Από "ΤΑ ΝΕΑ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 07/05/20 |
Πολιτικός κυνισμός γιά τη Μαρφίν
Υπ' αυτή την έννοια δεν με εξέπληξε η χθεσινή ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ με την οποία το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης απάντησε στην πρόσκληση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, να παρευρεθεί και ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας το Σάββατο στα αποκαλυπτήρια πλακέτας εις μνήμην των θυμάτων του εγκλήματος της Μαρφίν. Ο άνθρωπος που χθες, όπως και τα προηγούμενα δέκα χρόνια, ξεχνούσε κατά σύστημα το έγκλημα που διέπραξαν οι κουκουλοφόροι με τις μολότοφ, οι οποίοι στην πρώτη μεγάλη αντιμνημονιακή πορεία πυρπόλησαν την τράπεζα επειδή οι τράπεζες εκπροσωπούν τον κακό καπιταλισμό, θα ήταν παράξενο να παραδεχτεί την ιδεολογική ήττα του συμμετέχοντας σε μια εκδήλωση μνήμης για την οποία έπρεπε να περιμένουμε δέκα χρόνια.
Σε τι συνίσταται η ιδεολογική ήττα του Τσίπρα σε σχέση με τη Μαρφίν; Στην άρνηση της παραδοχής της υποχρέωσης της δημοκρατίας να τιμά τους νεκρούς που, απρόκλητα, έπεσαν θύματα λόγω του ιδεολογικοπολιτικού μίσους και του φανατισμού. Και στην προσπάθεια μετάθεσης της ευθύνης από τους αυτουργούς σε μια ηθική αυτουργία λόγω ελλιπών μέτρων πυρασφάλειας η οποία, κατά την παραμορφωτική λογική του ιδεολογικού χώρου που εκπροσωπεί, βαρύνει την εργοδοσία, άρα τον καπιταλισμό, το σύστημα, οπότε άντε βρες τους φυσικούς αυτουργούς που κρύφτηκαν μια χαρά πίσω από τη διαδήλωση και τους διαδηλωτές - κάποιοι από τους οποίους, όπως ακούστηκε στη δίκη, μούντζωναν τους εργαζομένους που προσπαθούσαν να διαφύγουν από το μπαλκόνι απειλώντας τους: «Να καείς ρε».
Δεν είναι μόνο αυτά. Στην ανακοίνωσή του, που λησμονεί ότι πρόκειται για τον ίδιο υπουργό που τυφλή βόμβα η οποία εξερράγη τον προθάλαμο του γραφείου του σκότωσε τον υπασπιστή του Γιώργο Βασιλάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ επικρίνει τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και τους συνεργάτες του: είναι «οι ίδιοι άνθρωποι που διαχειρίστηκαν τότε την υπόθεση χωρίς να εντοπίσουν και να οδηγήσουν τους ενόχους στη Δικαιοσύνη», λέει. Ο Χρυσοχοΐδης, προχθές, ζήτησε να ξαναρχίσει η έρευνα για την ανακάλυψη των δολοφόνων. Θα έχει πάντως πολύ ενδιαφέρον η πορεία των ερευνών. Στο μεταξύ, ας αναρωτηθούμε υπό ποίες συνθήκες κατέθεσαν στο δικαστήριο, στη δίκη της Μαρφίν, τον Σεπτέμβριο του 2016, οι μάρτυρες. Υπό ποίες συνθήκες έγινε η δίκη.
Κατά τα άλλα, ο ΣΥΡΙΖΑ επικρίνει την κυβέρνηση διότι πέρασαν δέκα χρόνια χωρίς να βρεθούν οι ένοχοι. Υπενθυμίζω ότι τεσσεράμισι απ' αυτά πέρασαν με κυβερνήσεις Τσίπρα.
Η αμήχανα κυνική ανακοίνωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, πάντως, καταλήγει: «Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτίσει φόρο τιμής με την κατάθεση στεφάνου στο σημείο που θα στηθεί η πλακέτα στις 9.30 το πρωί του Σαββάτου». Αργά το θυμήθηκαν - έπειτα από δέκα χρόνια.
Είτε αμήχανος είτε επιθετικός, τον ξέρω καλά αυτόν τον πολιτικό κυνισμό. Ξέρω τις πολιτικές ευκαιρίας, τις σημαίες ευκαιρίας. Τις εξυπνάδες, τον φανατισμό που τυφλώνει. Τον αποπροσανατολισμό, τους αντιπερισπασμούς. Το ψέμα. Ολα αυτά συνιστούν μια από τις χειρότερες παραδόσεις του κινήματος της κομμουνιστικής Αριστεράς. Χειρότερη παράδοση απ' αυτές ήταν μόνο μία: η συκοφάντηση και, όταν μπορούσαν, η φυλάκιση ή και η εξόντωση όσων έπεφταν σε δυσμένεια της εξουσιαστικής ομάδας ή και του ηγέτη.
Ολα αυτά είναι ο βασικός λόγος που δεν μπόρεσα να αποδεχθώ την υπόσχεση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αλλάξει, θα γίνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Είναι δύσκολο ένας πολιτικός χώρος να μάθει τους κανόνες που δεν είχε ποτέ η παράδοση και η κουλτούρα του.
Μπίρες στην πλατεία
Είναι νέοι, αισθάνθηκαν επιτέλους ελεύθεροι, βγήκαν να το γιορτάσουν. Το μεταμεσονύκτιο υπαίθριο πάρτι νεαρών με μπίρες στην Αγία Παρασκευή ήταν αυθόρμητο και το υπαγόρευσαν εύλογοι λόγοι. Οι νεαροί ξεχαρμάνιασαν, έπειτα από περίοδο αναγκαστικής απομόνωσης, για λόγους που δεν τους αγγίζουν. Δεν είδαν αυτοί τον κίνδυνο, δεν τον οσμίστηκαν στη γειτονιά μας, μπορούν να εκλαμβάνουν λοιπόν ό,τι συμβαίνει σαν ένα αστείο, μια φάρσα ουσιαστικά σε βάρος τους. Οι περισσότεροι απ' όσους πήραν μέρος στο πάρτι είναι οι τυχεροί. Ζουν στο περιθώριο των πολιτικών παθών, οι περιπέτειες της χώρας δεν τους αγγίζουν - κι ας μεγάλωσαν την περίοδο της κρίσης. Ζουν σε καθεστώς εμπεδωμένης ασφάλειας, κουτσά στραβά με μια οικονομική άνεση τουλάχιστον ως προς τα χρειώδη. Προστατεύονται από πολλαπλές ασπίδες: τη δημοκρατική ασπίδα που τους εξασφαλίζει τη ζωή σε περιβάλλον ασφάλειας, τη γονική ασπίδα που τους διασφαλίζει το παρόν και τους επιτρέπει κάποιους έστω σχεδιασμούς για το μέλλον, την ευρωπαϊκή ασπίδα που τους προτρέπει στην εξωστρέφεια, τον κοινωνικό φιλελευθερισμό που τους κρατά ελεύθερο το πεδίο, τον ευδαιμονισμό με τον οποίο συνυφαίνεται σε μεγάλο βαθμό ο ατομικισμός που προτείνουν τα σχολεία και η οικογένεια. Η νεότητά τους, κι αυτή μια ασπίδα είναι κατά των φοβιών για την υγεία και τη ζωή τους.
Είναι δύσκολο να μάθουν την πειθαρχία για λόγους δημόσιας υγείας πρόσωπα που δεν έχουν σχετικά βιώματα. Η κουλτούρα της κοινωνικής ευθύνης είναι σχετική έννοια σε περιβάλλοντα που οι κοινωνικές ελευθερίες είναι αυτονόητες, κάτι σαν φυσικά φαινόμενα. Γι' αυτό, μοιραία, ξαναέρχεται η ώρα του Χαρδαλιά: η ώρα της επιβολής μέτρων που αποσκοπούν στο κοινό καλό. Σε συνθήκες όπως η δική μας, ο περιορισμός είναι διαπαιδαγωγητικός.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 07/05/20 |
ΘΥΜΑΤΑ ΕΝΟΣ
"ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΓΩΝΑ"
Λίγες ημέρες μετά την 5η Μαίου2010 οργανώθηκε μνημόσυνο μπροστά στο κτήριο της Marfin, όπου είχαν καεί ζωντανοί από τις μολότωφ διαδηλωτών οι Παρασκευή Ζούλια, Αγγελική Παπαθανασοπούλου (έγκυος τεσσάρων μηνών)και Νώντας Τσάκαλης. Πήγα και εγώ, δεν συγκεντρωθήκαμε περισσότεροι από 10-20 άνθρωποι.Αφήσαμε τα κεριά μας, διαλυθήκαμε γρήγορα και ησύχως, ντροπιασμένοι.
Εκείνη την εποχή όλοι ήσαν αντιμνημονιακοί, με πρώτο-πρώτο τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρόεδρος της ΝΔ έδινε αγώνες στα Ζάππεια κατά του ΔΝΤ,της τρόικας, του Eurogroup και άλλων εχθρών της χώρας - πρωτίστως κατά του προδότη και ανίκανου Γιώργου Παπανδρέου, τον οποίο έπρεπε το συντομότερο να αντικαταστήσει στην πρωθυπουργία για να σώσει τη χώρα. Αλλά ακόμα και ο κ. Παπανδρέου είχε αναγνωρίσει το δίκαιο αυτών που διαδήλωναν εναντίον του.
Η κυρίαρχη αφήγηση έλεγε πως τα μνημόνια τα επέβαλαν οι «ξένοι» - δεν έφταιγαν οι πολιτικοί μας, δεν σπαταλούσαν δανεικά χρήματα για να κερδίσουν εκλογές, δεν άφηναν κομματικούς και άλλους φίλους να κλέβουν δημόσιο χρήμα. Για τούτο ο Ανδρέας Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ διωκόταν επί δέκα χρόνια, επί όλων των κυβερνήσεων της τρομερής δεκαετίας που ζήσαμε: έπρεπε να καταδικαστεί αυτός για να αθωωθεί το κομματικό σύστημα, του «αντισυστημικού» ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβανομένου.
Οι τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι ήσαν δοσίλογοι, πράκτορες του εχθρού αφού τολμούσαν να δουλεύουν την ημέρα γενικής απεργίας - στην καλύτερη περίπτωση ήσαν παράπλευρα θύματα του δίκαιου αγώνα που διεξήγαν τα αγανακτισμένα πλήθη στις πλατείες και στους δρόμους, υπό τη σοφή καθοδήγηση των πολιτικών μας.
Προχθές όμως, τα πράγματα λέχθηκαν με το όνομά τους, στο ανώτερο δυνατό επίπεδο: «Τρείς ανθρώπινες ζωές, θυσία στον βωμό της μισαλλοδοξίας και του διχασμού. Τιμούμε τη μνήμη τους και εύχομαι να μην ξαναζήσουμε ποτέ στη χώρα μας εκδηλώσεις ακραίας πόλωσης και τυφλής βίας», δήλωσε η πρόεδρος κ. Σακελλαροπούλου το πρωί της 5ης Μαΐου.Τα θύματα της Marfin ήσαν «αθώοι συμπολίτες μας, που τους στέρησε τη ζωή η τυφλή βία και ο διχασμός», συμπλήρωσε το απόγευμα στη βουλή ο πρωθυπουργός. Θα τοποθετήσει ο ίδιος «πλακέτα στο κτίριο της φωτιάς και του μίσους που θα πολεμά τη λήθηκαι θα καλεί σε ενότητα και δημοκρατική επαγρύπνηση. Θα κρατά ζωντανό το μεγάλο δίδαγμα εκείνης της ημέρας: Ποτέ πιά».
Μαζί τους συμφώνησε η κ. Γεννηματά, θα είναι παρούσα το Σάββατο στην τοποθέτηση της πλακέτας.Θα δικαιωθούν επιτέλους τρεις δολοφονημένοι και συκοφαντημένοι συνάνθρωποί μας. Μακάρι τα πράγματα να εξελιχθούν όπως τα περιέγραψαν η πρόεδρος και ο πρωθυπουργός - αλλά αυτό δεν θα συμβεί αν δεν συναινέσουν ρητά όλα τα κόμματα.
ΤΗΣ ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ
Η μέρα ήταν γλυκιά. Στην προηγούμενη ζωή μας θα λέγαμε πως είχε έναν καιρό ιδανικό για μεγάλες συγκεντρώσεις σε εξωτερικό χώρο. Και όντως, κάτι τέτοιο είχε γίνει. Οι Ελληνες είχαν αποφασίσει πως δεν συμφωνούν με τα μνημόνια, την οικονομική λιτότητα και τα συναφή - η συζήτηση περί ευθύνης δεν είχε ξεκινήσει για τα καλά. Υπήρχαν, άλλωστε, μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι «πατριώτες», αριστεροί και δεξιοί, και οι «γερμανοτσολιάδες». Το κέντρο της Αθήνας είχε πολλά χρόνια να γεμίσει τόσο πολύ. Δεν έβλεπες πού ξεκινούσε και πού τελείωνε ο κόσμος. Εμοιαζαν με ψάρια που κολυμπούσαν σε ένα ποτάμι από σημαίες, με κοπάδι που ακολουθούσε ρυθμικά συνθήματα εναντίον της πολιτικής της κυβέρνησης. Βόλεψε η απεργία της ΓΣΕΕ και τα περισσότερα καταστήματα είχαν μείνει κλειστά, προστατευμένα από το πλιάτσικο που είχε συμβεί στο παρελθόν σε διάφορες κατά καιρούς διαμαρτυρίες. Η συνθήκη, βέβαια, δεν ήταν η ίδια για όλους. Η μεγάλη τράπεζα της οδού Σταδίου λειτουργούσε κανονικά.
Λίγες ημέρες μετά την 5η Μαίου2010 οργανώθηκε μνημόσυνο μπροστά στο κτήριο της Marfin, όπου είχαν καεί ζωντανοί από τις μολότωφ διαδηλωτών οι Παρασκευή Ζούλια, Αγγελική Παπαθανασοπούλου (έγκυος τεσσάρων μηνών)και Νώντας Τσάκαλης. Πήγα και εγώ, δεν συγκεντρωθήκαμε περισσότεροι από 10-20 άνθρωποι.Αφήσαμε τα κεριά μας, διαλυθήκαμε γρήγορα και ησύχως, ντροπιασμένοι.
Εκείνη την εποχή όλοι ήσαν αντιμνημονιακοί, με πρώτο-πρώτο τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρόεδρος της ΝΔ έδινε αγώνες στα Ζάππεια κατά του ΔΝΤ,της τρόικας, του Eurogroup και άλλων εχθρών της χώρας - πρωτίστως κατά του προδότη και ανίκανου Γιώργου Παπανδρέου, τον οποίο έπρεπε το συντομότερο να αντικαταστήσει στην πρωθυπουργία για να σώσει τη χώρα. Αλλά ακόμα και ο κ. Παπανδρέου είχε αναγνωρίσει το δίκαιο αυτών που διαδήλωναν εναντίον του.
Η κυρίαρχη αφήγηση έλεγε πως τα μνημόνια τα επέβαλαν οι «ξένοι» - δεν έφταιγαν οι πολιτικοί μας, δεν σπαταλούσαν δανεικά χρήματα για να κερδίσουν εκλογές, δεν άφηναν κομματικούς και άλλους φίλους να κλέβουν δημόσιο χρήμα. Για τούτο ο Ανδρέας Γεωργίου της ΕΛΣΤΑΤ διωκόταν επί δέκα χρόνια, επί όλων των κυβερνήσεων της τρομερής δεκαετίας που ζήσαμε: έπρεπε να καταδικαστεί αυτός για να αθωωθεί το κομματικό σύστημα, του «αντισυστημικού» ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβανομένου.
Οι τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι ήσαν δοσίλογοι, πράκτορες του εχθρού αφού τολμούσαν να δουλεύουν την ημέρα γενικής απεργίας - στην καλύτερη περίπτωση ήσαν παράπλευρα θύματα του δίκαιου αγώνα που διεξήγαν τα αγανακτισμένα πλήθη στις πλατείες και στους δρόμους, υπό τη σοφή καθοδήγηση των πολιτικών μας.
Προχθές όμως, τα πράγματα λέχθηκαν με το όνομά τους, στο ανώτερο δυνατό επίπεδο: «Τρείς ανθρώπινες ζωές, θυσία στον βωμό της μισαλλοδοξίας και του διχασμού. Τιμούμε τη μνήμη τους και εύχομαι να μην ξαναζήσουμε ποτέ στη χώρα μας εκδηλώσεις ακραίας πόλωσης και τυφλής βίας», δήλωσε η πρόεδρος κ. Σακελλαροπούλου το πρωί της 5ης Μαΐου.Τα θύματα της Marfin ήσαν «αθώοι συμπολίτες μας, που τους στέρησε τη ζωή η τυφλή βία και ο διχασμός», συμπλήρωσε το απόγευμα στη βουλή ο πρωθυπουργός. Θα τοποθετήσει ο ίδιος «πλακέτα στο κτίριο της φωτιάς και του μίσους που θα πολεμά τη λήθηκαι θα καλεί σε ενότητα και δημοκρατική επαγρύπνηση. Θα κρατά ζωντανό το μεγάλο δίδαγμα εκείνης της ημέρας: Ποτέ πιά».
Μαζί τους συμφώνησε η κ. Γεννηματά, θα είναι παρούσα το Σάββατο στην τοποθέτηση της πλακέτας.Θα δικαιωθούν επιτέλους τρεις δολοφονημένοι και συκοφαντημένοι συνάνθρωποί μας. Μακάρι τα πράγματα να εξελιχθούν όπως τα περιέγραψαν η πρόεδρος και ο πρωθυπουργός - αλλά αυτό δεν θα συμβεί αν δεν συναινέσουν ρητά όλα τα κόμματα.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 07/05/20 |
ΤΗΣ ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ
Η μέρα ήταν γλυκιά. Στην προηγούμενη ζωή μας θα λέγαμε πως είχε έναν καιρό ιδανικό για μεγάλες συγκεντρώσεις σε εξωτερικό χώρο. Και όντως, κάτι τέτοιο είχε γίνει. Οι Ελληνες είχαν αποφασίσει πως δεν συμφωνούν με τα μνημόνια, την οικονομική λιτότητα και τα συναφή - η συζήτηση περί ευθύνης δεν είχε ξεκινήσει για τα καλά. Υπήρχαν, άλλωστε, μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι «πατριώτες», αριστεροί και δεξιοί, και οι «γερμανοτσολιάδες». Το κέντρο της Αθήνας είχε πολλά χρόνια να γεμίσει τόσο πολύ. Δεν έβλεπες πού ξεκινούσε και πού τελείωνε ο κόσμος. Εμοιαζαν με ψάρια που κολυμπούσαν σε ένα ποτάμι από σημαίες, με κοπάδι που ακολουθούσε ρυθμικά συνθήματα εναντίον της πολιτικής της κυβέρνησης. Βόλεψε η απεργία της ΓΣΕΕ και τα περισσότερα καταστήματα είχαν μείνει κλειστά, προστατευμένα από το πλιάτσικο που είχε συμβεί στο παρελθόν σε διάφορες κατά καιρούς διαμαρτυρίες. Η συνθήκη, βέβαια, δεν ήταν η ίδια για όλους. Η μεγάλη τράπεζα της οδού Σταδίου λειτουργούσε κανονικά.
Ξαφνικά, οι σταματημένοι διαδηλωτές νιώθουν ένα ισχυρό τράνταγμα. Ο σεισμός είναι τόσο δυνατός που νιώθουν τη δόνηση κάτω από τα πόδια τους. Ο θόρυβος στρέφει τα μάτια όλων στην οδό Σταδίου. Το κτίριο της μεγάλης τράπεζας είναι ένα παλιό νεοκλασικό, κακοσυντηρημένο. Ενα κομμάτι από το ταβάνι καταρρέει, αποκλείοντας την κύρια είσοδο. Οι υπάλληλοι που εργάζονται μέσα δεν μπορούν να βγουν στον δρόμο. Φωνάζουν απεγνωσμένα κάποιον να τους βοηθήσει, ανάμεσά τους υπάρχει μια έγκυος γυναίκα. Ξαφνικά, το μαζεμένο πλήθος συνειδητοποιεί πως δεν έχει άλλη επιλογή.
Αποφασίζει να δράσει: όλοι μαζί παρατάνε τα πλακάτ και τα συνθήματα, τις ψαριές και τα κοπάδια και αναλαμβάνουν να σηκώσουν τα μπάζα που καλύπτουν την πόρτα. Μια αλυσίδα ανθρώπων φυλάει το κτίριο, οι υπόλοιποι βοηθούν τους εγκλωβισμένους να βγουν έξω. Σε λίγο, πριν ακόμα φτάσει η Πυροσβεστική, μόνο τρεις έχουν μείνει πια μέσα στο κτίριο. Ενας μετασεισμός, όμως, τους χαλάει τα σχέδια. Δεν προλαβαίνουν να τους βγάλουν ζωντανούς. Οσοι είδαν την καταστροφή μπροστά στα μάτια τους έκλαψαν τα θύματα λες και ήταν δικοί τους άνθρωποι. Κανείς δεν θυμόταν πια τη μεγαλειώδη συγκέντρωση - όλοι σκέφτονταν τους τρεις ανθρώπους που χάθηκαν γιατί ένα κακοσυντηρημένο κτίριο δεν είχε μια ακόμα έξοδο για ώρα ανάγκης. Αν αυτή υπήρχε, όλοι θα είχαν σωθεί.
Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ιστορία για τη σημασία που έχουν οι έξοδοι κινδύνου. Και θα γυρνούσε από στόμα σε στόμα όχι μόνο για την τραγικότητά της, αλλά και για το μεγαλείο της - είναι , όπως και να το κάνουμε, σπουδαίο πράγμα να βάζεις τη ζωή του διπλανού σου πιο πάνω από την πάρτη σου. Δεν είναι, όμως, αυτό που συνέβη στη Μαρφίν. Στις 5 Μαΐου του 2010 δεν έγινε σεισμός. Το κτίριο, όντως, δεν είχε έξοδο κινδύνου - και να είχε, όμως, δεν θα νομιμοποιούσε τους τύπους με τις μολότοφ που αποφάσισαν να του βάλουν φωτιά, γνωρίζοντας πως μέσα υπάρχουν άνθρωποι. Δεν δικαιολογούνται οι πέτρες του πλήθους στα τζάμια του κτιρίου, ούτε οι φωνές στους εγκλωβισμένους υπαλλήλους που προσπαθούσαν να αναπνεύσουν πως «έπρεπε να καούν ζωντανοί». Δεν δικαιολογείται η σιωπή, «όπως τότε, έτσι και σήμερα», με το πρόσχημα της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας και της «επικοινωνιακής διαχείρισης» με στόχο «την πολιτική εκμετάλλευση και συκοφάντηση των κοινωνικών αγώνων». Δεν δικαιολογείται το πατ-πατ στα παιδιά με τα καδρόνια, μην τάχα και τα ξαναχρειαστούμε στο μέλλον.
Πάνω απ' όλα, δεν δικαιολογείται να έχεις ξεχάσει τον καπνό. Από τη συλλογική ντροπή έξοδος κινδύνου δεν υπάρχει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Αποφασίζει να δράσει: όλοι μαζί παρατάνε τα πλακάτ και τα συνθήματα, τις ψαριές και τα κοπάδια και αναλαμβάνουν να σηκώσουν τα μπάζα που καλύπτουν την πόρτα. Μια αλυσίδα ανθρώπων φυλάει το κτίριο, οι υπόλοιποι βοηθούν τους εγκλωβισμένους να βγουν έξω. Σε λίγο, πριν ακόμα φτάσει η Πυροσβεστική, μόνο τρεις έχουν μείνει πια μέσα στο κτίριο. Ενας μετασεισμός, όμως, τους χαλάει τα σχέδια. Δεν προλαβαίνουν να τους βγάλουν ζωντανούς. Οσοι είδαν την καταστροφή μπροστά στα μάτια τους έκλαψαν τα θύματα λες και ήταν δικοί τους άνθρωποι. Κανείς δεν θυμόταν πια τη μεγαλειώδη συγκέντρωση - όλοι σκέφτονταν τους τρεις ανθρώπους που χάθηκαν γιατί ένα κακοσυντηρημένο κτίριο δεν είχε μια ακόμα έξοδο για ώρα ανάγκης. Αν αυτή υπήρχε, όλοι θα είχαν σωθεί.
Αυτή θα μπορούσε να είναι μια ιστορία για τη σημασία που έχουν οι έξοδοι κινδύνου. Και θα γυρνούσε από στόμα σε στόμα όχι μόνο για την τραγικότητά της, αλλά και για το μεγαλείο της - είναι , όπως και να το κάνουμε, σπουδαίο πράγμα να βάζεις τη ζωή του διπλανού σου πιο πάνω από την πάρτη σου. Δεν είναι, όμως, αυτό που συνέβη στη Μαρφίν. Στις 5 Μαΐου του 2010 δεν έγινε σεισμός. Το κτίριο, όντως, δεν είχε έξοδο κινδύνου - και να είχε, όμως, δεν θα νομιμοποιούσε τους τύπους με τις μολότοφ που αποφάσισαν να του βάλουν φωτιά, γνωρίζοντας πως μέσα υπάρχουν άνθρωποι. Δεν δικαιολογούνται οι πέτρες του πλήθους στα τζάμια του κτιρίου, ούτε οι φωνές στους εγκλωβισμένους υπαλλήλους που προσπαθούσαν να αναπνεύσουν πως «έπρεπε να καούν ζωντανοί». Δεν δικαιολογείται η σιωπή, «όπως τότε, έτσι και σήμερα», με το πρόσχημα της εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας και της «επικοινωνιακής διαχείρισης» με στόχο «την πολιτική εκμετάλλευση και συκοφάντηση των κοινωνικών αγώνων». Δεν δικαιολογείται το πατ-πατ στα παιδιά με τα καδρόνια, μην τάχα και τα ξαναχρειαστούμε στο μέλλον.
Πάνω απ' όλα, δεν δικαιολογείται να έχεις ξεχάσει τον καπνό. Από τη συλλογική ντροπή έξοδος κινδύνου δεν υπάρχει, όσα χρόνια κι αν περάσουν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου