Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 14-15/12/19 |
ΤΩΝ ΜΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗ
ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΦΩΤΑΚΗ
Ξημερώματα της 18ης Οκτωβρίου 2018 το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Μπαρμπαρός» επιχειρεί να μπει σε τμήμα της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, στα όρια με την κυπριακή, για σεισμικές έρευνες. Η απάντηση της φρεγάτας «Νικηφόρος Φωκάς» που επιτηρούσε το τουρκικό πλοίο και είχε γίνει η σκιά του, ήταν ακαριαία: «Απομακρυνθείτε δεν έχετε άδεια για την πραγματοποίηση ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα». Αρχικά το «Μπαρμπαρός» αρνήθηκε να φύγει, αλλά λίγη ώρα αργότερα απομακρύνθηκε από το σημείο.
Είχε προηγηθεί σαφής προειδοποίηση στην Αγκυρα διά της διπλωματικής οδού, μέσω του ελληνικού ΥΠΕΞ, να μην επιχειρήσει το τουρκικό σκάφος έρευνα εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η μίνι κρίση απεφεύχθη, καθώς οι Τούρκοι στη θέα της ελληνικής φρεγάτας, αλλά και της τορπιλάκατου «Σταράκης» που ήταν σε επιφυλακή στο Καστελλόριζο, αλλά και άλλων μονάδων, φαίνεται ότι δεν ήταν προετοιμασμένοι για «θερμό επεισόδιο», μολονότι την επόμενη μέρα τα τουρκικά μέσα «έπαιζαν» ότι το «Μπαρμπαρός» παρενοχλήθηκε από ελληνική φρεγάτα...
Από τότε, όμως, ανώτατοι επιτελείς του ελληνικού Πενταγώνου σημείωναν ότι η Αγκυρα έλαβε το μήνυμα για την αντίδραση της Ελλάδας αν οι Τούρκοι επιχειρήσουν μία ανάλογη παράνομη ενέργεια. Και όπως εξηγούν, στην Τουρκία γνωρίζουν καλά ότι αυτό ισχύει και τώρα, μετά τα νέα «νταηλίκια» στην Ανατολική Μεσόγειο και την υπογραφή του προκλητικού συμφώνου με τη Λιβύη. Στην Αθήνα μπορεί να συνεχίζεται ο διπλωματικός μαραθώνιος για να καταδειχθεί διεθνώς ότι το τουρκολιβυκό σύμφωνο είναι παντελώς ανυπόστατο, αλλά παράλληλα ανανεώνεται και το σχέδιο απάντησης σε περίπτωση απόπειρας εισβολής ενός τουρκικού ερευνητικού για διεξαγωγή έρευνας στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δηλαδή στην «κόκκινη γραμμή» που έχει δημιουργηθεί νότια της Κρήτης ή σε άλλα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ. Σε μια τέτοια πρόκληση, η κυβέρνηση και το ελληνικό Πεντάγωνο έχουν ανοίξει στο τραπέζι το σχέδιο αντίδρασης. Από την περασμένη άνοιξη όταν η Τουρκία άρχισε να κλιμακώνει τις προκλήσεις γύρω από την κυπριακή ΑΟΖ, ανώτατοι επιτελείς είχαν διαμηνύσει στην Αγκυρα ότι η Αθήνα δεν «πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια». Στον χάρτη είχε μαρκαριστεί όλη η περιοχή του Καστελλόριζου και το μήνυμα ήταν πως δεν υπάρχει περίπτωση να επιτραπεί έρευνα ή γεώτρηση σε ελληνική υφαλοκρηπίδα από τουρκικό σκάφος. Η ελληνική πλευρά είχε ξεκαθαρίσει, εν ολίγοις, ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει στα κυριαρχικά της δικαιώματα. Το στάδιο της στρατιωτικής εμπλοκής είναι το τελευταίο, αλλά η Αθήνα εδώ και μήνες έχει καταστήσει σαφές πως περιλαμβάνεται στον σχεδιασμό της αν η τουρκική προκλητικότητα φτάσει στα άκρα.
Ποιο είναι αυτό το σχέδιο, όμως, το οποίο τους τελευταίους μήνες μελετάται και ανάλογα με τις ανάγκες, τις συνθήκες και τις κινήσεις της Τουρκίας επεξεργάζεται και ανανεώνεται συνεχώς από τους επιτελείς του Πενταγώνου; Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είναι πάντα έτοιμο προς ενεργοποίηση και έχει τρία στάδια κλιμάκωσης. Αν το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Μπαρμπαρός» ή το «Ορουτς Ρέις» ή ένα τρίτο σκάφος που προαναγγέλλει ότι θα αγοράσει η Αγκυρα, επιχειρήσουν να κινηθούν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα νότια της Κρήτης, η δυναμική απάντηση της Ελλάδας θα έχει τα ακόλουθα στάδια:
1. Το πρώτο στάδιο αντίδρασης θα είναι η αυστηρή προειδοποίηση στην Τουρκία μέσω της διπλωματικής οδού.
2. Αν η Τουρκία δεν συμμορφωθεί και το τουρκικό σκάφος συνεχίσει την πορεία του με στόχο την έρευνα εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας θα δοθεί εντολή για την απώθησή του, από δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού.
3. Η χρήση των στρατιωτικών μέσων είναι τελευταίο στάδιο κλιμάκωσης. Το απόρρητο σχέδιο στρατιωτικής δράσης είναι προφανές ότι προβλέπει διεμβολισμό για την απομάκρυνση και, σε τελική φάση, καταβύθιση του τουρκικού πλοίου.
Η Αθήνα, ωστόσο, δεν προκρίνει και δεν επιθυμεί ένα «θερμό επεισόδιο» με την Τουρκία, όπως τονίζουν διπλωματικές και κυβερνητικές πηγές. «Δεν είναι ένδειξη αδυναμίας», υπογραμμίζουν αρμόδιοι παράγοντες. Διαμηνύουν δε ότι η κλιμάκωση και ένα «ατύχημα» ως αποτέλεσμα της τουρκικής προκλητικότητας σε περιοχή ελληνικής κυριαρχίας, είναι κάτι που δεν πρέπει να θέλει ούτε η Αγκυρα. Ανώτατες διπλωματικές πηγές σημειώνουν και την κακή κατάσταση στην οποία παραμένει η τουρκική οικονομία. Αναφέρουν δε ότι εάν φτάσουμε σε «αυτό που απευχόμαστε» η απάντηση θα περιλαμβάνει και κινήσεις που θα στοχεύουν την τουρκική οικονομία.
Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΟΡΥΦΗΣ. Για την ελληνική κυβέρνηση, πάντως, αυτή την ώρα ο λόγος ανήκει στην πολιτική και τη διπλωματία. Τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής κρίνονται ως ένα σημαντικό βήμα στην ύψωση διπλωματικών τειχών στην τουρκική παραβατικότητα. Η ρητή αναφορά ότι το τουρκολιβυκό σύμφωνο «για την οριοθέτηση περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το δίκαιο της θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη» και η έκφραση αλληλεγγύης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την Ελλάδα και την Κύπρο «έναντι των συγκεκριμένων ενεργειών της Τουρκίας», αποτελεί μία ευρωπαϊκή καταδίκη, την οποία η Αθήνα επεδίωκε. «Σε διπλωματικό επίπεδο, η Τουρκία είναι απελπιστικά απομονωμένη», σχολίασε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την ολοκλήρωση της Συνόδου Κορυφής.
Σημαντική χαρακτηρίζεται και η παρέμβαση του αμερικανού πρεσβευτή, Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι νομική θέση των ΗΠΑ είναι πως τα κατοικημένα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με την ηπειρωτική χώρα, άρα δικαιούνται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, φέρνοντας την Ουάσιγκτον σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Αγκυρας. Η στήριξη Πάιατ στις ελληνικές θέσεις και οι πληροφορίες για τη στάθμευση ενός από τα μεγαλύτερα πυρηνικά υποβρύχια των ΗΠΑ στη Σούδα, για να παρακολουθεί την Ανατολική Μεσόγειο, τις κινήσεις των Ρώσων και τη Συρία, εν μέσω κλιμάκωσης τουρκικής προκλητικότητας, ήρθαν τρεις εβδομάδες σχεδόν πριν από την επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον στις 7 Ιανουαρίου. Ενα ακόμα ταξίδι στο οποίο η Αθήνα υπολογίζει ως σημαντικό σταθμό.
Στο ενδιάμεσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η επίσκεψη του ΥΠΕΞ, Νίκου Δένδια στην Ιταλία την προσεχή Παρασκευή. Η Αθήνα δείχνει να επενδύει στη στάση της Ρώμης, την οποία χαρακτηρίζει «κλειδί» για τις εξελίξεις, λόγω της θέσης απέναντι στο τουρκολιβυκό σύμφωνο, παρά τις σχέσεις με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Διπλωματικές πηγές αναφέρονταν και σε πρόθεση της Αθήνας για επιτάχυνση των συνομιλιών για καθορισμό ελληνοϊταλικής ΑΟΖ.
ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΥ
Χρειάστηκαν μόλις λίγες ημέρες και μία έωλη συμφωνία μεταξύ της Τουρκίας και της Λιβύης για να διολισθήσουμε, παρά την πανθομολογούμενη ακυρότητα, σε μία νέα πραγματικότητα. Μέσα στα λίγα αυτά 24ωρα οι τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας έφτασαν από το Καστελλόριζο στην Κρήτη. Και εμείς τρέχουμε τώρα να δείξουμε στη διεθνή κοινότητα το αυτονόητο: ότι η συμφωνία είναι παράνομη. Ομως, εν τω μεταξύ, η Τουρκία έχει ήδη καταγράψει ένα πρώτο τετελεσμένο επί του οποίου και ενεργεί.
Συνεπώς, το πρώτο ερώτημα σήμερα είναι αν θα προχωρήσει και στο δεύτερο: αν δηλαδή και πότε θα στείλει τελικά τρυπάνι στην περιοχή.
Το ότι η Ελλάδα απευθύνεται στον ΟΗΕ, στην ΕΕ και όπου αλλού, καλό είναι και μπράβο. Είναι όμως αποτελεσματικό; Ειδικά αν προχωρήσουν οι Τούρκοι στο δεύτερο στάδιο; Ασφαλώς όχι. Εκτός κι αν κάποιοι φαντάζονται ότι ο ΟΗΕ ή η ΕΕ μπορούν να σταματήσουν την Τουρκία. Αποκλείεται και το γνωρίζουν άπαντες: οι οργανισμοί, η κυβέρνηση, οι Τούρκοι, οι άλλες χώρες.
Ολα αυτά καλώς γίνονται, μα η αξία τους είναι περιορισμένη. Το ουσιώδες είναι αλλού: όταν απαιτηθεί θα είμαστε έτοιμοι εμείς οι ίδιοι να υπερασπιστούμε στρατιωτικά την επικράτεια, τα σύνορα, τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μας; Η απάντηση περνάει μέσα από τρεις παράγοντες: τη στρατιωτική επάρκεια, την αποφασιστικότητα και τη σύναψη πραγματικών συμμαχιών με κράτη. Οχι με δαιδαλώδη πολυεθνικά σχήματα. Αν πάντως δεν το πράξουμε η Τουρκία θα επιβληθεί. Και αυτό θέλει.
Βρισκόμαστε ήδη πολύ πέρα από το σημείο που μπορούσαμε να πιστεύουμε ότι η εθνική ακεραιότητα της χώρας δεν απαιτεί δύσκολες αποφάσεις και απτές θυσίες, αλλά προστατεύεται με διαβήματα προς τρίτους.
Μα και αν υπάρξουν τρίτα μέρη με πραγματικό ρόλο στην υπόθεση του Αιγαίου την ώρα που θα είναι αναγκαίο, δεν θα είναι οργανισμοί καμιάς μορφής, αλλά κράτη που θα έχουν δικούς τους λόγους να εμπλακούν. Αποφάσεις μπορεί να εκδοθούν από τον ΟΗΕ ή την ΕΕ, αλλά θα είναι πρακτικά αδιάφορες για την Τουρκία. Είτε θα πρόκειται για προειδοποιήσεις χωρίς επαρκές αντίκρισμα, είτε για καταδίκες που έτσι κι αλλιώς έχει ήδη αρκετές και δεν την πτοούν. Ποιοι μετράνε; Η Γαλλία, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Αίγυπτος.
Με αυτές τις χώρες πρέπει να επιχειρήσει να επιτύχει συμφωνίες για εμπλοκή σε πραγματικό χρόνο η Ελλάδα. Αυτές έχουν σημασία. Ομως, ακόμα κι αν έχουν αποστείλει ναυτικές μονάδες στις κρίσιμες περιοχές όπως λ.χ. η Γαλλία, αυτές δεν πρόκειται να ενεργήσουν πέρα από τη στενή προστασία των εθνικών τους συμφερόντων.
Αν θα το κάνουν θα συμβεί μόνον αν η Ελλάδα πείσει ότι πρώτη η ίδια είναι αποφασισμένη να κινηθεί στρατιωτικά. Και αν επιτύχει να συνάψει προγενέστερες συμφωνίες. Αν παραμείνει άπραγη ουδείς τρίτος πρόκειται να κινηθεί.
Τα ελληνοτουρκικά είναι πλέον μονόδρομος. Το επιβάλλει η Τουρκία. Γιατί άλλο είναι η ψυχραιμία για την οποία διαρκώς μιλάμε και άλλο η αυτοκτονία τού να προχωρά η Αγκυρα σε αυτές τις ενέργειες και εμείς απλώς να διαμαρτυρόμαστε. Οσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε τόσο μεγαλώνουν οι πιθανότητες να αποφευχθεί η καταστροφή να περιοριστούν να σύνορά μας.
Οπως και η (μικρή) πιθανότητα η Τουρκία να κάνει πίσω. Πρέπει όμως πριν από όλα να ορίσουμε τι σημαίνει καταστροφή: σημαίνει τις θυσίες και τη διακινδύνευση μιας σύγκρουσης για να προασπιστούμε την ακεραιότητα της Ελλάδας; Ή σημαίνει το να αποδεχθούμε τα τετελεσμένα που ήδη άρχισαν και επιβάλλονται; Και που αν δεν τα σταματήσουμε δεν θα έχουν τέλος;
ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ ΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
Στο νεοκλασικό της Βασιλίσσης Σοφίας προσπαθούν πάντοτε να διαβάσουν πίσω από τις γραμμές. Δεν είναι μια μέθοδος αυτοσυντήρησης, αφού συχνά πυκνά οι διπλωματικοί παράγοντες είναι αναγκασμένοι να καλύψουν τα νώτα τους, περισσότερο πρόκειται για διαδικασία ρουτίνας, αφού στις διπλωματικές απαντήσεις και θέσεις ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οσα βρίσκονται στη βιτρίνα, αυτά που φαίνονται δηλαδή με την πρώτη ματιά, είναι πάντα τακτοποιημένα και δεν εξεγείρουν.
Κάπως έτσι, στο υπουργείο Εξωτερικών εμφανίζονται ικανοποιημένοι από τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής των Βρυξελλών, αφού επιτρέπουν στην Αθήνα να κάνει τα επόμενα βήματά της, αλλά με περίσκεψη ξαναδιαβάζουν την πρώτη αντίδραση του ΟΗΕ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Ο εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών φάνηκε να μη θέλει να κακοκαρδίσει κανέναν και συνέστησε «διάλογο» από τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλά στο ΥΠΕΞ δεν βλέπουν έναν Πόντιο Πιλάτο πίσω από την απάντηση. Η αναφορά του για κλειστές και περίκλειστες θαλάσσιες περιοχές που ευλόγως δημιουργούν ενστάσεις από τρίτες χώρες θα μπορούσε κάλλιστα να «κουμπώσει» με την πάγια τουρκική θέση ότι το Αιγαίο δεν είναι ένα ανοικτό πέλαγος και, συνεπώς, η υφαλοκρηπίδα των νησιών του είναι αμφισβητούμενη. Ο εκπρόσωπος δεν χαμήλωσε τον συναγερμό...
Μια πιο επίσημη ερμηνεία για αυτή την τοποθέτηση προεξοφλείται ότι θα αναζητήσει και ο Νίκος Δένδιας στο έκτακτο ραντεβού της Δευτέρας με τον Αντόνιο Γκουτέρες στη Γενεύη. Κυρίως, όμως, θα εξετάσει τις πιθανότητες το μνημόνιο Αγκυρας - Τρίπολης να μην αναρτηθεί στους σχετικούς καταλόγους του ΟΗΕ. Αυτή την ώρα φαίνονται ελάχιστες, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει προηγούμενο μη αποδοχής μιας διακρατικής συμφωνίας που φθάνει στην αρμόδια διεύθυνση του Οργανισμού για να πρωτοκολληθεί. Για τον ΟΗΕ πρόκειται για μια γραφειοκρατική διαδικασία - απλώς στον ίδιο φάκελο θα μπουν και οι ελληνικές ενστάσεις. Ενδεχομένως να προστεθούν και οι ενστάσεις Ιταλίας, Κύπρου ή Αιγύπτου, εάν προσεχώς στείλουν τις δικές τους επιστολές αντιρρήσεων στη Νέα Υόρκη. Για συζήτηση του θέματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας, δε, η Αθήνα αντιλαμβάνεται πλήρως ότι τα περιθώρια είναι ακόμη στενότερα.
Ο διπλωματικός μαραθώνιος του υπουργού Εξωτερικών αποβλέπει μεν στη συγκρότηση ενός συμμαχικού δικτύου απέναντι στη μεγάλη πρόκληση, αλλά και στην αποτροπή μεγαλύτερων εμπλοκών εάν ο Ερντογάν βρει κι άλλους υποστηρικτές. Εάν λειτουργήσουν κι άλλοι παράγοντες, οι διαδοχικές πτήσεις της προσεχούς εβδομάδας - την Τρίτη θα μεταβεί στη Σαουδική Αραβία, την Τετάρτη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Πέμπτη στην Ιορδανία και την Παρασκευή στη Ρώμη - μπορεί να φέρουν αποτελέσματα και να αναδείξουν μια εικόνα απομόνωσης της Τουρκίας.
Σημαντικές εξελίξεις, ωστόσο, μπορεί να υπάρξουν μόνο μέσα από το ραντεβού με τον ιταλό υπουργό Εξωτερικών και αρχηγό του Κινήματος Πέντε Αστέρων Λουίτζι ντι Μάιο στο κλείσιμο της εβδομάδας. Μια απόφαση για επίσπευση των διαδικασιών οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας θα δρομολογούσε όντως εξελίξεις. Η ιταλική προσέγγιση, άλλωστε, δείχνει πιο ώριμη από άλλες περιπτώσεις, όχι λόγω της εταιρικής σχέσης στην ΕΕ, αλλά επειδή η Ιταλία είναι η μόνη χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει οριοθετήσει (από το 1978) υφαλοκρηπίδα. Κι επιπλέον η Ρώμη εξακολουθεί να βλέπει σαν δικό της «οικόπεδο» τη Λιβύη και να δυσανασχετεί από το τουρκικό ρεσάλτο στην περιοχή. Η αντίδραση των Ιταλών για το τουρκολιβυκό μνημόνιο ενθαρρύνει την Αθήνα, αφού πίσω από τις γραμμές στο ΥΠΕΞ διακρίνουν έναν έντονο εκνευρισμό και στη Ρώμη. Η ιταλική φρεγάτα δεν έφθασε μεσοβδόμαδα στα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ μόνο για τα συμφέροντα της Eni. Μια τμηματική ανακήρυξη ΑΟΖ με την Αίγυπτο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα - και τότε η «κόκκινη ζώνη» που χάραξε η Αγκυρα από την Αττάλεια μέχρι τα λιβυκά παράλια θα εμπλέκεται με ζώνες άλλων, βάζοντας μπροστά το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Με όλα αυτά τα σχέδια στον χαρτοφύλακα, ο Δένδιας τρέχει...
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ-ΑΛΕΞΙΟΥ ΖΕΠΠΟΥ
Εχει, νομίζω πλέον, επέλθει ο χρόνος για να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα προβλήματα που μας χωρίζουν εδώ και χρόνια με τον γείτονά μας. Η μεγαλύτερη δυσκολία σ'αυτήν την εξίσωση, είναι να μπορέσουμε να επανατοποθετηθούμε ως κοινωνία ορθά, απέναντι στα προβλήματα που παρουσιάζονται και να μην παρασυρόμαστε από ρομαντικές απλοποιήσεις ή εθνικιστικές εξάρσεις.
Εδώ και πολλά χρόνια, που οι γείτονες είχαν αρχίσει να δείχνουν τις απαιτήσεις τους και την επιθετική συνολικά συμπεριφορά τους απέναντι στη χώρα μας αλλά και στην Κύπρο, θα έπρεπε να είχαμε αντιληφθεί ότι η αποφασιστική αντιμετώπιση των αιτημάτων και προκλήσεων, έπρεπε να αποτελέσει πρωταρχικό στόχο της όλης πολιτικής μας απέναντι στην Τουρκία.
Η θεωρία που κυριάρχησε για πολλά χρόνια, στο πολιτικό - κομματικό στερέωμα, ότι δηλαδή θα πρέπει να αποφύγουμε κάθε εμπλοκή και να αφήσουμε τα θέματα αυτά να εξελιχθούν μόνα τους, διότι στο μέλλον θα επιλύοντο, χωρίς δική μας ανάμειξη, ήταν βαθύτατα εσφαλμένη.
Η πάροδος του χρόνου και η δική μας αδιαφορία ή εσκεμμένη αποχή, από την ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, με σοβαρό διάλογο και ανάλογα μέτρα, επέτρεψε να εξελιχθούν τελικά εναντίον των συμφερόντων μας και να πολλαπλασιαστούν σε αριθμό, αλλά και σε σοβαρότητα.
Εχουμε απέναντί μας, αλλά είχαμε εδώ και χρόνια, μια χώρα που έδειχνε συνεχώς την επιθυμία της να αμφισβητήσει βασικές συνθήκες, θέσφατα, αλλά ακόμη και το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο θεωρούσε και θεωρεί ότι μπορεί να υποκλίνεται μπροστά στην περιφερειακή δύναμή της.
Οδηγηθήκαμε λοιπόν, σήμερα, σε μια οδυνηρή έκπληξη, σαν να ξυπνήσαμε από κακό όνειρο και αντιληφθήκαμε ξαφνικά πώς χρησιμοποίησαν οι γείτονές μας τον χρόνο που εμείς, αφελώς, ή εσκεμμένα, αφήσαμε να διαρρεύσει, πιστεύοντας ότι υπάρχουν ουρανόσταλτες λύσεις, που θα ενεφανίζοντο και θα μας ευνοούσαν.
Η ελληνική κοινωνία, η οποία χωρίς να ευθύνεται, γνωρίζει και πιστεύει, συν πλην, όλα όσα οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις από ετών της έχουν αναφέρει, ξαφνιάστηκε από την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, σαν κανείς να μην υποψιαζόταν ή περίμενε μια τέτοια εξέλιξη.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, με τη βοήθεια και φυσικών φαινομένων (σεισμοί), κατέστη δυνατό να υπάρξει μια νεότερη προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών και οι κυβερνήσεις Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή και Γ. Παπανδρέου, προσπάθησαν να διατηρήσουν αυτόν τον διάλογο και σε επίπεδο κορυφής, αλλά και να τον διευρύνουν, ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, που θα επέτρεπε την έντιμη και με βηματισμό αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Ομως, η οικονομική κρίση, διέκοψε κατ' ουσία αυτόν τον διάλογο, οι κυβερνήσεις που πέρασαν δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία και βάρος στην καλλιέργεια των προνομιακών σχέσεων που προϋπήρχαν με τον αναμφισβήτητο ηγέτη της Τουρκίας και έτσι με την εξαίρεση ορισμένων επαφών, σε υπουργικό και κυρίως σε υπηρεσιακό επίπεδο, τον αφήσαμε να κινείται μόνος του και να αποφασίζει, χωρίς να αισθάνεται ότι παραβαίνει οιασδήποτε μορφής συνεννόηση με τη χώρα μας, διότι, εστερείτο πλέον αναγνωρισμένων συνομιλητών του βεληνεκούς του, τους οποίους να αναγνωρίζει, να σέβεται και να αισθάνεται ότι συνδέεται μαζί τους, με κάποιας μορφής «μπέσα».
Τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε σοβαρές πρωτοβουλίες που είναι αρνητικές για εμάς και καλούμεθα να τις αντιμετωπίσουμε σε ένα επίπεδο πολύ πιο προχωρημένο και επικίνδυνο, απ' ό,τι θα μπορούσε να ήταν προ ετών.
Είναι, λοιπόν, απόλυτη ανάγκη, η ελληνική πολιτική τάξη, αφενός να συμφωνήσει σε κοινές εθνικές θέσεις, που δεν θα επιδέχονται αμφισβήτηση, ώστε να υπάρξει στην Αθήνα μια ενιαία γραμμή αντιμετώπισης του επιθετικού γείτονα και να εκλείψουν οι πιθανότητες πολιτικής/κομματικής εκμετάλλευσης, οιωνδήποτε χειρισμών μιας κυβέρνησης από μια αντιπολίτευση που επιδιώκει να ωφεληθεί μελλοντικά εκλογικά, από τους τυχόν χειρισμούς του αντίπαλου κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία.
Ο σημερινός Πρωθυπουργός, είναι οπωσδήποτε ένας άνθρωπος τον οποίο αργά ή γρήγορα, μπορεί να σεβαστεί ο «οθωμανός» ηγέτης, να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα του συνομιλητή του, καθώς και ότι αυτός εκφράζει την κοινή εθνική γραμμή, του ελληνικού πολιτικού κόσμου και την αποφασιστική τοποθέτηση της ελληνικής κοινωνίας να αντιμετωπίσει δυναμικά τις προκλήσεις αυτές, που θίγουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος. Ας σημειώσουμε, ότι ο τούρκος πρόεδρος δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικές διαφορετικές απόψεις για τις ενέργειές του απέναντι στην Ελλάδα, στο εσωτερικό της χώρας του, από άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Ετσι, με θέσεις σαφείς, οριοθετημένες και αποφασιστικές, σύμφωνες με το Διεθνές Δίκαιο, με τη συνδρομή οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αλλά παράλληλα και με τη βοήθεια ισχυρών διεθνών παικτών, χωρίς να παραγνωρίζουμε στοχευμένους χειρισμούς με διάφορες ενδιαφερόμενες γειτονικές χώρες, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε, με πολύ ισχυρότερο και αποτελεσματικό τρόπο, την Τουρκία, η οποία αδιαφόρησε, αλλά και ενοχλήθηκε, από τις διάφορες τριμερείς και τετραμερείς πρωτοβουλίες μας, γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι ούτε η Αίγυπτος, ούτε το Ισραήλ (κατ' αναλογία) θα προχωρούσαν, κατά πάσα πιθανότητα, σε οποιαδήποτε οριστική ρύθμιση θαλασσίων ζωνών εάν δεν γνώριζαν προγενέστερα ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν της αποδοχής της.
-Ο Ιωάννης Αλέξιος-Ζέπος είναι πρέσβης ε.τ. και πρώην γεν. γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών
ΤΗΣ ΚΑΡΟΛΙΝΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
Ο ένας εμφανίζεται ως θιασώτης του ορθού λόγου. Ο άλλος μιλάει δημόσια σχεδόν πάντα απευθυνόμενος στο θυμικό. Ο μεν χαρακτηρίζεται από Ελληνες και ξένους αναλυτές μετριοπαθής. Ο δε κατά γενική παραδοχή έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους διεθνώς παίκτες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλαμβάνεται από τους ευρωπαίους συμμάχους του ως πραγματιστής. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει στην ανάγνωση των δυτικών τα περισσότερα από τα στοιχεία που συνθέτουν μια μεγαλομανή προσωπικότητα. Η αντιπαράθεση των πολιτικών χαρακτήρων του έλληνα Πρωθυπουργού και του τούρκου προέδρου έχει αξία γιατί προκαλεί μια απορία: Πώς ένας πολιτικός σαν τον πρώτο μπορεί να χειριστεί αποτελεσματικά κάποιον σαν τον δεύτερο κατά τη διάρκεια μιας κρίσης σαν κι αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Η ερώτηση μοιάζει προσωποκεντρική. Στην πραγματικότητα όμως συμπυκνώνει το διαχρονικό ζήτημα της ελληνικής διπλωματίας όταν έρχεται αντιμέτωπη με την τουρκική προκλητικότητα. Μέχρι τώρα αρκετοί από τους συμμετέχοντες στον δημόσιο διάλογο έχουν επικρίνει την ελληνική κυβέρνηση ότι ακολουθεί «πολιτική κατευνασμού» της Τουρκίας.
Το κεντρικό τους επιχείρημα στηρίζεται κυρίως στη ρητορική που επιλέγει η Αθήνα για να απαντήσει στην κλιμακούμενη από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου ένταση, και στην αντίστιξή της με εκείνη της Αγκυρας, που χαρακτηρίζεται από ανεβασμένα ντεσιμπέλ, αν όχι εθνικιστικές κορόνες.
«Η μετριοπάθεια» έχει πει ο Χένρι Κίσινγκερ «είναι προσόν μόνο όταν οι άλλοι αντιλαμβάνονται ότι έχεις και άλλες επιλογές». Γι' αυτό ίσως την Τετάρτη που υποδέχθηκε τον σέρβο πρόεδρο, ο Μητσοτάκης τόνισε στη γειτονική χώρα πως «η ήπια στάση της Ελλάδας δεν μπορεί να παρερμηνεύεται» - υπενθυμίζοντας ότι «η παρανομία δεν γεννά δίκαιο» και διαμηνύοντας πως «το σύνολο της διεθνούς κοινότητας τάσσεται υπέρ της Ελλάδας και απορρίπτει το σύμφωνο Τουρκίας - Λιβύης».
Επειτα ήρθε η απόφαση της Συνόδου Κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με την οποία - για σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών - η συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Οσοι έχουν ασχοληθεί με την εξωτερική πολιτική επισημαίνουν πως το εν λόγω κείμενο έχει ιδιαίτερο βάρος.
Το βράδυ της Τετάρτης, ωστόσο, - όταν είχε ήδη διαφανεί ο τρόπος που η Ενωση θα στηρίξει την Ελλάδα - από κοινοβουλευτικού βήματος ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές δηλώσεις δεν αρκούν πλέον. «Δεν είμαστε πια στη φάση των δηλώσεων, είμαστε στη φάση των κυρώσεων και των πρωτοβουλιών», είπε ο Αλέξης Τσίπρας κριτικάροντας την κυβέρνηση πως δεν κινείται προκειμένου να εξασφαλίσει κυρώσεις από τους Ευρωπαίους και τη διεθνή κοινότητα σε βάρος της Τουρκίας, αντίθετα αρκείται σε δηλώσεις καταδίκης.
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΧΑΡΤΙΑ. Από το στρατόπεδο της πλειοψηφίας απορρίπτουν τη συριζαϊκή μομφή λέγοντας ότι «βρισκόμαστε σε φάση ενεργητικής διπλωματίας», αλλά και τις επικρίσεις διαφόρων δημοσιολογούντων πως η χώρα εμφανίζεται «ενδοτική». Εμπειρος πολιτικός που έχει κρατήσει τα ηνία του υπουργείου Εξωτερικών στο παρελθόν μάλιστα τονίζει ότι «όλα τα διπλωματικά χαρτιά βρίσκονται πια στα ελληνικά χέρια, εξού κι ο Ερντογάν καταφεύγει στις κορόνες».
Ο τούρκος πρόεδρος, επιμένει η ίδια πηγή - που τον έχει γνωρίσει προσωπικά - «φθάνει σε ρητορικές ακρότητες επειδή πρωτίστως απευθύνεται στο εσωτερικό του ακροατήριο. Και πρέπει με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσει και τα φέρετρα που επιστρέφουν στην πατρίδα». «Εμείς» συνεχίζει «από την άλλη δεν απευθυνόμαστε στον Ερντογάν. Απευθυνόμαστε στους συμμάχους, οι οποίοι δεν θέλουν να ακούν υπερβολές».
Στην ανάλυσή του - με την οποία συμφωνούν πολλοί από αυτούς που έχουν καθίσει στην καρέκλα του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας - «ποτέ δεν υψώνουμε τη φωνή, ποτέ δεν κάνουμε υβριστικές ή προκλητικές δηλώσεις στα εθνικά θέματα. Οι υψηλοί τόνοι έχει παρατηρηθεί ότι δεν αποδίδουν στην εξωτερική πολιτική, ενδείκνυνται μόνο για εσωτερική κατανάλωση». Η τουρκική προκλητικότητα, λοιπόν, ακόμη κι όταν κλιμακώνεται «δεν αντιμετωπίζεται με το να γίνεις σαν τον τούρκο πρόεδρο, αντιμετωπίζεται με την οικοδόμηση συμμαχιών στη διεθνή κοινότητα».
Για τους γνώστες, επομένως, των διπλωματικών στη ΝΔ οι αντίπαλοί τους από τον ΣΥΡΙΖΑ κακώς τους κατηγορούν πως ακολουθούν πολιτική κατευνασμού. «Η σκληρότερη εξωτερική πολιτική στα ελληνικά χρονικά έχει ασκηθεί χωρίς ρητορικές εξάρσεις», σημειώνει ένας από αυτούς.
ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ. Οι νεοδημοκράτες θεωρούν ως ενδεικτικότερο παράδειγμα του είδους τη στάση της κυβέρνησης Καραμανλή του νεότερου στο Βουκουρέστι, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ όπου τέθηκε το βέτο στην ένταξη των Σκοπίων τότε. Για τους κεντροαριστερούς πάλι, το χαρακτηριστικότερο δείγμα είναι η στρατηγική του Κώστα Σημίτη στα ελληνοτουρκικά που κορυφώθηκε στο Ελσίνκι. Αναφέρονται στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ το 1999, επειδή έθεσε - όπως υπογραμμίζουν - τις βάσεις για τον εξευρωπαϊσμό των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας.
Οι κυνικότεροι από τους μυημένους στα της διεθνούς σκακιέρας, πάντως, διατείνονται ότι «η συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης δεν θα υλοποιηθεί ποτέ» εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στο εσωτερικό του δεύτερου συμβαλλόμενου μέρους. Οπότε, διερωτώνται, ποιος ο λόγος για αχρείαστες και αναποτελεσματικές λεκτικές ακρότητες από την ελληνική πλευρά στην παρούσα κρίση; Εξάλλου, οι πατριωτικές κραυγές αντιλαλούν ευχάριστα μόνο μέσα στους τοίχους των καφενείων.
Μια πιο επίσημη ερμηνεία για αυτή την τοποθέτηση προεξοφλείται ότι θα αναζητήσει και ο Νίκος Δένδιας στο έκτακτο ραντεβού της Δευτέρας με τον Αντόνιο Γκουτέρες στη Γενεύη. Κυρίως, όμως, θα εξετάσει τις πιθανότητες το μνημόνιο Αγκυρας - Τρίπολης να μην αναρτηθεί στους σχετικούς καταλόγους του ΟΗΕ. Αυτή την ώρα φαίνονται ελάχιστες, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει προηγούμενο μη αποδοχής μιας διακρατικής συμφωνίας που φθάνει στην αρμόδια διεύθυνση του Οργανισμού για να πρωτοκολληθεί. Για τον ΟΗΕ πρόκειται για μια γραφειοκρατική διαδικασία - απλώς στον ίδιο φάκελο θα μπουν και οι ελληνικές ενστάσεις. Ενδεχομένως να προστεθούν και οι ενστάσεις Ιταλίας, Κύπρου ή Αιγύπτου, εάν προσεχώς στείλουν τις δικές τους επιστολές αντιρρήσεων στη Νέα Υόρκη. Για συζήτηση του θέματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας, δε, η Αθήνα αντιλαμβάνεται πλήρως ότι τα περιθώρια είναι ακόμη στενότερα.
Ο διπλωματικός μαραθώνιος του υπουργού Εξωτερικών αποβλέπει μεν στη συγκρότηση ενός συμμαχικού δικτύου απέναντι στη μεγάλη πρόκληση, αλλά και στην αποτροπή μεγαλύτερων εμπλοκών εάν ο Ερντογάν βρει κι άλλους υποστηρικτές. Εάν λειτουργήσουν κι άλλοι παράγοντες, οι διαδοχικές πτήσεις της προσεχούς εβδομάδας - την Τρίτη θα μεταβεί στη Σαουδική Αραβία, την Τετάρτη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Πέμπτη στην Ιορδανία και την Παρασκευή στη Ρώμη - μπορεί να φέρουν αποτελέσματα και να αναδείξουν μια εικόνα απομόνωσης της Τουρκίας.
Σημαντικές εξελίξεις, ωστόσο, μπορεί να υπάρξουν μόνο μέσα από το ραντεβού με τον ιταλό υπουργό Εξωτερικών και αρχηγό του Κινήματος Πέντε Αστέρων Λουίτζι ντι Μάιο στο κλείσιμο της εβδομάδας. Μια απόφαση για επίσπευση των διαδικασιών οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας θα δρομολογούσε όντως εξελίξεις. Η ιταλική προσέγγιση, άλλωστε, δείχνει πιο ώριμη από άλλες περιπτώσεις, όχι λόγω της εταιρικής σχέσης στην ΕΕ, αλλά επειδή η Ιταλία είναι η μόνη χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει οριοθετήσει (από το 1978) υφαλοκρηπίδα. Κι επιπλέον η Ρώμη εξακολουθεί να βλέπει σαν δικό της «οικόπεδο» τη Λιβύη και να δυσανασχετεί από το τουρκικό ρεσάλτο στην περιοχή. Η αντίδραση των Ιταλών για το τουρκολιβυκό μνημόνιο ενθαρρύνει την Αθήνα, αφού πίσω από τις γραμμές στο ΥΠΕΞ διακρίνουν έναν έντονο εκνευρισμό και στη Ρώμη. Η ιταλική φρεγάτα δεν έφθασε μεσοβδόμαδα στα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ μόνο για τα συμφέροντα της Eni. Μια τμηματική ανακήρυξη ΑΟΖ με την Αίγυπτο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα - και τότε η «κόκκινη ζώνη» που χάραξε η Αγκυρα από την Αττάλεια μέχρι τα λιβυκά παράλια θα εμπλέκεται με ζώνες άλλων, βάζοντας μπροστά το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Με όλα αυτά τα σχέδια στον χαρτοφύλακα, ο Δένδιας τρέχει...
![]() | |
|
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
Και αν, αντίστροφα από ό,τι συνήθως λέγεται,
τώρα είναι η
στιγμή; Η στιγμή να
βγούμε από την πολύχρονη αδράνεια
με, την οποία αντιμετωπίζουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις εντάσεις της
Ανατολικής Μεσογείου; H κυρίαρχη άποψη λέει το αντίθετο.
Οταν σε πιέζουν δεν κάνεις διάλογο γιατί σαν να υποχωρείς. Το ίδιο μότο
επαναλήφθηκε ύστερα από τη νέα κίνηση της Τουρκίας να υπογράψει το γνωστό
μνημόνιο με τον αμφισβητούμενο της Λιβύης. Ομως η διεθνής αποδοκιμασία του μνημονίου
ήταν ιδιαιτέρως ηχηρή και σε αυτήν συμμετείχε και η Ρωσία πέραν των ευρωπαϊκών.
Αντί να το υποτιμούμε, το γεγονός πρέπει να
μάς κάνει να σκεφτούμε. Μπορεί οι τελευταίες εξελίξεις να αποτελούν
ευκαιρία αντί να συνιστούν απειλή; Μήπως με άλλα λόγια η υπερεπέκταση της Τουρκίας
σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο έβαλε πολλούς πλέον παίκτες στο παιχνίδι, γεγονός
που ιτρέπεί^α αντιμετωπίσουμε τολμηρότερα τον πυρήνα των διαφορών μας με τη γείτονα ξεπερνώντας τους φόβους και τις αδράνειες μας;
Εννοώ την αδράνεια που επιλέξαμε μετά το 2004 όταν
αναστείλαμε τη δυναμική της συμφωνίας του Ελσίνκι για την οριοθέτηση της
υφαλοκρηπίδας και βάλαμε το Κυπριακό στο ράφι αναμένοντας «καλύτερες μέρες».
Οσο η Τουρκία προσέβλεπε στη σχέση της με τη ΕΕ ή ασχολείτο με τα δικά της, η αδράνεια της
κόστιζε. Μετά όμως την κρίση της Μέσης Ανατολής και τους υδρογονάνθρακες
της
Ανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία άλλαξε και τα
πράγματα έγιναν δύσκολα. Ολοι σήμερα αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε μια νέα
εθνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία. Εκεί όμως σταματάμε παραλύοντας μέσα στη
δική μας αντίφαση. Από τη μια αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να
ικανοποιήσουμε τις διεκδικήσεις μας με πολεμικά μέσα, από την άλλη επικαλούμαστε
συνεχώς το Διεθνές Δίκαιο, αρμούμαστε να καταφύγουμε στη δικαιοδοσία του γιά να
επιλύσουμε τις διαφορές μας. Το γιατί είναι γνωστό. Ορισμένα από αυτά που
θεωρούμε κεκτημένα δεν θα τα κερδίζαμε γιατί δεν συνάδουν με τούς διεθνείς
κανόνες. Εξού και δεν εκθέσαμε ποτέ δημοσίως αυτά που θεωρούμε θαλάσσια και
υποθαλάσσια σύνορα μας.
Σε κάθε κρίσιμη λοιπόν καμπή των ελληνοτουρκικών
σχέσεων αναπαράγονται οι ίδιες εσωτερικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.
Τουρκοφάγοι εναντίον μειοδοτών, και αντιστρόφως. Αποιτέλεσμα; Ακινησία και
αδράνεια. Σημειωτέον, η ΄δια κατάσταση επικρατεί και στην ελληνοκυπριακή ηγεσία,
γεγονός που βαθμιαία καθιστά την Κύπρο αιχμάλωτη της Τουρκίας. Το επιχείρημα
των υποστητρικτών της «μη λύσης» είναι ότι οι συνθήκες στο παρόν (στο εκάστοτε
παρόν) είναι δυσμενείς και ότι το status quo είναι προτιμότερο. Πότε θα αλλάξουν υπέρ μας οι συνθήκες; Στο
μέλλον, το ως γνωστόν είναι έτσι κι αλλιώς αδιόρατο. Είναι όμως
όντως αδιόρατο; Ή μήπως έχουμε πλέον επαρκή ιστορική εμπειρία για να
καταλάβουμε ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ μας; Το κυπριακό ζήτημα
από το 1974 (για να μην πάμε στο 1963-64 όταν αστόχως ο Μακάριος επιχείρησε την
αναθεώρηση των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου) ακολουθεί τη ρήση «κάθε πέρσι και
καλύτερα». Στο «μακεδονικό» οι λύσεις που απορρίπταμε από το 1992 και ύστερα
ήταν πολύ πιο κοντά στις αντιλήψεις της ελληνικής πλευράς από αυτές που
καταλήξαμε με τη Συμφωνία των Πρεσπών - και καλά κάναμε και καταλήξαμε έστω και
έτσι. Μήπως αυτά είναι ένα παρελθόν και το μέλλον διαγράφεται διαφορετικό και
καλύτερο; Δυστυχώς οι προβλέψεις των συσχετισμών μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας
είναι κατά γενική παραδοχή δυσμενείς και οι τάσεις έχουν δομικό χαρακτήρα, δύσκολα
ανατρέψιμο. Επομένως χρειαζόμαστε πολιτική ευφυΐα και συμμαχίες για να τις
αντισταθμίσουμε.
Το επιχείρημα της «μη λύσης» έχει και μια ιδιαίτερη συνιστώσα
στρατιωτικού χαρακτήρα. Στην πιο ακραιφνή της εκδοχή πιέζει για εξοπλισμούς,
στην πιο ήπια επικαλείται την ανάγκη μιας «ικανότητας αποτροπής», πράγμα
προφανές αν μιλάμε για τη δυνατότητα ενός κράτους να αντιπαρατάξει αξιόμαχες
δυνάμεις σε ένα θερμό επεισόδιο μέχρι να κινητοποιηθεί η διεθνής κοινότητα.
Αλλά σίγουρα ούτε η στρατιωτική αντιπαράθεση ούτε η κούρσα των εξοπλισμών
απαντά στο πρόβλημα, ούτε διάφορες γεωστρατιωτικές συμμαχίες όσο χρήσιμες και
αν είναι. Και επ' αυτού έχουμε μια πολύχρονη ιστορική εμπειρία. Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής σης μέρες του Αττίλα το 1974, πήρε αρνητική απάντηση από την ηγεσία
των Ενόπλων Δυνάμεων στο αγωνιώδες ερώτημα αν μπορούμε να υποστηρίξουμε
στρατιωτικά την Κύπρο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου σταμάτησε τις έρευνες σε
αμφισβητούμενη περιοχή του Αιγαίου και χρησιμοποίησε επικοινωνιακά την κρίση
του Μαρτίου 1987 ώστε να κάνει στροφή στην πολιτική του αποκαθιστώντας τον
διάλογο με την Τουρκία. Ο Κώστας Σημίτης ορθότατα προτίμησε τη γρήγορη και
ειρηνική επίλυση της κρίσης των Ιμίων αντί τη γενίκευση της σύρραξης.
Σημαίνει ότι «είμαστε μόνοι μας» όπως λέγεται συνεχώς τελευταία; Αν
εννοούμε ότι δεν θα έρθουν οι Γάλλοι, οι Αιγύπτιοι ή οι Ισραηλινοί να
πολεμήσουν για μας, ναι, είμαστε μόνοι. Ομως ούτε πρέπει ούτε χρειάζεται να
φτάσουμε εκεί. Η Ελλάδα και το Αιγαίο δεν είναι στη Μέση Ανατολή, αλλά στη
Δύση, στην ΕΕ και στο NATO. Δεν θα μάς σώσουν αν κάνουμε λάθη, αλλά μάς προσφέρουν το
πλαίσιο και επαρκή στήριξη για να τα αποφύγουμε. Δηλαδή να μη συρθούμε σε
εξαναγκασμένη διμερή διαπραγμάτευση ύστερα από πολεμικό επεισόδιο. Για να
αξιοποιήσουμε όμως αυτή την υποστήριξη χρειάζεται να λάβουμε τώρα την πολιτική
πρωτοβουλία ενεργοποιώντας πάλι τη διαδικασία καν τις διερευνητικές επαφές για
την προσφυγή στο Δραστήριο της Χάγης με στόχο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας
και των θαλασσίων ζωνών συγχρόνως στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι
κίνηση «κατευνασμού» και υποχώρησης; Οχι αν την πάρουμε στα σοβαρά και με
ευρεία συναίνεση των πολιτικών ηγεσιών.
Είναι προφανές ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να συναινέσει στην παρούσα
φάση. Η κίνηση όμως είναι η απάντηση διαρκείας της Ελλάδας στις επιθετικές
κινήσεις της Τουρκίας. Σε αυτή τη βάση θα διεκδικούμε τη συμπαράστασγη της
διεθνούς κοινότητας και της ΕΕ που δεν έχει διάθεση να δει άλλο ένα θερμό
μέτωπο στη Μεσόγειο. Θα είναι δική μας στρατηγική επιλογή, αλλά θα εκφράζει
ταυτόχρονα τη συμβολή μας στην ανα γκαία αλλαγή του κλίματος στην ευρύτερη
περιοχή. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια η
κρίση της Μέσης Ανατολής έφτασε στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Η Ευρώπη
αισθάνθηκε τον πόλεμο κοντά στην πόρτα της. Αν όμως οι συγκρούσεις στη Συρία
φτάνουν στο τέλος τους, δημιουργούνται οι όροι ώστε τα πράγματα να κινηθούν
στην αντίθετη φορά. Μετά τη στρατιωτικοποποίηση των αντιθέσεων να αναζητηθούν
διεθνείς συμφωνίες και διεθνείς κανόνες. Σε αυτή την προοπτική η Ευρώπη, με την
πολιτική και οικονομική της ισχύ, θα ξαναβρεί έναν ρόλο. Πόσω μάλλον αν
κατανοήσει τις καινούργιες καταστάσεις και πρωτίστως την παρουσία της Ρωσίας,
με την οποία πρέπει να βρει τρόπους νέας συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης.
Η Ελλάδα θα πρέπει να γίνει σημαιοφόρος για την αναζωογόνηση της μεσογειακής
διάστασης της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας.
Και αν όντως ισχύει ότι η Τουρκία έκανε μια
κίνηση που μπορεί να την υπερβαίνει καθόσον ανησυχεί πολλούς παίκτες, τότε αυτή
είναι η κατάλληλη σηγμή να ξεπεράσουμε τις αδράνειες της πολιτικής μας.
![]() | |
|
Εχει, νομίζω πλέον, επέλθει ο χρόνος για να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα προβλήματα που μας χωρίζουν εδώ και χρόνια με τον γείτονά μας. Η μεγαλύτερη δυσκολία σ'αυτήν την εξίσωση, είναι να μπορέσουμε να επανατοποθετηθούμε ως κοινωνία ορθά, απέναντι στα προβλήματα που παρουσιάζονται και να μην παρασυρόμαστε από ρομαντικές απλοποιήσεις ή εθνικιστικές εξάρσεις.
Εδώ και πολλά χρόνια, που οι γείτονες είχαν αρχίσει να δείχνουν τις απαιτήσεις τους και την επιθετική συνολικά συμπεριφορά τους απέναντι στη χώρα μας αλλά και στην Κύπρο, θα έπρεπε να είχαμε αντιληφθεί ότι η αποφασιστική αντιμετώπιση των αιτημάτων και προκλήσεων, έπρεπε να αποτελέσει πρωταρχικό στόχο της όλης πολιτικής μας απέναντι στην Τουρκία.
Η θεωρία που κυριάρχησε για πολλά χρόνια, στο πολιτικό - κομματικό στερέωμα, ότι δηλαδή θα πρέπει να αποφύγουμε κάθε εμπλοκή και να αφήσουμε τα θέματα αυτά να εξελιχθούν μόνα τους, διότι στο μέλλον θα επιλύοντο, χωρίς δική μας ανάμειξη, ήταν βαθύτατα εσφαλμένη.
Η πάροδος του χρόνου και η δική μας αδιαφορία ή εσκεμμένη αποχή, από την ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, με σοβαρό διάλογο και ανάλογα μέτρα, επέτρεψε να εξελιχθούν τελικά εναντίον των συμφερόντων μας και να πολλαπλασιαστούν σε αριθμό, αλλά και σε σοβαρότητα.
Εχουμε απέναντί μας, αλλά είχαμε εδώ και χρόνια, μια χώρα που έδειχνε συνεχώς την επιθυμία της να αμφισβητήσει βασικές συνθήκες, θέσφατα, αλλά ακόμη και το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο θεωρούσε και θεωρεί ότι μπορεί να υποκλίνεται μπροστά στην περιφερειακή δύναμή της.
Οδηγηθήκαμε λοιπόν, σήμερα, σε μια οδυνηρή έκπληξη, σαν να ξυπνήσαμε από κακό όνειρο και αντιληφθήκαμε ξαφνικά πώς χρησιμοποίησαν οι γείτονές μας τον χρόνο που εμείς, αφελώς, ή εσκεμμένα, αφήσαμε να διαρρεύσει, πιστεύοντας ότι υπάρχουν ουρανόσταλτες λύσεις, που θα ενεφανίζοντο και θα μας ευνοούσαν.
Η ελληνική κοινωνία, η οποία χωρίς να ευθύνεται, γνωρίζει και πιστεύει, συν πλην, όλα όσα οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις από ετών της έχουν αναφέρει, ξαφνιάστηκε από την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, σαν κανείς να μην υποψιαζόταν ή περίμενε μια τέτοια εξέλιξη.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, με τη βοήθεια και φυσικών φαινομένων (σεισμοί), κατέστη δυνατό να υπάρξει μια νεότερη προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών και οι κυβερνήσεις Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή και Γ. Παπανδρέου, προσπάθησαν να διατηρήσουν αυτόν τον διάλογο και σε επίπεδο κορυφής, αλλά και να τον διευρύνουν, ώστε να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, που θα επέτρεπε την έντιμη και με βηματισμό αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Ομως, η οικονομική κρίση, διέκοψε κατ' ουσία αυτόν τον διάλογο, οι κυβερνήσεις που πέρασαν δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία και βάρος στην καλλιέργεια των προνομιακών σχέσεων που προϋπήρχαν με τον αναμφισβήτητο ηγέτη της Τουρκίας και έτσι με την εξαίρεση ορισμένων επαφών, σε υπουργικό και κυρίως σε υπηρεσιακό επίπεδο, τον αφήσαμε να κινείται μόνος του και να αποφασίζει, χωρίς να αισθάνεται ότι παραβαίνει οιασδήποτε μορφής συνεννόηση με τη χώρα μας, διότι, εστερείτο πλέον αναγνωρισμένων συνομιλητών του βεληνεκούς του, τους οποίους να αναγνωρίζει, να σέβεται και να αισθάνεται ότι συνδέεται μαζί τους, με κάποιας μορφής «μπέσα».
Τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε σοβαρές πρωτοβουλίες που είναι αρνητικές για εμάς και καλούμεθα να τις αντιμετωπίσουμε σε ένα επίπεδο πολύ πιο προχωρημένο και επικίνδυνο, απ' ό,τι θα μπορούσε να ήταν προ ετών.
Είναι, λοιπόν, απόλυτη ανάγκη, η ελληνική πολιτική τάξη, αφενός να συμφωνήσει σε κοινές εθνικές θέσεις, που δεν θα επιδέχονται αμφισβήτηση, ώστε να υπάρξει στην Αθήνα μια ενιαία γραμμή αντιμετώπισης του επιθετικού γείτονα και να εκλείψουν οι πιθανότητες πολιτικής/κομματικής εκμετάλλευσης, οιωνδήποτε χειρισμών μιας κυβέρνησης από μια αντιπολίτευση που επιδιώκει να ωφεληθεί μελλοντικά εκλογικά, από τους τυχόν χειρισμούς του αντίπαλου κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία.
Ο σημερινός Πρωθυπουργός, είναι οπωσδήποτε ένας άνθρωπος τον οποίο αργά ή γρήγορα, μπορεί να σεβαστεί ο «οθωμανός» ηγέτης, να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα του συνομιλητή του, καθώς και ότι αυτός εκφράζει την κοινή εθνική γραμμή, του ελληνικού πολιτικού κόσμου και την αποφασιστική τοποθέτηση της ελληνικής κοινωνίας να αντιμετωπίσει δυναμικά τις προκλήσεις αυτές, που θίγουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος. Ας σημειώσουμε, ότι ο τούρκος πρόεδρος δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικές διαφορετικές απόψεις για τις ενέργειές του απέναντι στην Ελλάδα, στο εσωτερικό της χώρας του, από άλλες πολιτικές δυνάμεις.
Ετσι, με θέσεις σαφείς, οριοθετημένες και αποφασιστικές, σύμφωνες με το Διεθνές Δίκαιο, με τη συνδρομή οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αλλά παράλληλα και με τη βοήθεια ισχυρών διεθνών παικτών, χωρίς να παραγνωρίζουμε στοχευμένους χειρισμούς με διάφορες ενδιαφερόμενες γειτονικές χώρες, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε, με πολύ ισχυρότερο και αποτελεσματικό τρόπο, την Τουρκία, η οποία αδιαφόρησε, αλλά και ενοχλήθηκε, από τις διάφορες τριμερείς και τετραμερείς πρωτοβουλίες μας, γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι ούτε η Αίγυπτος, ούτε το Ισραήλ (κατ' αναλογία) θα προχωρούσαν, κατά πάσα πιθανότητα, σε οποιαδήποτε οριστική ρύθμιση θαλασσίων ζωνών εάν δεν γνώριζαν προγενέστερα ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν της αποδοχής της.
-Ο Ιωάννης Αλέξιος-Ζέπος είναι πρέσβης ε.τ. και πρώην γεν. γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών
![]() | |
|
ΤΗΣ ΚΑΡΟΛΙΝΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
Ο ένας εμφανίζεται ως θιασώτης του ορθού λόγου. Ο άλλος μιλάει δημόσια σχεδόν πάντα απευθυνόμενος στο θυμικό. Ο μεν χαρακτηρίζεται από Ελληνες και ξένους αναλυτές μετριοπαθής. Ο δε κατά γενική παραδοχή έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους διεθνώς παίκτες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκλαμβάνεται από τους ευρωπαίους συμμάχους του ως πραγματιστής. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει στην ανάγνωση των δυτικών τα περισσότερα από τα στοιχεία που συνθέτουν μια μεγαλομανή προσωπικότητα. Η αντιπαράθεση των πολιτικών χαρακτήρων του έλληνα Πρωθυπουργού και του τούρκου προέδρου έχει αξία γιατί προκαλεί μια απορία: Πώς ένας πολιτικός σαν τον πρώτο μπορεί να χειριστεί αποτελεσματικά κάποιον σαν τον δεύτερο κατά τη διάρκεια μιας κρίσης σαν κι αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Η ερώτηση μοιάζει προσωποκεντρική. Στην πραγματικότητα όμως συμπυκνώνει το διαχρονικό ζήτημα της ελληνικής διπλωματίας όταν έρχεται αντιμέτωπη με την τουρκική προκλητικότητα. Μέχρι τώρα αρκετοί από τους συμμετέχοντες στον δημόσιο διάλογο έχουν επικρίνει την ελληνική κυβέρνηση ότι ακολουθεί «πολιτική κατευνασμού» της Τουρκίας.
Το κεντρικό τους επιχείρημα στηρίζεται κυρίως στη ρητορική που επιλέγει η Αθήνα για να απαντήσει στην κλιμακούμενη από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου ένταση, και στην αντίστιξή της με εκείνη της Αγκυρας, που χαρακτηρίζεται από ανεβασμένα ντεσιμπέλ, αν όχι εθνικιστικές κορόνες.
«Η μετριοπάθεια» έχει πει ο Χένρι Κίσινγκερ «είναι προσόν μόνο όταν οι άλλοι αντιλαμβάνονται ότι έχεις και άλλες επιλογές». Γι' αυτό ίσως την Τετάρτη που υποδέχθηκε τον σέρβο πρόεδρο, ο Μητσοτάκης τόνισε στη γειτονική χώρα πως «η ήπια στάση της Ελλάδας δεν μπορεί να παρερμηνεύεται» - υπενθυμίζοντας ότι «η παρανομία δεν γεννά δίκαιο» και διαμηνύοντας πως «το σύνολο της διεθνούς κοινότητας τάσσεται υπέρ της Ελλάδας και απορρίπτει το σύμφωνο Τουρκίας - Λιβύης».
Επειτα ήρθε η απόφαση της Συνόδου Κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, σύμφωνα με την οποία - για σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών - η συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Οσοι έχουν ασχοληθεί με την εξωτερική πολιτική επισημαίνουν πως το εν λόγω κείμενο έχει ιδιαίτερο βάρος.
Το βράδυ της Τετάρτης, ωστόσο, - όταν είχε ήδη διαφανεί ο τρόπος που η Ενωση θα στηρίξει την Ελλάδα - από κοινοβουλευτικού βήματος ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές δηλώσεις δεν αρκούν πλέον. «Δεν είμαστε πια στη φάση των δηλώσεων, είμαστε στη φάση των κυρώσεων και των πρωτοβουλιών», είπε ο Αλέξης Τσίπρας κριτικάροντας την κυβέρνηση πως δεν κινείται προκειμένου να εξασφαλίσει κυρώσεις από τους Ευρωπαίους και τη διεθνή κοινότητα σε βάρος της Τουρκίας, αντίθετα αρκείται σε δηλώσεις καταδίκης.
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΧΑΡΤΙΑ. Από το στρατόπεδο της πλειοψηφίας απορρίπτουν τη συριζαϊκή μομφή λέγοντας ότι «βρισκόμαστε σε φάση ενεργητικής διπλωματίας», αλλά και τις επικρίσεις διαφόρων δημοσιολογούντων πως η χώρα εμφανίζεται «ενδοτική». Εμπειρος πολιτικός που έχει κρατήσει τα ηνία του υπουργείου Εξωτερικών στο παρελθόν μάλιστα τονίζει ότι «όλα τα διπλωματικά χαρτιά βρίσκονται πια στα ελληνικά χέρια, εξού κι ο Ερντογάν καταφεύγει στις κορόνες».
Ο τούρκος πρόεδρος, επιμένει η ίδια πηγή - που τον έχει γνωρίσει προσωπικά - «φθάνει σε ρητορικές ακρότητες επειδή πρωτίστως απευθύνεται στο εσωτερικό του ακροατήριο. Και πρέπει με κάποιο τρόπο να δικαιολογήσει και τα φέρετρα που επιστρέφουν στην πατρίδα». «Εμείς» συνεχίζει «από την άλλη δεν απευθυνόμαστε στον Ερντογάν. Απευθυνόμαστε στους συμμάχους, οι οποίοι δεν θέλουν να ακούν υπερβολές».
Στην ανάλυσή του - με την οποία συμφωνούν πολλοί από αυτούς που έχουν καθίσει στην καρέκλα του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας - «ποτέ δεν υψώνουμε τη φωνή, ποτέ δεν κάνουμε υβριστικές ή προκλητικές δηλώσεις στα εθνικά θέματα. Οι υψηλοί τόνοι έχει παρατηρηθεί ότι δεν αποδίδουν στην εξωτερική πολιτική, ενδείκνυνται μόνο για εσωτερική κατανάλωση». Η τουρκική προκλητικότητα, λοιπόν, ακόμη κι όταν κλιμακώνεται «δεν αντιμετωπίζεται με το να γίνεις σαν τον τούρκο πρόεδρο, αντιμετωπίζεται με την οικοδόμηση συμμαχιών στη διεθνή κοινότητα».
Για τους γνώστες, επομένως, των διπλωματικών στη ΝΔ οι αντίπαλοί τους από τον ΣΥΡΙΖΑ κακώς τους κατηγορούν πως ακολουθούν πολιτική κατευνασμού. «Η σκληρότερη εξωτερική πολιτική στα ελληνικά χρονικά έχει ασκηθεί χωρίς ρητορικές εξάρσεις», σημειώνει ένας από αυτούς.
ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙ. Οι νεοδημοκράτες θεωρούν ως ενδεικτικότερο παράδειγμα του είδους τη στάση της κυβέρνησης Καραμανλή του νεότερου στο Βουκουρέστι, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ όπου τέθηκε το βέτο στην ένταξη των Σκοπίων τότε. Για τους κεντροαριστερούς πάλι, το χαρακτηριστικότερο δείγμα είναι η στρατηγική του Κώστα Σημίτη στα ελληνοτουρκικά που κορυφώθηκε στο Ελσίνκι. Αναφέρονται στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ το 1999, επειδή έθεσε - όπως υπογραμμίζουν - τις βάσεις για τον εξευρωπαϊσμό των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας.
Οι κυνικότεροι από τους μυημένους στα της διεθνούς σκακιέρας, πάντως, διατείνονται ότι «η συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης δεν θα υλοποιηθεί ποτέ» εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στο εσωτερικό του δεύτερου συμβαλλόμενου μέρους. Οπότε, διερωτώνται, ποιος ο λόγος για αχρείαστες και αναποτελεσματικές λεκτικές ακρότητες από την ελληνική πλευρά στην παρούσα κρίση; Εξάλλου, οι πατριωτικές κραυγές αντιλαλούν ευχάριστα μόνο μέσα στους τοίχους των καφενείων.
Αδικαιολόγητα αιφνιδιάστηκε η κυβέρνηση από τις εξελίξεις. Η στρατηγική της Τουρκίας δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Με το παράνομο μνημόνιο με τη Λιβύη επιχειρεί να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στην απομόνωση που έχει περιέλθει λόγω των επιλογών της να παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά και λόγω της αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας με τις τριμερείς συνεργασίες και την εν γένει πολυδιάστατη πολιτική μας. Αποσκοπεί στο να παρεμβάλει νομικούς και πραγματικούς φραγμούς στον East Med και να μας εμποδίσει να ασκήσουμε τα δικαιώματά μας για οριοθέτηση της ΑΟΖ με χώρες όπως η Αίγυπτος.
Η πρόκληση αυτή πρέπει να απαντηθεί με τη συγκρότηση αρραγούς εθνικού μετώπου στη βάση μιας ενεργητικής στρατηγικής, που θα συνδυάζει την πολύπλευρη πίεση προς την Τουρκία με την προσπάθεια επανέναρξης του διαλόγου με αυτήν, ώστε να υπάρξει συνολική λύση βασισμένη στο διεθνές δίκαιο. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα της ομιλίας του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ την Τετάρτη στη Βουλή, αυτή ήταν και η στάση μας στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής. Στάση μιας δύναμης ευθύνης και πατριωτισμού, όπως ήταν πάντα η Αριστερά στην Ελλάδα.
Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν κατώτερη των περιστάσεων. Εκανε λόγο για «διχαστική κριτική» του Αλέξη Τσίπρα, σε μια άσκηση doublespeak πλήρους αναστροφής της πραγματικότητας. Η ανάγκη να ξαναβρεί πυξίδα η εξωτερική μας πολιτική αποτελεί προϋπόθεση για να χτιστεί ένα αποτελεσματικό εθνικό μέτωπο, στη βάση της συνέχειας της εξωτερικής πολιτικής και των επιτυχιών της προηγούμενης τετραετίας. Αποτελεί πατριωτικό καθήκον να επισημαίνουμε σφάλματα, όπως η ατυχής στρατηγική της «λεπτής γραμμής» συσχέτισης των παραβιάσεων στο Αιγαίο με το Προσφυγικό.
Το πατριωτικό αυτό καθήκον υπηρετήσαμε με υπευθυνότητα και με συγκεκριμένες προτάσεις: Να αντιμετωπιστεί η τουρκική παραβατικότητα με άμεση ενεργοποίηση των κυρώσεων που πέτυχε η ελληνική διπλωματία στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπου εκπροσώπησε τη χώρα ο Αλέξης Τσίπρας, και να επεκταθούν οι κυρώσεις σε νέες παράνομες ενέργειες στην περιοχή του άκυρου μνημονίου. Ταυτόχρονα όμως να σύρουμε πάλι πίσω στο τραπέζι του διαλόγου την Τουρκία, όχι μόνο για την αυτονόητη συζήτηση για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, αλλά και για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών για την υφαλοκρηπίδα. Παράλληλα να ξαναβρούμε το νήμα των πολυδιάστατων πρωτοβουλιών που είχε προωθήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτη από αυτές τη σύγκληση της Διάσκεψης των χωρών του Νότου (MED 7), των κατεξοχήν στρατηγικών μας εταίρων στην περιοχή και στην ΕΕ. Να απαιτήσουμε τη συμμετοχή μας στη Διαδικασία του Βερολίνου για τη Λιβύη. Να ζητήσουμε από τις ΗΠΑ, ενόψει και της επίσκεψης του Πρωθυπουργού, καθαρή στήριξη στις θέσεις μας και δέσμευση για νέα συνάντηση 3+1 για την προώθηση του αγωγού EastMed, ο οποίος, όπως έχει σχεδιαστεί, τέμνει τη ζώνη που επιδιώκει να χαράξει ως τουρκική ΑΟΖ το παράνομο μνημόνιο.
-Ο Γιώργος Κατρούγκαλος είναι βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα Αθήνας, τομεάρχης Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ
Η πρόκληση αυτή πρέπει να απαντηθεί με τη συγκρότηση αρραγούς εθνικού μετώπου στη βάση μιας ενεργητικής στρατηγικής, που θα συνδυάζει την πολύπλευρη πίεση προς την Τουρκία με την προσπάθεια επανέναρξης του διαλόγου με αυτήν, ώστε να υπάρξει συνολική λύση βασισμένη στο διεθνές δίκαιο. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα της ομιλίας του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ την Τετάρτη στη Βουλή, αυτή ήταν και η στάση μας στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής. Στάση μιας δύναμης ευθύνης και πατριωτισμού, όπως ήταν πάντα η Αριστερά στην Ελλάδα.
Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν κατώτερη των περιστάσεων. Εκανε λόγο για «διχαστική κριτική» του Αλέξη Τσίπρα, σε μια άσκηση doublespeak πλήρους αναστροφής της πραγματικότητας. Η ανάγκη να ξαναβρεί πυξίδα η εξωτερική μας πολιτική αποτελεί προϋπόθεση για να χτιστεί ένα αποτελεσματικό εθνικό μέτωπο, στη βάση της συνέχειας της εξωτερικής πολιτικής και των επιτυχιών της προηγούμενης τετραετίας. Αποτελεί πατριωτικό καθήκον να επισημαίνουμε σφάλματα, όπως η ατυχής στρατηγική της «λεπτής γραμμής» συσχέτισης των παραβιάσεων στο Αιγαίο με το Προσφυγικό.
Το πατριωτικό αυτό καθήκον υπηρετήσαμε με υπευθυνότητα και με συγκεκριμένες προτάσεις: Να αντιμετωπιστεί η τουρκική παραβατικότητα με άμεση ενεργοποίηση των κυρώσεων που πέτυχε η ελληνική διπλωματία στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπου εκπροσώπησε τη χώρα ο Αλέξης Τσίπρας, και να επεκταθούν οι κυρώσεις σε νέες παράνομες ενέργειες στην περιοχή του άκυρου μνημονίου. Ταυτόχρονα όμως να σύρουμε πάλι πίσω στο τραπέζι του διαλόγου την Τουρκία, όχι μόνο για την αυτονόητη συζήτηση για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, αλλά και για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών για την υφαλοκρηπίδα. Παράλληλα να ξαναβρούμε το νήμα των πολυδιάστατων πρωτοβουλιών που είχε προωθήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με πρώτη από αυτές τη σύγκληση της Διάσκεψης των χωρών του Νότου (MED 7), των κατεξοχήν στρατηγικών μας εταίρων στην περιοχή και στην ΕΕ. Να απαιτήσουμε τη συμμετοχή μας στη Διαδικασία του Βερολίνου για τη Λιβύη. Να ζητήσουμε από τις ΗΠΑ, ενόψει και της επίσκεψης του Πρωθυπουργού, καθαρή στήριξη στις θέσεις μας και δέσμευση για νέα συνάντηση 3+1 για την προώθηση του αγωγού EastMed, ο οποίος, όπως έχει σχεδιαστεί, τέμνει τη ζώνη που επιδιώκει να χαράξει ως τουρκική ΑΟΖ το παράνομο μνημόνιο.
-Ο Γιώργος Κατρούγκαλος είναι βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα Αθήνας, τομεάρχης Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ
Η Τουρκο-Λιβυκή Συμφωνία για την οριοθέτηση της μεταξύ των δύο χωρών ΑΟΖ προκάλεσε συναγερμό. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ως έκπληξη. Η Αγκυρα εδώ και καιρό δημόσια προβάλλει μέσω της στρατιωτικής της ισχύος και την αποφασιστικότητα που κατά κανόνα χαρακτηρίζει τις κινήσεις της το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας». Δύσκολα μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι αιφνιδιάζει. Τα διεκδικούμενα εξωτερικά θαλάσσια όριά της έχουν αποτυπωθεί σε χάρτες και σε επίσημα εγχειρίδια. Αγνοεί το διεθνές δίκαιο. Επιχειρεί να επιβάλλει διεθνή τετελεσμένα.
Καθήκον μου είναι να μην παρασυρθώ στην πεπατημένη κριτική ανάλυση. Την λεγόμενη βαθυστόχαστη. Υποτάσσομαι στο εθνικό μας δόγμα: ψυχραιμία λοιπόν και νηφαλιότητα. Επιλέγω ένα τετράπτυχο:
1. Κρίσεις 1976, 1987, 1996 (Ιμια)
Η διπλωματία έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας όταν συνοδεύεται από υπολογίσιμη στρατιωτική ισχύ. Η επίδειξη αποφασιστικότητας και ετοιμότητας για προβολή στρατιωτικής ισχύος ενισχύει την αποτρεπτική ομπρέλα ασφάλειας.
Στις τρεις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις κρίσεων με την Τουρκία - στο κατώφλι της στρατιωτικής σύγκρουσης - οι πολιτικο-διπλωματικές κινήσεις της Ελλάδος συνοδεύτηκαν πάντοτε από ταυτόχρονη και πειστική κινητοποίηση των ενόπλων μας δυνάμεων. Ανεξαρτήτως των διαφορών ύφους των διαδοχικών κυβερνητών μας και ερωτηματικών για ειδικότερους χειρισμούς μας. Ειδικότερα, στην περίπτωση των Ιμίων στέκομαι στην κριτική ότι η διαδικασία λήψης κρισίμων αποφάσεων δεν έγινε στο πλαίσιο ενός θεσμικού οργάνου.
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, εν μέσω μεγαλύτερης σημασίας ως προς τα πιθανά τετελεσμένα κρίσης, ευελπιστούμε στην κάμψη των αντιστάσεων όσων ισχυρίζονται ότι «οι νέες δομές δυσχεραίνουν τη λήψη αποφάσεων». Να λειτουργήσει επιτέλους το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.
2. Απόφαση 395 (24 Αυγούστου 1976) Συμβουλίου Ασφαλείας
Προς αντίκρουση των τουρκικών απειλών και αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο (έξοδος του «Χόρα») η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με υποδειγματική διπλωματική προετοιμασία προσέφυγε στις 10 Αυγούστου 1976 στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα και ταυτόχρονα με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας στην «ξεχασμένη» Απόφαση 395 (24/8/1976) έλαβε θέση που κρίθηκε τότε ικανοποιητική για τις ελληνικές επιδιώξεις.
Θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στο Διατακτικό της Απόφασης 395 σε συνδυασμό με την ακόλουθη παράγραφο του σκεπτικού «Το ΣΑ έχοντας συνείδηση της ανάγκης τα δύο μέρη (Ελλάδα και Τουρκία) να σέβονται έκαστο τα διεθνή δικαιώματα και υποχρεώσεις του άλλου και να αποφύγουν κάθε επεισόδιο που θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση και να θέσει σε κίνδυνο τις προσπάθειές τους για ειρηνική επίλυση...». Σημειώνω ότι την υπερψήφισε και η Λιβύη, τότε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Με τα σημερινά δεδομένα ας σταθμίσουμε τα υπέρ και τα κατά μιας ανάλογης Απόφασης. Εγχείρημα διόλου αυτονόητο ή εύκολο. Δύσκολα μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει κατά της χρησιμότητάς της, λαμβανομένης υπόψη και της διατάραξης της ισορροπίας δυνάμεων.
3. Το Διεθνές Δίκαιο
Α. Το περί «ψυχραιμίας και νηφαλιότητας» εθνικό δόγμα έχει διαχρονικά συγκεκριμένες εκφάνσεις. Η διά τυμπάνων δημοσιοποιημένη ουδέποτε υλοποιημένη θέση μας «θα επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια όπως δικαιούμαστε βάσει του Διεθνούς Δικαίου όταν εμείς το αποφασίσουμε» αποτέλεσε σχεδόν για μία 30ετία την επιτομή της εθνικής εγρήγορσης για διπλωμάτες, πολιτικούς και δημοσιογράφους. Τον Ιούνιο 1995 η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση ομόφωνα μας κήρυξε το «Casus belli» (αιτία πολέμου). Στο απορρέον από το Διεθνές Δίκαιο δικαίωμα της Ελλάδος - χρήση του οποίου έχει κάνει και η Τουρκία άλλωστε - αντιπαρατίθεται η πολεμική απειλή. Η απειλή χρήσης βίας απέτρεψε την ισχύ του Δικαίου.
Το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει από την απόσταση προγραμματικών λόγων και έργων για ανακήρυξη και οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ. Αποδυναμώνεις τη θέση σου όταν επικαλείσαι ένα δικαίωμα το οποίο δεν είσαι διατεθειμένος να κατοχυρώσεις. Κατ' εφαρμογή του δόγματος περί «νηφαλιότητας και ψυχραιμίας».
Αφήνω την απερισκεψία των περί επέκτασης των χωρικών μας υδάτων δηλώσεων στα σκαλοπάτια κρισίμου περί των Εξωτερικών υπουργείου...
Β. Η παρέμβαση της Τουρκίας εκδηλώθηκε με παντός είδους αντιπαροχές προς πολιτικούς των Τιράνων, όπως έχει καταγγελθεί στη Βουλή της Αλβανίας. Πέτυχε την ακύρωση της υποδειγματικής μας Συμφωνίας για την ΑΟΖ του 2009. Προ κάλεσε κρίση στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις. Βάσει της «διπλωματίας του αυτόματου πιλότου» κυβερνήσεις μας που καλύπτουν όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα αναζητούν διέξοδο στις σχέσεις μας με την Αλβανία. Προτάσσουμε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς καν να θέτουμε ως όρο την εφαρμογή της Συμφωνίας του 2009.
Καμία αλβανική κυβέρνηση δεν θα θελήσει να εφαρμόσει Συμφωνία για ΑΟΖ με την Ελλάδα που θα ζημιώνει τις θέσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο. Δεν μπορούμε να υπολογίζουμε σε Συμφωνία με την Αλβανία την οποία θα επικαλούμαστε στο Αιγαίο και τώρα στην Ανατολική Μεσόγειο ως καλό προηγούμενο. Αρα;
Γ. Η Τουρκία με την υπογραφή δύο μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας μεγιστοποίησε τα κέρδη της στη Συρία υπό την απειλή των όπλων. Πρόκειται για κατίσχυση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου ή για την επιβολή του «δικαίου» της Τουρκίας; Τι συμπέρασμα έβγαλε η τουρκική ηγεσία από τη συγκλίνουσα στήριξη που έλαβε στο ανώτατο επίπεδο από Ουάσιγκτον και Μόσχα;
Δύσκολα θα την πείσουμε ότι είναι απομονωμένη.
4. Συνεννόηση πολιτικών αρχηγών
Αναγκαία συνθήκη η πολιτική συναίνεση. Ηρθε η ώρα να συγκληθεί το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών. Για πρώτη φορά, αν δεν σφάλλω, στην τελευταία 30ετία με αντικείμενο τα Ελληνο-Τουρκικά. Οσο και να ψάξουμε δεν θα βρούμε στοιχεία για προηγούμενο.
Ας επικρατήσει λοιπόν «ψυχραιμία και νηφαλιότητα» εκεί από όπου διαχρονικά εκπορεύεται ως παραδοσιακή προς όλους μας εθνική συνταγή. Ελπίζοντας ότι μέσα από τη σύνθεση των αντιθέσεων θα διαπιστωθεί στον ανώτατο κοινό παρονομαστή ότι δεν μπορούν πλέον να αποτελούν υποκατάστατο σταθερής στρατηγικής. Αν όχι τώρα, πότε;
Ο Αλέξανδρος Π. Μαλλιάς είναι πρέσβης επί τιμή







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου