οι κηπουροι τησ αυγησ

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

"...Τό μέλλον ή τό σχεδιάζεις ή τό ύφίστασαι. Όλα τά πα­ραπάνω προβλήματα ζητούν έναν καθαρό καί λεπτομερή τρόπο προσέγγισης. Απαιτείται τόσο στρατηγική όσο καί σχέδιο. Ας ξεκινήσουμε εστιάζοντας σέ όσα θά μπορού­σαμε oι περισσότεροι νά συμφωνήσουμε.'Ενα τέτοιο πα­ράδειγμα θά ήταν η διαμόρφωση μιας εθνικής πολιτικής γιά τήν οίκογένεια, στηρίζοντας τά νέα ζευγάρια μέ επέν­δυση σέ δομές προσχολικής αγωγής καί βρεφικής φύλα­ξης καί μέσω στοχευμένης οίκονομικής υποστήριξης σέ όσους τό έχουν πραγματικά ανάγκη..."

Από την "ΕΣΤΙΑ"

"ΕΣΤΙΑ", 04/04/19

ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗ*

ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ανάλυση ακουμπά τό δημογραφικό
πρό­βλημα τό όποίο αντιμετωπίζει ή 'Ελλάδα, θά πρέπει νά ξε­κινά άπό τό έξης δεδομένο: γιά πρώτη φορά μεταπολεμικά ό πληθυσμός τής χώρας μειώθηκε. Άπό τά 11,1 εκα­τομμύρια, στην απογραφή του 2011, βρεθήκαμε στά 10,7 εκατομμύρια πέρυσι. Τό δημογραφικό διαμορφώνεται άπό δύο Ισοζύγια. Τό πρώτο ισοζύγιο είναι τό γεννήσεις/θάνατοι. Κατά τά χρόνια τής κρίσης oι θάνατοι πέρασαν μπρο­στά άπό τίς γεννήσεις. Σύμφωνα μέ τά τελευταία στοιχεία τής ΕΛΣΤΑΤ, τό 2017 εϊχαμε 88.553 γεννήσεις καί 124.501 θανάτους. Ό πληθυσμός χρειάζεται πάνω άπό 2 παιδιά γιά νά αναπληρωθεί Ή τελευταία χρονιά κατά τήν οποία επι­τύχαμε αυτόν τόν αριθμό, ήταν τό 1981. Εκτοτε η καμπύ­λη ήταν κατά βάση πτωτική. Τό 2016 ό δείκτης γονιμότη­τας γιά τή χώρα μας ήταν 1,38 παιδιά άνά ζευγάρι. Τό επί­πεδο αυτό δέν είναι τό χαμηλότερο πού έχουμε συναντή­σει μεταπολιτευτικά. Τό έτος 1999 ό δείκτης είχε φτάσει στά 1,23 παιδιά άνά ζευγάρι, πράγμα τό οποίο δείχνει πώς ένώ η οίκονομική κατάσταση σίγουρα παίζει καθοριστικό ρόλο στίς οικογενειακές στρατηγικές, μεγάλο ρόλο παί­ζουν καί ζητήματα κουλτούρας καί προσδοκιών, καθώς καί ή εξέλιξη του ελληνικού οίκογενειακοϋ μοντέλου μέ­σα στό χρόνο.

Τό δεύτερο ισοζύγιο πού καθορίζει τό δημογραφι­κό είναι τό μεταναστευτικό. Άπό αυτό τό ισοζύγιο είναι που διαμορφώνεται κυρίως η πτώση στον πληθυσμό άπό τήν εκδήλωση τής κρίσης καί μετά. Τό «brain drain», ή δι­αρροή εργατικού δυναμικού -κατά βάση υψηλών προσό­ντων- αποτελεί μία νέα πραγματικότητα, καθώς πάνω άπό 400.000 άτομα αναζήτησαν καλύτερες προοπτικές στό εξωτερικό κατά τά τελευταία χρόνια. Ή αλήθεια είναι πως oι μεταβολές στον πληθυσμό oι όποίες παρατηρήθηκαν κατά τίς τελευταίες δεκαετίες, προέκυψαν κυρίως άπό τό δεύτερο αυτό ισοζύγιο.Αν πάρουμε τή δεκαετία τοΰ '90 ως παράδειγμα θά συναντήσουμε τήν αντίστροφη εικόνα τών πρόσφατων ετών, καθώς υπήρξε μία συνολική αύξηση στον πληθυσμό τής τάξης τών 580.000 ανθρώπων. Η συνει­σφορά τών γεννήσεων, ωστόσο, σέ αυτή τήν αύξηση ήταν μόλις oι 50.000. Ή βασική συνεισφορά-τών 530.000-προέ­κυψε άπό τήν είσροή μεταναστευτικού δυναμικού, πράγμα τό όποιο γεννά τό δικό του πλαίσιο συμπερασμάτων.

Τά παραπάνω στοιχεία αφορούν κατά βάση τό μέγεθος του πληθυσμού. Τεράστιο ρόλο όμως παίζει καί ή σύσταση του πληθυσμού. Τό δημογραφικό, ώς μείζον εθνικό θέμα, δέν είναι απλά καί μόνο ποσοτικό αλλά επίσης καί
ποιοτι­κό ζήτημα.Ας πάρουμε γιά παράδειγμα τόν δείκτη τής μέ­σης ηλικίας. Τό 1951, πού η 'Ελλάδα αριθμούσε 7,6 εκατ., ή μέση ηλικία βρισκόταν στά 30 έτη. Σήμερα ή μέση ηλικία βρίσκεται στά 43,5 έτη. Δέν είμαστε μόνο μία χώρα πού μι­κραίνει. Είμαστε καί μιά χώρα πού γερνά. Μέ αφορμή όλα αυτά είναι αναγκαίο ώς χώρα νά διαμορφώσουμε όσο τό δυνατόν πιό ασφαλείς προβλέψεις σέ σχέση μέ τήν εξέλιξη τοΰ πληθυσμού κατά τίς επόμενες δεκαετίες.

Συμ­φωνά μέ έρευνα τής διαΝΕΟσις πού πραγματοποίησε τό 'Ινστιτούτο Δημογραφικών καί Κοινωνικών Αναλύσεων τοΰ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, επεξεργαστήκαμε έξι σενάρια γιά τό 2050. Στό καλύτερο αυτών τών σεναρίων ό πληθυ­σμός θά βρεθεί άπό τά 10,7 στά 10 εκατομμύρια. Τό σενά­ριο αυτό όμως δέν είναι τό πιθανότερο. Τό πλέον πιθανό είναι ότι ό πληθυσμός θά υποστεί περαιτέρω συρρίκνωση, πέφτοντας στά 8,8 εκατ. τό 2050, θά χάσουμε δηλαδή πε­ρίπου ακόμα 2 εκατ., ένώ στό χειρότερο τών σεναρίων θά φτάσουμε στά 8,3 εκατ. Ταυτόχρονα, σέ όλα τά σενάρια, ό πληθυσμός θά συνεχίσει επίσης νά γερνά. Ένώ oι άνω τών 65 ετών συμπολίτες μας σήμερα συνιστούν του 21% τοΰ συνολικού πληθυσμού, τό 2050 ή ίδια ηλικιακή κατηγορία θά συνιστά έως καί τό 33%.

Οι συνεπαγωγές όλων τών έν λόγω στοιχείων είναι πολλές καί oι περισσότερες είναι επώδυνες. Τό ασφαλι­στικό σύστημα, γιά παράδειγμα, είναι σαφές πώς δέν μπο­ρεί νά μείνει ανεπηρέαστο άπό αυτά τά στοιχεία. Είναι επί­σης προφανές ότι τά στοιχεία αυτά γεννούν ερωτήματα σέ σχέση μέ τή γεωπολιτική μας στρατηγική, μέ δεδομέ­νο ότι τά δημογραφικά στοιχεία συγκεκριμένων γειτόνων μας είναι τά εντελώς αντίστροφα άπό τά δικά μας. Καί,
φυ­σικά, είναι δεδομένη ή επίδραση πού θά υπάρχει στή δια­δικασία οίκονομικής ανασυγκρότησης καί ανάκαμψης, κα­θώς ή μείωση στον πληθυσμό δρα επιβαρυντικά στην οίκο­νομική δραστηριότητα.

Τό μέλλον ή τό σχεδιάζεις ή τό ύφίστασαι. Όλα τά πα­ραπάνω προβλήματα ζητούν έναν καθαρό καί λεπτομερή τρόπο προσέγγισης. Απαιτείται τόσο στρατηγική όσο καί σχέδιο. Ας ξεκινήσουμε εστιάζοντας σέ όσα θά μπορού­σαμε oι περισσότεροι νά συμφωνήσουμε.'Ενα τέτοιο πα­ράδειγμα θά ήταν η διαμόρφωση μιας εθνικής πολιτικής γιά τήν οίκογένεια, στηρίζοντας τά νέα ζευγάρια μέ επέν­δυση σέ δομές προσχολικής αγωγής καί βρεφικής φύλα­ξης καί μέσω στοχευμένης οίκονομικής υποστήριξης σέ όσους τό έχουν πραγματικά ανάγκη.

Μιά πρόσφατη μελέ­τη τής διαΝΕΟσις άπό κοινού μέ τό ΕΚΚΕ αναλύει διεξοδι­κά τό πλαίσιο καί τίς ενέργειες μιάς τέτοιας στρατηγικής. "Ενα δεύτερο παράδειγμα άφορα τή γενιά τοϋ «brain drain» καί τό πώς θά μπορούσαμε νά διαμορφώσουμε τίς προϋπο­θέσεις, ώστε νά επιστρέψουν πίσω όσο τό δυνατόν περισ­σότεροι άπό αυτούς πού έφυγαν. 'Εδώ σίγουρα μπορεί κα­νείς νά σχεδιάσει στοχευμένες πολιτικές, όπως γιά παρά­δειγμα η χρηματοδότηση μετα-διδακτορικών θέσεων στά πανεπιστήμια ή η περαιτέρω στήριξη τής νεοφυοΰς επι­χειρηματικότητας. Ωστόσο, πλέον καθοριστική θά ήταν ή συμβολή μιας σαφούς αλλαγής στή «μεγάλη είκόνα», μέ­σω τής επιστροφής τής χώρας μας σέ ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, μέσα άπό τομές καί μεταρρυθμίσεις στό κρά­τος καί στην οίκονομία.

'Εδώ καί χρόνια βιώνουμε μία ιδιότυπη δικτατορία τής 
επι­καιρότητας. Μέχρι πρόσφατα εστιάζαμε στην επόμενη δόση, τώρα μιλάμε για τίς επόμενες εκλογές. Πάνω άπό όλα, πρέ­πει νά μπορέσουμε νά υπερβούμε τό λεξιλόγιο ενός διαρ­κούς «εδώ καί τώρα» γιά νά μπορέσουμε νά διαχειριστούμε τά υπαρξιακά προβλήματα του τόπου, δηλαδή εκείνα τών οποίων τό μέγεθος ξεπερνά τό βεληνεκές τής μίας τετραετίας. Δέν είναι απλά καί μόνο ζήτημα ανάκαμψης γιά τή χώρα. Είναι, έν τέλει, ζήτημα ύπαρξης καί υπόστασης.

*Διευθυντής ερευνών του οργανισμού έρευνας καί ανάλυσης διαΝΕΟσις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου