Από "ΤΑ ΝΕΑ", και....

ΤΗΣ ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ
Οι πιο παλαιοί το ξέρουν καλά, οι νεότεροι το μαθαίνουν: το μεγαλύτερο κεντροαριστερό πρόβλημα από την αρχή της κρίσης έως σήμερα είναι ότι στο ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερναν να βρουν ένα ενιαίο αφήγημα για τη δημοκρατική παράταξη - με ή χωρίς αιτία, οι «μετά» κατηγορούσαν τους «πριν» και οι «πριν» τους «μετά», δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δυσκόλευε τα πράγματα, ειδικά όταν τα ποσοστά του κόμματος βρέθηκαν σε μονοψήφια επίπεδα. Με το άρθρο του στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ο Κώστας Σημίτης κατάφερε κάτι που αποτελούσε στοίχημα για τον χώρο: δεν υπήρξε κανείς που δεν συντάχθηκε με το επιχείρημά του για την επιτυχία του Ελσίνκι, η οποία δεν αξιοποιήθηκε από την επόμενη κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.
ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ. Η παρέμβασή του έγινε βασικό σημείο συζήτησης στην Κεντρική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής, με βασικό θέμα τα ελληνοτουρκικά. Τα στελέχη είδαν, με αφορμή όσα είχαν επιτευχθεί στο Ελσίνκι, μια ευκαιρία πολιτικής αποκατάστασης. «Η ιστορία διδάσκει», είπε η Φώφη Γεννηματά. «Ηταν σοβαρότατες οι ευθύνες του Κώστα Καραμανλή». Μετά μίλησε ο Γιώργος Παπανδρέου - και αυτός στο ίδιο μήκος κύματος. «Ο κ. Σημίτης επιβεβαιώνει την ιστορική αλήθεια», ανέφερε ο τότε υπουργός Εξωτερικών. Περιγράφοντας, μάλιστα, μια συζήτησή του με τον Καραμανλή μετά τις εκλογές, όπου εκείνος αντιμετώπισε την ευκαιρία αξιοποίησης των επιτυχιών της προηγούμενης περιόδου με «αδιαφορία». Τα χειροκροτήματα και στους δύο, αλλά και στους επόμενους που πήραν τον λόγο, έδειχναν και το κλίμα στην αίθουσα του Κάραβελ.
Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΟΛΑΚΗ. Ενα άρθρο, λοιπόν, μπορεί να ενώσει ακόμα και τους πιο σκληροπυρηνικούς των πράσινων φυλών. Μπορεί όμως να αναδείξει τη διαφορά; Την ώρα που στην Κεντροαριστερά συστρατεύονταν πίσω από τον πρώην πρωθυπουργό για τους χειρισμούς στο Ελσίνκι και τις ευθύνες της ΝΔ μετά το 2004, η αντίδραση από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε από τον Παύλο Πολάκη. Και ήταν μια ακόμη αναπαραγωγή του γνωστού ύφους, με κατηγορίες για μίζες, για τον Οτζαλάν και προτροπές του τύπου «άει κρύψου σε καμιά τρύπα» και «άει πιες το τσάι σου...». «Ψάχνω στα like να βρω τον Νίκο Μπίστη, τη Μυρσίνη Ζορμπά και άλλους «εκσυγχρονιστές» συντρόφους του Παύλου. Δεν θα με ξένιζε ιδιαίτερα», σχολίασε σκωπτικά ο Μανώλης Οθωνας. «Είναι προφανές ότι τον Κώστα Σημίτη δεν τον αγγίζουν οι χυδαιότητες Πολάκη. Μετάλλαξαν όμως όσους πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ για να τον αλλάξουν και άλλαξαν οι ίδιοι», απάντησε και επισήμως ο Παύλος Χρηστίδης, μιλώντας για εκείνους που «μπορούν από σήμερα να διασχίζουν απομονωμένοι τις γέφυρες της σιωπής».
ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΔΗΜΗΤΡΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Συμβαίνει στα δημοψηφίσματα. Εχει σημασία, όσο σαφές και αν είναι, ποιο είναι το ερώτημα; Καμία απολύτως. Σημασία έχει τι σε τι θέλει να απαντήσει αυτός που καλείται να απαντήσει. Και απαντά σε αυτό ακριβώς που θέλει, ακόμη και αν η απάντηση ασφυκτιά στα μόλις τρία γράμματα ενός «Ναι» ή ενός «Οχι».
Καμιά φορά όμως συμβαίνει και με τα κείμενα. Ακόμη και σε ένα εξαιρετικής σαφήνειας κείμενο, ο καθένας μπορεί να διαβάσει αυτό που θέλει. Λέγεται παρανάγνωση και δεν έχει όρια: Μπορεί να διαβάσει κανείς ακόμη και το αντίθετο του πιο ευκρινούς κειμένου, μπορεί να διαστρεβλώσει πλήρως το νόημά του ή, ακόμη χειρότερα, τον σκοπό. Μπορεί να μην το διαβάσει καν, αλλά να θέσει πλήθος ερωτημάτων σαν να μην έχει χάσει ούτε ένα κόμμα. Γιατί είπε ό,τι είπε; Γιατί το είπε τώρα; Ποιον εξυπηρετεί; Και, για μισό λεπτό, έχει δικαίωμα να μιλήσει; Ε όχι να μιλάει κι αυτός.
Συμβαίνει σπανιότερα, αλλά συμβαίνει. Συμβαίνει να πέσει κάποιος συγχρόνως θύμα και παρανάγνωσης και συνωμοσιολογίας και λογοκρισίας. Τι κατάλαβε, ας πούμε, ο Πολάκης; Κατάλαβε ό,τι κατάλαβε. Αλλά κατάλαβε ό,τι κατάλαβε όχι μόνο για μην καταλάβει, αλλά και για να αναλυθεί σε ένα είδος καφενόβιας προεδρολογίας - γι' αυτό δεν γράφτηκε ό,τι γράφτηκε είκοσι χρόνια μετά; Και κατάλαβε ό,τι κατάλαβε όχι μόνο για να μην καταλάβει, αλλά και για να μην αναγνωρίσει σε έναν πρώην πρωθυπουργό το δικαίωμα στον δημόσιο λόγο, την ιστορική ανάγνωση των γεγονότων, την αποτίμηση. Πώς το είπε στο άλλο άκρο, το δεξιό, ο Τέρενς Κουίκ; Ε όχι και να μιλάει αυτός που έκανε τη μία δραχμή να αξίζει 340 δραχμές. Πώς το είπε ο Πολάκης στο άλλο άκρο, το αριστερό; Ας πάει για τσάι.
Παρανάγνωση. Συνωμοσιολογία. Λογοκρισία. Και μια εχθροπάθεια, μοναδική σε ένταση και σύμπνοια, που ενώνει τα δυο άκρα. Αξίζει να κρατήσει κανείς το γεγονός ότι η συγκολλητική ουσία των άκρων δεν είναι ένας μάχιμος πολιτικός, αλλά ένας βετεράνος. Και αξίζει να λάβει υπόψη του πως όλη αυτή η σκόνη, η σκόνη της παρανάγνωσης, της συνωμοσιολογίας, της λογοκρισίας και της εχθροπάθειας, σηκώθηκε για κάτι που συνέβη πριν από είκοσι χρόνια και αποτελούσε πια αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης.
Αν η δουλειά του Τύπου είναι να επισημαίνει πως καμιά φορά τα περασμένα δεν είναι και τόσο ξεχασμένα, πως το παρελθόν θα συνδέεται πάντα με το παρόν και πως καμία επιλογή δεν είναι άμοιρη συνεπειών, η δουλειά των δημοσιολογούντων θα ήταν να σταθούν στην ουσία και μόνο. Αν η δουλειά του πρώτου είναι να αναδεικνύει ό,τι γράφεται σχεδόν κρυμμένο στα ψιλά γράμματα, η δουλειά των δεύτερων θα ήταν να μην αφήσουν να πάει χαμένο το πρωτογενές υλικό που προσφέρουν οι μάρτυρες των γεγονότων. Να αναλύσουν, να συζητήσουν, να ερμηνεύσουν ό,τι προσφέρεται περισσότερο ή λιγότερο γενναιόδωρα για δημόσιο αναστοχασμό.
Σε αυτήν την περίπτωση δεν συνέβη αυτό. Τα νερά που ταράχθηκαν για να προκαλέσουν έναν ζωηρό διάλογο γέμισαν από λάσπες και προσβολές. Εγιναν βούρκος για να τσαλαβουτήσουν με τον τρόπο που έχουν μάθει να τσαλαβουτούν όλα αυτά τα χρόνια τα δυο άκρα.
Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ποιος είναι ο χαμένος. Είναι, εκτός από τους τσαλαβουτητές, όλοι οι υπόλοιποι. Ακόμη και τα δημοψηφίσματα…

ΤΗΣ ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ
Οι πιο παλαιοί το ξέρουν καλά, οι νεότεροι το μαθαίνουν: το μεγαλύτερο κεντροαριστερό πρόβλημα από την αρχή της κρίσης έως σήμερα είναι ότι στο ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερναν να βρουν ένα ενιαίο αφήγημα για τη δημοκρατική παράταξη - με ή χωρίς αιτία, οι «μετά» κατηγορούσαν τους «πριν» και οι «πριν» τους «μετά», δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δυσκόλευε τα πράγματα, ειδικά όταν τα ποσοστά του κόμματος βρέθηκαν σε μονοψήφια επίπεδα. Με το άρθρο του στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ο Κώστας Σημίτης κατάφερε κάτι που αποτελούσε στοίχημα για τον χώρο: δεν υπήρξε κανείς που δεν συντάχθηκε με το επιχείρημά του για την επιτυχία του Ελσίνκι, η οποία δεν αξιοποιήθηκε από την επόμενη κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.
ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ. Η παρέμβασή του έγινε βασικό σημείο συζήτησης στην Κεντρική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής, με βασικό θέμα τα ελληνοτουρκικά. Τα στελέχη είδαν, με αφορμή όσα είχαν επιτευχθεί στο Ελσίνκι, μια ευκαιρία πολιτικής αποκατάστασης. «Η ιστορία διδάσκει», είπε η Φώφη Γεννηματά. «Ηταν σοβαρότατες οι ευθύνες του Κώστα Καραμανλή». Μετά μίλησε ο Γιώργος Παπανδρέου - και αυτός στο ίδιο μήκος κύματος. «Ο κ. Σημίτης επιβεβαιώνει την ιστορική αλήθεια», ανέφερε ο τότε υπουργός Εξωτερικών. Περιγράφοντας, μάλιστα, μια συζήτησή του με τον Καραμανλή μετά τις εκλογές, όπου εκείνος αντιμετώπισε την ευκαιρία αξιοποίησης των επιτυχιών της προηγούμενης περιόδου με «αδιαφορία». Τα χειροκροτήματα και στους δύο, αλλά και στους επόμενους που πήραν τον λόγο, έδειχναν και το κλίμα στην αίθουσα του Κάραβελ.
Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΟΛΑΚΗ. Ενα άρθρο, λοιπόν, μπορεί να ενώσει ακόμα και τους πιο σκληροπυρηνικούς των πράσινων φυλών. Μπορεί όμως να αναδείξει τη διαφορά; Την ώρα που στην Κεντροαριστερά συστρατεύονταν πίσω από τον πρώην πρωθυπουργό για τους χειρισμούς στο Ελσίνκι και τις ευθύνες της ΝΔ μετά το 2004, η αντίδραση από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε από τον Παύλο Πολάκη. Και ήταν μια ακόμη αναπαραγωγή του γνωστού ύφους, με κατηγορίες για μίζες, για τον Οτζαλάν και προτροπές του τύπου «άει κρύψου σε καμιά τρύπα» και «άει πιες το τσάι σου...». «Ψάχνω στα like να βρω τον Νίκο Μπίστη, τη Μυρσίνη Ζορμπά και άλλους «εκσυγχρονιστές» συντρόφους του Παύλου. Δεν θα με ξένιζε ιδιαίτερα», σχολίασε σκωπτικά ο Μανώλης Οθωνας. «Είναι προφανές ότι τον Κώστα Σημίτη δεν τον αγγίζουν οι χυδαιότητες Πολάκη. Μετάλλαξαν όμως όσους πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ για να τον αλλάξουν και άλλαξαν οι ίδιοι», απάντησε και επισήμως ο Παύλος Χρηστίδης, μιλώντας για εκείνους που «μπορούν από σήμερα να διασχίζουν απομονωμένοι τις γέφυρες της σιωπής».
Η έντονη κεντροαριστερή αντίδραση είχε αποτέλεσμα: οι Αντώνης Λιάκος, Νίκος Μπίστης και Παναγιώτης Παναγιώτου καταδίκασαν τον πρώην υπουργό - συμμετέχοντα, μαζί με αυτούς - στην Επιτροπή Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλώνοντας, από τη μία, πως «άθελά του» ο Πολάκης στα εθνικά θέματα ταυτίζεται με «εθνικιστικές προσεγγίσεις» και, από την άλλη, πως η κριτική στον Σημίτη «μετατράπηκε σε προσωπικό λίβελο» που δεν συμβαδίζει με το «ύφος της Αριστεράς». Και κάπως έτσι, το άρθρο Σημίτη έκανε σαφές κάτι ακόμη: οι πολλές πράσινες μεταγραφές έφεραν πράσινα προβλήματα και στον ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα είναι ο Αλέξης Τσίπρας που βρίσκεται μπροστά σε μια διχαστική κατάσταση - και είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που ψάχνει να βρει ενιαίο αφήγημα, που θα ενώνει εκείνους που ήταν για χρόνια στην εξουσία και εκείνους που, πιο παλιά ή πιο πρόσφατα, βρέθηκαν στους δρόμους εναντίον τους.
Η ανάρτηση του Παύλου Πολάκη, πάντως, θύμιζε έντονα τα όσα ανέφερε και ο Ευάγγελος Αντώναρος που, από την καραμανλική σκοπιά, έκρινε σκόπιμο να ασκήσει παρόμοια κριτική. «Την ώρα της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας, ακούστηκαν φωνές διχαστικής μικροψυχίας. Θέλω να πιστεύω ότι ήταν μια ατυχής παραφωνία», σχολίασε άλλος ένας «καραμανλικός», ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Γιώργος Κουμουτσάκος. Οι δυο τους δεν ήταν οι μόνοι που αντέδρασαν - ανάμεσα σ' αυτούς όμως δεν συγκαταλέγεται η επίσημη ΝΔ που επέλεξε να μη συμμετάσχει στη συζήτηση για έναν γαλάζιο πρώην πρωθυπουργό.
Η ανάρτηση του Παύλου Πολάκη, πάντως, θύμιζε έντονα τα όσα ανέφερε και ο Ευάγγελος Αντώναρος που, από την καραμανλική σκοπιά, έκρινε σκόπιμο να ασκήσει παρόμοια κριτική. «Την ώρα της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας, ακούστηκαν φωνές διχαστικής μικροψυχίας. Θέλω να πιστεύω ότι ήταν μια ατυχής παραφωνία», σχολίασε άλλος ένας «καραμανλικός», ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Γιώργος Κουμουτσάκος. Οι δυο τους δεν ήταν οι μόνοι που αντέδρασαν - ανάμεσα σ' αυτούς όμως δεν συγκαταλέγεται η επίσημη ΝΔ που επέλεξε να μη συμμετάσχει στη συζήτηση για έναν γαλάζιο πρώην πρωθυπουργό.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 16/12/19 |
ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΔΗΜΗΤΡΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Συμβαίνει στα δημοψηφίσματα. Εχει σημασία, όσο σαφές και αν είναι, ποιο είναι το ερώτημα; Καμία απολύτως. Σημασία έχει τι σε τι θέλει να απαντήσει αυτός που καλείται να απαντήσει. Και απαντά σε αυτό ακριβώς που θέλει, ακόμη και αν η απάντηση ασφυκτιά στα μόλις τρία γράμματα ενός «Ναι» ή ενός «Οχι».
Καμιά φορά όμως συμβαίνει και με τα κείμενα. Ακόμη και σε ένα εξαιρετικής σαφήνειας κείμενο, ο καθένας μπορεί να διαβάσει αυτό που θέλει. Λέγεται παρανάγνωση και δεν έχει όρια: Μπορεί να διαβάσει κανείς ακόμη και το αντίθετο του πιο ευκρινούς κειμένου, μπορεί να διαστρεβλώσει πλήρως το νόημά του ή, ακόμη χειρότερα, τον σκοπό. Μπορεί να μην το διαβάσει καν, αλλά να θέσει πλήθος ερωτημάτων σαν να μην έχει χάσει ούτε ένα κόμμα. Γιατί είπε ό,τι είπε; Γιατί το είπε τώρα; Ποιον εξυπηρετεί; Και, για μισό λεπτό, έχει δικαίωμα να μιλήσει; Ε όχι να μιλάει κι αυτός.
Συμβαίνει σπανιότερα, αλλά συμβαίνει. Συμβαίνει να πέσει κάποιος συγχρόνως θύμα και παρανάγνωσης και συνωμοσιολογίας και λογοκρισίας. Τι κατάλαβε, ας πούμε, ο Πολάκης; Κατάλαβε ό,τι κατάλαβε. Αλλά κατάλαβε ό,τι κατάλαβε όχι μόνο για μην καταλάβει, αλλά και για να αναλυθεί σε ένα είδος καφενόβιας προεδρολογίας - γι' αυτό δεν γράφτηκε ό,τι γράφτηκε είκοσι χρόνια μετά; Και κατάλαβε ό,τι κατάλαβε όχι μόνο για να μην καταλάβει, αλλά και για να μην αναγνωρίσει σε έναν πρώην πρωθυπουργό το δικαίωμα στον δημόσιο λόγο, την ιστορική ανάγνωση των γεγονότων, την αποτίμηση. Πώς το είπε στο άλλο άκρο, το δεξιό, ο Τέρενς Κουίκ; Ε όχι και να μιλάει αυτός που έκανε τη μία δραχμή να αξίζει 340 δραχμές. Πώς το είπε ο Πολάκης στο άλλο άκρο, το αριστερό; Ας πάει για τσάι.
Παρανάγνωση. Συνωμοσιολογία. Λογοκρισία. Και μια εχθροπάθεια, μοναδική σε ένταση και σύμπνοια, που ενώνει τα δυο άκρα. Αξίζει να κρατήσει κανείς το γεγονός ότι η συγκολλητική ουσία των άκρων δεν είναι ένας μάχιμος πολιτικός, αλλά ένας βετεράνος. Και αξίζει να λάβει υπόψη του πως όλη αυτή η σκόνη, η σκόνη της παρανάγνωσης, της συνωμοσιολογίας, της λογοκρισίας και της εχθροπάθειας, σηκώθηκε για κάτι που συνέβη πριν από είκοσι χρόνια και αποτελούσε πια αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης.
Αν η δουλειά του Τύπου είναι να επισημαίνει πως καμιά φορά τα περασμένα δεν είναι και τόσο ξεχασμένα, πως το παρελθόν θα συνδέεται πάντα με το παρόν και πως καμία επιλογή δεν είναι άμοιρη συνεπειών, η δουλειά των δημοσιολογούντων θα ήταν να σταθούν στην ουσία και μόνο. Αν η δουλειά του πρώτου είναι να αναδεικνύει ό,τι γράφεται σχεδόν κρυμμένο στα ψιλά γράμματα, η δουλειά των δεύτερων θα ήταν να μην αφήσουν να πάει χαμένο το πρωτογενές υλικό που προσφέρουν οι μάρτυρες των γεγονότων. Να αναλύσουν, να συζητήσουν, να ερμηνεύσουν ό,τι προσφέρεται περισσότερο ή λιγότερο γενναιόδωρα για δημόσιο αναστοχασμό.
Σε αυτήν την περίπτωση δεν συνέβη αυτό. Τα νερά που ταράχθηκαν για να προκαλέσουν έναν ζωηρό διάλογο γέμισαν από λάσπες και προσβολές. Εγιναν βούρκος για να τσαλαβουτήσουν με τον τρόπο που έχουν μάθει να τσαλαβουτούν όλα αυτά τα χρόνια τα δυο άκρα.
Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ποιος είναι ο χαμένος. Είναι, εκτός από τους τσαλαβουτητές, όλοι οι υπόλοιποι. Ακόμη και τα δημοψηφίσματα…
...την "ΕΣΤΙΑ","Εφ.Συν" και "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ"
![]() |
| "ΕΣΤΙΑ", 16/12/19 |
![]() |
| "Εφ.Συν", 16/12/19 |
![]() |
| "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", 16/12/19 |





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου