Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", και...
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 20-21/04/ |
"ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ",
του Διονύση Νασόπουλου
Με ποδοσφαιρικούς όρους, το Μέγαρο Μαξίμου προσπαθεί να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα. Οχι για να «κλέψει» χρόνο στις καθυστερήσεις και να διαφυλάξει ένα θετικό αποτέλεσμα, αλλά από προφανή αδυναμία να δώσει απαντήσεις σε σοβαρά ερωτήματα που μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμα και στην αφετηρία μιας προεκλογικής εκστρατείας. Οι καταγγελίες του επιχειρηματία Ευάγγελου Μαρινάκη διατυπώθηκαν δημόσια και αποκαλύπτουν πώς κινείται στο παρασκήνιο μια κυβέρνηση που επιδιώκει να φτάσει στις κάλπες, κρατώντας στο ένα χέρι τη ρομφαία της κάθαρσης στην πολιτική ζωή και στο άλλο το φωτοστέφανο ενός ηθικού πλεονεκτήματος - που διαφημίζει ο Αλέξης Τσίπρας πριν ακόμη εγκατασταθεί στο Μέγαρο Μαξίμου.
Στην πραγματικότητα, είναι ο Πρωθυπουργός εκείνος που καλείται να δώσει απαντήσεις επί της ουσίας - και το αντιλαμβάνεται σχεδόν σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό. Ο πρώην υπουργός Γιάννης Μανιάτης το έθεσε χθες με τρόπο που καλύπτει όποιον βρίσκεται στα βουλευτικά έδρανα: «Αν δεν είχε δίκιο ο κ. Μαρινάκης, θα έπρεπε ο Αλέξης Τσίπρας να τον διαψεύσει μέσα σε μισή ώρα...». Ακόμη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ περιμένουν τις πρωθυπουργικές απαντήσεις για να μπουν στη συζήτηση. Αλλά δύο 24ωρα μετά, απαντήσεις δεν υπάρχουν. Παρά μόνο απειλές και ένα αναμάσημα δηλώσεων που από καιρό συντηρούν μια στοχοποίηση. Οσο θα παραμείνει σε αυτήν τη γραμμή άμυνας ο Αλέξης Τσίπρας και η πρωθυπουργική ομάδα, το πιθανότερο είναι ότι τα καταγγελλόμενα από τον Ευάγγελο Μαρινάκη θα αναδειχθούν σε βασικά προεκλογικά ερωτήματα, παρά θα ατονήσουν. Κυρίως επειδή αναδεικνύουν - και μάλιστα σε καθοριστικά θέματα για την εικόνα μιας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας - το ύφος και το ήθος μιας εξουσίας που βρίσκεται μπροστά στην ώρα της (λαϊκής) κρίσης.
Οι δημόσιες καταγγελίες ή διαψεύδονται ή επιβεβαιώνονται και συνοδεύονται από εξηγήσεις. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει - και αυτός που ήδη αναζητείται, το μόνο που καταφέρνει είναι να επιτείνει το κυβερνητικό αδιέξοδο. Τα δύο κρίσιμα ερωτήματα που ανακύπτουν από όσα ανέφερε ο επιχειρηματίας είναι απλά: πρώτον, υπήρξε ή όχι αίτημα προς τον Ευάγγελο Μαρινάκη για ιδιωτική δανειοδότηση του εργολάβου Καλογρίτσα, προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να εξασφαλίσει τη λειτουργία ενός απολύτως ελεγχόμενου τηλεοπτικού σταθμού; Και δεύτερον, ζητήθηκε ή όχι στη διεύθυνση των εφημερίδων του πρώην ΔΟΛ να εγκατασταθούν τοποτηρητές του Μεγάρου Μαξίμου; Για κανένα από τα δύο ερωτήματα η σιωπή δεν είναι χρυσός, ιδίως σε μια περίοδο που θα πρέπει καθημερινά να βρίσκεται σε κάποιο προεκλογικό μπαλκόνι.
Στην πραγματικότητα, είναι ο Πρωθυπουργός εκείνος που καλείται να δώσει απαντήσεις επί της ουσίας - και το αντιλαμβάνεται σχεδόν σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό. Ο πρώην υπουργός Γιάννης Μανιάτης το έθεσε χθες με τρόπο που καλύπτει όποιον βρίσκεται στα βουλευτικά έδρανα: «Αν δεν είχε δίκιο ο κ. Μαρινάκης, θα έπρεπε ο Αλέξης Τσίπρας να τον διαψεύσει μέσα σε μισή ώρα...». Ακόμη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ περιμένουν τις πρωθυπουργικές απαντήσεις για να μπουν στη συζήτηση. Αλλά δύο 24ωρα μετά, απαντήσεις δεν υπάρχουν. Παρά μόνο απειλές και ένα αναμάσημα δηλώσεων που από καιρό συντηρούν μια στοχοποίηση. Οσο θα παραμείνει σε αυτήν τη γραμμή άμυνας ο Αλέξης Τσίπρας και η πρωθυπουργική ομάδα, το πιθανότερο είναι ότι τα καταγγελλόμενα από τον Ευάγγελο Μαρινάκη θα αναδειχθούν σε βασικά προεκλογικά ερωτήματα, παρά θα ατονήσουν. Κυρίως επειδή αναδεικνύουν - και μάλιστα σε καθοριστικά θέματα για την εικόνα μιας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας - το ύφος και το ήθος μιας εξουσίας που βρίσκεται μπροστά στην ώρα της (λαϊκής) κρίσης.
Μέχρι προχθές και με ορίζοντα την 26η Μαΐου, στο Μέγαρο Μαξίμου κινούνταν με τη βεβαιότητα πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα ελέγξουν την υπόθεση Πετσίτη και θα φτάσουν στις κάλπες με σχεδόν μοναδικό πρόβλημα την κάλυψη της ζημιάς από τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Βορράς ήταν μια υπόθεση ειδικού χειρισμού που θα μπορούσε να φέρει αποτελέσματα. Μέσα από μια γενική κινητοποίηση, όπως το επεξεργάζονταν και στο Μαξίμου, το ζητούμενο ήταν μια διαχειρίσιμη ήττα, που θα επιτρέπει στην κυβέρνηση να φτάσει έως το φθινόπωρο. Εάν τα πράγματα στις 26 Μαΐου στραβώσουν για τα καλά, εν ολίγοις, εάν καταγραφεί μια καθολική αποδοκιμασία για την κυβέρνηση και το «φύγετε» αποκτήσει χαρακτηριστικά παλλαϊκού αιτήματος μέσα από τις κάλπες, στο πρωθυπουργικό επιτελείο γνωρίζουν καλά ότι μια νέα εκλογική αναμέτρηση έως το τέλος Ιουνίου μπορεί να καταστεί αναπόφευκτη. Σε μια κυβέρνηση που αποδεδειγμένα θα βρίσκεται σε αποδρομή, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι παράγοντες της αγοράς έχουν τον τρόπο τους για να δείξουν άμεσα στην έξοδο. Εάν η κάλπη φωνάξει, το φθινόπωρο θα βρίσκεται μακριά.
Οι δημόσιες καταγγελίες Μαρινάκη, όσο παραμένουν αναπάντητες, θα εξελίσσονται σε μια νέα πληγή για το Μέγαρο Μαξίμου. Πρωτίστως, όμως, έδειξαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας οδεύει προς τις εκλογές μέσα σε ένα απρόβλεπτο σκηνικό που μπορεί να κρύβει πολλές εκπλήξεις.
"ΜΑΣΚΕΣ",
του Μιχάλη Τσιντσίνη
Δεν είναι ανάγκη να πιστέψει κανείς την καταγγελία. Δεν μπορεί όμως, με αφορμή την καταγγελία, να μη θυμηθεί τι είχαν επιχειρήσει οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με τον περιλάλητο «νόμο Παππά» για τις τηλεοπτικές άδειες.
Είχαν αποσπάσει υπέρ του Παππά την αρμοδιότητα που το Σύνταγμα απονέμει στο ΕΣΡ, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ολιγοπώλιο πληροφορίας. Από τους τέσσερις ενημερωτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, που προέβλεπε το σχέδιο, ο ένας θα ανήκε σε έναν εργολάβο, παλαιό γνώριμο της Αριστεράς, που –όπως αποδείχθηκε και από την έκπτωσή του από τα δημόσια έργα που του δόθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ– δεν είχε ούτε τα χαρτόσημα για να βάλει υποθήκη τα βοσκοτόπια του. Το δεύτερο από τα τέσσερα κανάλια θα ανήκε στον επιχειρηματία που η κυβέρνηση παρουσιάζει σήμερα σαν ένοχο για τον μισό ποινικό κώδικα.
Ο νόμος δεν πέρασε. Η κυβέρνηση, όμως, συνέχισε να προσπαθεί να εξοστρακίσει όσους από τους παλιούς κατόχους οικονομικής και μιντιακής εξουσίας δεν είχε καταφέρει ήδη να προσεταιρισθεί. Η εκστρατεία αυτή εκπορευόταν από το αρχικό δόγμα ότι «πραγματική» εξουσία δεν είναι η πολιτική εξουσία που εξασφαλίζει η λαϊκή ψήφος. Δεν φτάνει να έχεις την κυβέρνηση και την πλειοψηφία στη Βουλή. Δεν φτάνει να νομοθετείς –να ορίζεις τους επίσημους κανόνες–, γιατί η ισχύς αποκτάται εις βάρος των κανόνων.
Οχι, δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς τις καταγγελίες για ανομολόγητα συμβόλαια που χάλασαν και μεγα-ρουσφέτια που έμειναν ανεκπλήρωτα, για να διαπιστώσει πώς επιχείρησε να εδραιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί να διαβάζει τις τροπολογίες που κατατίθενται τους τελευταίους μήνες. Με αυτές τις φαιές ρυθμίσεις η πολιτική ευθύνη διαμοιράζεται σε όλο το κομματικό σώμα, και όχι μόνο στον υπουργό που είχε αναλάβει τις διευθετήσεις.
Μπορεί, άραγε, ο Τσίπρας να χρησιμοποιήσει τη σύγκρουσή του με τον Μαρινάκη για να δικαιολογήσει πρόωρες εκλογές τον Μάιο; Η σύγκρουση θα μπορούσε να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ μια διέξοδο από τον κίνδυνο του σπιράλ της αλυσιδωτής ήττας. Για να επιλέξει, όμως, μια σύγκρουση μέχρις εσχάτων, πρέπει να μην έχει κάτι να φοβάται. Ο Τσίπρας μέχρι στιγμής δεν ρισκάρει ούτε καν να εκνευρίσει τον Καμμένο.
Ο,τι και αν αποφασίσει ο πρωθυπουργός στη μία εβδομάδα που του απομένει, μέχρι το χρονικό όριο της προκήρυξης των εκλογών, μπορεί να είναι βέβαιος ότι στο τέλος της τετραετίας έχει πετύχει αυτό που ήθελε. Πέτυχε να έχει ερείσματα στα μίντια και στην επιχειρηματική τάξη. Κι, ωστόσο, τίποτε από όλα αυτά δεν φαίνεται ικανό να αναχαιτίσει τη φθορά του.
Ο Τσίπρας δεν είναι ο πρώτος που μέλλει να διαπιστώσει ότι κανένας σύμμαχος, εντός ή εκτός Ελλάδος, όσο ισχυρός κι αν φαντάζει, δεν μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του. Μπορεί να ακούγεται πολύ ρομαντικό για τον κυνισμό των αριστερών, αλλά ναι: Η εξουσία κερδίζεται –και χάνεται– στις κάλπες.
Οι δημόσιες καταγγελίες Μαρινάκη, όσο παραμένουν αναπάντητες, θα εξελίσσονται σε μια νέα πληγή για το Μέγαρο Μαξίμου. Πρωτίστως, όμως, έδειξαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας οδεύει προς τις εκλογές μέσα σε ένα απρόβλεπτο σκηνικό που μπορεί να κρύβει πολλές εκπλήξεις.
"ΜΑΣΚΕΣ",
του Μιχάλη Τσιντσίνη
Δεν είναι ανάγκη να πιστέψει κανείς την καταγγελία. Δεν μπορεί όμως, με αφορμή την καταγγελία, να μη θυμηθεί τι είχαν επιχειρήσει οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με τον περιλάλητο «νόμο Παππά» για τις τηλεοπτικές άδειες.
Είχαν αποσπάσει υπέρ του Παππά την αρμοδιότητα που το Σύνταγμα απονέμει στο ΕΣΡ, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ολιγοπώλιο πληροφορίας. Από τους τέσσερις ενημερωτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας, που προέβλεπε το σχέδιο, ο ένας θα ανήκε σε έναν εργολάβο, παλαιό γνώριμο της Αριστεράς, που –όπως αποδείχθηκε και από την έκπτωσή του από τα δημόσια έργα που του δόθηκαν επί ΣΥΡΙΖΑ– δεν είχε ούτε τα χαρτόσημα για να βάλει υποθήκη τα βοσκοτόπια του. Το δεύτερο από τα τέσσερα κανάλια θα ανήκε στον επιχειρηματία που η κυβέρνηση παρουσιάζει σήμερα σαν ένοχο για τον μισό ποινικό κώδικα.
Ο νόμος δεν πέρασε. Η κυβέρνηση, όμως, συνέχισε να προσπαθεί να εξοστρακίσει όσους από τους παλιούς κατόχους οικονομικής και μιντιακής εξουσίας δεν είχε καταφέρει ήδη να προσεταιρισθεί. Η εκστρατεία αυτή εκπορευόταν από το αρχικό δόγμα ότι «πραγματική» εξουσία δεν είναι η πολιτική εξουσία που εξασφαλίζει η λαϊκή ψήφος. Δεν φτάνει να έχεις την κυβέρνηση και την πλειοψηφία στη Βουλή. Δεν φτάνει να νομοθετείς –να ορίζεις τους επίσημους κανόνες–, γιατί η ισχύς αποκτάται εις βάρος των κανόνων.
Οχι, δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς τις καταγγελίες για ανομολόγητα συμβόλαια που χάλασαν και μεγα-ρουσφέτια που έμειναν ανεκπλήρωτα, για να διαπιστώσει πώς επιχείρησε να εδραιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί να διαβάζει τις τροπολογίες που κατατίθενται τους τελευταίους μήνες. Με αυτές τις φαιές ρυθμίσεις η πολιτική ευθύνη διαμοιράζεται σε όλο το κομματικό σώμα, και όχι μόνο στον υπουργό που είχε αναλάβει τις διευθετήσεις.
Μπορεί, άραγε, ο Τσίπρας να χρησιμοποιήσει τη σύγκρουσή του με τον Μαρινάκη για να δικαιολογήσει πρόωρες εκλογές τον Μάιο; Η σύγκρουση θα μπορούσε να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ μια διέξοδο από τον κίνδυνο του σπιράλ της αλυσιδωτής ήττας. Για να επιλέξει, όμως, μια σύγκρουση μέχρις εσχάτων, πρέπει να μην έχει κάτι να φοβάται. Ο Τσίπρας μέχρι στιγμής δεν ρισκάρει ούτε καν να εκνευρίσει τον Καμμένο.
Ο,τι και αν αποφασίσει ο πρωθυπουργός στη μία εβδομάδα που του απομένει, μέχρι το χρονικό όριο της προκήρυξης των εκλογών, μπορεί να είναι βέβαιος ότι στο τέλος της τετραετίας έχει πετύχει αυτό που ήθελε. Πέτυχε να έχει ερείσματα στα μίντια και στην επιχειρηματική τάξη. Κι, ωστόσο, τίποτε από όλα αυτά δεν φαίνεται ικανό να αναχαιτίσει τη φθορά του.
Ο Τσίπρας δεν είναι ο πρώτος που μέλλει να διαπιστώσει ότι κανένας σύμμαχος, εντός ή εκτός Ελλάδος, όσο ισχυρός κι αν φαντάζει, δεν μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του. Μπορεί να ακούγεται πολύ ρομαντικό για τον κυνισμό των αριστερών, αλλά ναι: Η εξουσία κερδίζεται –και χάνεται– στις κάλπες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου