οι κηπουροι τησ αυγησ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΤΑ ΝΕΑ"-Π.Κ.Ιωακειμίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "ΤΑ ΝΕΑ"-Π.Κ.Ιωακειμίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΜΗΠΩΣ ΤΕΛΙΚΩΣ ΤΟ ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕ ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ, ΜΕΧΡΙ ΚΑΠΟΙΑΣ- ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΕΣΤΩ- ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΠΡΟΘΕΣΕΩΝ; ΑΛΛΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΚΑΤΙ ΤΕΤΟΙΟ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΟΨΕΠΟΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΕΙ ΕΝΑΡΓΕΣ, ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΕΙΧΕ ΟΥΣΙΩΔΩΣ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΚΑΠΟΙΑΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ, ΚΑΘ΄ Ο ΜΕΤΡΟ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΩΝ ΔΗΘΕΝ "ΓΚΡΙΖΩΝ ΖΩΝΩΝ" ΠΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ....

 Από "ΤΑ ΝΕΑ"


Ειδικότερα, στο πλαίσιο του πρώτου γύρου των διερευνητικών συνομιλιών (2002-2004) Τουρκία και Ελλάδα είχαν σχεδόν συμφωνήσει σε διαφοροποιημένη επέκταση των χωρικών υδάτων (Κ. Σημίτης). Αλλά η απόρριψη της οιονεί αυτής διευθέτησης από τη νέα ελληνική κυβέρνηση (Μάρτιος 2004) οδήγησε την Τουρκία στην υιοθέτηση μιας σκληρής θέσης μη αποδεχόμενη καμία επέκταση (ούτε ένα μίλι) πέραν των έξι μιλίων, ακόμη και νοτίως της Κρήτης. Διαφορετικά θα ενεργοποιούσε το διαβόητο και παράνομο casus belli. Ενώ παράλληλα η Ελλάδα επανήλθε στο δόγμα της μονομερούς επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Βεβαίως τριάντα χρόνια από την επικύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (1995) η Ελλάδα δεν προχώρησε στην επέκταση στα 12 ν.μ. (η Σύμβαση προβλέπει μέχρι και όχι στα 12 ν.μ.). Εάν η Ελλάδα επιμείνει στην ίδια θέση (μονομερή επέκταση στα 12 ν.μ.) είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν πρόκειται στον αιώνα τον άπαντα να υπάρξει επέκταση χωρικών υδάτων στο Αιγαίο. Αυτό θέλουμε;

Η δήλωση Φιντάν ανοίγει την προοπτική διαπραγμάτευσης για ένα ενδιάμεσο καθεστώς διαφοροποιημένης επέκτασης (όπως περίπου είχε γίνει το 2004), το οποίο μεταξύ άλλων εξυπηρετεί και τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι η Ελλάδα αξιοποιεί το άνοιγμα που επιχειρεί με τη δήλωσή του ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών και δοκιμάζει την ειλικρίνειά της. Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται θέματα κυριαρχίας, αν και ορθό, δεν μπορεί να αφορά την επέκταση των χωρικών υδάτων, δυνητική, δηλαδή σχετική κυριαρχία. Είναι προφανές ότι εάν επιτευχθεί διευθέτηση του εύρους των χωρικών υδάτων, ακυρώνεται εκ των πραγμάτων και το casus belli (για να ακολουθήσει και η τυπική του άρση). Το μείζον ερώτημα βεβαίως είναι εάν η Τουρκία εννοεί τα όσα λέγει ο Χακάν Φιντάν και εάν η Ελλάδα θέλει να ανοίξει μια διαπραγματευτική διαδικασία για ένα θέμα που θεωρεί ως μονομερές δικαίωμα και που το έχει μάλιστα εξαιρέσει από τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου (2015).

Η ασύμμετρη κατά κόρον χρήση του όρου της κυριαρχίας στον δημόσιο λόγο (χωρίς να υπάρχει πολιτική δύναμη να υποστηρίζει το αντίθετο), ουσιαστικά τείνει να ενοχοποιεί κάθε διαπραγμάτευση, πολύ περισσότερο συμβιβασμό, έστω και οριακό, πάνω στα επίμαχα θέματα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, παρά τις δύσκολες εσωτερικές πολιτικές συνθήκες, το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να βρει τη δύναμη να προχωρήσει τη διαπραγματευτική διαδικασία χωρίς υπεκφυγές και εθνικιστικές περιχαρακώσεις.

-Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής-σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Η συνολική αξιολόγηση είναι ότι η μεταπολιτευτική εξωτερική πολιτική υπήρξε επιτυχής αφού μεταξύ άλλων έφερε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και εδραίωσε τη θέση της ως μιας ισχυρής χώρας της Δύσης. Καταγράφει όμως και σημαντικά λάθη/ελλείμματα τα οποία κατά κανόνα τείνουμε να αποσιωπούμε. Είναι όμως σημαντικό να τα επισημάνουμε, καθώς καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό και την εξωτερική πολιτική σήμερα....

Από "ΤΑ ΝΕΑ"

"ΤΑ ΝΕΑ", 25/11/24

ΤΟΥ Π.Κ.ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ*

Καθώς κλείνει το επετειακό έτος – 2024 – για τα 50 χρόνια Μεταπολίτευσης (1974) έχει σημασία να επισημανθούν, πέρα από τα μεγάλα επιτεύγματά της, και τα ελλείμματα/λάθη της ως προϋπόθεση καλύτερης αυτογνωσίας για το μέλλον. 

Η ΔιαΝΕοσις μόλις κυκλοφόρησε έναν ογκώδη τόμο 518 σελίδων με τίτλο «1974 – Επιτεύγματα και κρίσεις της Μεταπολίτευσης, προκλήσεις για το μέλλον». Στον τόμο αυτόν γράφω το κεφάλαιο για την εξωτερική πολιτική με τίτλο «Εξωτερική πολιτική, επιτεύγματα και λάθη». 

Η συνολική αξιολόγηση είναι ότι η μεταπολιτευτική εξωτερική πολιτική υπήρξε επιτυχής αφού μεταξύ άλλων έφερε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και εδραίωσε τη θέση της ως μιας ισχυρής χώρας της Δύσης. Καταγράφει όμως και σημαντικά λάθη/ελλείμματα τα οποία κατά κανόνα τείνουμε να αποσιωπούμε. 

Είναι όμως σημαντικό να τα επισημάνουμε, καθώς καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό και την εξωτερική πολιτική σήμερα. 

Ειδικότερα τα πέντε κύρια λάθη:

Πρώτον, έξοδος της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ. Η απόσυρση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ τον Αύγουστο 1974 από τον Κ. Καραμανλή ως αντίδραση στον δεύτερο «Αττίλα» κατάληψης της Κύπρου από τα τουρκικά στρατεύματα (αν και ίσως πολιτικά αναπόφευκτη) υπήρξε μείζον λάθος που αναγνώρισε και ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής. «Είναι ως εάν να χάρισα το μισό Αιγαίο στην Τουρκία» φέρεται να είπε. Πράγματι, η αποχώρηση ανέτρεψε το καθεστώς επιχειρησιακού ελέγχου στο Αιγαίο υπέρ της Τουρκίας. Και παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα επανήλθε στη Συμμαχία το 1980, το αρχικό καθεστώς δεν αποκαταστάθηκε.

Δεύτερον, η μη επίλυση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η αντιπαράθεσή ξεκίνησε σχεδόν με την αποκατάσταση της δημοκρατίας (1973). Προσπάθειες για την επίλυσή της (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας) έγιναν από τον Κ. Καραμανλή την περίοδο 1975-1980. Απέτυχαν με ευθύνη της Τουρκίας. Ωστόσο η σημαντικότερη ευκαιρία επίλυσης χάθηκε το 2004 με ευθύνη της Ελλάδας. Τότε οι δύο χώρες στηριζόμενες στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (1999) προχώρησαν στις διερευνητικές συνομιλίες και το 2004 έφθασαν σε συγκλίσεις τέτοιες που επέτρεπαν τη διευθέτηση (και με προσφυγή στο ΔΔΧ) όπως προέβλεπε το «Ελσίνκι». Ωστόσο η κυβέρνηση της ΝΔ που ήλθε στην εξουσία τον Μάρτιο 2004 εγκατέλειψε τις δεσμεύσεις του «Ελσίνκι» και έτσι χάθηκε μια μείζων ευκαιρία επίλυσης των Ελληνοτουρκικών. Τεράστιο λάθος.

Τρίτον, η μη επίλυση του Κυπριακού. Η Ελλάδα φέρει ευθύνη γιατί δύο φορές που υπήρξε ευκαιρία για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας (ΔΔΟ) – το 2004 με το σχέδιο ΟΗΕ/Ανάν και το 2017 στο Κραν Μοντανά – η ελληνική πλευρά είτε ενθάρρυνε τη Λευκωσία στην απόρριψη της λύσης (2004) ή προέβαλε μαξιμαλιστικές θέσεις που οδήγησαν σε αδιέξοδο για λύση (2017). Εκτοτε το Κυπριακό πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Αν και η βασική ευθύνη της μη επίλυσης ανήκει στη Λευκωσία (πέραν της Τουρκίας).

Τέταρτον, ο χειρισμός του ζητήματος της ονομασίας της Β. Μακεδονίας. Εγινε από το 1991 με τέτοιον μαξιμαλιστικό και αδέξιο τρόπο που οδήγησε την Ελλάδα σε διπλωματικό αδιέξοδο αναξιοπιστίας παγκοσμίως για 27 ολόκληρα χρόνια. Το ζήτημα λύθηκε το 2018 με τη Συμφωνία των Πρεσπών, χωρίς όμως να έχει ξεπεραστεί πλήρως το πολλαπλό κόστος για την περιοχή και τη χώρα.

Πέμπτον, η αλόγιστη χρήση του βέτο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Για μια μεγάλη περίοδο (1981-1996 κυρίως) η Ελλάδα έκανε εντελώς αλόγιστη χρήση του βέτο για άσχετα με τα ελληνικά συμφέροντα θέματα. Με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως «η αλλόκοτη χώρα» (maverick country).

Ετσι η εξωτερική πολιτική σήμερα στα δύο κύρια θέματά της (Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό) αγωνίζεται να ξεπεράσει τα λάθη του παρελθόντος ενώ αντιμετωπίζει οξύτατες γεωπολιτικές προκλήσεις.

*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος ΥΠΕΞ και μέλος του ΕΛΙΑΜΕΠ