
Σε διευκρινιστική δήλωση προέβη η υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, Κατερίνα Παπακώστα, μετά την κατάθεση αγωγής κατά της ίδιας από τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο για τις επίμαχες αναφορές στην υπόθεση της «μαφίας των φυλακών».
Στην αγωγή ο Αλ. Λυκουρέζος εγκαλεί την υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη ότι παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητάς του, λίγες μόλις ώρες πριν την κρίσιμη απολογία του ενώπιον του εφέτη ειδικού ανακριτή, Ευτύχη Νικόπουλου. Απαντώντας, η κ. Παπακώστα σημειώνει ότι «ο κάθε πολίτης έχει από το Σύνταγμα και τους Νόμους το τεκμήριο αθωότητας έως ότου τελεσιδικήσει υπόθεση που τον αφορά και εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη».
«Δεν αισθάνομαι ευτυχής διότι στην διαδικασία της έρευνας για την εξάρθρωση του κυκλώματος, το οποίο διαβιούσε λάθρα επί χρόνια στις φυλακές, προφυλακίστηκαν, διότι έτσι έκρινε η Δικαιοσύνη, και δικηγόροι. Η αναφορά μου, λοιπόν, αφορά στο σύνολο και δεν είναι προσωπική» σημειώνει η υφυπουργός, μεταξύ άλλων.
Αναλυτικά η δήλωση της Κ. Παπακώστα:
«Συνεχάρην, ως όφειλα, την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία για την εξαιρετική της δουλειά και στο ζήτημα του κυκλώματος της μαφίας των φυλακών, το οποίο συνδέεται με τέσσερις δολοφονίες, η μία εκ των οποίων αφορούσε στον καλό συνάδελφό μου αείμνηστο Μιχάλη Ζαφειρόπουλο και με πληγώνει.
Ο κάθε πολίτης έχει από το Σύνταγμα και τους Νόμους το τεκμήριο αθωότητας έως ότου τελεσιδικήσει υπόθεση που τον αφορά και εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη.
Δεν αισθάνομαι ευτυχής διότι στην διαδικασία της έρευνας για την εξάρθρωση του κυκλώματος, το οποίο διαβιούσε λάθρα επί χρόνια στις φυλακές, προφυλακίστηκαν, διότι έτσι έκρινε η Δικαιοσύνη, και δικηγόροι. Η αναφορά μου, λοιπόν, αφορά στο σύνολο και δεν είναι προσωπική.
Θέλω να συγχαρώ πραγματικά την Αντιτρομοκρατική μας Υπηρεσία. Υπάρχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες στην Ελληνική Αστυνομία κάτω από την ομπρέλα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και η Αντιτρομοκρατική είναι μία από αυτές. Έμπειρη, με τεκμηρίωση και μέθοδο, προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στην εθνική ασφάλεια της χώρας, στην εσωτερική ασφάλεια, αλλά και εκτός αυτής, στο πλαίσιο της συνεργασίας της με άλλες ομόλογές της Υπηρεσίες στην Ευρώπη και αλλού.
Επειδή με διακρίνει καλή πίστη, δεν θα μπω στον πειρασμό να υποθέσω ότι γίνομαι αποδέκτης από συνηγόρους πολιτών επιθέσεων για δημιουργία εντυπώσεων, επειδή έχω την πολιτική συνευθύνη του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία του οποίου εργαζόμενη νυχθημερόν εξάρθρωσε αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο κύκλωμα.
Θέλω να γνωρίζουν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες ότι οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη πραγματικά επαγρυπνούν. Το μήνυμα που θέλω να στείλω είναι ότι οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς, διότι οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, εργάζονται με ζήλο, με αφοσίωση, με σχέδιο και μεθοδικότητα για την ασφάλειά τους».
![]() |
| ¨Εφ.Συν", 22/04/19 |
"Εφ.Συν", 22/04/19
![]() |
για την κράτηση Λυκουρέζου
Ο κ. Λάμπρου επισημαίνει ότι«πρέπει να αναζητήσουμε εναλλακτικές εκδοχές έκτισης ποινών καθώς δεν θεωρώ ως μοναδική επιλογή τον “ εγκλεισμό” και μάλιστα για υπερήλικες κατηγορούμενους και όχι καταδικασμένους, καθώς υπάρχει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας» .
Αναλυτικά, η δήλωση του Πάνου Λάμπρου:
«Όταν μαθαίνεις ότι ένας άνθρωπος κρατείται ή “μπαίνει φυλακή” δεν μπορεί να νιώθεις χαρά.
Πολύ περισσότερο αν αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο προχωρημένης ηλικίας. Γνωρίζω, ότι η άποψή μου δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Όμως έτσι έμαθα στη ζωή μου: να μην χαίρομαι με τη δυστυχία, ούτε του θύματος ούτε του θύτη.
Πιστεύω ακράδαντα ότι η θεμελιώδης λογική που πρέπει να διέπει το σύστημα δικαίου μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας πρέπει να είναι κυρίως ο σωφρονισμός, η πρόληψη και βεβαίως η διασφάλιση όλων από τις συνέπειες των παραβατικών πράξεων, όχι όμως η εκδικητική τιμωρητική λογική του «παραδειγματισμού».
Και σ’ αυτή τη λογική, δεν θεωρώ ως μοναδική επιλογή τον “ εγκλεισμό” και μάλιστα για υπερήλικες κατηγορούμενους και όχι καταδικασμένους, καθώς υπάρχει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας.
Οφείλουμε ν’ αναζητήσουμε εναλλακτικές εκδοχές έκτισης ποινών τόσο στη χώρα μας όσο και στον κοινό ευρωπαϊκό χώρο.
Άλλωστε, πάντοτε υποστήριζα ότι το πλαίσιο αυτό πρέπει να ισχύει για όλους:
-Για τους φτωχοδιάβολους, τους αόρατους ανθρώπους.
-Για τον πιτσιρικά που για ένα τσιγαριλίκι μπορεί να βρεθεί στη "στενή".
-Για την καθαρίστρια με το πλαστό απολυτήριο δημοτικού.
-Για τη γιαγιά που πουλάει χόρτα ή πλεχτά παπουτσάκια χωρίς άδεια στη λαϊκή.
-Για τον έγκλειστο που η ζωή του κρέμεται από μια κλωστή, ή τον ανάπηρο.
Για τον άνθρωπο που δεν έχει τη δυνατότητα μιας ακριβής νομικής υποστήριξης ή που δεν έχει το οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό πλαίσιο.
Να ισχύει ακόμα και για αυτούς που δεν συμπαθώ, που δεν είναι του δικού μου κόσμου. Και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος είναι ένας από αυτούς.
Δικαιοσύνη για όλους και όλες.
Δεν χαίρομαι λοιπόν και δεν πανηγυρίζω. Θα ήθελα, όμως, τη σκέψη μου αυτή να τη συμμερίζεται και ο ίδιος ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος: Για κάθε έναν που βρίσκεται στη θέση που ο ίδιος είναι σήμερα, κάποιος όχι τόσο λαμπερός, όχι τόσο γνωστός, όχι τόσο δυνατός.»
Σε κοινή τους δήλωση 15 πρώην πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων εκφράζουν τον προβληματισμό τους για τα εντάλματα σύλληψης σε βάρος του Αλέξανδρου Λυκουρέζου και του Θεόδωρου Παναγόπουλου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εκτελέσθηκαν.
Οι 15 πρώην πρόεδροι αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «η κοινή γνώμη παρακολουθεί, άναυδη, μια ποινική “επιχείρηση” στρεφόμενη κατά δύο δικηγόρων, οι οποίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ανακριτή από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία υπό συνθήκες που προσιδιάζουν στους πλέον επικίνδυνους καταζητούμενους εγκληματίες, κατά βάναυσο θρυμματισμό του τεκμηρίου της αθωότητας και των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, και κατά τρόπο που θα στιγματίσει για πάντα την προσωπικότητά τους» και συνεχίζουν: «Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ποινική εμπειρία για να καταλάβει κανείς ότι δύο επαγγελματίες με διαδρομή δεκαετιών, με σταθερή επαγγελματική έδρα-γραφείο και διαδρομή, και με καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια, δεν είναι ύποπτοι φυγής, ούτε διαπράξεως νέων απεχθών εγκλημάτων, προϋποθέσεις που πρέπει αναγκαία κατά το νόμο να συντρέχουν, προκειμένου να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως».
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι «το ένταλμα συλλήψεως είναι μια ακραία πράξη δικονομικού καταναγκασμού της πολιτείας. Σημαίνει πως ένας πολίτης θα στερηθεί την ελευθερία του χωρίς, προηγουμένως, να έχει εκθέσει τις απόψεις του έναντι των αρμόδιων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών για όσα του προσάπτονται. Προς τούτο και πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σύνεση, και αυτονοήτως με ευλαβική των προϋποθέσεων του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».
Σε άλλο σημείο αναφέρουν ότι «βεβαίως κανείς δε μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της προκείμενης ποινικής δικογραφίας, που είναι (ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι) μυστική» και προσθέτουν: «Φαντάζει, όμως, τουλάχιστον οξύμωρο το να θεωρούνται πιθανοί φυγόδικοι και οιονεί εγκληματίες άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά ακριβώς εκεί, όπου το σε βάρος τους ένταλμα εκδόθηκε και εκτελέσθηκε: Στους χώρους απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης. Εάν, δηλαδή, κλητεύονταν από τον αρμόδιο ανακριτή προς απολογία, και η ποινική τύχη τους κρινόταν μετά από αυτήν, υπάρχει έστω και ένας που να αμφιβάλλει για την προσήκουσα έλευσή τους;».
«Δημιουργεί, λοιπόν, τουλάχιστον προβληματισμό και η έκδοση, αυτή η ίδια, των δύο προκείμενων ενταλμάτων, και η δημοσιότητα και ο τρόπος, υπό τον οποίο αυτά εκτελέσθηκαν. Όταν, μάλιστα, προέρχονται από έμπειρους ποινικούς λειτουργούς, που αναντίρρητα γνωρίζουν τα όσα προβλέπονται, επί του θέματος, από τη νομοθεσία. Και όταν, ακόμη, η συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται πως σχετίζεται με πρόσωπα αμφιβόλου ηθικής και με ύποπτα, τουλάχιστον, συμφέροντα» αναφέρεται σε άλλο σημείο της δήλωσης.
Τέλος, αναφέρουν: «Την τύχη των δύο συναδέλφων θα την κρίνει η Δικαιοσύνη αύριο Δευτέρα. Ελπίζω με ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Τα όσα, όμως, έως τώρα έγιναν, έχουν ήδη κριθεί. Τουλάχιστον από όσους έχουν την ψυχραιμία να κοιτάξουν το νόμο πίσω από τις κραυγές και τις ενδεχόμενες σκοπιμότητες. Και, άλλωστε, σήμερα είναι αυτοί. Αύριο, όμως, μπορεί να μην είναι αυτοί. Μπορεί να είναι, στη θέση τους, κάποιος από εμάς».
Τη δήλωση υπογράφουν οι πρώην πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων: Δημήτρης Παξινός και Γιάννης Αδαμόπουλος Αθηνών, Δημήτρης Γαρούφας και Γιάννης Παπαδόπουλος Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κυμπαρίδης Ροδόπης, Δημήτρης Κωστόγιαννης Τρίπολης, Κώστας Σαρρής Ρόδου, Θόδωρος Καζάς Ναυπλίου, Κοντόγιαννης Δημήτρης Τρικάλων, Καπετανίδης Χρήστος Ορεστιάδος, Δημητράκουλας Κώστας Σπάρτης, Ζώης Ανδρέας και Υφαντής Λεωνίδας Αγρινίου, Μπίνιος Λουκάς Λειβαδιάς και Παύλος Τζόβαρας Ηγουμενίτσας.
ΠΗΓΗ:"Εφ.Συν"
-Για την καθαρίστρια με το πλαστό απολυτήριο δημοτικού.
-Για τη γιαγιά που πουλάει χόρτα ή πλεχτά παπουτσάκια χωρίς άδεια στη λαϊκή.
-Για τον έγκλειστο που η ζωή του κρέμεται από μια κλωστή, ή τον ανάπηρο.
Για τον άνθρωπο που δεν έχει τη δυνατότητα μιας ακριβής νομικής υποστήριξης ή που δεν έχει το οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό πλαίσιο.
Να ισχύει ακόμα και για αυτούς που δεν συμπαθώ, που δεν είναι του δικού μου κόσμου. Και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος είναι ένας από αυτούς.
Δικαιοσύνη για όλους και όλες.
Δεν χαίρομαι λοιπόν και δεν πανηγυρίζω. Θα ήθελα, όμως, τη σκέψη μου αυτή να τη συμμερίζεται και ο ίδιος ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος: Για κάθε έναν που βρίσκεται στη θέση που ο ίδιος είναι σήμερα, κάποιος όχι τόσο λαμπερός, όχι τόσο γνωστός, όχι τόσο δυνατός.»
![]() |
Σε κοινή τους δήλωση 15 πρώην πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων εκφράζουν τον προβληματισμό τους για τα εντάλματα σύλληψης σε βάρος του Αλέξανδρου Λυκουρέζου και του Θεόδωρου Παναγόπουλου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εκτελέσθηκαν.
Οι 15 πρώην πρόεδροι αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «η κοινή γνώμη παρακολουθεί, άναυδη, μια ποινική “επιχείρηση” στρεφόμενη κατά δύο δικηγόρων, οι οποίοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ανακριτή από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία υπό συνθήκες που προσιδιάζουν στους πλέον επικίνδυνους καταζητούμενους εγκληματίες, κατά βάναυσο θρυμματισμό του τεκμηρίου της αθωότητας και των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, και κατά τρόπο που θα στιγματίσει για πάντα την προσωπικότητά τους» και συνεχίζουν: «Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ποινική εμπειρία για να καταλάβει κανείς ότι δύο επαγγελματίες με διαδρομή δεκαετιών, με σταθερή επαγγελματική έδρα-γραφείο και διαδρομή, και με καθημερινή παρουσία στα δικαστήρια, δεν είναι ύποπτοι φυγής, ούτε διαπράξεως νέων απεχθών εγκλημάτων, προϋποθέσεις που πρέπει αναγκαία κατά το νόμο να συντρέχουν, προκειμένου να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως».
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι «το ένταλμα συλλήψεως είναι μια ακραία πράξη δικονομικού καταναγκασμού της πολιτείας. Σημαίνει πως ένας πολίτης θα στερηθεί την ελευθερία του χωρίς, προηγουμένως, να έχει εκθέσει τις απόψεις του έναντι των αρμόδιων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών για όσα του προσάπτονται. Προς τούτο και πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σύνεση, και αυτονοήτως με ευλαβική των προϋποθέσεων του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».
Σε άλλο σημείο αναφέρουν ότι «βεβαίως κανείς δε μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο της προκείμενης ποινικής δικογραφίας, που είναι (ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι) μυστική» και προσθέτουν: «Φαντάζει, όμως, τουλάχιστον οξύμωρο το να θεωρούνται πιθανοί φυγόδικοι και οιονεί εγκληματίες άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά ακριβώς εκεί, όπου το σε βάρος τους ένταλμα εκδόθηκε και εκτελέσθηκε: Στους χώρους απονομής της Ποινικής Δικαιοσύνης. Εάν, δηλαδή, κλητεύονταν από τον αρμόδιο ανακριτή προς απολογία, και η ποινική τύχη τους κρινόταν μετά από αυτήν, υπάρχει έστω και ένας που να αμφιβάλλει για την προσήκουσα έλευσή τους;».
«Δημιουργεί, λοιπόν, τουλάχιστον προβληματισμό και η έκδοση, αυτή η ίδια, των δύο προκείμενων ενταλμάτων, και η δημοσιότητα και ο τρόπος, υπό τον οποίο αυτά εκτελέσθηκαν. Όταν, μάλιστα, προέρχονται από έμπειρους ποινικούς λειτουργούς, που αναντίρρητα γνωρίζουν τα όσα προβλέπονται, επί του θέματος, από τη νομοθεσία. Και όταν, ακόμη, η συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται πως σχετίζεται με πρόσωπα αμφιβόλου ηθικής και με ύποπτα, τουλάχιστον, συμφέροντα» αναφέρεται σε άλλο σημείο της δήλωσης.
Τέλος, αναφέρουν: «Την τύχη των δύο συναδέλφων θα την κρίνει η Δικαιοσύνη αύριο Δευτέρα. Ελπίζω με ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Τα όσα, όμως, έως τώρα έγιναν, έχουν ήδη κριθεί. Τουλάχιστον από όσους έχουν την ψυχραιμία να κοιτάξουν το νόμο πίσω από τις κραυγές και τις ενδεχόμενες σκοπιμότητες. Και, άλλωστε, σήμερα είναι αυτοί. Αύριο, όμως, μπορεί να μην είναι αυτοί. Μπορεί να είναι, στη θέση τους, κάποιος από εμάς».
Τη δήλωση υπογράφουν οι πρώην πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων: Δημήτρης Παξινός και Γιάννης Αδαμόπουλος Αθηνών, Δημήτρης Γαρούφας και Γιάννης Παπαδόπουλος Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κυμπαρίδης Ροδόπης, Δημήτρης Κωστόγιαννης Τρίπολης, Κώστας Σαρρής Ρόδου, Θόδωρος Καζάς Ναυπλίου, Κοντόγιαννης Δημήτρης Τρικάλων, Καπετανίδης Χρήστος Ορεστιάδος, Δημητράκουλας Κώστας Σπάρτης, Ζώης Ανδρέας και Υφαντής Λεωνίδας Αγρινίου, Μπίνιος Λουκάς Λειβαδιάς και Παύλος Τζόβαρας Ηγουμενίτσας.
ΠΗΓΗ:"Εφ.Συν"
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 20/04/19 |






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου