Σε αντίθεση με άλλους στην κυβέρνηση, του Πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου, ο αρμόδιος υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος δεν αποκλείει θερμό επεισόδιο. Ορθώς. Και ευτυχώς. Οχι απλώς δεν αποκλείεται, αλλά πρέπει να αποτελεί το κύριο σενάριο του ελληνικού αμυντικού και διπλωματικού σχεδιασμού και της προετοιμασίας της κοινής γνώμης. Ακόμα περισσότερο, το κύριο θέμα δεν είναι καν το θερμό επεισόδιο με το οποίο η ελληνική δημόσια συζήτηση έχει φοβική εμμονή. Το κύριο θέμα είναι το τι έρχεται παράλληλα ή αμέσως μετά από αυτό. Εκεί οφείλει να εστιάσει ο αμυντικός και διπλωματικός σχεδιασμός αν δεν επιθυμεί να αφήσει την Ελλάδα έρμαια στις εξελίξεις που θα καθορίσει η Τουρκία, η οποία, ας μην το ξεχνάμε, είναι που θα επιλέξει και τον τόπο και τη στιγμή αλλά και την ισορροπία δυνάμεων επί του πεδίου αν κινηθεί ξαφνικά.
Την αντίληψη ότι δεν πρέπει να αναμένεται ένα θερμό επεισόδιο έχει εκφράσει και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας: το κύριο σκεπτικό είναι ότι η διακινδύνευση θα είναι υψηλή για την Τουρκία, ή ότι θα τη σταματήσουν τρίτοι. Ομως αυτά δεν αντέχουν σε κριτική. Η Τουρκία είναι η χώρα που έριξε ρωσικό μαχητικό αεροσκάφος και δεν φοβήθηκε το κόστος. Μάλιστα, τελικά, όχι μόνον δεν είχε κόστος, αλλά όφελος στις σχέσεις της με τη Ρωσία. Μία χώρα που μπορεί να πάρει τέτοια απόφαση, προδήλως δεν σκέπτεται όπως πολλοί εδώ πιστεύουν. Το ίδιο συμβαίνει όταν αυτή η χώρα πραγματοποιεί εισβολή σε άλλη, όπως στη Συρία: ουδείς τη σταμάτησε. Επιπλέον, υπάρχει μία ακόμα έωλη «βεβαιότητα» για το θέμα: από πολλούς ουσιαστικά προεξοφλούνται, εντελώς αυθαίρετα, δύο παράμετροι ενός τέτοιου επεισοδίου: η μία είναι ότι θα έχει μόνον τοπικό χαρακτήρα. Και η άλλη ότι θα αποτελέσει ένα γεγονός «κλειστό» στον χρόνο: ότι, δηλαδή, θα εξελιχθεί όσο εξελιχθεί και μετά με τρίτη παρέμβαση θα κλείσει όπως συνέβη στα Ιμια. Τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο. Το αντίθετο μάλιστα.
Ουδείς μπορεί να διαβεβαιώνει ότι δεν αναμένεται θερμό επεισόδιο, όπως ουδείς γνωρίζει από πριν τι εξέλιξη μπορεί να λάβει, ούτε καν από πού και πώς μπορεί αυτό να ξεκινήσει. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να «μαντεύει» το μέλλον, ειδικά όταν όλες οι συνεχείς ενδείξεις, και συχνά αποδείξεις, συγκλίνουν αποφασιστικά προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Η Τουρκία δεν παίζει και δεν κοροϊδεύει και το έχει αποδείξει πολλές φορές. Εννοεί αυτά που λέει. Σήμερα μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να αποκλείσει κανείς από πριν ένα θερμό επεισόδιο: αν έχει στο μυαλό του ότι γι' αυτό (πράγματι) χρειάζονται δύο και ότι η Ελλάδα δεν προτίθεται να αντιδράσει σε τουρκικές ενέργειες, προκειμένου αυτό να αποφευχθεί. Ελπίζει κανείς ότι δεν είναι αυτή η βάση της βεβαιότητας που εκφράζεται από την κυβέρνηση. Οτι, δηλαδή, η Ελλάδα θα μείνει άπραγη σε περίπτωση προσβολής. Πάντως, άλλη εξήγηση δεν υπάρχει.
Το θερμό επεισόδιο δεν μπορεί να λογαριάζεται ως η κορύφωση και το τέλος, αλλά ως η αρχή σειράς εξελίξεων. Η πορεία του θα καθορίσει το προς ποια κατεύθυνση θα δείξει αυτή η αρχή: προς διεθνή διάσκεψη με την Ελλάδα ηττημένη; Προς αποδοχή τουρκικών τετελεσμένων; Ή προς την κατεύθυνση έμπρακτης ακύρωσης του τουρκικού επεκτατισμού εις βάρος της χώρας; Αυτά πράγματι δεν μπορούν να προβλεφθούν. Το μόνο που είναι απολύτως βέβαιο είναι ότι αν η Ελλάδα δεν αντιδράσει, και μάλιστα αποφασιστικά και σκληρά, η συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας και της ακεραιότητάς της θα είναι μονόδρομος χωρίς επιστροφή. Και αυτό είναι ένα εντελώς αδιανόητο σενάριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου