέλη για όλα τα Υπουργεία και όλες τις υπηρεσίες.

Connie Loizos: Λοιπόν, δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι ξένες εταιρείες εισέρχονται στην ελληνική αγορά. Εσείς, άλλωστε, έχετε διευκολύνει πολύ τη διαδικασία. Έχετε τόσες πολλές διαφορετικές και ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες, όπως η «Tech Visa», η «Talent Visa» και η «Digital Nomad Visa». Πώς πάνε αυτές οι πρωτοβουλίες; Πώς θα τις αξιολογούσατε; Πώς τις παρακολουθείτε;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πιστεύω ότι έχουμε ακόμα δουλειά να κάνουμε όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία παρέχουμε ευκαιρίες για εργασία στην Ελλάδα. Βέβαια, αν είσαι Έλληνας ή πολίτης της ΕΕ, αυτά τα ζητήματα επιλύονται αυτόματα. Θέλουμε όμως να ενθαρρύνουμε ανθρώπους -αυτό δεν αφορά μόνο τους Έλληνες- να έρχονται και όχι μόνο να περνούν τις διακοπές τους στην Ελλάδα, αλλά και να εργάζονται από την Ελλάδα. Σε μια εποχή που η εξ αποστάσεως εργασία γίνεται όλο και πιο εύκολη, διαθέτουμε καλές υποδομές. Έχουμε εξαιρετική κάλυψη 5G στην Ελλάδα, πολύ καλύτερη κάλυψη 5G από αυτή που είχα στον δρόμο Sand Hill, στη Σίλικον Βάλεϊ.

Με εξέπληξε πολύ, εδώ, στην καρδιά του κόσμου της τεχνολογίας, διαπίστωσα ότι η σύνδεση σε ένα μικρό απομακρυσμένο νησί της Ελλάδας είναι πολύ καλύτερη από αυτή που έχεις στο Πάλο Άλτο. Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα να εργάζεσαι από οπουδήποτε στην Ελλάδα είναι πραγματικά κάτι που λαμβάνει κάποιος υπόψη.

Θέλω εκ νέου να τονίσω ότι δεν αφορά μόνο την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Αν κοιτάξεις την Κρήτη ή πόλεις όπως τα Ιωάννινα, για παράδειγμα, μια πόλη στη βορειοδυτική Ελλάδα, ξαφνικά βλέπεις να αναδύονται εταιρείες τεχνολογίας εκεί. Γιατί; Επειδή υπάρχει ένα καλό δημόσιο πανεπιστήμιο και επειδή υπάρχουν άνθρωποι που είπαν: «Μπορώ πραγματικά να δουλέψω από αυτές τις πόλεις και να ιδρύσω εταιρείες εκεί, αντί να το κάνω μόνο στην Αθήνα».

Connie Loizos: Λοιπόν, και πάλι, σκέφτομαι αυτό το ακροατήριο και πώς μπορεί να στηρίξει την Ελλάδα, και νομίζω ότι έχετε πολλούς θαυμαστές εδώ. Διεκδικείτε την επανεκλογή σας, για τρίτη θητεία, κάτι που δεν είναι πρωτοφανές…

Κυριάκος Μητσοτάκης: Είναι πρωτοφανές.

Connie Loizos: Δεν έχει συμβεί ξανά;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Ναι, με την έννοια ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει όριο όσον αφορά τις θητείες. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι δεν έχει συμβεί ποτέ στο παρελθόν, να κερδίσεις τρίτη τετραετία. Οπότε ξέρουμε ότι εδώ επιχειρούμε κάτι που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.

Connie Loizos: Εντυπωσιακό. Λοιπόν, ήθελα να πω, αν θα μπορούσατε να εξηγήσετε στους ακροατές ή να τους βοηθήσετε να καταλάβουν πόσο βιώσιμες είναι αυτές οι πρωτοβουλίες.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πιστεύω ότι έχουν τεθεί οι βάσεις, αλλά φυσικά, όπως γνωρίζετε, στην πολιτική δεν χρειάζεται και πολύ για να εκτροχιαστεί μια καλή πρωτοβουλία. Πιστεύω ότι κάθε εκλογική αναμέτρηση πρέπει να αφορά το μέλλον και όχι το παρελθόν. Προσπαθώ, καθώς μπαίνουμε στον τελευταίο χρόνο της θητείας μας, να περιγράψω το όραμά μου για την Ελλάδα του 2030. Το 2030 είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά για όσους αγαπάτε την ιστορία, διότι θα γιορτάσουμε τη συμπλήρωση 200 ετών από τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε την Επανάσταση του 1821, αλλά αυτή ήταν μόνο η αρχή του ταξιδιού. Το τέλος εκείνου του ταξιδιού ήταν τον Φεβρουάριο του 1830, όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος.

Επομένως, πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα εκείνη τη σημαντική ημερομηνία; Θέλω να μιλήσω για το μέλλον, αλλά συνάμα υπενθυμίζω στους πολίτες ότι η πρόοδος που έχουμε σημειώσει είναι πάντα εύθραυστη.

Αν αναλάβει την εξουσία μια άλλη κυβέρνηση και αποφασίσει να ξαναβάλει τη χώρα στον δρόμο των δαπανών που υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας, δεν θα αργήσουν πολύ οι αγορές ομολόγων να στραφούν εναντίον μας. Πιστεύω ότι είναι υποχρέωσή μου να υπενθυμίσω ότι έχουμε διανύσει μια πολύ δύσκολη πορεία, έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο και πρέπει να προστατεύσουμε με κάθε τρόπο όσα έχουμε πετύχει.

Αλλά, εν τέλει, κάθε εκλογική αναμέτρηση αφορά και πρέπει να αφορά το μέλλον. Πιστεύω ότι έχουμε παρουσιάσει ένα πολύ λεπτομερές και ολοκληρωμένο σχέδιο για το πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα τέσσερα χρόνια από τώρα.

Επαναλαμβάνω: γνωρίζω ότι κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι δύσκολη, ειδικά αν βρίσκεσαι στην εξουσία εδώ και καιρό. Πρέπει να πείσεις τον κόσμο ότι διαθέτεις την ενέργεια, τη βούληση, τις ιδέες, την εμπειρία -η εμπειρία έχει σημασία στις μέρες μας- για να συνεχίσεις να οδηγείς τη χώρα προς τα εμπρός. Ευελπιστώ να το καταφέρω αυτό από τώρα μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Connie Loizos: Θα ήθελα να σας δώσω χρόνο για να μιλήσετε για το μέλλον και την τεχνητή νοημοσύνη. Προφανώς, όπως είπατε νωρίτερα, είναι ένα μεγάλο θέμα εδώ. Θέλετε η Ελλάδα να εξελιχθεί περισσότερο σε κόμβο για δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη. Διατηρείτε συνεργασία με τη Microsoft. Υπάρχουν αντιδράσεις που ξεφυτρώνουν παντού -στην Ευρώπη, εδώ, φυσικά. Απλώς αναρωτιέμαι, πώς είναι η συζήτηση στην Ελλάδα γι’ αυτό το ζήτημα;

Κυριάκος Μητσοτάκης: Καταρχάς, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο πολιτικό θέμα. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε δει καμία σημαντική αντίδραση κατά των data centers. Η Microsoft κατασκευάζει ένα συγκρότημα data centers στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα, ήταν η πρώτη εταιρεία που διέθεσε σημαντικούς πόρους για data centers, πριν από μερικά χρόνια. Και η AWS μόλις ανακοίνωσε μια πολύ μεγάλη συμφωνία με τη ΔΕΗ για την κατασκευή του μεγαλύτερου data center που θα χτιστεί στην Ελλάδα, στη Δυτική Μακεδονία.

Αν γνωρίζετε λίγα πράγματα για την Ελλάδα, θα ξέρετε ότι η Δυτική Μακεδονία αποτελούσε την περιοχή εξόρυξης λιγνίτη. Και καθώς απομακρυνόμασταν από την καύση λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, υπήρχαν ανησυχίες για την απώλεια θέσεων εργασίας.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, αυτές οι πρωτοβουλίες τυγχάνουν θετικής υποδοχής στην Ελλάδα. Δεν παρατηρούμε καμία αντίδραση. Δεν βλέπουμε καμία αντίδραση σε επίπεδο πολιτών ενάντια στις υποδομές της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά πρέπει να είμαστε απόλυτα σαφείς όσον αφορά τις πραγματικές ανησυχίες για την απώλεια θέσεων εργασίας. Αυτό είναι κάτι που θα συμβεί, καμία κυβέρνηση και καμία κοινωνία δεν είναι προετοιμασμένη για την ταχύτητα με την οποία θα συμβεί. Θα προκύψουν, όπως γνωρίζετε, ουσιαστικά ερωτήματα σχετικά με τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης, για παράδειγμα, στα παιδιά μας, στους εφήβους μας, καθώς και στην εκπαίδευση.

Ήμουν από τους πρώτους που υποστήριξαν την απαγόρευση της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών. Το νομοθετούμε στην Ελλάδα, ενώ βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Αλλά μερικές φορές νιώθω ότι ήδη δίνουμε τη «μάχη του χθες». Τι σημαίνει για τα παιδιά μας να μεγαλώνουν με ψηφιακούς συντρόφους ή φίλους και φίλες; Αυτά είναι πράγματα που θα έπρεπε πραγματικά να μας κάνουν να κοντοσταθούμε και να σκεφτούμε τι σημαίνει, όπως είπατε, να είσαι άνθρωπος.

Να προσθέσω, τέλος, ότι αυτό που μπορεί πραγματικά να προσφέρει η Ελλάδα είναι ένα φόρουμ για συζήτηση. Αυτά είναι βαθιά υπαρξιακά ερωτήματα. Για πρώτη φορά έχουμε δημιουργήσει μια μορφή νοημοσύνης που πολύ γρήγορα ξεπερνά τις δυνατότητες του πιο προηγμένου οργάνου το οποίο έχει δημιουργήσει ποτέ η εξέλιξη, που είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Άρα, αυτό συμβαίνει. Είναι ήδη εδώ. Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος σε αυτό το πλαίσιο; Ποιες είναι οι ευθύνες μας όσον αφορά τη διαχείριση αυτής της τεχνολογίας και, φυσικά, οι τεράστιες ηθικές επιπτώσεις μιας τεχνολογίας που αλλάζει τα πάντα.

Αν δεν μπορούμε να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα στην Ελλάδα, να συνομιλήσουν άνθρωποι από τον κόσμο της τεχνολογίας αλλά και κοινωνικοί επιστήμονες, φιλόσοφοι, ιστορικοί, δεν μπορώ να σκεφτώ ένα καλύτερο μέρος για να γίνουν πραγματικά αυτές οι συζητήσεις.

Connie Loizos: Απολύτως. Σας συγχαίρω που προχωρήσατε με την απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων. Υπάρχουν πολλές χώρες που σκέφτονται να το κάνουν -η Γαλλία, η Δανία-, αλλά δεν έχουν φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Η Αυστραλία έχει προχωρήσει. Και αναρωτιέμαι αν τα chatbots θα γίνουν, ξέρετε, εξίσου εθιστικά με τα κοινωνικά δίκτυα και αν, σε κάποιο σημείο, αυτές οι χώρες θα τα συμπεριλάβουν στην ίδια απαγόρευση. Είναι προφανές ότι το σκέφτεστε ήδη.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Κοιτάξτε, όταν μιλάμε για το τι θα μπορούσε να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση και πώς θα μπορούσε πραγματικά να φέρει μετασχηματιστικές αλλαγές, ένα από τα πράγματα που έχουμε κάνει είναι να υλοποιούμε πιλοτικά προγράμματα με μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.

Έτσι, πραγματοποιήσαμε ένα πιλοτικό πρόγραμμα με την OpenAI στον τομέα της εκπαίδευσης. Με αυτόν τον τρόπο, βοηθήσαμε τους εκπαιδευτικούς να διαχειριστούν καλύτερα τον φόρτο εργασίας τους. Αν, λοιπόν, διαθέτεις έναν βοηθό τεχνητής νοημοσύνης που σε βοηθά να αφιερώνεις λιγότερο χρόνο σε επαναλαμβανόμενες εργασίες, όπως η προετοιμασία των εργασιών, αυτό θα σου δώσει περισσότερο χρόνο για την τάξη. Αυτό, λοιπόν, είναι κάτι που θα ήταν επωφελές.

Τι θα σήμαινε να έχεις έναν εξατομικευμένο δάσκαλο τεχνητής νοημοσύνης που να σε βοηθά πραγματικά με βάση τις ατομικές σου ανάγκες; Εφόσον αυτό δεν οδηγήσει σε εφησυχασμό και εφόσον δεν οδηγήσει, ξέρετε, τα παιδιά μας να παραμελήσουν τη σκληρή δουλειά της εκμάθησης των βασικών δεξιοτήτων, όπως η γραφή, για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να είναι επωφελές.

Από την άλλη πλευρά, όμως, γνωρίζω ότι είναι εύκολο να επέλθει μεγάλος εφησυχασμός, και ο εφησυχασμός είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Έτσι, αν απλώς ζητήσεις από οποιοδήποτε chatbot να κάνει τις εργασίες σου για το σχολείο, κάτι που συμβαίνει παντού, και δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε τι είναι αληθινό και τι δεν είναι, τι είναι δικό σου και τι δεν είναι, αυτό είναι σαφώς ένα ζήτημα το οποίο ήδη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν πολλά εκπαιδευτικά συστήματα.

Connie Loizos: Θα ήθελα να κάνω μια τελευταία ερώτηση. Είμαι σίγουρη ότι θα μιλήσετε γι’ αυτό στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη αυτή την εβδομάδα, αλλά αναρωτιέμαι πού τοποθετείστε στο φάσμα «να επιβραδυνθεί» ή «να μην επιβραδυνθεί». Αυτό είναι προφανώς ένα μεγάλο θέμα εδώ, αφού ο Διευθύνων Σύμβουλος της Anthropic έκανε την περασμένη εβδομάδα μια ανάρτηση στο blog της εταιρείας λέγοντας ότι ο ρυθμός της καινοτομίας πρέπει να επιβραδυνθεί. Και οι επενδυτές εδώ είπαν, ξέρετε, «ίσως όχι». Ο Πρόεδρος χαρακτήρισε το ζήτημα «απάτη».

Κυριάκος Μητσοτάκης: Θα έλεγα ότι αν αυτοί που δημιουργούν τα μοντέλα μάς λένε «δεν είμαστε σίγουροι τι ακριβώς συμβαίνει με αυτά τα μοντέλα και κατανοούμε μόνο ένα κλάσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν, ειδικά του τρόπου με τον οποίο αυτά τα μοντέλα αυτοβελτιώνονται», θα έλεγα ναι, πρέπει να τους ακούσουμε.

Ξέρετε, στο τέλος της ημέρας, όλες οι τεχνολογίες που έχουν βαθιά επίδραση υπόκεινται κατά κάποιον τρόπο σε κάποια μορφή ρύθμισης. Αναπόφευκτα το ίδιο θα ισχύσει για την τεχνητή νοημοσύνη. Τώρα, τι είδους ρύθμιση θα θεσπίσουμε, αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα και δεν νομίζω ότι οποιοσδήποτε έχει μια σαφή απάντηση.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα όμως. Αν υπάρξει πρόβλημα σε ένα αεροπλάνο, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (FAA) έχει τη δυνατότητα να καθηλώσει όλα τα αεροσκάφη μέχρι να εξακριβώσει τι συνέβη. Ισχύει κάτι τέτοιο με την τεχνητή νοημοσύνη σήμερα; Η απάντηση είναι προφανώς «όχι».

Επομένως, και δεδομένης της δύναμης της τεχνολογίας, θεωρώ ότι τελικά θα ασκηθεί πίεση για να θεσπιστεί κάποια μορφή έξυπνης ρύθμισης. Και πολλά θα εξαρτηθούν από τις ΗΠΑ.

Μιλάμε πολύ για παγκόσμιες συμφωνίες και συμμαχίες, τελικά όμως, και λυπάμαι που το λέω αυτό ως Ευρωπαίος, πρόκειται για έναν αγώνα μεταξύ δύο πλευρών: των ΗΠΑ και της Κίνας. Οι ΗΠΑ, ως δημοκρατία, έχουν την υποχρέωση να αναλάβουν ηγετικό ρόλο όσον αφορά την έξυπνη ρύθμιση. Έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο; Δεν νομίζω. Η πρόβλεψή μου είναι ότι αυτό θα αποτελέσει ένα σημαντικό πολιτικό θέμα, ίσως όχι μόνο σε αυτόν τον εκλογικό κύκλο. Αλλά θα με εξέπληττε πολύ αν δεν αποτελέσει σημαντικό θέμα στις προεδρικές εκλογές του 2028.

Connie Loizos: Κλείνοντας, και να σας ευχαριστήσω, ήταν πραγματικά μεγάλη τιμή που είχαμε αυτόν τον χρόνο, τι ακριβώς θα θέλατε να αποκομίσουν οι Έλληνες ιδρυτές εταιρειών που βρίσκονται στο ακροατήριο από αυτή τη συζήτηση σχετικά με τους δεσμούς τους με την Ελλάδα και, ίσως, γιατί θα έπρεπε να σκεφτούν…

Κυριάκος Μητσοτάκης: Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι έχουν δεσμούς με την Ελλάδα, ίσως «κηρύττω» σε «πιστούς», θα έλεγα όμως ότι, ειδικά σε μια εποχή που μπορεί να είναι πιο δύσκολο να προσελκύσετε ταλέντα στις ΗΠΑ λόγω των περιορισμών που έχουν επιβληθεί όσον αφορά τις άδειες εργασίας και τις βίζες, να εξετάσετε την Ελλάδα ως προορισμό για να εργαστείτε, να προσλάβετε προσωπικό, ακόμη και να δοκιμάσετε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σας.

Πέραν αυτών, θα περάσετε και υπέροχα αν έρθετε στην Ελλάδα. Φαίνεται λοιπόν ότι το να συνδυάζουμε τη δουλειά με τη διασκέδαση είναι κάτι που κάνουμε καλά στην Ελλάδα. Εστιάζαμε πάρα πολύ στη διασκέδαση. Τώρα εστιάζουμε περισσότερο στη δουλειά. Πιστεύω λοιπόν ότι ο συνδυασμός θα λειτουργήσει καλά.

Αλλά, να το ξαναπώ, θέλω να υπενθυμίσω σε όλους όσοι είναι εγγεγραμμένοι για να ψηφίσουν στην Ελλάδα ότι μπορούν να το κάνουν. Παρακαλώ, εγγραφείτε. Παρακαλώ, ψηφίστε. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψετε στην Ελλάδα. Αν θέλετε να πάτε στο Προξενείο για να ψηφίσετε, μπορείτε να το κάνετε, επειδή σας παρέχουμε τη δυνατότητα της ψήφου με αυτοπρόσωπη παρουσία. Αλλά αν θέλετε απλώς να ψηφίσετε επιστολικά, μπορείτε επίσης να το κάνετε.

Θέλουμε να συμμετέχετε στα ελληνικά πολιτικά δρώμενα, διότι πιστεύω ότι όσοι ζουν στο εξωτερικό και δεν εμπλέκονται στις μικροπολιτικές διαμάχες της Ελλάδας, μάλλον μπορούν να δουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τι συμβαίνει στην Ελλάδα και να μας προσφέρουν πολύτιμες ιδέες για το πώς μπορούμε να βελτιωθούμε.

Connie Loizos: Αυτό είναι εξαιρετικό. Και η επιστολική ψήφος πράγματι λειτουργεί.

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πράγματι! Είναι ασφαλής και λειτουργεί.

Connie Loizos: Ευχαριστούμε.