ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΣΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΤΖΟΓΑΝΗ,
ΤΟΝ ΛΑΤΡΕΥΤΟ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟ
- Από την Ειρήνη, τη Χαρίκλεια, την Ασπασία και το Δημήτρη
Όσοι παρέστησαν το περασμένο Σάββατο, 29 Αυγούστου 2026, στην εξόδιο ακολουθία. στο Λαύριο, γιά τον Επίτιμο Αρχηγό ΓΕΕΘΑ, Πτέραρχο (Ι) ε.α. Αθανάσιο Τζογάνη, θα άκουσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το μοναδικό επικήδειο που εκφωνήθηκε από την κόρη του εκλιπόντος, Κλαίρη Τζογάνη, στην ουσία αυτοβιογραφική αναφορά σταθμών της ζωής του αποβιώσαντος.
Εκτιμώντας την ουσία όσων ανεφέρθησαν στο εκφωνηθέντα επικήδειο, παρακάλεσα και έλαβα από την Κλαίρη Τζογάνη το σχετικό κείμενο εξ ονόματος της όλης οικογένειας, το οποίο και παραθέτω στην συνέχεια, μαζύ με τις ευχαριστίες μου.
Γιά την αντιγραφή,
Σεραφείμ Χ. Μηχιώτης
Σήμερα στεκόμαστε όλοι εδώ για να αποχαιρετήσουμε, όπως του πρέπει, έναν άνθρωπο που υπηρέτησε με ήθος, εντιμότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης την Πατρίδα του και την Πολεμική Αεροπορία για 40 χρόνια και έφτασε στα υψηλότερα αξιώματα: εκείνο του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ και του Αρχηγού ΓΕΑ.
Είναι μεγάλη τιμή που βρίσκεται εδώ, μαζί μας, για την εξόδιο ακολουθία ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Όπως ευχαριστούμε από καρδιάς και όλα τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που παρευρίσκονται για την απόδοση τιμών.
Όμως εμείς σήμερα αποχαιρετούμε τον δικό μας Άνθρωπο. Αποχαιρετούμε τον σύζυγο, τον πατέρα, τον παππού, τον θείο, τον φίλο. Και είναι πολύ δύσκολο...όπως όλοι αυτοί οι αποχαιρετισμοί. Πόσο μάλλον όταν αποχαιρετούμε έναν τέτοιον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο σαν τον πατέρα μας, μοναδικό, έναν γίγαντα είχε πει ένας φίλος, έναν γενναίο Έλληνα είπε ένας άλλος, έναν άρχοντα είχε πει ένας τρίτος, έναν μαχητή είπε μια φίλη.
Πράγματι, ο πατέρας μας υπήρξε μαχητής της ζωής πολύ πριν γίνει μαχητής του αέρα και τελείωσε την πορεία του σε αυτή τη ζωή πάλι μαχόμενος.
Σήμερα αποχαιρετάμε το παιδάκι που γεννήθηκε το 1939, στην αρχή του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, και μεγάλωσε σε ένα απομονωμένο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, τη Σκουρτού. Σε μια πολυμελή και ανδροκρατούμενη οικογένεια. Που μεγάλωσε με τη μητέρα του τη Χαρίκλεια, χωρίς τον πατέρα του μέχρι τα έξι του χρόνια, γιατί ο πατέρας του, ο Επαμεινώντας, ήταν αιχμάλωτος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία και τη Γερμανία.
Σήμερα αποχαιρετάμε αυτό το παιδάκι που πήγαινε ξυπόλυτο στο σχολείο, κρατώντας στον ώμο το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που είχε, για να τα φορέσει φτάνοντας στο σχολείο και να μην τα χαλάσει στη διαδρομή. Αυτό το παιδάκι που δε φοίτησε σε ένα σχολείο όπως τα σχολεία που ξέρουμε σήμερα, αλλά σε ένα σχολείο, που όπως ο ίδιος έχει γράψει, δε διέθετε βιβλία παρά μόνο ένα αναγνωστικό, έναν μαυροπίνακα, μερικά τετράδια και μολύβια. Διέθετε όμως έναν δάσκαλο ήρωα, τον Χρήστο Σταμάτη, που μέσα σε μια αίθουσα προσπαθούσε να μορφώσει περί τα 70 παιδιά από την πρώτη μέχρι και την έκτη δημοτικού.
Σήμερα αποχαιρετούμε αυτό το παιδάκι, που παρόλο που ήταν πολύ καλός μαθητής, δεν τα κατάφερε να μπει με την πρώτη στο Γυμνάσιο, αλλά με τη δεύτερη και χρειάστηκε να επαναλάβει την έκτη δημοτικού, γιατί έτσι έκριναν σωστό ο δάσκαλός και ο πατέρας του, ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα.
Σήμερα αποχαιρετούμε αυτό τον νεαρό έφηβο, που χρειάστηκε, μαζί με τον αδερφό του. τον Γιάννη, να πάρουν στις πλάτες τους ολόκληρη την οικογένεια όταν αρρώστησε η μητέρα τους. Και δούλευαν... και δούλευαν πολύ και πήγαιναν και στο γυμνάσιο. Δούλευαν ως σερβιτόροι σε καφενείο, ζαχαροπλαστείο, ταβέρνα καθώς και ως εργάτες ή υπάλληλοι στο Λεσίνι, στην εταιρεία συγκομιδής βαμβακιού. Αυτό το παιδί που φοίτησε στο Γυμνάσιο Αστακού για τις πέντε τάξεις και πήγε στην τελευταία τάξη στο νυχτερινό Γυμνάσιο Καλλιθέας, για να δουλεύει το πρωί και να μπορεί να πηγαίνει στο σχολείο το βράδυ. Αυτό το παιδί που διέμενε εντός του εργοστασίου που δούλευε και τις βραδινές ώρες πήγαινε πεζός στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας απόσταση 2-3 χλμ, ακολουθώντας κάποια χωμάτινα μονοπάτια χωρίς φως, τραγουδώντας το «φεγγαράκι μου λαμπρό» και πίστευε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, ...όπως και τελικά ήρθαν.
Αποχαιρετούμε σήμερα αυτόν τον νεαρό που στην έκτη τάξη του Γυμνασίου αποφάσισε να γίνει Πιλότος της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Που για να καταφέρει να εγγραφεί στις εισαγωγικές εξετάσεις, χρειαζόταν την έγγραφη συναίνεση του πατέρα του και όπως αφηγείται ο ίδιος, ανέμενα κάποια αρνητική αντίδραση αφενός λόγω του ότι τα τελευταία χρόνια ασχολείτο πολύ με την Εκκλησία και τον άνθρωπο και αφετέρου, λόγω της αποστροφής του προς τον πόλεμο και τη βία που είχε ζήσει κατά τη συμμετοχή του στο Β ́Παγκόσμιο Πόλεμο, την πεντάχρονη αιχμαλωσία του και τον αλληλοσπαραγμό του εμφυλίου.
Σκέφτηκε λίγο, μονολόγησε: «Ναι, θα γίνεις αεροπόρος για να σκοτώνεις
ανθρώπους», σκέφτηκε λίγο ακόμη προβληματισμένος, με κοίταξε στα μάτια, όμως δεν ήθελε να μου χαλάσει το χατίρι αλλά και να εμποδίσει το μέλλον μου. Υπέγραψε το χαρτί και μονολόγησε και πάλι: «Πήγαινε, καλή επιτυχία και ο Θεός δε θα σε αφήσει να σκοτώσεις ανθρώπους». Πράγματι, τελικά αυτό έγινε. Ο Θεός δε με άφησε να σκοτώσω ανθρώπους αλλά προστάτευσε και εμένα να μη σκοτωθώ, στα 40 χρόνια υπηρεσίας μου στην Πολεμική Αεροπορία.
Αποχαιρετούμε αυτόν τον νεαρό που δεν τα κατάφερε με την πρώτη να μπει στη Σχολή Ικάρων, αλλά με τη δεύτερη γιατί δεν είχε προλάβει να προετοιμαστεί, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να προετοιμαστεί. Αν και τελικά αποφοίτησε πρώτος της Τάξης του.
Αποχαιρετούμε αυτόν τον νεαρό που τον Απρίλη του 1959, μαζί με άλλους 49 νέους, 19-20 ετών (δική του η αφήγηση πάλι) με όνειρα για το μέλλον περάσαμε την πύλη της Αεροπορικής Βάσης Δεκέλειας (Αεροδρόμιο Τατοϊου) και παρουσιαστήκαμε στη Σχολή Ικάρων καταταγέντες έτσι στην Πολεμική Αεροπορία και αποτελέσαντες την 34η Σειρά Ιπταμένων. Από εδώ αρχίζει ο αγώνας, η υπερπροσπάθεια για την επιβίωσή μου και την καταξίωσή μου στην Πολεμική Αεροπορία. Αγώνας έντιμος, ηθικός, ειλικρινής, αγώνας με άμιλλα και πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών της Πολεμικής Αεροπορίας και της Σχολής, των γραπτών και άγραφων, αλλά κοινά αποδεκτών κανονισμών καθώς και των παραδόσεων της Σχολής.
Αποχαιρετούμε τον νεαρό αξιωματικό που το 1963, κατά τη μετάθεσή του στην Κρήτη, στην 115 ΠΜ στη Σούδα Χανίων συναντά το καινούριο ενδιαφέρον στη ζωή του (δική του η αφήγηση και πάλι): Το καινούριο ενδιαφέρον στοιχείο ονομάζεται Ρένα. Ήλθε γρήγορα, σαν καταιγίδα, σάρωσε τη ζωή μου και συνεχίζει να τη σαρώνει, την οδήγησε και συνεχίζει να την οδηγεί σε ευχάριστα, ευτυχή και ενδιαφέροντα πεδία και είμαι βέβαιος ότι θα τηνοδηγεί και στο μέλλον μέχρι το τέλος της ζωής μου... Όπως και έγινε.
Αποχαιρετούμε τον νεαρό που ένα βράδυ της 8ης Νοεμβρίου πήγε να γνωρίσει τα πεθερικά του. Και ο ίδιος πάλι αφηγείται τη συνάντηση με τον πατέρα της Ρένας δικηγόρο Κωνσταντίνο Γκαζή. Με δέχθηκε με ευγένεια και καλοσύνη και δημιούργησε άνετο και πατρικό κλίμα στη συζήτηση. Κουβεντιάσαμε για τις οικογένειές μας και για τα επαγγελματικά μου ενδιαφέροντα. Όταν εκτίμησα ότι του είχα δώσει όλα τα στοιχεία για εμένα και ότι είχε σχηματίσει μια πλήρη εικόνα, του ζήτησα το χέρι της κόρης του Ρένας για να γίνει σύζυγός μου. Τότε σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του, εντυπωσιακός όπως ήταν, με αγκάλιασε στοργικά ως πατέρας, με φίλησε και μου ευχήθηκε να ευτυχίσουμε και ότι τόσο ο ίδιος, όσο η οικογένειά του θα είναι κοντά μας οποτεδήποτε χρειαστεί. Από την αγκαλιά του και το φιλί του, την αγάπη και τη ζεστασιά που περιείχαν και τα δύο, έγινε και παρεμεινε πραγματικός μου πατέρας για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Τους γονείς της Ρένας, τον Κώστα και την Ασπασία τους αισθανόμουν γονείς μου και με αισθάνονταν παιδί τους, τα δε αδέρφια της, τον Μανώλη και τον Αντώνη τους αισθανόμουν και με αισθάνονταν αδερφό. Έτσι είχα πια τρία αδέρφια, μαζί με τον αδερφό μου τον Γιάννη.
Όλα αυτά που διάβασα σήμερα, ήταν μια σκέψη, μια απόπειρα του πατέρα μου να γράψει την αυτοβιογραφία του και είναι κάποιες πρώτες σελίδες από αυτά. Ο λόγος που αποφάσισα να τα διαβάσω είναι γιατί μέσα στο σώμα που βρίσκεται μπροστά μας, υπήρχε μια ψυχή ανυπέρβλητη, μια ψυχή μοναδική, μια ψυχή που είχε μόνο αγάπη, μια ψυχή που δεν είπε και δεν ένιωσε ποτέ τίποτα κακό για κανέναν. Η ψυχή ενός ανθρώπου που χρειάστηκε να αποδείξει ότι είναι μαχητής και τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του, όταν αρρώστησε και όταν με την επιμονή, την υπομονή, την αισιοδοξία και το χαμόγελο κατάφερε -παρά τις αντίθετες προγνώσεις των γιατρών- να περάσει ακόμα τρία χρόνια μαζί με τους ανθρώπους του και την οικογένειά του που τόσο αγαπούσε. Γιατί ο ίδιος το ήθελε, γιατί ο ίδιος το πίστευε και γιατί κι εμείς φροντίσαμε να μη λείψουμε λεπτό από δίπλα του.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω πάρα πολύ όλους εσάς που είστε σήμερα εδώ, που ήρθατε από όλες τις γωνιές της Ελλάδας, πήρατε όλα τα διαθέσιμα μέσα για να είστε εδώ δίπλα μας και να αποχαιρετήσετε τον δικό σας αγαπημένο Άνθρωπο.
Και θέλω επίσης να ευχαριστήσω και όλους τους φίλους και τους συγγενείς μας που αυτά τα τρία χρόνια ήταν δίπλα μας. Όταν, σε ένα περίεργο παιχνίδι της ζωής, έμελλε να ζήσει την ίδια ιστορία με τη μητέρα του. Ο πατέρας μας, μαζί με τον αδερφό του τον Γιάννη, μαθητές στο Γυμνάσιο ήταν, όταν αρρώστησε η μητέρα τους και έχασε κάθε δυνατότητα κίνησης, και εκείνοι τη μετέφεραν στα χέρια, την τάιζαν, τη στήριζαν, τη βοηθούσαν σε όλα, πάντα με το χαμόγελο. Αυτά τα τρία δύσκολα χρόνια για εμάς, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι άνθρωποί μας, με όποιον τρόπο μπορούσαν, ήταν πάντα δίπλα μας. Ένα τεράστιο τεράστιο ευχαριστώ.
Ένα ευχαριστώ θα ήθελα να απευθύνω και σε ανθρώπους που δεν ήταν οικογένειά μας, αλλά έγιναν στην πορεία, ανθρώπους που μας στήριξαν αυτά τα τρία χρόνια γιατί ήταν εκεί όταν τους χρειαζόμασταν: τη χειρουργό μας τη Τζένη που σήμερα περιμένει το πρώτο της παιδάκι και της ευχόμαστε να είναι πάντα ευτυχισμένη, τον φυσιοθεραπευτή μας τον Αλκίνοο που του ευχόμαστε τα καλύτερα, τον εξαιρετικό γιατρό μας τον κ. Σαραντίδη και την κα Όλγα, τα κορίτσια από τον Άγιο Εφραίμ, που ήταν το πρώτο διάστημα μαζί μας, τη Φανή και την Ευδοκία.
Είναι μεγάλη τιμή που βρίσκεται εδώ, μαζί μας, για την εξόδιο ακολουθία ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ και τον ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Όπως ευχαριστούμε από καρδιάς και όλα τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που παρευρίσκονται για την απόδοση τιμών.
Όμως εμείς σήμερα αποχαιρετούμε τον δικό μας Άνθρωπο. Αποχαιρετούμε τον σύζυγο, τον πατέρα, τον παππού, τον θείο, τον φίλο. Και είναι πολύ δύσκολο...όπως όλοι αυτοί οι αποχαιρετισμοί. Πόσο μάλλον όταν αποχαιρετούμε έναν τέτοιον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο σαν τον πατέρα μας, μοναδικό, έναν γίγαντα είχε πει ένας φίλος, έναν γενναίο Έλληνα είπε ένας άλλος, έναν άρχοντα είχε πει ένας τρίτος, έναν μαχητή είπε μια φίλη.
Πράγματι, ο πατέρας μας υπήρξε μαχητής της ζωής πολύ πριν γίνει μαχητής του αέρα και τελείωσε την πορεία του σε αυτή τη ζωή πάλι μαχόμενος.
Σήμερα αποχαιρετάμε το παιδάκι που γεννήθηκε το 1939, στην αρχή του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, και μεγάλωσε σε ένα απομονωμένο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, τη Σκουρτού. Σε μια πολυμελή και ανδροκρατούμενη οικογένεια. Που μεγάλωσε με τη μητέρα του τη Χαρίκλεια, χωρίς τον πατέρα του μέχρι τα έξι του χρόνια, γιατί ο πατέρας του, ο Επαμεινώντας, ήταν αιχμάλωτος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία και τη Γερμανία.
Σήμερα αποχαιρετάμε αυτό το παιδάκι που πήγαινε ξυπόλυτο στο σχολείο, κρατώντας στον ώμο το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που είχε, για να τα φορέσει φτάνοντας στο σχολείο και να μην τα χαλάσει στη διαδρομή. Αυτό το παιδάκι που δε φοίτησε σε ένα σχολείο όπως τα σχολεία που ξέρουμε σήμερα, αλλά σε ένα σχολείο, που όπως ο ίδιος έχει γράψει, δε διέθετε βιβλία παρά μόνο ένα αναγνωστικό, έναν μαυροπίνακα, μερικά τετράδια και μολύβια. Διέθετε όμως έναν δάσκαλο ήρωα, τον Χρήστο Σταμάτη, που μέσα σε μια αίθουσα προσπαθούσε να μορφώσει περί τα 70 παιδιά από την πρώτη μέχρι και την έκτη δημοτικού.
Σήμερα αποχαιρετούμε αυτό το παιδάκι, που παρόλο που ήταν πολύ καλός μαθητής, δεν τα κατάφερε να μπει με την πρώτη στο Γυμνάσιο, αλλά με τη δεύτερη και χρειάστηκε να επαναλάβει την έκτη δημοτικού, γιατί έτσι έκριναν σωστό ο δάσκαλός και ο πατέρας του, ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα.
Σήμερα αποχαιρετούμε αυτό τον νεαρό έφηβο, που χρειάστηκε, μαζί με τον αδερφό του. τον Γιάννη, να πάρουν στις πλάτες τους ολόκληρη την οικογένεια όταν αρρώστησε η μητέρα τους. Και δούλευαν... και δούλευαν πολύ και πήγαιναν και στο γυμνάσιο. Δούλευαν ως σερβιτόροι σε καφενείο, ζαχαροπλαστείο, ταβέρνα καθώς και ως εργάτες ή υπάλληλοι στο Λεσίνι, στην εταιρεία συγκομιδής βαμβακιού. Αυτό το παιδί που φοίτησε στο Γυμνάσιο Αστακού για τις πέντε τάξεις και πήγε στην τελευταία τάξη στο νυχτερινό Γυμνάσιο Καλλιθέας, για να δουλεύει το πρωί και να μπορεί να πηγαίνει στο σχολείο το βράδυ. Αυτό το παιδί που διέμενε εντός του εργοστασίου που δούλευε και τις βραδινές ώρες πήγαινε πεζός στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας απόσταση 2-3 χλμ, ακολουθώντας κάποια χωμάτινα μονοπάτια χωρίς φως, τραγουδώντας το «φεγγαράκι μου λαμπρό» και πίστευε ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, ...όπως και τελικά ήρθαν.
Αποχαιρετούμε σήμερα αυτόν τον νεαρό που στην έκτη τάξη του Γυμνασίου αποφάσισε να γίνει Πιλότος της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Που για να καταφέρει να εγγραφεί στις εισαγωγικές εξετάσεις, χρειαζόταν την έγγραφη συναίνεση του πατέρα του και όπως αφηγείται ο ίδιος, ανέμενα κάποια αρνητική αντίδραση αφενός λόγω του ότι τα τελευταία χρόνια ασχολείτο πολύ με την Εκκλησία και τον άνθρωπο και αφετέρου, λόγω της αποστροφής του προς τον πόλεμο και τη βία που είχε ζήσει κατά τη συμμετοχή του στο Β ́Παγκόσμιο Πόλεμο, την πεντάχρονη αιχμαλωσία του και τον αλληλοσπαραγμό του εμφυλίου.
Σκέφτηκε λίγο, μονολόγησε: «Ναι, θα γίνεις αεροπόρος για να σκοτώνεις
ανθρώπους», σκέφτηκε λίγο ακόμη προβληματισμένος, με κοίταξε στα μάτια, όμως δεν ήθελε να μου χαλάσει το χατίρι αλλά και να εμποδίσει το μέλλον μου. Υπέγραψε το χαρτί και μονολόγησε και πάλι: «Πήγαινε, καλή επιτυχία και ο Θεός δε θα σε αφήσει να σκοτώσεις ανθρώπους». Πράγματι, τελικά αυτό έγινε. Ο Θεός δε με άφησε να σκοτώσω ανθρώπους αλλά προστάτευσε και εμένα να μη σκοτωθώ, στα 40 χρόνια υπηρεσίας μου στην Πολεμική Αεροπορία.
Αποχαιρετούμε αυτόν τον νεαρό που δεν τα κατάφερε με την πρώτη να μπει στη Σχολή Ικάρων, αλλά με τη δεύτερη γιατί δεν είχε προλάβει να προετοιμαστεί, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να προετοιμαστεί. Αν και τελικά αποφοίτησε πρώτος της Τάξης του.
Αποχαιρετούμε αυτόν τον νεαρό που τον Απρίλη του 1959, μαζί με άλλους 49 νέους, 19-20 ετών (δική του η αφήγηση πάλι) με όνειρα για το μέλλον περάσαμε την πύλη της Αεροπορικής Βάσης Δεκέλειας (Αεροδρόμιο Τατοϊου) και παρουσιαστήκαμε στη Σχολή Ικάρων καταταγέντες έτσι στην Πολεμική Αεροπορία και αποτελέσαντες την 34η Σειρά Ιπταμένων. Από εδώ αρχίζει ο αγώνας, η υπερπροσπάθεια για την επιβίωσή μου και την καταξίωσή μου στην Πολεμική Αεροπορία. Αγώνας έντιμος, ηθικός, ειλικρινής, αγώνας με άμιλλα και πάντοτε μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών της Πολεμικής Αεροπορίας και της Σχολής, των γραπτών και άγραφων, αλλά κοινά αποδεκτών κανονισμών καθώς και των παραδόσεων της Σχολής.
Αποχαιρετούμε τον νεαρό αξιωματικό που το 1963, κατά τη μετάθεσή του στην Κρήτη, στην 115 ΠΜ στη Σούδα Χανίων συναντά το καινούριο ενδιαφέρον στη ζωή του (δική του η αφήγηση και πάλι): Το καινούριο ενδιαφέρον στοιχείο ονομάζεται Ρένα. Ήλθε γρήγορα, σαν καταιγίδα, σάρωσε τη ζωή μου και συνεχίζει να τη σαρώνει, την οδήγησε και συνεχίζει να την οδηγεί σε ευχάριστα, ευτυχή και ενδιαφέροντα πεδία και είμαι βέβαιος ότι θα τηνοδηγεί και στο μέλλον μέχρι το τέλος της ζωής μου... Όπως και έγινε.
Αποχαιρετούμε τον νεαρό που ένα βράδυ της 8ης Νοεμβρίου πήγε να γνωρίσει τα πεθερικά του. Και ο ίδιος πάλι αφηγείται τη συνάντηση με τον πατέρα της Ρένας δικηγόρο Κωνσταντίνο Γκαζή. Με δέχθηκε με ευγένεια και καλοσύνη και δημιούργησε άνετο και πατρικό κλίμα στη συζήτηση. Κουβεντιάσαμε για τις οικογένειές μας και για τα επαγγελματικά μου ενδιαφέροντα. Όταν εκτίμησα ότι του είχα δώσει όλα τα στοιχεία για εμένα και ότι είχε σχηματίσει μια πλήρη εικόνα, του ζήτησα το χέρι της κόρης του Ρένας για να γίνει σύζυγός μου. Τότε σηκώθηκε από την καρέκλα του γραφείου του, εντυπωσιακός όπως ήταν, με αγκάλιασε στοργικά ως πατέρας, με φίλησε και μου ευχήθηκε να ευτυχίσουμε και ότι τόσο ο ίδιος, όσο η οικογένειά του θα είναι κοντά μας οποτεδήποτε χρειαστεί. Από την αγκαλιά του και το φιλί του, την αγάπη και τη ζεστασιά που περιείχαν και τα δύο, έγινε και παρεμεινε πραγματικός μου πατέρας για όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Τους γονείς της Ρένας, τον Κώστα και την Ασπασία τους αισθανόμουν γονείς μου και με αισθάνονταν παιδί τους, τα δε αδέρφια της, τον Μανώλη και τον Αντώνη τους αισθανόμουν και με αισθάνονταν αδερφό. Έτσι είχα πια τρία αδέρφια, μαζί με τον αδερφό μου τον Γιάννη.
Όλα αυτά που διάβασα σήμερα, ήταν μια σκέψη, μια απόπειρα του πατέρα μου να γράψει την αυτοβιογραφία του και είναι κάποιες πρώτες σελίδες από αυτά. Ο λόγος που αποφάσισα να τα διαβάσω είναι γιατί μέσα στο σώμα που βρίσκεται μπροστά μας, υπήρχε μια ψυχή ανυπέρβλητη, μια ψυχή μοναδική, μια ψυχή που είχε μόνο αγάπη, μια ψυχή που δεν είπε και δεν ένιωσε ποτέ τίποτα κακό για κανέναν. Η ψυχή ενός ανθρώπου που χρειάστηκε να αποδείξει ότι είναι μαχητής και τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του, όταν αρρώστησε και όταν με την επιμονή, την υπομονή, την αισιοδοξία και το χαμόγελο κατάφερε -παρά τις αντίθετες προγνώσεις των γιατρών- να περάσει ακόμα τρία χρόνια μαζί με τους ανθρώπους του και την οικογένειά του που τόσο αγαπούσε. Γιατί ο ίδιος το ήθελε, γιατί ο ίδιος το πίστευε και γιατί κι εμείς φροντίσαμε να μη λείψουμε λεπτό από δίπλα του.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω πάρα πολύ όλους εσάς που είστε σήμερα εδώ, που ήρθατε από όλες τις γωνιές της Ελλάδας, πήρατε όλα τα διαθέσιμα μέσα για να είστε εδώ δίπλα μας και να αποχαιρετήσετε τον δικό σας αγαπημένο Άνθρωπο.
Και θέλω επίσης να ευχαριστήσω και όλους τους φίλους και τους συγγενείς μας που αυτά τα τρία χρόνια ήταν δίπλα μας. Όταν, σε ένα περίεργο παιχνίδι της ζωής, έμελλε να ζήσει την ίδια ιστορία με τη μητέρα του. Ο πατέρας μας, μαζί με τον αδερφό του τον Γιάννη, μαθητές στο Γυμνάσιο ήταν, όταν αρρώστησε η μητέρα τους και έχασε κάθε δυνατότητα κίνησης, και εκείνοι τη μετέφεραν στα χέρια, την τάιζαν, τη στήριζαν, τη βοηθούσαν σε όλα, πάντα με το χαμόγελο. Αυτά τα τρία δύσκολα χρόνια για εμάς, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι άνθρωποί μας, με όποιον τρόπο μπορούσαν, ήταν πάντα δίπλα μας. Ένα τεράστιο τεράστιο ευχαριστώ.
Ένα ευχαριστώ θα ήθελα να απευθύνω και σε ανθρώπους που δεν ήταν οικογένειά μας, αλλά έγιναν στην πορεία, ανθρώπους που μας στήριξαν αυτά τα τρία χρόνια γιατί ήταν εκεί όταν τους χρειαζόμασταν: τη χειρουργό μας τη Τζένη που σήμερα περιμένει το πρώτο της παιδάκι και της ευχόμαστε να είναι πάντα ευτυχισμένη, τον φυσιοθεραπευτή μας τον Αλκίνοο που του ευχόμαστε τα καλύτερα, τον εξαιρετικό γιατρό μας τον κ. Σαραντίδη και την κα Όλγα, τα κορίτσια από τον Άγιο Εφραίμ, που ήταν το πρώτο διάστημα μαζί μας, τη Φανή και την Ευδοκία.
Και φυσικά ένα μεγάλο ευχαριστώ, για τη βοήθεια, τη συμπαράσταση, τον επαγγελματισμό στους ανθρώπους που ήταν δίπλα μας σε αυτό το τελευταίο μίλι: το Νοσοκομείο μας το 251 ΓΝΑ, τον Διοικητή του, τον υπέροχο αυτόν άνθρωπο, τους Γιατρούς της Παθολογικής Κλινικής του 8ου ορόφου, το νοσηλευτικό προσωπικό, που έβλεπαν ότι ο πατέρας μας ακόμα πάλευε και δεν τον εγκατέλειψαν λεπτό και πάλευαν και εκείνοι μαζί του. Αλλά αυτός ο αγώνας δεν μπορούσε να κερδηθεί.
Κάποια στιγμή, ο πατέρας μας είχε πει ο Αεροπόρος παραδίνεται μόνο στον Θεό. Πράγματι, ο δικός μας Αεροπόρος σήμερα παραδόθηκε στον Θεό. Και είμαστε σίγουρες και σίγουροι και εμείς, και τα εγγόνια του, ότι θα είναι εκεί, θα μας φυλά, θα έχουμε την ευχή του και μακάρι να έχουμε κι εμείς τη δική του διαδρομή και τη δική του δύναμη, που παρά τα εμπόδια έβρισκε πάντα τρόπο να σηκώνεται και να συνεχίζει.
Κάποια στιγμή, ο πατέρας μας είχε πει ο Αεροπόρος παραδίνεται μόνο στον Θεό. Πράγματι, ο δικός μας Αεροπόρος σήμερα παραδόθηκε στον Θεό. Και είμαστε σίγουρες και σίγουροι και εμείς, και τα εγγόνια του, ότι θα είναι εκεί, θα μας φυλά, θα έχουμε την ευχή του και μακάρι να έχουμε κι εμείς τη δική του διαδρομή και τη δική του δύναμη, που παρά τα εμπόδια έβρισκε πάντα τρόπο να σηκώνεται και να συνεχίζει.

















