οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

"...Η κυβέρνηση των Αθηνών, η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, είχε τη φαεινή ιδέα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δύο μείζονος σημασίας προϋποθέσεις, προκειμένου να δεχτεί να υποχωρήσει από τις πάγιες θέσεις της: πρώτη προϋπόθεση ήταν η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ανεξαρτήτως από την προηγούμενη επίλυση του πολιτικού ζητήματος της επανένωσης των δυο κοινοτήτων σε ένα ενιαίο κράτος. Αυτή η προϋπόθεση αποτελούσε και μια μεγάλη υποχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία, ως τα τότε, δεν έδειχνε διατεθειμένη να δεχτεί την Κύπρο στους κόλπους της, χωρίς προηγούμενη λύση του μεγάλου πολιτικού ζητήματος της επανένωσης του νησιού. Και ναι μεν είχαν αρχίσει οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με αυτό, και ναι μεν είχε επιτευχθεί η τελωνειακή ένωση, με τις ακάματες προσπάθειες του αείμνηστου Γ. Κρανιδιώτη, αλλά όταν θα έφθανε η κρίσιμη στιγμή της πλήρους ένταξης, αυτή θα προσέκρουε στην άρνηση της Κοινότητας να τη δεχτεί, με το βάρος μιας διχασμένης και προβληματικής χώρας. Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν να δεσμευτεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ότι θα εξαρτήσει τις εξελίξεις στην ενταξιακή διαπραγμάτευση με την Τουρκία από την πρόοδο της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με τις γειτονικές της χώρες. Ο όρος περιείχε διαπραγματεύσεις, και, αν αυτές δεν απέδιδαν καρπούς, προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Αυτή η «κοινοτικοποίηση» των ελληνοτουρκικών, δηλαδή η παρακολούθηση από την Κοινότητα των προβλημάτων μας με την Τουρκία, κι η εξάρτηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων από την προηγούμενη επιτυχή πρόοδο, ήταν και ο δεύτερος μεγάλος όρος που η ελληνική κυβέρνηση θα έθετε στους εταίρους...."



Από  "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 14-15/12/19

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 14-15/12/19



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΗΜΙΤΗ

Το 1999, όταν πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι η τακτική Σύνοδος Κορυφής, η Ευρωπαϊκή Ενωση των 15 κρατών βρισκόταν σε μία μεταβατική φάση. Επιχειρούσε να θέσει σε παράλληλη τροχιά τη διεύρυνση και την Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση. Ηταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το ευρώ, αποδεικνύοντας την πρόοδο της Ενωσης. Το επόμενο βήμα, η διεύρυνση είχε ήδη αποφασιστεί, αλλά δεν είχε προσδιοριστεί η διαδικασία προσχώρησης των νέων μελών. Επίσης είχε συμφωνηθεί η «ατζέντα 2000», η διαδικασία χρηματοδότησης της διεύρυνσης και η χρηματική ενίσχυση διαφόρων κρατών της Ενωσης, που παρουσίαζαν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η Ελλάδα.

Στις διαβουλεύσεις για τη διαδικασία που θα εφαρμοζόταν για τη διεύρυνση, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε δύο κρίσιμα θέματα. Αφορούσαν: α) την υπέρβαση της άποψης που επικρατούσε στην Ενωση, ότι η λύση Κυπριακού είναι προϋπόθεση για την κυπριακή ένταξη και β) την άποψη των περισσοτέρων χωρών, πως η ενταξιακή πορεία της Κύπρου θα έπρεπε να συμβαδίζει με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η Ελλάδα κατά τη Σύνοδο Κορυφής έπρεπε να μεταπείσει τα μέλη της ΕΕ και να γίνει αποδεκτή η δική της στρατηγική. Η «στρατηγική του Ελσίνκι» περιελάμβανε ένα ενιαίο σύνολο ρυθμίσεων οι οποίες αφορούσαν την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ευρωτουρκική πορεία.


Κατ' αρχάς επιδιώκαμε, η Ελλάδα να υποστηρίξει δραστικά την κυπριακή υποψηφιότητα για ένταξη, η οποία έδειχνε να χωλαίνει. Στην Ενωση επικρατούσε η αντίληψη, ότι η Κύπρος δεν μπορούσε να ενταχθεί χωρίς προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος, δηλαδή πριν από την επανένωση του νησιού. Επίσης θέλαμε, η Ευρωπαϊκή Ενωση να εμπλακεί στην επίλυση των ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων - ως άμεσα ενδιαφερόμενη - διευκολύνοντας έτσι, ανάμεσα στα άλλα, και τη συνεπή εφαρμογή όσων θα συμφωνούσαμε. Με άλλα λόγια, η «κοινοτικοποίηση» των ελληνοτουρκικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα αξιόπιστο και, κυρίως αποτελεσματικό υποκατάστατο στη μέχρι τότε πολιτική των συνεχών βέτο κατά της ένταξης της Τουρκίας που, σε κάθε περίπτωση, είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της.

Ο στόχος της στρατηγικής μας ήταν σαφής. Οι ενστάσεις μας για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και ειδικότερα για την αναβάθμισή της ως υποψήφιας χώρας θα αίρονταν, εφόσον θα διασφαλίζονταν δύο όροι: α) Η ενταξιακή πορεία της Κύπρου θα καθοριζόταν ανεξάρτητα από την επίλυση του πολιτικού προβλήματος, και β) θα κατοχυρωνόταν η προοπτική προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για την οριοθέτηση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, σε συγκεκριμένο ορατό χρονικό ορίζοντα.

Το Ελσίνκι μας υποδέχτηκε χιονισμένο, οι δρόμοι παγωμένοι, τα παράθυρα στολισμένα με τα παραδοσιακά λευκά χριστουγεννιάτικα κεριά. Η συνάντηση με τη φινλανδική προεδρία έγινε το μεσημέρι της παραμονής της Συνόδου. Το κείμενο που μας παρουσίασαν, ως αποτέλεσμα και των συνεννοήσεων με τους εταίρους, απείχε θεαματικά από το κείμενο των θέσεών μας. Αοριστολογίες που σε τίποτα δεν δέσμευαν και σε τίποτε δεν οδηγούσαν. Το απορρίψαμε αμέσως.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Ξεκίνησε με θέμα τη διεύρυνση της Ενωσης και την υποψηφιότητα της Τουρκίας. Δήλωσα ότι αδυνατώ να συναινέσω στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, αν δεν αντιμετωπιστεί θετικά και η υποψηφιότητα της Κύπρου. Το Συμβούλιο, μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, διακόπηκε. Εγιναν διαδοχικές τριμερείς συνεννοήσεις με την Προεδρία και τους συναδέλφους μας για να διατυπωθεί μια γενικά αποδεκτή απόφαση. Αισθάνθηκα ότι βαθμιαία το κλίμα άλλαζε. Οι αντιρρήσεις στηρίζονταν στο επιχείρημα, ότι οι Τούρκοι δεν δέχονται τη λύση του Κυπριακού.Η Προεδρία βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με την τουρκική αντιπροσωπεία και την Αγκυρα, ενώ το Συμβούλιο είχε αρχίσει να ενοχλείται από την άτεγκτη στάση τους. Με μεγάλη προσπάθεια, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά ο ύπατος εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας κ. Σολάνα, επιτύχαμε στο τέλος τους σκοπούς μας. Οι δύο κρίσιμες ρυθμίσεις έγιναν αποδεκτές.

Τα 15 κράτη-μέλη συμφώνησαν να αναγνωρισθεί η Τουρκία ως υποψήφια χώρα. Θα έπρεπε σε εύλογο χρονικό διάστημα, να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της με τα κράτη μέλη στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης - εφόσον δεν επερχόταν συμφωνία σε εκκρεμείς διαφορές. Προς περαιτέρω αποσαφήνιση, εξάλλου, στα συμπεράσματα Συνόδου σημειώθηκε ότι «το αργότερο το 2004» οι 15 ηγέτες θα επανεξέταζαν την κατάσταση για να εγκρίνουν την εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Αν δεν είχαν επιλυθεί οι εκκρεμείς διαφορές, θα προωθούσαν την επίλυσή τους μέσω του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο πείσαμε τους εταίρους μας, ότι η προϋπόθεση λύσης του Κυπριακού, που πρότειναν ως αφετηριακό σημείο ενταξιακής πορείας της Κύπρου, καθιστούσε τον πρόεδρο της «Βόρειας Κύπρου» Ρ. Ντενκτάς κυρίαρχο των εξελίξεων. Θα μπορούσε στο εξής να διαπραγματεύεται εκβιαστικά απέναντι στην Ενωση και στην Ελλάδα, αφού θα κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Οι 14 εταίροι μας αποδέχθηκαν τον συλλογισμό μας. Στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε, ότι «εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Κύπρου δεν έχει επιτευχθεί λύση (στο Κυπριακό), η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση». Η Τουρκία εξοργίστηκε με την απόφαση στο Ελσίνκι. Γι' αυτό και ο κ. Σολάνα μετέβη αμέσως στην Αγκυρα για να καθησυχάσει την τουρκική ηγεσία - το οποίο και πέτυχε.



Η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση μαζί με άλλες δέκα χώρες την 1η Μαΐου 2004. Η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης έγινε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2003 όταν η Ελλάδα προήδρευε του Συμβουλίου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Το 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασισθεί η έναρξη των συνομιλιών με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρ' όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ο έλληνας πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι - και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα επεσήμανε, ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν». Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους.

Ισως σήμερα με την εμπειρία των εξελίξεων στην Τουρκία προβληθεί το επιχείρημα, ότι ο Ερντογάν δεν θα δεχόταν ποτέ την παραπομπή των υφισταμένων διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αδιαφορώντας για την ένταξη της Τουρκίας. Ομως το 2004, ο Ερντογάν δεν υποστήριζε ακόμη τις απόψεις για μια Τουρκία διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία έχει δικαιώματα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο. Τις απόψεις του αυτές πρόβαλε αργότερα ιδίως μετά το 2016, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του. Το 2004 επιθυμούσε ιδιαίτερα την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.


Μετά τη συμφωνία του Ελσίνκι αναπτύχθηκε μια δυναμική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και οι αλλεπάλληλες διερευνητικές συνομιλίες για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων διαφορών. Αλλά και στις συζητήσεις αυτές η τότε νέα ελληνική κυβέρνηση τελικά δεν έδωσε συνέχεια. Το αποτέλεσμα της στάσης του 2004 είναι οι σημερινές απειλές και οι εκβιασμοί της Τουρκίας.

Συμπληρωματικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, η προσφυγή στη Χάγη δεν αποκλείει ούτε την ανάπτυξη των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, ούτε την πραγματοποίηση διερευνητικών συνομιλιών για την αντιμετώπιση των μεταξύ τους προβλημάτων. Είναι ένα μέσο για την ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.


ΤΟΥ Π.Κ.ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ

Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (10-11 Δεκεμβρίου 1999, επίτευγμα των κυβερνήσεων Κ. Σημίτη) - είκοσι χρόνια από τότε - αποτέλεσαν τομή στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας αλλά και στην τότε διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Με την Τουρκία άνοιξαν ένα εντελώς νέο κεφάλαιο για τον εξευρωπαϊσμό των ελληνοτουρκικών σχέσεων με προοπτική τη μελλοντική ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και την πλήρη εξομάλυνση των σχέσεων με την Ελλάδα με την επίλυση των σχετικών εκκρεμοτήτων. Ενώ παράλληλα κατέστησαν εφικτή την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ τον Μάιο 2004 χωρίς την προηγούμενη επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Τρία υπήρξαν τα κύρια στοιχεία του «πακέτου Ελσίνκι»: (α) η ανακήρυξη της Τουρκίας ως «υποψήφιας» (candidate) χώρας για ένταξη στην Ενωση (εφόσον εκπληρώσει τα σχετικά κριτήρια), με άρση του σχετικού ελληνικού βέτο, (β) με πρώτη προϋπόθεση ότι η Κύπρος, που ήταν ήδη σε διαπραγματεύσεις ένταξης, θα μπορούσε τελικά να ενταχθεί χωρίς την προηγούμενη επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Μέχρι τότε όλες οι χώρες - μέλη (με εξαίρεση την Ελλάδα και κάπως χλιαρά το ΗΒ) επέμεναν στη θέση ότι η Κύπρος θα μπορούσε να ενταχθεί μόνο μετά την προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος, πράγμα που στην πράξη ισοδυναμούσε με την εκχώρηση βέτο στην Αγκυρα για την κυπριακή ένταξη, και (γ) ως δεύτερη κεντρική προϋπόθεση ότι τα υποψήφια για ένταξη κράτη (δηλαδή η Τουρκία) «υποχρεούνται να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων, άλλως θα φέρουν τη διαφορά αυτή ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου (ΔΔ) εντός εύλογου χρονικού διαστήματος».


Το Συμβούλιο έθεσε μάλιστα ως χρονικό όριο το τέλος του 2004 για την επίλυση των διαφορών ή την παραπομπή τους στο ΔΔ. Δημιουργήθηκε έτσι μια μοναδική ευκαιρία για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών με τη συμμετοχή και ευθύνη της ΕΕ στη διαδικασία. Κάτι παρεμφερές δεν είχε προϋπάρξει. Ετσι, πρώτον η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004 χωρίς όντως την επίλυση του προβλήματος. Χωρίς το «Ελσίνκι» δεν θα είχε ενταχθεί. Δεύτερον, ξεκίνησε ο ελληνοτουρκικός διερευνητικός διάλογος για την ανίχνευση των δυνατοτήτων επίλυσης των διαφορών. Και στις αρχές του 2004 είχαμε φθάσει σε πακέτο ρυθμίσεων για την επίλυση θεμάτων ή παραπομπή ορισμένων στο Διεθνές Δικαστήριο. Ωστόσο, μετά τις εκλογές του Μαρτίου 2004 και την αποχώρηση της κυβέρνησης Σημίτη από την εξουσία, η νέα κυβέρνηση της ΝΔ επέλεξε να εγκαταλείψει τις πρόνοιες του «Ελσίνκι», μεταξύ άλλων και αυτή που δέσμευε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την επίτευξη λύσης μέχρι το τέλος του 2004! Και συμφώνησε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία χωρίς να έχουν εκπληρωθεί οι όροι του «Ελσίνκι». Λάθος ιστορικών διαστάσεων καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα είχαμε πιθανότατα επιλύσει τα ελληνοτουρκικά και δεν θα είχαμε τα σημερινά προβλήματα... Ο κύριος λόγος για την εγκατάλειψη του «Ελσίνκι» υπήρξε ο φόβος παραπομπής κάποιων θεμάτων στο ΔΔ καθώς υπήρχε η υποψία ή η εκτίμηση ότι η Ελλάδα δεν θα δικαιωνόταν στο σύνολο των θέσεών της! Ετσι εμφανίζεται το οξύμωρο φαινόμενο η Ελλάδα, ενώ διατείνεται σταθερά ότι ακολουθεί πιστά το διεθνές δίκαιο, να αρνείται να υποβάλει θέματα στην κρίση του Δικαστηρίου καθώς φοβάται ότι θα χάσει! Ελληνική αντίφαση, αν όχι μυωπία.

Ενα νέο «Ελσίνκι» - δηλαδή μια νέα ολοκληρωμένη στρατηγική για την Τουρκία -, προσαρμοσμένο στα σημερινά δεδομένα, είναι απολύτως αναγκαίο.

-Ο ομότιμος καθηγητής Π.Κ. Ιωακειμίδης συμμετείχε στη διαδικασία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ

«Το Ελσίνκι», σε συνδυασμό με «την Κοπεγχάγη», ήταν ιστορική επιτυχία, οδηγώντας στην ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Τον Δεκέμβριο του 1999 στο Ελσίνκι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμπεριέλαβε στα συμπεράσματά του δύο σημαντικές για τον Ελληνισμό πρόνοιες. Η μια αφορούσε τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Η άλλη, που επαρκώς αξιοποιήθηκε, αφορούσε την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ: προνοούσε ότι η απόφαση για την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ θα λαμβανόταν χωρίς η επίλυση του Κυπριακού να αποτελέσει προϋπόθεση.

Με βασικό αρχιτέκτονα τον Γιάννο Κρανιδιώτη, η Ελλάδα από τη δεκαετία του '80 συνέδεσε την πρόοδο των ευρωτουρκικών σχέσεων με το Κυπριακό. Εχτισε βήμα βήμα την ένταξη της Κύπρου και τη λύση του Κυπριακού. Το 1993 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε θετική γνωμοδότηση στην αίτηση ένταξης, έθετε όμως ως προϋπόθεση για την προσχώρηση τη λύση του Κυπριακού. Ηταν το βαρίδι που ταλάνιζε την πορεία ένταξης μέχρι το Ελσίνκι.

Στην Κέρκυρα το 1994. Η «συμφωνία Ζιπέ - Κρανιδιώτη» το 1995. Τέλος, το 1997 στο Λουξεμβούργο, διασφαλίσαμε ότι η Κύπρος θα άρχιζε διαπραγματεύσεις τον Μάρτιο 1998. Η «ομαδοποίηση» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κύπρου με αυτές άλλων «ανατολικών υποψήφιων μελών» ήταν καθοριστική. Με «διαβατήριο» την πειστική πρόταση Κληρίδη για συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στις διαπραγματεύσεις, η Κύπρος άρχισε ενταξιακές στις 31 Μαρτίου 1998. Μεγάλο άλμα. Ομως το Κυπριακό, ανεπίλυτο, ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η Τουρκία απειλούσε με αντίδραση «άνευ ορίων». Επρεπε να διασφαλίσουμε ότι η Κύπρος μπορούσε να ενταχθεί και χωρίς λύση. Χρειαζόταν πρακτικός μοχλός πίεσης, κι αυτός ήταν η μεγάλη διεύρυνση της ΕΕ. Χωρίς τη συμπερίληψη της Κύπρου, η Ελλάδα δεν θα έδινε τη συγκατάθεσή της.

Μέσα σε κλίμα εσωτερικής πολιτικής έντασης, φτάσαμε στο Ελσίνκι. Η Ελλάδα έπειτα από σκληρή διαπραγμάτευση πήρε ουσιαστικά ανταλλάγματα. Στην Τουρκία δίνεται υπόσχεση έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Στην Ελλάδα η αποσύνδεση της ένταξης της Κύπρου από προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού. Ουσιαστικά ξεπεράστηκε το σημαντικότερο εμπόδιο που είχε η ενταξιακή διαδικασία. Η απόφαση δεν ήταν, όμως, λευκή επιταγή. Προνοούσε ότι τη στιγμή της τελικής απόφασης το Συμβούλιο θα λάμβανε υπόψη «όλα τα σχετικά στοιχεία». Η Κύπρος μπορούσε να ενταχθεί στην Ενωση και χωρίς λύση, αρκεί να μην έφερε ευθύνη η ελληνοκυπριακή πλευρά.

Η πρόνοια αυτή, η «ουρά του Ελσίνκι», προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Διαμορφώθηκαν δύο στρατόπεδα. Οσοι ταχθήκαμε υπέρ του Ελσίνκι κάναμε πολιτική με το «σώμα» του Ελσίνκι. Οσοι τάχθηκαν εναντίον, με την «ουρά».

Τον Νοέμβριο του 2002 υποβλήθηκε το πρώτο «Σχέδιο Ανάν». Τον Δεκέμβριο θα λαμβάνονταν οι τελικές αποφάσεις για τη διεύρυνση της ΕΕ. Η αντιπολίτευση στην Κύπρο δημιούργησε εχθρικό κλίμα, δυσκολεύοντας αφάνταστα τους χειρισμούς των δύο κυβερνήσεων. Στην Κοπεγχάγη, Κληρίδης και Σημίτης ήταν αποφασιστικοί. Πέτυχαν τον μεγάλο άθλο της ένταξης, η οποία - με άλυτο το Κυπριακό - θεωρούνταν αδιανόητη.


Μολονότι στις 24 Απριλίου 2004 οι Ελληνοκύπριοι είπαν Οχι στο Ανάν, την 1η Μαΐου η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ. Το Ελσίνκι και η Κοπεγχάγη ήταν ασπίδα προστασίας απέναντι στο Οχι του δημοψηφίσματος.

Σήμερα η Κύπρος απολαμβάνει τα αγαθά της ένταξης. Μπορούμε να πετύχουμε λύση του Κυπριακού με ευρωπαϊκή σφραγίδα. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε σχεδιασμούς και παιχνίδια της Τουρκίας με ψυχραιμία, ρεαλισμό και αποφασιστικότητα. Γνωρίζοντας, όπως διδάσκει η Ιστορία, ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ μιας ενωμένης ευρωπαϊκής Κύπρου. Αναγνωρίζοντας, επίσης, ότι το Κυπριακό είναι το «μεγάλο αγκάθι» των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Οι συνθήκες για λύση δεν παραμένουν εσαεί ίδιες. Και δεν τις διαμορφώνουμε αποκλειστικά εμείς.

-Ο Χρήστος Στυλιανίδης είναι πρώην ευρωπαίος επίτροπος Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Διαχείρισης Κρίσεων (2014-2019)

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 14-15/12/19




ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΛΙΑΚΟΥΡΑ


Το Ελσίνκι 1999 άνοιξε τον δρόμο στην τουρκική υποψηφιότητα υπό την εκπλήρωση του όρου της διευθέτησης των εκκρεμών ελληνοτουρκικών διαφορών με ορίζοντα μέχρι το 2004. Με τις προβλέψεις των Συμπερασμάτων του Ελσίνκι 1999, εξασφαλιζόταν η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο προς επίλυση, αν ως το ορόσημο του 2004, τότε θα κρινόταν η υποψηφιότητα της Τουρκίας, δεν είχε επιτευχθεί δυνατότητα διευθέτησης διά των διαπραγματεύσεων. Με την προοπτική αυτή, δρομολογήθηκε η διαδικασία των «διερευνητικών επαφών» με την Τουρκία τον Μάρτιο 2002.

Οι διερευνητικές επαφές είναι εμπιστευτικές. Δεν αποτελούν επίσημη διαπραγμάτευση επί της οριοθέτησης. Θεσμοθετήθηκαν με σοβαρή προετοιμασία ως προ-διαπραγματευτικό στάδιο στο πλαίσιο της διερεύνησης σύγκλισης των δύο χωρών για τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Ως προς την ατζέντα αφορούσε στο μόνο θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, με προηγούμενη οριστικοποίηση με επέκταση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης, με πρόνοια ως προς τη διατήρηση διεθνών υδάτων που θα διευκόλυνε τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Εχοντας ως προοπτική ότι αν δεν απέδιδε η τεχνική διαπραγμάτευση σε ένα εύλογο χρόνο, δεδομένης της ουσίας της διαπραγμάτευσης, να έχει προβλεφθεί η προσφυγή με συνυποσχετικό στη διεθνή δικαιοσύνη. Η απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων θα οριζόταν με κοινό ανακοινωθέν των δύο χωρών επί του οποίου εργάζονταν οι δύο αντιπροσωπείες. Στο Κοινό Ανακοινωθέν με την ατζέντα της διαπραγμάτευσης θα οριζόταν το παρόν εύρος αιγιαλίτιδας ζώνης, το οποίο θα ήταν αυτό που θα είχε θεσπισθεί πριν την υιοθέτηση του κειμένου.


Στην πρώτη φάση (2002-2003), ως ad referendum διαδικασία, αντηλλάγησαν ουσιαστικές πληροφορίες περί βούλησης και θέσεων, καθώς και απόψεις για την ουσία και τη διαδικασία, και η δυνατότητα σύγκλισης ενός κοινού εδάφους προς δρομολόγηση μιας διαπραγμάτευσης ήταν εμφανής. Ηταν εξάλλου η γόνιμη περίοδος κατά την οποία υπήρχε η βούληση από την ελληνική κυβέρνηση, και από την πλευρά της Τουρκίας ήταν εμφανής η πρόθεση, για διευθέτηση κατά τα οριζόμενα στα Συμπεράσματα της ΕΕ Ελσίνκι. Το δέλεαρ της ενταξιακής πορείας ήταν κίνητρο για την Τουρκία.

Οι πρώτοι γύροι διερευνητικών επαφών ακολουθούσαν έναν εντατικό ρυθμό ως τα τέλη του 2003. Σε εκείνη τα φάση έπρεπε να προηγηθεί η θέσπιση δια νόμου (αν και ήταν δυνατόν και με πδ) της επιλεκτικής επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης. Ομως, τα χρονικά όρια δεν επέτρεπαν την ολοκλήρωση. Ετσι μετατέθηκε η συνέχιση για την επόμενη κυβέρνηση που θα προέκυπτε από τις εκλογές του Μαρτίου 2004. Η δέσμευση, όμως, που προβλέφθηκε από τα Συμπεράσματα του Ελσίνκι του 1999, για την υποχρεωτική πρόοδο στην επίλυση διαφορών με στόχο την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο, ήρθη το 2004. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία βρέθηκε από τότε χωρίς την πίεση που είχε επιτευχθεί με το Ελσίνκι.


Από το 2004 έως το 2006 (υπουργία κ. Π. Μολυβιάτη) οι ρυθμοί συναντήσεων ατόνησαν και ως προς τη συχνότητα και ως προς την πρόοδο (μηδενική) των συναντήσεων.

Από τον Μάιο 2006 οι διερευνητικές αναθερμάνθηκαν (υπουργία κ. Ντ. Μπακογιάννη), και η τουρκική αντιπροσωπεία αναμόχλευσε τα επιχειρήματα και τα αιτήματα έναντι μιας συνολικής (ει δυνατόν) διευθέτησης. Επίκεντρο από ελληνικής πλευράς ήταν η συνέχιση του στόχου της επίλυσης της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.

Από το 2008 οι διερευνητικές επαφές ανεστάλησαν μέχρι το 2010. Στο μεταξύ είχε χαθεί η αρχική δυναμική της διασύνδεσης των επαφών προς επίλυση με την πρόοδο (που είχε αρχίσει να γίνεται αρνητική λόγω της απορριπτικής στάσης ευρωπαϊκών χωρών) της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας.

Οι διερευνητικές επαφές σήμερα προβάλλουν ως το χρήσιμο μέσο να ενεργοποιηθεί.

-Ο Πέτρος Λιάκουρας είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΣΑΚΩΝΑ
Η γενιά μου ενηλικιώθηκε όταν στον δημόσιο λόγο κυριαρχούσε μια «ανδροπρεπής» εκδοχή του πολιτικού ρεαλισμού που υποστήριζε, ήδη από τη δεκαετία του '80, ότι η στρατιωτική αποτροπή αποτελεί την καταλληλότερη συνταγή αντιμετώπισης μιας αναθεωρητικής και «εγγενώς επιθετικής» Τουρκίας. Αυτή η σχολή σκέψης επέβαλε για τουλάχιστον μια εικοσαετία μια μονοσήμαντη διαχείριση της Τουρκίας, κυρίως στρατιωτικής αποτροπής με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο και την απαγόρευση πολιτικών πρωτοβουλιών στην προοπτική επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Στα τέλη της δεκαετίας του '90 η κυρίαρχη αυτή σχολή σκέψης απονομιμοποιήθηκε και περιθωριοποιήθηκε όταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης εμφορούμενος (όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης) από μια «κουλτούρα επίλυσης» της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και αντιλαμβανόμενος τις ευκαιρίες που έθετε το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον της εποχής από τη μια και το ισχυρό κίνητρο της Τουρκίας για ένταξη από την άλλη προώθησε μια συνολική στρατηγική εξισορρόπησης της Τουρκίας με κεντρικό εργαλείο την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση.


Θεσμικό αποκορύφωμα της ελληνικής στρατηγικής απετέλεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι πριν από 20 χρόνια, τον Δεκέμβριο του 1999. Σε αυτό επετεύχθη η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση και η σύνδεση της συνέχισης της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας με την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Με τον τρόπο αυτό η Ευρωπαϊκή Ενωση μετατράπηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της σε «ενεργητικό δρώντα» που υποχρέωνε την Τουρκία να επιλύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα στο Αιγαίο μέχρι το 2004, καθώς και να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (που σταθερά ηρνείτο η Τουρκία ήδη από τη δεκαετία του '70), στο οποίο θα ήταν υποχρεωμένη να παραπέμψει τις διαφορές της με την Ελλάδα εάν δεν κατέληγαν σε συμφωνία οι μεταξύ τους συνομιλίες.

Είναι ενδιαφέρον ότι η στρατηγική αυτή έγινε δημοσίως αποδεκτή και νομιμοποιήθηκε μόνον από το φιλελεύθερο τμήμα της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, της Νέας Δημοκρατίας (Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Ντόρα Μπακογιάννη, Δημήτρης Αβραμόπουλος κ.ά.) Η στρατηγική του Ελσίνκι δεν αποτελούσε άλλωστε παρά τη συνέχεια μιας στρατηγικής που επιχείρησε πρώτος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '70 και μάλιστα υπό δυσκολότερες διεθνείς, περιφερειακές και εσωτερικές συνθήκες από εκείνες της κυβέρνησης Σημίτη. Πράγματι πιστεύοντας ότι στις σχέσεις με την Τουρκία «είναι καλύτερο να επιδιώκεις μια ατελή λύση σήμερα από το να αναμένεις την τέλεια λύση αύριο» ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέδειξε γιατί ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας αλλά υπέρ εκείνου που θέτει συνεχείς αμφισβητήσεις˙ δρομολόγησε έτσι μια συγκροτημένη διαδικασία διαπραγματεύσεων με την Τουρκία που δεν περιοριζόταν στο ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά αφορούσε το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών, αναδεικνύοντας και τονίζοντας ταυτόχρονα τη σημασία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ως κεντρικού εργαλείου προώθησης των ελληνικών συμφερόντων.

Οι αποφάσεις στο Ελσίνκι έθεσαν την Ελλάδα προ των ευθυνών της και μέτρησαν την πραγματική (και όχι διακηρυκτική) πίστη της στο διεθνές δίκαιο και ειδικά στις ενδεχόμενες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ). Για αυτό και όταν το 2004 ήρθε η ώρα των κρίσιμων αποφάσεων για τη νέα κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή (καθώς οι διερευνητικές επαφές είχαν αποτέλεσμα, Ελλάδα και Τουρκία θα έπρεπε να υποβάλλουν κοινό συνυποσχετικό στο ΔΔΧ) η «πίστη» της στο διεθνές δίκαιο και στη συνακόλουθη αποδοχή του όποιου αποτελέσματος μιας διεθνούς δικαιοδοτικής κρίσης «εζυγίσθη, εμετρήθη και ευρέθη ελλιπής».


Το πολιτικό κόστος του συμβιβασμού που συνεπάγονταν οι αποφάσεις του ΔΔΧ αξιολογήθηκε από τη κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή ως δυσβάσταχτο απέναντι σε μια κοινή γνώμη που είχε γαλουχηθεί με τη θέση της ύπαρξης μιας και μόνης ελληνοτουρκικής διαφοράς στο Αιγαίο. Η διαιώνιση των προβλημάτων με την Τουρκία, αντί μιας επίλυσης επιβαρυμένης όμως με το κόστος του συμβιβασμού που θα συνεπάγονταν το αποτέλεσμα μιας διεθνούς δικαιοδοτικής κρίσης, κατέστη έτσι η εύκολη επιλογή. 20 χρόνια μετά το Ελσίνκι και παρά το γεγονός ότι σήμερα μέσω της ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς της Τουρκίας εισπράττουμε τα επίχειρα της εγκατάλειψής του, το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος εξακολουθεί να αρνείται μια ουσιαστική άσκηση εθνικής αυτογνωσίας.

-Ο Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, επικεφαλής του προγράμματος ασφάλειας και Τουρκίας στο ΕΛΙΑΜΕΠ και συγγραφέας του βιβλίου για τη στρατηγική του Ελσίνκι: The Incomplete Breakthrough in Greek-Turkish Relations. Grasping Greece's Socialization Strategy (Palgrave Macmillan, New York, 2010)


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΖΑΚΗ

Οι μεγάλες πολιτικές συνήθως ξεκινούν από μικρές εμπνεύσεις. Και κυρίως από απρόσμενα γεγονότα, που υποχρεώνουν σε δράση. Ετσι έγινε και με το Ελσίνκι: To 1999, ζήσαμε από κοντά την εμμονή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην ένταξη της Τουρκίας σε αυτήν, ή τουλάχιστον στην εμμονή της στην έναρξη διαπραγματεύσεων με αυτήν για την ένταξη. Από την άλλη μεριά, ήταν μια διαφορετική Τουρκία, από τη σημερινή, που επιδίωκε την ένταξη urbi et orbi. H ευρωπαϊκή εμμονή ήταν τέτοια ώστε ορισμένα κράτη να χρησιμοποιήσουν το εκβιαστικό επιχείρημα ότι αν η Ελλάδα επέμεινε στην άρνηση να δεχτεί την έναρξη διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, θα έπρεπε να βρεθεί μια διέξοδος, με την παράκαμψη της ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Κατόπιν αυτού η Ελλάδα δεν είχε άλλη διέξοδο παρά να υποκύψει στις ευρωπαϊκές επιλογές. Αλλά, παράλληλα, να εκμεταλλευθεί τον ζήλο της Ευρώπης για να αποκομίσει ορισμένα ανταλλάγματα, απέναντι στην εγκατάλειψη μιας πάγιας πολιτικής της, που ήταν η σταθερή άρνησή της σε έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της γείτονος, όσο διαρκούσε η γνωστή τουρκική πολιτική της αντιπαράθεσής της με εμάς στο Αιγαίο και η άρνησή της να βρεθούν ειρηνικές λύσεις για την υπέρβαση του αδιεξόδου.


Η κυβέρνηση των Αθηνών, η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, είχε τη φαεινή ιδέα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δύο μείζονος σημασίας προϋποθέσεις, προκειμένου να δεχτεί να υποχωρήσει από τις πάγιες θέσεις της: πρώτη προϋπόθεση ήταν η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ανεξαρτήτως από την προηγούμενη επίλυση του πολιτικού ζητήματος της επανένωσης των δυο κοινοτήτων σε ένα ενιαίο κράτος. Αυτή η προϋπόθεση αποτελούσε και μια μεγάλη υποχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία, ως τα τότε, δεν έδειχνε διατεθειμένη να δεχτεί την Κύπρο στους κόλπους της, χωρίς προηγούμενη λύση του μεγάλου πολιτικού ζητήματος της επανένωσης του νησιού. Και ναι μεν είχαν αρχίσει οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με αυτό, και ναι μεν είχε επιτευχθεί η τελωνειακή ένωση, με τις ακάματες προσπάθειες του αείμνηστου Γ. Κρανιδιώτη, αλλά όταν θα έφθανε η κρίσιμη στιγμή της πλήρους ένταξης, αυτή θα προσέκρουε στην άρνηση της Κοινότητας να τη δεχτεί, με το βάρος μιας διχασμένης και προβληματικής χώρας.

Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν να δεσμευτεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ότι θα εξαρτήσει τις εξελίξεις στην ενταξιακή διαπραγμάτευση με την Τουρκία από την πρόοδο της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με τις γειτονικές της χώρες. Ο όρος περιείχε διαπραγματεύσεις, και, αν αυτές δεν απέδιδαν καρπούς, προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Αυτή η «κοινοτικοποίηση» των ελληνοτουρκικών, δηλαδή η παρακολούθηση από την Κοινότητα των προβλημάτων μας με την Τουρκία, κι η εξάρτηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων από την προηγούμενη επιτυχή πρόοδο, ήταν και ο δεύτερος μεγάλος όρος που η ελληνική κυβέρνηση θα έθετε στους εταίρους.


Οταν οριστικοποιήθηκε η διατύπωση των όρων αυτών ακολούθησε ένας αγώνας δρόμου για την έγκαιρη δημοσιοποίησή τους στα κράτη-μέλη της Κοινότητας, και στα όργανά της. Το κλίμα ήταν θετικό, καθώς η κυβέρνηση του κ. Σημίτη απολάμβανε μεγάλης εμπιστοσύνης από τους εταίρους, ως φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης, όσο κι οι όροι που πρότεινε ήταν εξαιρετικά δυσβάσταχτοι για την Κοινότητα.

Ετσι όταν ήρθε η ώρα της απόφασης, στο Συμβούλιο του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο του 1999, το έδαφος ήταν καλά προετοιμασμένο για την αποδοχή τους. Σε ένα μαραθώνιο που διήρκησε ένα μεγάλο μέρος της νύχτας, διατυπώθηκαν οι όροι, που αφορούσαν τόσο την Κοινότητα, όσο και την Τουρκία. Και την επομένη η γειτονική μας χώρα, εκών άκων, αναγκάστηκε να τις αποδεχτεί. Μια νέα εποχή άνοιγε για την Κύπρο και την Τουρκία.

-Ο Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Σημίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου