οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πολύ δύσκολο οι ανώτατοι αξιωματικοί να σχεδιάσουν και να προγραμματίσουν οποιοδήποτε έργο. Γνωρίζοντας ότι υπηρετούν βραχείες και απρόβλεπτες θητείες, θα αφιερώνουν χρόνο στη διεκπεραίωση τρεχουσών υποθέσεων αντί για τον επιτελικό σχεδιασμό και θα αφιερώνονται οι ίδιοι στην προσωπική μικροδιαχείριση της δικής τους πλευράς των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων. Είναι προφανές ότι θα πρέπει να συζητηθούν ξανά η καθιέρωση ελάχιστης θητείας στις θέσεις της ιεραρχίας, ακόμη και σε ανώτατες θέσεις χαμηλότερες των αρχηγών των Γενικών Επιτελείων, η τήρηση χρονοδιαγραμμάτων για τη διεξαγωγή κρίσεων στις Ενοπλες Δυνάμεις και πάντως η έγκαιρη προειδοποίηση των εμπλεκομένων αξιωματικών οποτεδήποτε κρίνονται σκόπιμες τυχόν αντικαταστάσεις και αποστρατείες. Σίγουρα στον 21ο αιώνα οι Ενοπλες Δυνάμεις δεν μπορεί να διατηρούν τις δομές και λειτουργίες της μετεμφυλιακής περιόδου. Η απαραίτητη μεταρρύθμιση, όμως, θα πετύχει εφόσον βρει καλύτερο σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον δημοκρατικό έλεγχο του στρατού και στη διατήρηση προβλέψιμου επαγγελματικού περιβάλλοντος σε αυτόν, δηλαδή ανάμεσα στην αλλαγή και τη σταθερότητα....

 Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", και...

                                                        "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 19/01/25


Στρατηγοί και δημοκρατία

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ*


Τα πενήντα χρόνια που παρήλθαν από τη Μεταπολίτευση του 1974 σηματοδοτούν πενήντα χρόνια από τότε που ευτυχώς ο στρατός αποσύρθηκε από την πολιτική. Νωρίτερα, στον 20ό αιώνα, ήταν συχνές οι παρεμβάσεις του. Η φορά των παρεμβάσεων έχει πλέον αντιστραφεί. Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις παρεμβαίνουν στον στρατό, όπως συμβαίνει στις σύγχρονες δημοκρατίες, γιατί έχουν την ουσιαστική και τυπική νομιμοποίηση να το κάνουν, καθώς λογοδοτούν τακτικά στους πολίτες για τις επιλογές τους, ενώ οι στρατιωτικές ελίτ όχι.

Σήμερα οι εκάστοτε κυβερνητικές παρεμβάσεις στον στρατό είναι εκτεταμένες, από τη στελέχωση των θέσεων της στρατιωτικής ιεραρχίας έως τις βαθιές οργανωτικές μεταρρυθμίσεις. Πρόσφατο δείγμα ήταν οι έκτακτες κρίσεις στις Ενοπλες Δυνάμεις από το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ). Αυτές έλαβαν χώρα έπειτα από εύλογο αίτημα του αρμόδιου υπουργού και αφορούσαν κατάργηση πολλών οργανικών θέσεων στρατηγών, ναυάρχων και πτεράρχων και τις συνεπαγόμενες αποστρατείες, καθώς και αντικατάσταση ανώτατων αξιωματικών στις διατηρούμενες θέσεις από άλλους. Το υπουργείο Εθνικής Αμυνας ανακοίνωσε ότι η παρέμβαση είχε βελτιωτικό, οργανωσιακό χαρακτήρα. Οι κρίσεις έγιναν για να εφαρμοστεί η «νέα δομή δυνάμεων στο πλαίσιο της “Ατζέντας 2030” για τη μεταρρύθμιση στις Ενοπλες Δυνάμεις, ο εξορθολογισμός του αριθμού των ανωτάτων αξιωματικών και η προσαρμογή στις σύγχρονες επιχειρησιακές απαιτήσεις της πρόσφατα εγκριθείσας νέας δομής δυνάμεων».

Οι έκτακτες κρίσεις, όμως, επανέφεραν στη δημοσιότητα ένα κλασικό ερώτημα των σύγχρονων δημοκρατιών, όπως και της ελληνικής δημοκρατίας: πώς ασκείται ο δημοκρατικός έλεγχος πάνω στις Ενοπλες Δυνάμεις; Η απάντηση σε αυτό διεθνώς στηρίζεται στo ερμηνευτικό σχήμα του S. Huntington για τον «εξ αντικειμένου έλεγχο» της πολιτικής εξουσίας πάνω στον στρατό. Οι δύο εξουσίες, πολιτική και στρατιωτική, είναι σαφώς διαχωρισμένες. Οι πολιτικοί έχουν την ευθύνη των επιλογών αμυντικής πολιτικής, οι στρατιωτικοί την ευθύνη εφαρμογής τους. Οι πρώτοι δίνουν κατευθύνσεις, οι δεύτεροι τις υλοποιούν, πράγμα που προϋποθέτει ότι οι αξιωματικοί διαθέτουν ή έστω αναπτύσσουν έναν μη πολιτικοποιημένο στρατιωτικό επαγγελματισμό.

Συναφώς, οι πολιτικοί παραχωρούν κάποιον βαθμό αυτονομίας στους στρατιωτικούς ως προς την οργάνωση και λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, είναι προφανές ότι σε χώρες με πικρή εμπειρία παρεμβάσεων του στρατού στην πολιτική, ο βαθμός αυτονομίας δεν μπορεί να είναι μεγάλος. Αλλωστε, όπως συμβαίνει με κάθε επαγγελματικό κλάδο, έτσι και με τους στρατιωτικούς, ελλοχεύουν τάσεις προβληματικές για την κοινωνία. Ανεξάρτητα από τη δεδομένη προσήλωσή τους στη δημοκρατία, αν οι στρατιωτικοί ήταν πλήρως αυτονομημένοι, ίσως άλλαζαν τις ισορροπίες ανάμεσα στην εκπλήρωση της αποστολής τους να παρέχουν δημόσιο αγαθό (άμυνα) και στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών συμφερόντων τους.

Πάντως, ο βαθμός αυτονομίας των στρατιωτικών θα είναι τόσο μεγαλύτερος, όσο εκείνοι που ασκούν τον πολιτικό έλεγχο δεν έχουν αυξημένη διοικητική ικανότητα και εμπειρία. Αν η εκάστοτε πολιτική ηγεσία είναι ικανή και αντλεί εμπειρογνωμοσύνη και από εξωστρατιωτικές πηγές (π.χ., σοβαρούς εγχώριους συμβούλους, καλές πρακτικές συμμαχικών στρατών), τότε μπορεί να επιτελέσει τον καθοδηγητικό της ρόλο αποτελεσματικότερα.

Από την άλλη μεριά, ο αναγκαίος και έως έναν βαθμό επιθυμητός στις δημοκρατίες πολιτικός έλεγχος πάνω στον στρατό μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική πολιτικοποίηση του στρατού. Οι στρατιωτικοί αναπόφευκτα ακολουθούν προσαρμοστικές στρατηγικές στην καριέρα τους προσεγγίζοντας κάποιο από τα μεγάλα κόμματα, από τα οποία θα προέλθει κάποια επόμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Αμυνας. Ετσι θα μπορούσαμε να αντιδιαστείλουμε, εννοιολογικά, την αναμενόμενη, συνήθη, μακροπολιτικοποίηση του στρατού από την πολύ λιγότερο ευπρόσδεκτη μικροδιαχείριση των σχέσεων μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών αξιωματούχων. Οι πρώτοι καλλιεργούν επιλεκτικές συμμαχίες με τους δεύτερους. Οι δεύτεροι υποπίπτουν στον πειρασμό πελατειακών εξυπηρετήσεων προς τους πρώτους.

Ολα αυτά αντανακλώνται στα φαινόμενα έκτακτων κρίσεων για αποστρατείες και προαγωγές των ανώτατων αξιωματικών και στον βραχύ χρόνο θητείας τους σε διοικητικές θέσεις. Η πολιτική ευαισθησία σε τυχόν αυτονόμηση του στρατού, η μακροπολιτικοποίηση και ιδίως η μικροδιαχείριση των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας μπορεί να γίνουν αντιπαραγωγικές. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα επί διαδοχικών μονοκομματικών και συμμαχικών κυβερνήσεων της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς την περίοδο 2007-2025, μέσα σε 18 χρόνια, υπηρέτησαν 12 αρχηγοί του Γενικού Επιτελείου Στρατού (μ.ό. θητείας: 1,5 έτος). Το πρόβλημα οξύνθηκε μεταξύ 2007-2017, όταν σε διάστημα 10 ετών υπηρέτησαν 9 αρχηγοί ΓΕΣ. Η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη στα Γενικά Επιτελεία Ναυτικού και Αεροπορίας, όπου μεταξύ 2008-2025 υπηρέτησαν αντίστοιχα 9 αρχηγοί του Ναυτικού και 9 της Αεροπορίας (μ.ό. θητείας: 1,8 έτη). Και ήταν ευτυχώς καλύτερη όσον αφορά τους αρχηγούς Ενόπλων Δυνάμεων (ΓΕΕΘΑ, 7 αρχηγοί σε 18 χρόνια, μ.ό. 2,6 έτη).

Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πολύ δύσκολο οι ανώτατοι αξιωματικοί να σχεδιάσουν και να προγραμματίσουν οποιοδήποτε έργο. Γνωρίζοντας ότι υπηρετούν βραχείες και απρόβλεπτες θητείες, θα αφιερώνουν χρόνο στη διεκπεραίωση τρεχουσών υποθέσεων αντί για τον επιτελικό σχεδιασμό και θα αφιερώνονται οι ίδιοι στην προσωπική μικροδιαχείριση της δικής τους πλευράς των πολιτικοστρατιωτικών σχέσεων.

Είναι προφανές ότι θα πρέπει να συζητηθούν ξανά η καθιέρωση ελάχιστης θητείας στις θέσεις της ιεραρχίας, ακόμη και σε ανώτατες θέσεις χαμηλότερες των αρχηγών των Γενικών Επιτελείων, η τήρηση χρονοδιαγραμμάτων για τη διεξαγωγή κρίσεων στις Ενοπλες Δυνάμεις και πάντως η έγκαιρη προειδοποίηση των εμπλεκομένων αξιωματικών οποτεδήποτε κρίνονται σκόπιμες τυχόν αντικαταστάσεις και αποστρατείες.

Σίγουρα στον 21ο αιώνα οι Ενοπλες Δυνάμεις δεν μπορεί να διατηρούν τις δομές και λειτουργίες της μετεμφυλιακής περιόδου. Η απαραίτητη μεταρρύθμιση, όμως, θα πετύχει εφόσον βρει καλύτερο σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον δημοκρατικό έλεγχο του στρατού και στη διατήρηση προβλέψιμου επαγγελματικού περιβάλλοντος σε αυτόν, δηλαδή ανάμεσα στην αλλαγή και τη σταθερότητα.

*Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ και συνεργάτης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου LSE

...από την ¨ΕΣΤΙΑ", και...



Έχουμε υπερπληθώρα στρατηγών

- Προς την σωστή κατεύθυνση αλλά άτολμες οι αποφάσεις του ΥΠΕΘΑ
- Μειώσαμε τον Στρατό χωρίς να μειώσουμε τους ανωτάτους αξιωματικούς
- Ο «συνωστισμός» υποβαθμίζει το κύρος των βαθμών


ΤΟΥ ΕΥΘ. Π. ΠΕΤΡΟΥ

Δίνουν και παίρνουν τις τελευταίες ημέρες οι σχολιασμοί σχετικών και ασχέτων για τον αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να μειωθούν οι θέσεις των ανωτάτων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και αν οι κρίσεις έπρεπε να είναι έκτακτες, όπως πριν λίγο καιρό για το εάν έπρεπε ή δεν έπρεπε να κλείσουν κάποια στρατόπεδα και ακόμη παλαιότερα για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να καταργηθούν κάποιοι μείζονες σχηματισμοί του Στρατού.

Για να βάζουμε κάποια πράγματα στην θέση τους, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο Στρατός της θητείας των εννέα και των 12 μηνών δεν μπορεί να έχει την ίδια δομή με τον Στρατό της θητείας των 28 ή των 22 μηνών. Δεν είναι σκόπιμο να αναφέρουμε αριθμούς, αλλά ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι ο αριθμός των στρατευσίμων οπλιτών έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά το ήμισυ, χωρίς η δύναμις να αντικαθίσταται από ανάλογο αριθμό επαγγελματιών οπλιτών.
...Είχαμε έξι μείζονες σχηματισμούς διοικουμένους από αντιστρατήγους. Σήμερα έχουμε δύο Σώματα Στρατού υπαγόμενα στην Στρατιά και την ΑΣΔΕΝ. Μάλιστα το ένα Σώμα Στρατού (το Γ’) είναι απλώς επιτελείο χαμηλής ετοιμότητος που δεν διαθέτει δυνάμεις. Διατηρείται διότι κάποιοι έχουν γνωματεύσει ότι «πρέπει να υπάρχει στρατηγός στην Θεσσαλονίκη»! Δηλαδή έχουμε επί της ουσία παρατακτή δύναμη μεγέθους δύο Σωμάτων Στρατού. Οι αντιστράτηγοι όμως εξακολουθούν να είναι 11 ή 12, όσοι δηλαδή ήσαν και τότε που η παρατακτή δύναμις ήταν πέντε πλήρη Σώματα Στρατού. Τούτο στερείται πάσης λογικής και είναι παντελώς άσχετο προς το εάν οι ανώτατοι αξιωματικοί εν Ελλάδι είναι ίσοι ή περισσότεροι από τους εν Αμερική. Μπορεί ως επιχείρημα να είναι εντυπωσιακό, το πλέον σημαντικό όμως είναι οι δικές μας αμυντικές ανάγκες, η δική μας δομή δυνάμεων και η δικές μας απαιτήσεις ως προς τον αριθμό ανωτάτων αξιωματικών. Πράγματι οι νέες συνθήκες και η ανάγκη εκσυγχρονισμού του στρατεύματος δημιουργούν και νέες ανάγκες... 
Χωρίς να υπεισέλθουμε στα ιδιαίτερα προβλήματα της μετατροπής του Στρατού μας σε ημιεπαγγελματικό, που δεν είναι της παρούσης θα αναφέρουμε ότι κάποτε η δομή προέβλεπε την 1η Στρατιά ως κεντρικό επιτελείο δυνάμεων ηπειρωτικής Ελλάδος, στην οποία υπάγονταν τέσσερα Σώματα Στρατού (Α’, Β’, Γ’ και Δ’) και την ΑΣΔΕΝ ως ανωτάτη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων αμύνης των νησιών μας.

Δηλαδή είχαμε έξι μείζονες σχηματισμούς διοικουμένους από αντιστρατήγους. Σήμερα έχουμε δύο Σώματα Στρατού υπαγόμενα στην Στρατιά και την ΑΣΔΕΝ. Μάλιστα το ένα Σώμα Στρατού (το Γ’) είναι απλώς επιτελείο χαμηλής ετοιμότητος που δεν διαθέτει δυνάμεις. Διατηρείται διότι κάποιοι έχουν γνωματεύσει ότι «πρέπει να υπάρχει στρατηγός στην Θεσσαλονίκη»!


Δηλαδή έχουμε επί της ουσία παρατακτή δύναμη μεγέθους δύο Σωμάτων Στρατού. Οι αντιστράτηγοι όμως εξακολουθούν να είναι 11 ή 12, όσοι δηλαδή ήσαν και τότε που η παρατακτή δύναμις ήταν πέντε πλήρη Σώματα Στρατού. Τούτο στερείται πάσης λογικής και είναι παντελώς άσχετο προς το εάν οι ανώτατοι αξιωματικοί εν Ελλάδι είναι ίσοι ή περισσότεροι από τους εν Αμερική. Μπορεί ως επιχείρημα να είναι εντυπωσιακό, το πλέον σημαντικό όμως είναι οι δικές μας αμυντικές ανάγκες, η δική μας δομή δυνάμεων και η δικές μας απαιτήσεις ως προς τον αριθμό ανωτάτων αξιωματικών.

Πράγματι οι νέες συνθήκες και η ανάγκη εκσυγχρονισμού του στρατεύματος δημιουργούν και νέες ανάγκες. Τέτοιο παράδειγμα είναι η δημιουργία της Διοικήσεως Ειδικού Πολέμου της οποίας πράγματι πρέπει να ηγείται αντιστράτηγος. Θα μπορούσε δηλαδή ο Στρατός μας να έχει έναν αντιστράτηγο αρχηγό ΓΕΣ, έναν διοικητή Στρατιάς, τους διοικητές Ειδικού Πολέμου, Δ’ Σώματος Στρατού και ΑΣΔΕΝ.

Για ποιον λόγο θα πρέπει να είναι αντιστράτηγοι οι υπαρχηγοί και οι επιτελάρχες ή ο διοικητής υποστηρίξεως. Κάποιος είχε ισχυρισθεί για τον τελευταίο, ότι διαχειρίζεται χρήματα και υλικό. Κατά την δική μας αντίληψη ο αντιστράτηγος δεν είναι ούτε λογιστής ούτε αποθηκάριος. Απεναντίας η υπερπληθώρα αξιωματικών σε αυτούς τους βαθμούς, οι οποίοι μάλιστα αναλαμβάνουν έργα που δεν ανταποκρίνονται στο κύρος τους, συνιστά υποβάθμιση. Δεν λειτουργεί επωφελώς ούτε για τον Στρατό, ούτε για τους ιδίους τους φέροντες τους βαθμούς.


Αντιστοίχως στο Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, εκτός των Γενικών Επιτελείων, υπάρχουν το Αρχηγείο Στόλου και το Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας που διοικούνται από αντιναύαρχο και αντιπτέραρχο. Θα αρκούσαν δηλαδή δύο αντιναύαρχοι και δύο αντιπτέραχοι.

Όσο για την Σχολή Εθνικής Αμύνης που διοικείται από αξιωματικό επιπέδου αντιστρατήγου, είναι μια θέσις για την οποία θα εδικαιολογείτο ανάκλησις αξιωματικού από την εφεδρεία με ορισμένη θητεία τριών ή τεσσάρων ετών. Θα προσέδιδε κύρος στην Σχολή να διοικείται από αξιωματικό που δεν θα υπόκειται στις ετήσιες κρίσεις, δεν θα έχει προσδοκία περαιτέρω εξελίξεως και θα μπορεί να αφιερωθεί αποκλειστικώς στο καθήκον της διαπαιδαγωγήσεως της αυριανής ηγεσίας. Ακόμη και ένας πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην θέση αυτή.

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι οι αποφάσεις μειώσεως στρατοπέδων και μειώσεως του αριθμού των ανωτάτων αξιωματικών, κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση και γίνονται με άτολμα βήματα. Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας χρειάζονται τομές, αν θέλουμε πράγματι να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του 21ου αιώνος. Η αλήθεια είναι ότι οι βραδείς ρυθμοί με τους επέρχονται οι εξελίξεις έχουν δημιουργήσει μιαν επίπλαστη αίσθηση σταθερότητος, η οποία μπορεί να αποδειχθεί πολύ εύθραυστη αν ποτέ χρειασθεί να δοκιμασθεί.

Θεωρούμε λοιπόν ότι η απόφασις της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Αμύνης να ζητήσει έκτακτες κρίσεις, χωρίς να περιμένει τον Μάρτιο, οπότε θα αρχίσουν οι ετήσιες τακτικές κρίσεις, εντάσσεται σε μια προσπάθεια «ταρακουνήματος» και αφυπνίσεως του συστήματος. Δεν αρκεί όμως.






















...από το "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ"



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου