ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗ*
ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ανάλυση ακουμπά τό
δημογραφικό
πρόβλημα τό όποίο αντιμετωπίζει
ή 'Ελλάδα, θά πρέπει νά ξεκινά άπό τό έξης δεδομένο: γιά πρώτη φορά μεταπολεμικά ό πληθυσμός τής
χώρας μειώθηκε. Άπό τά 11,1 εκατομμύρια, στην απογραφή του 2011, βρεθήκαμε στά
10,7 εκατομμύρια πέρυσι. Τό δημογραφικό διαμορφώνεται άπό δύο Ισοζύγια. Τό πρώτο
ισοζύγιο είναι τό γεννήσεις/θάνατοι. Κατά τά χρόνια τής κρίσης oι θάνατοι πέρασαν μπροστά άπό
τίς γεννήσεις. Σύμφωνα μέ τά τελευταία στοιχεία τής ΕΛΣΤΑΤ, τό 2017 εϊχαμε
88.553 γεννήσεις καί 124.501 θανάτους. Ό πληθυσμός χρειάζεται πάνω άπό 2 παιδιά
γιά νά αναπληρωθεί Ή τελευταία χρονιά κατά τήν οποία επιτύχαμε αυτόν τόν
αριθμό, ήταν τό 1981. Εκτοτε η καμπύλη ήταν κατά βάση πτωτική. Τό 2016 ό
δείκτης γονιμότητας γιά τή χώρα μας ήταν 1,38 παιδιά άνά ζευγάρι. Τό επίπεδο
αυτό δέν είναι τό χαμηλότερο πού έχουμε συναντήσει μεταπολιτευτικά. Τό έτος
1999 ό δείκτης είχε φτάσει στά 1,23 παιδιά άνά ζευγάρι, πράγμα τό οποίο δείχνει
πώς ένώ η οίκονομική κατάσταση σίγουρα παίζει καθοριστικό ρόλο στίς
οικογενειακές στρατηγικές, μεγάλο ρόλο παίζουν καί ζητήματα κουλτούρας καί
προσδοκιών, καθώς καί ή εξέλιξη του ελληνικού οίκογενειακοϋ μοντέλου μέσα στό
χρόνο.
Τό δεύτερο ισοζύγιο πού
καθορίζει τό δημογραφικό είναι τό μεταναστευτικό. Άπό αυτό τό ισοζύγιο είναι
που διαμορφώνεται κυρίως η πτώση στον πληθυσμό άπό τήν εκδήλωση τής κρίσης καί
μετά. Τό «brain drain», ή διαρροή εργατικού δυναμικού
-κατά βάση υψηλών προσόντων- αποτελεί μία νέα πραγματικότητα, καθώς πάνω άπό
400.000 άτομα αναζήτησαν καλύτερες προοπτικές στό εξωτερικό κατά τά τελευταία
χρόνια. Ή αλήθεια είναι πως oι μεταβολές στον πληθυσμό oι όποίες παρατηρήθηκαν κατά τίς
τελευταίες δεκαετίες, προέκυψαν κυρίως άπό τό δεύτερο αυτό ισοζύγιο.Αν πάρουμε
τή δεκαετία τοΰ '90 ως παράδειγμα θά συναντήσουμε τήν αντίστροφη εικόνα τών
πρόσφατων ετών, καθώς υπήρξε μία συνολική αύξηση στον πληθυσμό τής τάξης τών
580.000 ανθρώπων. Η συνεισφορά τών γεννήσεων, ωστόσο, σέ αυτή τήν αύξηση ήταν
μόλις oι 50.000. Ή βασική
συνεισφορά-τών 530.000-προέκυψε άπό τήν είσροή μεταναστευτικού δυναμικού,
πράγμα τό όποιο γεννά τό δικό του πλαίσιο συμπερασμάτων.
Τά παραπάνω στοιχεία αφορούν
κατά βάση τό μέγεθος του πληθυσμού. Τεράστιο ρόλο όμως παίζει καί ή σύσταση του
πληθυσμού. Τό δημογραφικό, ώς μείζον εθνικό θέμα, δέν είναι απλά καί μόνο
ποσοτικό αλλά επίσης καί
ποιοτικό ζήτημα.Ας πάρουμε γιά
παράδειγμα τόν δείκτη τής μέσης ηλικίας. Τό 1951, πού η 'Ελλάδα αριθμούσε 7,6
εκατ., ή μέση ηλικία βρισκόταν στά 30 έτη. Σήμερα ή μέση ηλικία βρίσκεται στά
43,5 έτη. Δέν είμαστε μόνο μία χώρα πού μικραίνει. Είμαστε καί μιά χώρα πού
γερνά. Μέ αφορμή όλα αυτά είναι αναγκαίο ώς χώρα νά διαμορφώσουμε όσο τό
δυνατόν πιό ασφαλείς προβλέψεις σέ σχέση μέ τήν εξέλιξη τοΰ πληθυσμού κατά τίς
επόμενες δεκαετίες.
Συμφωνά μέ έρευνα τής
διαΝΕΟσις πού πραγματοποίησε τό 'Ινστιτούτο Δημογραφικών καί Κοινωνικών
Αναλύσεων τοΰ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, επεξεργαστήκαμε έξι σενάρια γιά τό 2050.
Στό καλύτερο αυτών τών σεναρίων ό πληθυσμός θά βρεθεί άπό τά 10,7 στά 10
εκατομμύρια. Τό σενάριο αυτό όμως δέν είναι τό πιθανότερο. Τό πλέον πιθανό
είναι ότι ό πληθυσμός θά υποστεί περαιτέρω συρρίκνωση, πέφτοντας στά 8,8 εκατ.
τό 2050, θά χάσουμε δηλαδή περίπου ακόμα 2 εκατ., ένώ στό χειρότερο τών
σεναρίων θά φτάσουμε στά 8,3 εκατ. Ταυτόχρονα, σέ όλα τά σενάρια, ό πληθυσμός
θά συνεχίσει επίσης νά γερνά. Ένώ oι άνω τών 65 ετών συμπολίτες
μας σήμερα συνιστούν του 21% τοΰ συνολικού πληθυσμού, τό 2050 ή ίδια ηλικιακή
κατηγορία θά συνιστά έως καί τό 33%.
Οι συνεπαγωγές όλων τών έν λόγω
στοιχείων είναι πολλές καί oι περισσότερες είναι επώδυνες.
Τό ασφαλιστικό σύστημα, γιά παράδειγμα, είναι σαφές πώς δέν μπορεί νά μείνει
ανεπηρέαστο άπό αυτά τά στοιχεία. Είναι επίσης προφανές ότι τά στοιχεία αυτά
γεννούν ερωτήματα σέ σχέση μέ τή γεωπολιτική μας στρατηγική, μέ δεδομένο ότι
τά δημογραφικά στοιχεία συγκεκριμένων γειτόνων μας είναι τά εντελώς αντίστροφα
άπό τά δικά μας. Καί,
φυσικά, είναι δεδομένη ή
επίδραση πού θά υπάρχει στή διαδικασία οίκονομικής ανασυγκρότησης καί
ανάκαμψης, καθώς ή μείωση στον πληθυσμό δρα επιβαρυντικά στην οίκονομική
δραστηριότητα.
Τό μέλλον ή τό σχεδιάζεις ή τό
ύφίστασαι. Όλα τά παραπάνω προβλήματα ζητούν
έναν καθαρό καί λεπτομερή τρόπο προσέγγισης. Απαιτείται τόσο στρατηγική όσο καί
σχέδιο. Ας ξεκινήσουμε εστιάζοντας σέ όσα θά μπορούσαμε oι περισσότεροι νά
συμφωνήσουμε.'Ενα τέτοιο παράδειγμα θά ήταν η διαμόρφωση μιας εθνικής
πολιτικής γιά τήν οίκογένεια, στηρίζοντας τά νέα ζευγάρια μέ επένδυση σέ δομές
προσχολικής αγωγής καί βρεφικής φύλαξης καί μέσω στοχευμένης οίκονομικής
υποστήριξης σέ όσους τό έχουν πραγματικά ανάγκη.
Μιά πρόσφατη μελέτη τής διαΝΕΟσις
άπό κοινού μέ τό ΕΚΚΕ αναλύει διεξοδικά τό πλαίσιο καί τίς ενέργειες μιάς
τέτοιας στρατηγικής. "Ενα δεύτερο παράδειγμα άφορα τή γενιά τοϋ «brain drain» καί τό πώς θά μπορούσαμε νά
διαμορφώσουμε τίς προϋποθέσεις, ώστε νά επιστρέψουν πίσω όσο τό δυνατόν περισσότεροι
άπό αυτούς πού έφυγαν. 'Εδώ σίγουρα μπορεί κανείς νά σχεδιάσει στοχευμένες
πολιτικές, όπως γιά παράδειγμα η χρηματοδότηση μετα-διδακτορικών θέσεων στά
πανεπιστήμια ή η περαιτέρω στήριξη τής νεοφυοΰς επιχειρηματικότητας. Ωστόσο,
πλέον καθοριστική θά ήταν ή συμβολή μιας σαφούς αλλαγής στή «μεγάλη είκόνα», μέσω
τής επιστροφής τής χώρας μας σέ ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, μέσα άπό τομές καί
μεταρρυθμίσεις στό κράτος καί στην οίκονομία.
'Εδώ καί χρόνια βιώνουμε μία ιδιότυπη
δικτατορία τής
επικαιρότητας. Μέχρι πρόσφατα εστιάζαμε στην επόμενη δόση, τώρα
μιλάμε για τίς επόμενες εκλογές. Πάνω άπό όλα, πρέπει νά μπορέσουμε νά
υπερβούμε τό λεξιλόγιο ενός διαρκούς «εδώ καί τώρα» γιά νά μπορέσουμε νά
διαχειριστούμε τά υπαρξιακά προβλήματα του τόπου, δηλαδή εκείνα τών οποίων τό
μέγεθος ξεπερνά τό βεληνεκές τής μίας τετραετίας. Δέν είναι απλά καί μόνο
ζήτημα ανάκαμψης γιά τή χώρα. Είναι, έν τέλει, ζήτημα ύπαρξης καί υπόστασης.
*Διευθυντής
ερευνών του οργανισμού έρευνας καί ανάλυσης διαΝΕΟσις
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου