Ελλάδας και Βουλγαρίας
Θεσσαλονική, 3 Οκτωβρίου 2026
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρέστη σήμερα, Σάββατο-3 Οκτωβρίου 2026, το πρωί, μαζί με τον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας Rumen Radev, στην τελετή υπογραφής πρωτοκόλλου για την παράδοση-παραλαβή κειμηλίων μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη.
«Ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος», σημείωσε στην ομιλία του ο Πρωθυπουργός. «Έτσι, στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά, τολμώ να πω, και συναισθηματικής αξίας. Ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια και λειψανοθήκες, ακόμα και ο εντυπωσιακός Επισκοπικός Θρόνος».
Τα 48 ιστορικά κειμήλια επιστρέφονται στην Ελλάδα μετά από πολυετή, σιωπηλή προσπάθεια στο πεδίο της πολιτιστικής διπλωματίας. Θα εκτεθούν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έως τις 5 Νοεμβρίου και στη συνέχεια θα παραδοθούν στις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Εικοσιφοινίσσης και στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα θα παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε στις συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, στη Μικρή Πρέσπα.
«Η πολιτιστική μας διπλωματία έχει αποδείξει ότι κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά, κα Υπουργέ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην περίπτωση του “θραύσματος Fagan” από τη Σικελία. Είναι μία φόρμουλα η οποία, θέλω να θυμίσω, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο Πρωθυπουργός στάθηκε, επίσης, στην αλλαγή αντίληψης που συντελείται διεθνώς ως προς την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. «Πρόκειται για μια στροφή που συμπυκνώνει και η σημερινή πρωτοβουλία και στηρίζεται σε μία προφανή αρχή: ότι τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης της ως συνόλου. Είναι η ίδια ακριβώς αυτή αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Γιατί αυτά δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε», υπογράμμισε.
«Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και μία αυτοτελή περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να “φυλακιστεί” στα όρια νομικών, τεχνικών ζητημάτων. Αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου, το οποίο, δυστυχώς, παραμένει βίαια διαμελισμένο, επισήμανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. «Για τον λόγο αυτόν, θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», προσέθεσε ο Πρωθυπουργός.
Ολόκληρη η ομιλία του Πρωθυπουργού
«Αξιότιμε Πρωθυπουργέ, αγαπητέ Rumen, κυρία και κύριε Υπουργέ, φίλες και φίλοι, σήμερα θα έλεγα ότι θεμελιώνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από μία απλή πολιτιστική ανταλλαγή.
Γιατί ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος.
Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και τη δύναμη που αποκτούν δύο γειτονικοί λαοί όταν επιλέγουν με τόλμη τον δρόμο του αμοιβαίου σεβασμού και της εμπιστοσύνης.
Έτσι, στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά, τολμώ να πω, και συναισθηματικής αξίας. Ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια και λειψανοθήκες, ακόμα και ο εντυπωσιακός Επισκοπικός Θρόνος. Είναι κειμήλια τα οποία αποσπάστηκαν το 1917, μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και από τις Μονές του Τιμίου Προδρόμου και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.
Αρχικά, για να φιλοξενηθούν εδώ, σε αυτό το σπουδαίο Βυζαντινό Μουσείο, και στη συνέχεια να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν, στις ιστορικές τους εστίες.
Την ίδια στιγμή η Αθήνα εκπληρώνει το δικό της χρέος, παραδίδοντας στη Σόφια τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ και τα οστά από τέσσερις σαρκοφάγους που ανασκάφηκαν το 1964 από τον καθηγητή Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου.
Συγκινούμαι πάρα πολύ από την παρουσία της συζύγου του σήμερα σε αυτή την εκδήλωση.
Αυτά κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία. Και στο εξής επιστρέφουν, αγαπητέ Rumen, στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν στη χώρα του με τον τρόπο με τον οποίο εσείς οι ίδιοι θα θεωρήσετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος.
Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώνεται μια διαπραγμάτευση η οποία ξεκίνησε πριν από μισό, περίπου, αιώνα. Αξίζει να θυμηθούμε ότι τις πρώτες συζητήσεις τις έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη δεκαετία του 1970, με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, τον Todor Zhivkov.
Χρειάστηκε, λοιπόν, όμως, να περάσει καιρός και κυρίως να υπάρξει η βούληση και η αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις του παρελθόντος.
Γι’ αυτή τη θετική εξέλιξη θέλω να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας και τις προηγούμενες κυβερνήσεις, με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε, τα δύο Υπουργεία Πολιτισμού, τη διοίκηση και το προσωπικό του Βυζαντινού Μουσείου, που εργάστηκαν με αφοσίωση για να έρθει το σημερινό αποτέλεσμα.
Θέλω να τονίσω ότι αυτός ο δίαυλος της διμερούς συνεργασίας τώρα ανοίγει. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο από αυτό το οποίο ελπίζουμε ότι θα είναι μία ακόμα πιο στενή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών για να επιστρέψουν και άλλα αντικείμενα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία. Είναι κειμήλια τα οποία ενδιαφέρουν και τις δύο χώρες.
Αλλά αξίζει τον κόπο να σταθούμε σε αυτό το οποίο συμβαίνει σήμερα. Διότι δεν μπορούσε αυτό να επιτευχθεί επί πολλές δεκαετίες, που επικράτησε η ακινησία και η λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων.
Έχουμε, λοιπόν, κάθε λόγο, αγαπητέ Rumen, να είμαστε αισιόδοξοι. Η πολιτιστική μας διπλωματία έχει αποδείξει ότι κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά, κα Υπουργέ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην περίπτωση του “θραύσματος Fagan” από τη Σικελία. Είναι μία φόρμουλα η οποία, θέλω να θυμίσω, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση.
Πολύ περισσότερο σε μια εποχή, αγαπητέ Rumen, που η παγκόσμια κοινότητα ουσιαστικά επανεξετάζει τη διαχρονική της στάση απέναντι στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Πρόκειται για μια στροφή που συμπυκνώνει και η σημερινή πρωτοβουλία και στηρίζεται σε μία προφανή αρχή: ότι τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης της ως συνόλου.
Είναι η ίδια ακριβώς αυτή αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Γιατί αυτά δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε. Όταν, λοιπόν, τα αποσπάς από εκείνο, ακρωτηριάζεις τελικά την ίδια τους την υπόσταση, αλλοιώνοντας βάναυσα την ιστορική αλήθεια.
Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να επανεκτιμήσουμε παλιές δοξασίες και βεβαιότητες.
Από την άλλη, θέλω για ακόμα μια φορά να είμαι σαφής: η ελληνική θέση δεν υπαγορεύεται από μια αόριστη εθνική διεκδίκηση ούτε θέτει υπό αμφισβήτηση την αποστολή των μουσείων σε όλο τον κόσμο.
Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και μία αυτοτελή περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να “φυλακιστεί” στα όρια νομικών, τεχνικών ζητημάτων. Αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου, το οποίο, δυστυχώς, παραμένει βίαια διαμελισμένο.
Με άλλα λόγια, τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον βράχο για τον οποίον σμιλεύτηκαν. Μια ανάγκη, άλλωστε, που ήρθε να υπηρετήσει το Μουσείο της Ακρόπολης.
Για τον λόγο αυτόν, θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής.
Αγαπητέ μου Rumen, είναι αλήθεια ότι οι λαοί μας συνυπάρχουν σε αυτή τη γειτονιά εδώ και 15 και πλέον αιώνες, σε μια διαδρομή η οποία είχε και συγκρούσεις, είχε και διαιρέσεις, είχε και δοκιμασίες. Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία, ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε.
Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν: την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά κυρίως το κοινό μας αύριο σε μια Ευρώπη ανάπτυξης και ευημερίας.
Αν δεν κάνω λάθος, μια σοφή λαϊκή παροιμία σας λέει ότι “ο καλός γείτονας είναι πιο κοντινός και από τον αδερφό”. Αυτή, λοιπόν, πρέπει να γίνει η πυξίδα μας, κάνοντας τις διμερείς μας σχέσεις -που τολμώ να πω βρίσκονται ίσως στο καλύτερο σημείο που βρέθηκαν ποτέ- ακόμα πιο στενές, σε όλους τους τομείς: στο εμπόριο, στην ενέργεια, στον τουρισμό, στο περιβάλλον, στη διαχείριση των υδάτων και ασφαλώς και στον πολιτισμό.
Σε έναν κόσμο ταραγμένο, ας κάνουμε λοιπόν τη συνεργασία μας ένα παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου και τη σημερινή συμφωνία -το πρώτο βήμα, τονίζω- μια “σφραγίδα” σε αυτή την αισιόδοξη επιλογή.
Ευχαριστώ και καλωσήρθες στη Θεσσαλονίκη».
«Ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος», σημείωσε στην ομιλία του ο Πρωθυπουργός. «Έτσι, στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά, τολμώ να πω, και συναισθηματικής αξίας. Ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια και λειψανοθήκες, ακόμα και ο εντυπωσιακός Επισκοπικός Θρόνος».
Τα 48 ιστορικά κειμήλια επιστρέφονται στην Ελλάδα μετά από πολυετή, σιωπηλή προσπάθεια στο πεδίο της πολιτιστικής διπλωματίας. Θα εκτεθούν στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού έως τις 5 Νοεμβρίου και στη συνέχεια θα παραδοθούν στις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Εικοσιφοινίσσης και στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα θα παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε στις συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, στη Μικρή Πρέσπα.
«Η πολιτιστική μας διπλωματία έχει αποδείξει ότι κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά, κα Υπουργέ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην περίπτωση του “θραύσματος Fagan” από τη Σικελία. Είναι μία φόρμουλα η οποία, θέλω να θυμίσω, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο Πρωθυπουργός στάθηκε, επίσης, στην αλλαγή αντίληψης που συντελείται διεθνώς ως προς την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. «Πρόκειται για μια στροφή που συμπυκνώνει και η σημερινή πρωτοβουλία και στηρίζεται σε μία προφανή αρχή: ότι τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης της ως συνόλου. Είναι η ίδια ακριβώς αυτή αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Γιατί αυτά δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε», υπογράμμισε.
«Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και μία αυτοτελή περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να “φυλακιστεί” στα όρια νομικών, τεχνικών ζητημάτων. Αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου, το οποίο, δυστυχώς, παραμένει βίαια διαμελισμένο, επισήμανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. «Για τον λόγο αυτόν, θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», προσέθεσε ο Πρωθυπουργός.
Ολόκληρη η ομιλία του Πρωθυπουργού
«Αξιότιμε Πρωθυπουργέ, αγαπητέ Rumen, κυρία και κύριε Υπουργέ, φίλες και φίλοι, σήμερα θα έλεγα ότι θεμελιώνουμε κάτι πολύ βαθύτερο από μία απλή πολιτιστική ανταλλαγή.
Γιατί ο επαναπατρισμός σπουδαίων κειμηλίων της συλλογικής μνήμης, σε Ελλάδα και Βουλγαρία, μετατρέπει τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος σε “γέφυρες” ενός κοινού μέλλοντος.
Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και τη δύναμη που αποκτούν δύο γειτονικοί λαοί όταν επιλέγουν με τόλμη τον δρόμο του αμοιβαίου σεβασμού και της εμπιστοσύνης.
Έτσι, στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά, τολμώ να πω, και συναισθηματικής αξίας. Ιερές εικόνες και σταυροί, άμφια και λειψανοθήκες, ακόμα και ο εντυπωσιακός Επισκοπικός Θρόνος. Είναι κειμήλια τα οποία αποσπάστηκαν το 1917, μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης και από τις Μονές του Τιμίου Προδρόμου και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.
Αρχικά, για να φιλοξενηθούν εδώ, σε αυτό το σπουδαίο Βυζαντινό Μουσείο, και στη συνέχεια να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν, στις ιστορικές τους εστίες.
Την ίδια στιγμή η Αθήνα εκπληρώνει το δικό της χρέος, παραδίδοντας στη Σόφια τα λείψανα του Τσάρου Σαμουήλ και τα οστά από τέσσερις σαρκοφάγους που ανασκάφηκαν το 1964 από τον καθηγητή Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου.
Συγκινούμαι πάρα πολύ από την παρουσία της συζύγου του σήμερα σε αυτή την εκδήλωση.
Αυτά κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία. Και στο εξής επιστρέφουν, αγαπητέ Rumen, στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν στη χώρα του με τον τρόπο με τον οποίο εσείς οι ίδιοι θα θεωρήσετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος.
Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώνεται μια διαπραγμάτευση η οποία ξεκίνησε πριν από μισό, περίπου, αιώνα. Αξίζει να θυμηθούμε ότι τις πρώτες συζητήσεις τις έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη δεκαετία του 1970, με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, τον Todor Zhivkov.
Χρειάστηκε, λοιπόν, όμως, να περάσει καιρός και κυρίως να υπάρξει η βούληση και η αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις του παρελθόντος.
Γι’ αυτή τη θετική εξέλιξη θέλω να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας και τις προηγούμενες κυβερνήσεις, με τις οποίες είχαμε την ευκαιρία να συνεργαστούμε, τα δύο Υπουργεία Πολιτισμού, τη διοίκηση και το προσωπικό του Βυζαντινού Μουσείου, που εργάστηκαν με αφοσίωση για να έρθει το σημερινό αποτέλεσμα.
Θέλω να τονίσω ότι αυτός ο δίαυλος της διμερούς συνεργασίας τώρα ανοίγει. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο από αυτό το οποίο ελπίζουμε ότι θα είναι μία ακόμα πιο στενή συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών για να επιστρέψουν και άλλα αντικείμενα στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία. Είναι κειμήλια τα οποία ενδιαφέρουν και τις δύο χώρες.
Αλλά αξίζει τον κόπο να σταθούμε σε αυτό το οποίο συμβαίνει σήμερα. Διότι δεν μπορούσε αυτό να επιτευχθεί επί πολλές δεκαετίες, που επικράτησε η ακινησία και η λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων.
Έχουμε, λοιπόν, κάθε λόγο, αγαπητέ Rumen, να είμαστε αισιόδοξοι. Η πολιτιστική μας διπλωματία έχει αποδείξει ότι κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά, κα Υπουργέ, κάτι το οποίο φάνηκε και στην περίπτωση του “θραύσματος Fagan” από τη Σικελία. Είναι μία φόρμουλα η οποία, θέλω να θυμίσω, επαινέθηκε από την ίδια την UNESCO. Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση.
Πολύ περισσότερο σε μια εποχή, αγαπητέ Rumen, που η παγκόσμια κοινότητα ουσιαστικά επανεξετάζει τη διαχρονική της στάση απέναντι στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Πρόκειται για μια στροφή που συμπυκνώνει και η σημερινή πρωτοβουλία και στηρίζεται σε μία προφανή αρχή: ότι τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους και της αναπόσπαστης φύσης της ως συνόλου.
Είναι η ίδια ακριβώς αυτή αρχή, η αρχή της ακεραιότητας του μνημείου, που διαπερνά και τη συνεχή προσπάθειά μας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Γιατί αυτά δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε. Όταν, λοιπόν, τα αποσπάς από εκείνο, ακρωτηριάζεις τελικά την ίδια τους την υπόσταση, αλλοιώνοντας βάναυσα την ιστορική αλήθεια.
Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να επανεκτιμήσουμε παλιές δοξασίες και βεβαιότητες.
Από την άλλη, θέλω για ακόμα μια φορά να είμαι σαφής: η ελληνική θέση δεν υπαγορεύεται από μια αόριστη εθνική διεκδίκηση ούτε θέτει υπό αμφισβήτηση την αποστολή των μουσείων σε όλο τον κόσμο.
Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και μία αυτοτελή περίπτωση. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να “φυλακιστεί” στα όρια νομικών, τεχνικών ζητημάτων. Αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός πραγματικά οικουμενικού μνημείου, το οποίο, δυστυχώς, παραμένει βίαια διαμελισμένο.
Με άλλα λόγια, τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον βράχο για τον οποίον σμιλεύτηκαν. Μια ανάγκη, άλλωστε, που ήρθε να υπηρετήσει το Μουσείο της Ακρόπολης.
Για τον λόγο αυτόν, θα επαναλάβω ότι η πατρίδα μου δεν πρόκειται να δεχθεί διευθετήσεις που να δηλώνουν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας ή να δανειστεί τάχα τους δικούς της θησαυρούς. Αντίθετα, θεωρεί πια ότι ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής.
Αγαπητέ μου Rumen, είναι αλήθεια ότι οι λαοί μας συνυπάρχουν σε αυτή τη γειτονιά εδώ και 15 και πλέον αιώνες, σε μια διαδρομή η οποία είχε και συγκρούσεις, είχε και διαιρέσεις, είχε και δοκιμασίες. Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία, ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε.
Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν: την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά κυρίως το κοινό μας αύριο σε μια Ευρώπη ανάπτυξης και ευημερίας.
Αν δεν κάνω λάθος, μια σοφή λαϊκή παροιμία σας λέει ότι “ο καλός γείτονας είναι πιο κοντινός και από τον αδερφό”. Αυτή, λοιπόν, πρέπει να γίνει η πυξίδα μας, κάνοντας τις διμερείς μας σχέσεις -που τολμώ να πω βρίσκονται ίσως στο καλύτερο σημείο που βρέθηκαν ποτέ- ακόμα πιο στενές, σε όλους τους τομείς: στο εμπόριο, στην ενέργεια, στον τουρισμό, στο περιβάλλον, στη διαχείριση των υδάτων και ασφαλώς και στον πολιτισμό.
Σε έναν κόσμο ταραγμένο, ας κάνουμε λοιπόν τη συνεργασία μας ένα παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου και τη σημερινή συμφωνία -το πρώτο βήμα, τονίζω- μια “σφραγίδα” σε αυτή την αισιόδοξη επιλογή.
Ευχαριστώ και καλωσήρθες στη Θεσσαλονίκη».














