Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 31/08-01/09/19 |
Μοιάζει σαν να έχει περάσει αιώνας, αλλά είναι μόνον 22 χρόνια. Τέτοιες μέρες, αρχές Σεπτεμβρίου του 1997, η Αθήνα διεκδικούσε τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Οι ανταγωνιστές της ήταν υπολογίσιμοι: η Ρώμη, η Στοκχόλμη, το Κέιπ Τάουν και το Μπουένος Αϊρες. Αλλά στις ψηφοφορίες της ΔΟΕ επικράτησε εύκολα. Οι παράγοντες που επηρεάζουν, τα κριτήρια που διαμορφώνουν τις αποφάσεις των «αθανάτων» του ολυμπισμού δεν είναι πάντοτε ανθεκτικά στο φως. Μα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αθήνα είχε παρουσιάσει έναν ενδαφέροντα φάκελο και είχε ακολουθήσει μια ενδιαφέρουσα στρατηγική.
Δεν διεκδικήσαμε τους αγώνες στο όνομα του ενδόξου παρελθόντος. Δεν ζητήσαμε να μας τους αναθέσει η ΔΟΕ επειδή τους δικαιούμαστε, επειδή μας ανήκουν, επειδή έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους ένα ηθικό δικαίωμα στην ολυμπιακή κληρονομιά ή επειδή η οικουμένη οφείλει να εξοφλήσει σ' εμάς το χρέος της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Η Αθήνα ξάφνιασε, διεκδικώντας να διοργανώσει τους αγώνες, με το επιχείρημα ότι μπορεί να τους διοργανώσει καλύτερα από όλους τους άλλους. Ο αρχαίος πολιτισμός, η ολυμπιακή παράδοση, με τα μνημεία τους παρόντα στo φυσικό περιβάλλον, ήταν ένα επιπλέον ατού, που έδινε συμβολική υπεραξία στην υπόσχεση μιας καλής, της καλύτερης δυνατής, διοργάνωσης. Δεν ήταν το υποκατάστατό της.
Εχει, νομίζω, αξία να θυμόμαστε αυτήν τη στρατηγική διάσταση της διεκδίκησης (που εικονογραφήθηκε με ενδιαφέροντα τρόπο στην τελετή έναρξης των αγώνων) καθώς η συζήτηση θα επιστρέφει συχνά στην εμπειρία του 2004 για τα επόμενα δύο χρόνια. Η ανάθεση της διοργάνωσης των εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του '21 στη Γιάννα Αγγελοπούλου κάνει αυτήν την επιστροφή στους Ολυμπιακούς της Αθήνας σχεδόν αναπόφευκτη.
Παρακολουθήσαμε ήδη να επιστρέφει στον δημόσιο χώρο η άγονη ρητορική της «αγανάκτησης», σύμφωνα με την οποία οι Ολυμπιακοί ήταν που έφεραν, δια της σπατάλης, της διαφθοράς και της διαπλοκής, την τραγωδία των Μνημονίων. Κι ας είναι γνωστό ότι το μεν λειτουργικό κόστος των αγώνων, περί τα 2 δισ., ήταν ισοσκελισμένο με τα έσοδά τους. Κι ας είναι προφανές ότι τα 4,1 δισ. που κόστισαν στον κρατικό προϋπολογισμό οι αθλητικές εγκαταστάσεις και τα συστήματα ασφαλείας των αγώνων, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι δεν έφεραν κανένα, έστω έμμεσο, δημοσιονομκό όφελος, δεν αρκούν για να εξηγήσουν πώς, ανάμεσα στο 2004 και το 2009, προστέθηκαν περίπου 120 δισ. δημόσιου χρέους ή πώς το έλλειμμα του 2009 έφθασε να είναι 15,6% του ΑΕΠ - εννιά φορές το κόστος των ολυμπιακών έργων του 2004.
Πιο ενδιαφέρουσα θα ήταν μια συζήτηση για το πώς και το γιατί η υπερπροσπάθεια, με τις φωτεινές και τις σκοτεινές όψεις της, για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή των αγώνων εγκαταλείφθηκε άκληρη την επομένη. Πώς και γιατί αθλητικές εγκαταστάσεις αφέθηκαν να σαπίζουν, ένα κίνημα εθελοντισμού που ενέπνευσε δεκάδες χιλιάδες πολίτες αφέθηκε να μαραθεί και πώς η συμβολική υπεραξία των αγώνων αφέθηκε να απαξιωθεί στον άπραγο χρόνο.
Αλλά και αυτή η συζήτηση είναι πια μια last year συζήτηση. Πιο ενδιαφέρον, νομίζω, θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορεί να μεταφερθεί η θετική εμπειρία του 2004 (γιατί δεν ήταν, βέβαια, όλα θετικά) και προπάντων η φιλοδοξία του 2004, στον ορίζοντα του 2021. Επιστρέφω, λοιπόν, στη βασική στρατηγική της διεκδίκησης - δεν ζητάμε τους αγώνες γιατί πιστεύουμε ότι η ανθρωπότητα μας τους χρωστά, τους ζητάμε γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους οργανώσουμε καλύτερα.
Αυτό το στοιχείο της εθνικής αυτοπεποίθησης νομίζω ότι χρειαζόμαστε περισσότερο, ύστερα από 10 χρόνια τσαλακωμένης συλλογικής και προσωπικής αξιοπρέπειας. Το χρειαζόμαστε τώρα, στη φάση της διστακτικής εξόδου από τη δεκαετή μιζέρια. Εχουμε ανάγκη να το ξαναβρούμε και στην πορεία προς την επέτειο των 200 χρόνων. Οχι μόνον για να ξανασυστηθούμε ως χώρα στον κόσμο, να διεκδικήσουμε, συμβολικά και πραγματικά, μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Μα προπάντων για να ξανασυστηθούμε εντός μας.
Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο να ξεκινήσουμε τη συζήτηση με αφετηρία το ερώτημα του Φραγκιάδη που επαναφέρει ο Γιάννης Βούλγαρης στο πρόσφατο, σπουδαίο του βιβλίο («Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική», εκδόσεις Πόλις): «Πώς μια φτωχή επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν η Ελλάδα το 1821 κατάφερε να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες;». Να αναπτυχθεί οικονομικά, μα προπάντων θεσμικά και πολιτιστικά, ως πρώιμη και στέρεη δημοκρατία και ως κοινωνία που, με αντιφάσεις και δυσκολίες διεκδικεί θέση στη νεωτερικότητα. Παρ' όλα αυτά. Παρά τα βάσανα του Σισύφου, που και πάλι εντελώς πρόσφατα ζήσαμε μια ιδιαίτερα σκληρή εκδοχή τους.
Ο Βούλγαρης υποστηρίζει πως σ' αυτό το σισύφειο σχήμα, «η ανοδική πρόοδος ήταν πάντα πιο μεγάλη από τις παλινδρομήσεις». Μένει να αποδειχθεί αυτή η αισιοδοξία ξανά. Στον παρόντα χρόνο.
Δεν διεκδικήσαμε τους αγώνες στο όνομα του ενδόξου παρελθόντος. Δεν ζητήσαμε να μας τους αναθέσει η ΔΟΕ επειδή τους δικαιούμαστε, επειδή μας ανήκουν, επειδή έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους ένα ηθικό δικαίωμα στην ολυμπιακή κληρονομιά ή επειδή η οικουμένη οφείλει να εξοφλήσει σ' εμάς το χρέος της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Η Αθήνα ξάφνιασε, διεκδικώντας να διοργανώσει τους αγώνες, με το επιχείρημα ότι μπορεί να τους διοργανώσει καλύτερα από όλους τους άλλους. Ο αρχαίος πολιτισμός, η ολυμπιακή παράδοση, με τα μνημεία τους παρόντα στo φυσικό περιβάλλον, ήταν ένα επιπλέον ατού, που έδινε συμβολική υπεραξία στην υπόσχεση μιας καλής, της καλύτερης δυνατής, διοργάνωσης. Δεν ήταν το υποκατάστατό της.
Εχει, νομίζω, αξία να θυμόμαστε αυτήν τη στρατηγική διάσταση της διεκδίκησης (που εικονογραφήθηκε με ενδιαφέροντα τρόπο στην τελετή έναρξης των αγώνων) καθώς η συζήτηση θα επιστρέφει συχνά στην εμπειρία του 2004 για τα επόμενα δύο χρόνια. Η ανάθεση της διοργάνωσης των εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του '21 στη Γιάννα Αγγελοπούλου κάνει αυτήν την επιστροφή στους Ολυμπιακούς της Αθήνας σχεδόν αναπόφευκτη.
Παρακολουθήσαμε ήδη να επιστρέφει στον δημόσιο χώρο η άγονη ρητορική της «αγανάκτησης», σύμφωνα με την οποία οι Ολυμπιακοί ήταν που έφεραν, δια της σπατάλης, της διαφθοράς και της διαπλοκής, την τραγωδία των Μνημονίων. Κι ας είναι γνωστό ότι το μεν λειτουργικό κόστος των αγώνων, περί τα 2 δισ., ήταν ισοσκελισμένο με τα έσοδά τους. Κι ας είναι προφανές ότι τα 4,1 δισ. που κόστισαν στον κρατικό προϋπολογισμό οι αθλητικές εγκαταστάσεις και τα συστήματα ασφαλείας των αγώνων, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι δεν έφεραν κανένα, έστω έμμεσο, δημοσιονομκό όφελος, δεν αρκούν για να εξηγήσουν πώς, ανάμεσα στο 2004 και το 2009, προστέθηκαν περίπου 120 δισ. δημόσιου χρέους ή πώς το έλλειμμα του 2009 έφθασε να είναι 15,6% του ΑΕΠ - εννιά φορές το κόστος των ολυμπιακών έργων του 2004.
Πιο ενδιαφέρουσα θα ήταν μια συζήτηση για το πώς και το γιατί η υπερπροσπάθεια, με τις φωτεινές και τις σκοτεινές όψεις της, για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή των αγώνων εγκαταλείφθηκε άκληρη την επομένη. Πώς και γιατί αθλητικές εγκαταστάσεις αφέθηκαν να σαπίζουν, ένα κίνημα εθελοντισμού που ενέπνευσε δεκάδες χιλιάδες πολίτες αφέθηκε να μαραθεί και πώς η συμβολική υπεραξία των αγώνων αφέθηκε να απαξιωθεί στον άπραγο χρόνο.
Αλλά και αυτή η συζήτηση είναι πια μια last year συζήτηση. Πιο ενδιαφέρον, νομίζω, θα ήταν να σκεφτούμε πώς μπορεί να μεταφερθεί η θετική εμπειρία του 2004 (γιατί δεν ήταν, βέβαια, όλα θετικά) και προπάντων η φιλοδοξία του 2004, στον ορίζοντα του 2021. Επιστρέφω, λοιπόν, στη βασική στρατηγική της διεκδίκησης - δεν ζητάμε τους αγώνες γιατί πιστεύουμε ότι η ανθρωπότητα μας τους χρωστά, τους ζητάμε γιατί πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους οργανώσουμε καλύτερα.
Αυτό το στοιχείο της εθνικής αυτοπεποίθησης νομίζω ότι χρειαζόμαστε περισσότερο, ύστερα από 10 χρόνια τσαλακωμένης συλλογικής και προσωπικής αξιοπρέπειας. Το χρειαζόμαστε τώρα, στη φάση της διστακτικής εξόδου από τη δεκαετή μιζέρια. Εχουμε ανάγκη να το ξαναβρούμε και στην πορεία προς την επέτειο των 200 χρόνων. Οχι μόνον για να ξανασυστηθούμε ως χώρα στον κόσμο, να διεκδικήσουμε, συμβολικά και πραγματικά, μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Μα προπάντων για να ξανασυστηθούμε εντός μας.
Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο να ξεκινήσουμε τη συζήτηση με αφετηρία το ερώτημα του Φραγκιάδη που επαναφέρει ο Γιάννης Βούλγαρης στο πρόσφατο, σπουδαίο του βιβλίο («Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική», εκδόσεις Πόλις): «Πώς μια φτωχή επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήταν η Ελλάδα το 1821 κατάφερε να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες;». Να αναπτυχθεί οικονομικά, μα προπάντων θεσμικά και πολιτιστικά, ως πρώιμη και στέρεη δημοκρατία και ως κοινωνία που, με αντιφάσεις και δυσκολίες διεκδικεί θέση στη νεωτερικότητα. Παρ' όλα αυτά. Παρά τα βάσανα του Σισύφου, που και πάλι εντελώς πρόσφατα ζήσαμε μια ιδιαίτερα σκληρή εκδοχή τους.
Ο Βούλγαρης υποστηρίζει πως σ' αυτό το σισύφειο σχήμα, «η ανοδική πρόοδος ήταν πάντα πιο μεγάλη από τις παλινδρομήσεις». Μένει να αποδειχθεί αυτή η αισιοδοξία ξανά. Στον παρόντα χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου