οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

"...Αλλά η πολιτεία συνεχίζει να μην έχει πράξει έστω κάτι συμβολικό για να μην ξεχαστεί εκείνο το έγκλημα του φανατισμού και της εχθροπάθειας. Ακόμα δεν έγινε δυνατό να τοποθετηθεί ένα μνημείο ή έστω μια αναθηματική πλάκα στο σημείο όπου πέθαναν τρεις άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είχαν αποφασίσει να δουλέψουν σε μέρα μιας απεργίας με απατηλό διακύβευμα, όπου δοξάζονταν ο φόβος και το αντιδημοκρατικό μίσος. Η απάντηση είναι εύλογη. Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, κάποιες από τις δεδομένες δημοκρατικές υποχρεώσεις της κυβέρνησης πήγαν πίσω. Δεν υπήρχε χρόνος, δεν ήταν επείγουσα προτεραιότητα. Κι επιπλέον, δεν υπήρχε λόγος για μια χωρίς λόγο ένταση μια εποχή όπου χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση. Αλλά γιατί να δημιουργήσει ένταση η δημόσια διασφάλιση της υπόμνησης ενός τραγικού ιστορικού γεγονότος; Η απότιση τιμής στη μνήμη τριών νεκρών που έπεσαν θύματα μιας τυφλής μισαλλοδοξίας ισοδυναμεί με την ανάδειξη της δημοκρατικής ουσίας των πραγμάτων: τρεις πολίτες πέθαναν στο όνομα της διεκδίκησης, με ατομικό τρόπο, της ζωής τους, που ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση από τη διεκδίκηση εκείνων που τους σκότωσαν..."

Από  "ΤΑ ΝΕΑ"

"ΤΑ ΝΕΑ", 04/05/20


Πάλι ξεχνάμε τη Μαρφίν

Αγγελική Παπαθανασοπούλου, Παρασκευή Ζούλια, Επαμεινώνδας Τσάκαλης. Πέρασαν 9 χρόνια από τη δολοφονία τους, 9 χρόνια χωρίς να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν θα τους ξεχάσουμε ποτέ». Αυτά έγραφε πέρυσι, την επέτειο του εγκλήματος της Μαρφίν (5 Μαΐου 2010), ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο Τwitter, αρχηγός τότε ακόμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Εναν χρόνο μετά, και ενώ ο Μητσοτάκης είναι Πρωθυπουργός, η Μαρφίν συνεχίζει να μένει αδιερεύνητη. Κάτι παραπάνω. Συνεχίζει να είναι μια επέτειος ξεχασμένη. Τη μνήμη της συντηρούν ελάχιστοι ενεργοί πολίτες, κυρίως με αναρτήσεις τους στο Διαδίκτυο - πρόσωπα που την εποχή της αντιμνημονιακής υστερίας και του λαϊκισμού είχαν προσπαθήσει, ή ελπίσει, να μη νικήσουν οι δυνάμεις που, διεκδικώντας την εξουσία, έπαιξαν τυχοδιωκτικά τις τύχες της χώρας.

Αλλά η πολιτεία συνεχίζει να μην έχει πράξει έστω κάτι συμβολικό για να μην ξεχαστεί εκείνο το έγκλημα του φανατισμού και της εχθροπάθειας. Ακόμα δεν έγινε δυνατό να τοποθετηθεί ένα μνημείο ή έστω μια αναθηματική πλάκα στο σημείο όπου πέθαναν τρεις άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είχαν αποφασίσει να δουλέψουν σε μέρα μιας απεργίας με απατηλό διακύβευμα, όπου δοξάζονταν ο φόβος και το αντιδημοκρατικό μίσος.

Η απάντηση είναι εύλογη. Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, κάποιες από τις δεδομένες δημοκρατικές υποχρεώσεις της κυβέρνησης πήγαν πίσω. Δεν υπήρχε χρόνος, δεν ήταν επείγουσα προτεραιότητα. Κι επιπλέον, δεν υπήρχε λόγος για μια χωρίς λόγο ένταση μια εποχή όπου χρειάζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναίνεση. Αλλά γιατί να δημιουργήσει ένταση η δημόσια διασφάλιση της υπόμνησης ενός τραγικού ιστορικού γεγονότος; Η απότιση τιμής στη μνήμη τριών νεκρών που έπεσαν θύματα μιας τυφλής μισαλλοδοξίας ισοδυναμεί με την ανάδειξη της δημοκρατικής ουσίας των πραγμάτων: τρεις πολίτες πέθαναν στο όνομα της διεκδίκησης, με ατομικό τρόπο, της ζωής τους, που ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση από τη διεκδίκηση εκείνων που τους σκότωσαν. Είναι ώρα να διεκδικήσουμε την ατομικότητα, την αυτοπραγμάτωση, τις προσωπικές επιλογές των ανθρώπων που έχουν μεγάλη σημασία στις ελεύθερες κοινωνίες. Στις κοινωνίες όπου το όριο της ελευθερίας το βάζουν οι νόμοι, όχι οι ιδεολογίες. Αυτό το τόσο απλό πράγμα χρειάζεται κάποια στιγμή να μη φοβάται κανείς να το διατρανώσει.


Ζούμε στη χώρα όπου ένα πολιτικό κόμμα, όπως το ΚΚΕ, μπορεί να διοργανώνει μια συγκέντρωση στο Σύνταγμα εν μέσω απαγορεύσεων για λόγους δημόσιας υγείας, μια συγκέντρωση μόνο με συμβολισμούς. Αλλά η κοινοβουλευτική πλειοψηφία σαν να φοβάται να προβάλει τους δικούς της συμβολισμούς και να διεκδικήσει τους δημοκρατικούς κανόνες. Με άλλα λόγια, ενώ παράγεται πολιτικό νόημα από τη ρητορική και τους συμβολισμούς μιας σειράς τύπων στο όνομα της Αριστεράς, δεν είναι εύκολο να παραχθεί οποιοδήποτε νόημα με ευρύτερη απήχηση από τη δολοφονία των τριών της Μαρφίν.

Οι δυνάμεις που επιθυμούν μια κανονική κοινωνία, την οποία θα συγκροτούν η εργασία, η πρόοδος, η δημιουργικότητα, η γνώση, τελικά η δημοκρατία, ακόμα και μετά τον πολιτικό τους θρίαμβο δεν βρίσκουν αναγκαίο να επιδιώξουν να δώσουν νόημα σε γεγονότα που υπερασπίζουν τις επιδιώξεις τους.

Κι όμως, είναι αναγκαίο. Κι είναι δημοκρατική υποχρέωση προς αυτόν τον τόπο.


Στο όνομα της προοδευτικότητας

Πριν από μερικές ημέρες, συνελήφθησαν στην Πολυτεχνειούπολη δυο τύποι οι οποίοι διακινούσαν ναρκωτικά, έκαναν ληστείες, διαρρήξεις - μεταξύ άλλων, λεηλάτησαν και εργαστηριακό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό του πανεπιστημίου. Στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας διακριβώθηκε ότι οι δύο δράστες «διέμεναν και χρησιμοποιούσαν δωμάτια της Παλαιάς Φοιτητικής Εστίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ως χώρους απόκρυψης των κλοπιμαίων, συγκάλυψης των έκνομων ενεργειών τους και για πράξεις διακίνησης ναρκωτικών». Η είδηση πέρασε στα ψιλά. Δεν θα έπρεπε. Επειδή έχουμε κατά κόρον συζητήσει στο παρελθόν για το λεγόμενο πανεπιστημιακό άσυλο, που ακόμα το υπερασπίζεται η Αριστερά - και μαζί το ανέχτηκε, ακόμα το επικαλούνται κάποιοι καθηγητές και πολλοί πρυτάνεις. Στο όνομα του ασύλου, τα πανεπιστήμια έγιναν εμπορικά κέντρα λαθρεμπορίου, χώρος αποθήκευσης εμπορευμάτων, άσυλα ναρκωτικών, λαϊκά υπνωτήρια, άντρα εγκληματικότητας, τόποι πολιτικού προσηλυτισμού, εργαστήρια παρασκευής βομβών μολότοφ... Το άσυλο υποβάθμισε κατά σύστημα ό,τι υποτίθεται υπεράσπιζε: τον πολιτικό και αισθητικό πλουραλισμό, την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων.

Τα ίδια έχουν συμβεί με τις εστίες. Φτιάχθηκαν για να φιλοξενούνται φτωχά παιδιά που φιλοξενούνται στους τόπους όπου λειτουργούν πανεπιστήμια. Κατέληξαν, εν πολλοίς, κατειλημμένοι άθλιοι χώροι, συχνά από πρόσωπα (όπως οι δύο συλληφθέντες) που δεν έχουν σχέση με τον φοιτητικό χώρο. Θα τολμήσει άραγε το κράτος να αποκαταστήσει και αυτή την ανορθογραφία, που συντηρείται ακόμα και διά της βίας στο όνομα της προοδευτικότητας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου