"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ",02-03/02/19
"ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ",
του Χρήστου Χωμενίδη
Συμπληρώθηκαν χθες εβδομήντα πέντε χρόνια από τη δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου μπροστά στο άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα, απέναντι από το Ζάππειο. Η επέτειος θα τιμήθηκε, αν τιμήθηκε, από τους ιδεολογικούς επιγόνους τής -επιεικώς ακροδεξιάς - οργάνωσης Χ. Οπως ακριβώς τη μνήμη του Ιωνος Δραγούμη και του Περικλή Γιανννόπουλου σφετερίζεται η Χρυσή Αυγή. Οπως το ΚΚΕ έχει αγιοποιήσει τόσο τον Αρη Βελουχιώτη όσο και τον Νίκο Ζαχαριάδη - τι σημασία έχει εάν για τον θάνατο του πρώτου ευθύνεται εν πολλοίς ο δεύτερος; - κι αποσιωπά τη φράση που είπε ο Μπελογιάννης στην αγαπημένη του όταν τον έπαιρναν για εκτέλεση: «Και να σκέφτεσαι ότι πάμε να πεθάνουμε για ένα λάθος...».
Οι ήρωες όχι μόνον προχωρούν στα σκοτεινά, όπως το γράφει ο Γιώργος Σεφέρης, αλλά και μπαίνουν στο κρεβάτι του Προκρούστη για να έρθουν ακριβώς στα μέτρα εκείνων που νεκρούς τούς εκμεταλλεύονται. Των ετερόφωτων που κλέβουν απ' τη λάμψη τους.
Ο Κίτσος Μαλτέζος - Μακρυγιάννης είχε όλες τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί σε ήρωα.
Τρισέγγονος του στρατηγού Μακρυγιάννη, γεννημένος τον Αύγουστο του 1921, πέρασε πικρά παιδικά χρόνια εξαιτίας του χωρισμού των γονιών του. Μεγάλωσε στο επιβλητικό πλην παγερό σπίτι των εκ πατρός παππούδων του στην Πλάκα. Του απαγορευόταν να βλέπει την «κακής διαγωγής» μάνα του κι εκείνος τη συναντούσε κρυφά στο προστατευτικό μισοσκόταδο των κινηματογράφων. Εντυπωσίαζε εξ απαλών ονύχων το περιβάλλον του χάρη στη διανοητική του συγκρότηση. Κυρίως χάρη στη γοητεία που ασκούσε, η οποία βεβαίως δεν αποτυπώνεται στις λιγοστές σωζόμενες φωτογραφίες του. Το φωτοστέφανο που έχει ο καθένας σπανίως αιχμαλωτίζεται από τον φακό. Μόνο ένας ταλαντούχος πορτρετίστας μπορεί να το αποδώσει...
Ανήκε ο Κίτσος Μαλτέζος στη γενιά που γεννήθηκε λίγο πριν ή λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στους βλαστούς μιας Ελλάδας η οποία επούλωνε τις πληγές της και αγωνιούσε να βρει ένα καινούργιο πεπρωμένο μετά την οριστική χρεοκοπία της Μεγάλης Ιδέας. Ανατράφηκε σε έναν κόσμο ιδεολογικά θυελλώδη. Οι ολοκληρωτισμοί - ο ερυθρός και ο μελανός - συγκρούονταν αδυσώπητα με τον φιλελευθερισμό. Η Σοβιετία του Στάλιν συνάρπαζε έλληνες και ξένους διανοουμένους και καλλιτέχνες, ενώ ο Καζαντζάκης εγκωμίαζε τον Μουσολίνι, χαρακτηρίζοντάς τον «αρσενικό Ελευθέριο Βενιζέλο». Ο μπούσουλας είχε εν ολίγοις τρελαθεί και το καράβι της ανθρωπότητας κατευθυνόταν ολοταχώς προς τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Εφηβος ο Κίτσος Μαλτέζος γράφτηκε στην ΕΟΝ του Μεταξά, την οποίαν απέφευγε η «χρυσή νεολαία» όχι τόσο από πολιτική αντίθεση όσο από ταξική υπεροψία, καθώς σκαπανείς γίνονταν - για τη στολή και τα λοιπά οφέλη - τα φτωχόπαιδα. Πέραν της ροπής του προς τη συλλογική δράση, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Μαλτέζος διακατεχόταν από έναν ανάποδο σνομπισμό, παζολινικού τύπου, δίχως ασφαλώς τη φιλομόφυλη διάστασή του. Λαχταρούσε να γνωρίσει, να ζυμωθεί με τον λαό...
Το 1940 εισάγεται στη Νομική και τον χειμώνα του 1941-42 εντάσσεται στην Κομμουνιστική Νεολαία. Η εντυπωσιακή στροφή του ουδόλως θα έπρεπε να εκληφθεί ως καιροσκοπική. Ο Μαλτέζος ωρίμαζε, ο φασισμός και ο ναζισμός έδειχναν το φρικτό πρόσωπό τους στην κατεχόμενη Ελλάδα, το βάρος της Αντίστασης σήκωνε το ΕΑΜ. Στο πέρασμά του από την Αριστερά ο Μαλτέζος έδρεψε δάφνες. Τέτοια επιρροή και γόητρο απέκτησε ώστε να τον αποκαλούν στο πανεπιστήμιο «Κόκκινο Τσάρο».
Φαίνεται ωστόσο ότι ο ίδιος σχετικά σύντομα συνεπέρανε πως αληθινή επιδίωξη του ΚΚΕ δεν αποτελούσε η εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της πατρίδας, αλλά η επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου. (Ο,τι για εμάς - δυο γενιές αργότερα - φαντάζει αυταπόδεικτο, στη δίνη των γεγονότων κάθε άλλο παρά είναι...)
Στις αρχές του 1943 ο Κίτσος Μαλτέζος αποχωρεί από την ΟΚΝΕ. Λίγους μήνες αργότερα, τον βρίσκουμε στην εθνικιστική οργάνωση ΡΑΝ. Αποτυπώνει τις ιδέες του σε ένα σύντομο μανιφέστο. Είναι εχθρός της βασιλείας, ομνύει σε μια δημοκρατική κοινωνία, θέτει ως προτεραιότητα την προστασία των οικονομικά αδύναμων. Ποιος μας θα διαφωνούσε; Η ΟΠΛΑ αποφασίζει την εξόντωσή του.
Η δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου δεν έχει πλήρως διαλευκανθεί, έχει δε όψεις που την κάνουν ιδιαζόντως αποτρόπαια. Οι φυσικοί αυτουργοί ήταν προσωπικοί φίλοι του θύματος, μέλη της ίδιας ξένοιαστης κάποτε παρέας. Αμαθοι στους στοιχειώδεις συνωμοτικούς κανόνες, συνελήφθησαν με τα πιστόλια στα χέρια λίγο αργότερα - τρεις τους μαρτύρησαν στα χέρια των Γερμανών. Κάποιοι επιμένουν να διατείνονται ότι ο Κίτσος Μαλτέζος - μετά την αλλαξοπιστία του - έδινε ή του ξέφευγαν ονόματα πρώην συντρόφων του. Ο Λεωνίδας Κύρκος εντούτοις τον χαρακτήρισε λεβέντη νέο. Ενώ ο Γρηγόρης Φαράκος ζήτησε επισήμως συγγνώμη εκ μέρους της Αριστεράς...
Τα συμπεράσματα από την τραγωδία είναι σαφή.
Σε καιρούς φανατισμένους, τα ελεύθερα πνεύματα, εκείνοι που διαρκώς επανεξετάζουν και επαναπροσδιορίζουν τη στάση τους, δεν συγχωρούνται. Θα τους αλέσει, αργά ή γρήγορα, η κρεατομηχανή. Είτε των μεν. Είτε των δε.
Σε καιρούς ηρωικούς, όποιος αναλαμβάνει δράση, ρίχνει στη ζυγαριά της Ιστορίας την ίδια τη ζωή του. Ρισκάρει τα πάντα.
Πόσο φαιδρός, πόσο τιποτένιος φαντάζει, όταν διαβάζεις για τον Κίτσο Μαλτέζο, ο «πόλεμος» των social media. Και ο κοινοβουλευτισμός της γκαζόζας...
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου