οι κηπουροι τησ αυγησ

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Ο κ. Σημίτης είναι ξεκάθαρος. Περιγράφει τις δυσκολίες και τις επιτυχίες του Ελσίνκι, τέτοιες ημέρες πριν από 20 χρόνια, καθώς και το πώς η Τουρκία βρέθηκε αναγκασμένη να λύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα σε ζητήματα που τώρα τα βρίσκουμε μπροστά μας (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα). Επίσης αποκαλύπτει πώς η αλλαγή στάσης της Αθήνας το 2004, όταν δηλαδή ανέλαβε ο κ. Καραμανλής την πρωθυπουργία, έφερε την απεμπόληση όσων είχαν επιτευχθεί στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας πέντε χρόνια νωρίτερα. «Το αποτέλεσμα της στάσης του 2004 είναι οι σημερινές απειλές και εκβιασμοί της Τουρκίας», τονίζει ξεκάθαρα ο κ. Σημίτης, περιγράφοντας με λεπτομέρειες τι (δεν) έκανε ο διάδοχός του στα ελληνοτουρκικά, αδράνειες και υποχωρήσεις που, όπως λέει, τώρα η χώρα μας τις βρίσκει μπροστά της, σχεδόν ως τετελεσμένα....

Από τον ιστότοπο "ΠΡΟΤΑΓΟΝ"




Με ένα άρθρο-καταπέλτη ο Κώστας Σημίτης, όχι μόνο επιστρέφει δυναμικά στο πολιτικό σκηνικό, ως αρχιτέκτονας μεταξύ άλλων της Συμφωνίας του Ελσίνκι που τότε, πριν από ακριβώς 20 χρόνια, έβαζε τα ελληνοτουρκικά σε ένα ασφαλές πλαίσιο, αλλά ανοίγει πόλεμο με τον διάδοχό του στην πρωθυπουργία, τον Κώστα Καραμανλή, τον οποίο υποδεικνύει ως υπεύθυνο για την υποχώρηση της χώρας από θέσεις απέναντι στην Τουρκία. 

Σε πιο στενά πολιτικά πλαίσια, το άρθρο του κ. Σημίτη στα «Νέα Σαββατοκύριακο» με τίτλο «Μια επιτυχία που δεν ολοκληρώθηκε» ουσιαστικά «καίει» το όποιο σενάριο υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Η Φώφη Γεννηματά τον είχε περιγράψει πρόσφατα (εδώ) ως ιδανικό για ΠτΔ αλλά τώρα, ανοίγοντας με τόσο εμφατικό τρόπο πόλεμο με τους λεγόμενους «καραμανλικούς» της ΝΔ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς συναινετική λύση. Αλλωστε είναι και 83 ετών. 

Μα, ο Σαμαράς για Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Πατήστε εδώ 

Από την άλλη, αυτό το άρθρο υπονομεύει, όπως εκτιμούν παρατηρητές, και το σενάριο για την υποψηφιότητα του κ. Καραμανλή για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Από την κυβέρνηση έχουν τονίσει ότι ο επόμενος ΠτΔ, εφόσον δεν είναι ο Προκόπης Παυλόπουλος, θα πρέπει να είναι ένα πρόσωπο «που να εκφράζει την ενότητα του έθνους, άρα υπό αυτήν την έννοια θα πρέπει να είναι σθεναρός υπερασπιστής των εθνικών θέσεων» — έτσι είπε προ ημερών ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης. Σήμερα, ο κ. Καραμανλής περιγράφεται ως ένας Πρωθυπουργός κατά τη θητεία του οποίου συνετελέσθη μια εθνική υποχώρηση, την οποία η χώρα πληρώνει τώρα. 

Ο κ. Σημίτης είναι ξεκάθαρος. Περιγράφει τις δυσκολίες και τις επιτυχίες του Ελσίνκι, τέτοιες ημέρες πριν από 20 χρόνια, καθώς και το πώς η Τουρκία βρέθηκε αναγκασμένη να λύσει τις διαφορές της με την Ελλάδα σε ζητήματα που τώρα τα βρίσκουμε μπροστά μας (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα). Επίσης αποκαλύπτει πώς η αλλαγή στάσης της Αθήνας το 2004, όταν δηλαδή ανέλαβε ο κ. Καραμανλής την πρωθυπουργία, έφερε την απεμπόληση όσων είχαν επιτευχθεί στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας πέντε χρόνια νωρίτερα. 

«Το αποτέλεσμα της στάσης του 2004 είναι οι σημερινές απειλές και εκβιασμοί της Τουρκίας», τονίζει ξεκάθαρα ο κ. Σημίτης, περιγράφοντας με λεπτομέρειες τι (δεν) έκανε ο διάδοχός του στα ελληνοτουρκικά, αδράνειες και υποχωρήσεις που, όπως λέει, τώρα η χώρα μας τις βρίσκει μπροστά της, σχεδόν ως τετελεσμένα. 

Το άρθρο Σημίτη στα «Νέα»: Μια επιτυχία που δεν ολοκληρώθηκε 
Το 1999, όταν πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι η τακτική Σύνοδος Κορυφής, η Ευρωπαϊκή Ενωση των 15 κρατών βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση. Επιχειρούσε να θέσει σε παράλληλη τροχιά, τη διεύρυνση και την Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση. Ηταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το ευρώ αποδεικνύοντας την πρόοδο της Ενωσης. Το επόμενο βήμα, η διεύρυνση είχε ήδη αποφασιστεί, αλλά δεν είχε προσδιοριστεί η διαδικασία προσχώρησης των νέων μελών. Επίσης είχε συμφωνηθεί η Ατζέντα 2000, η διαδικασία χρηματοδότησης της διεύρυνσης και η χρηματική ενίσχυση διαφόρων κρατών της Ενωσης, που παρουσίαζαν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η Ελλάδα. 
Στις διαβουλεύσεις για τη διαδικασία που θα εφαρμοζόταν για τη διεύρυνση, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε δύο κρίσιμα θέματα. Αφορούσαν: α) την υπέρβαση της άποψης που επικρατούσε στην Ενωση, ότι η λύση του Κυπριακού είναι προϋπόθεση για την κυπριακή ένταξη και β) την άποψη των περισσότερων χωρών, πως η ενταξιακή πορεία θα έπρεπε να συμβαδίζει με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η Ελλάδα κατά τη Σύνοδο Κορυφής έπρεπε να μεταπείσει τα μέλη της ΕΕ και να γίνει αποδεκτή η δική της στρατηγική. Η “στρατηγική του Ελσίνκι” περιελάμβανε ένα ενιαίο σύνολο ρυθμίσεων οι οποίες αφορούσαν την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ευρωτουρκική πορεία. Κατ’ αρχάς επιδιώκαμε, η Ελλάδα να υποστηρίξει δραστικά την κυπριακή υποψηφιότητα για ένταξη, η οποία έδειχνε να χωλαίνει. Στην Ενωση επικρατούσε η αντίληψη, ότι η Κύπρος δεν μπορούσε να ενταχθεί χωρίς προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος, δηλαδή πριν από την επανένωση του νησιού. Επίσης θέλαμε, η Ευρωπαϊκή Ενωση να εμπλακεί στην επίλυση των ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων “ως άμεσα ενδιαφερόμενη” διευκολύνοντας έτσι, ανάμεσα στα άλλα, και τη συνεπή εφαρμογή όσων θα συμφωνούσαμε. Με άλλα λόγια, η “κοινοτικοποίηση” των ελληνοτουρκικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα αξιόπιστο και, κυρίως αποτελεσματικό υποκατάστατο, στη μέχρι τότε πολιτική των συνεχών veto κατά της ένταξης της Τουρκίας που, σε κάθε περίπτωση, είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της. 
Ο στόχος της στρατηγικής μας ήταν σαφής. Οι ενστάσεις μας για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και ειδικότερα για την αναβάθμισή της ως υποψήφιας χώρας θα αίρονταν, εφόσον θα διασφαλίζονταν δύο όροι: α) η ενταξιακή πορεία της Κύπρου θα καθοριζόταν ανεξάρτητα από την επίλυση του πολιτικού προβλήματος, και β) θα κατοχυρωνόταν η προοπτική προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για την οριοθέτηση της τουρκικής υφαλοκριπίδας, σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. 
Το Ελσίνκι μας υποδέχτηκε χιονισμένα. Οι δρόμοι παγωμένοι. Τα παράθυρα στολισμένα με τα παραδοσιακά λευκά χριστουγεννιάτικα κεριά. Η συνάντηση με την φινλανδική προεδρία έγινε το μεσημέρι της παραμονής της Συνόδου. Το κείμενο που μας παρουσίασαν, ως αποτέλεσμα και των συνεννοήσεων με τους εταίρους, απείχε θεαματικά από το κείμενο των θέσεών μας. Αοριστολογίες που σε τίποτα δεν δέσμευαν και σε τίποτε δεν οδηγούσαν. Το απορρίψαμε αμέσως. 
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Ξεκίνησε με θέμα τη διεύρυνση της Ενωσης και την υποψηφιότητα της Τουρκίας. Δήλωσα ότι αδυνατώ να συναινέσω στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, αν δεν αντιμετωπιστεί θετικά και η υποψηφιότητα της Κύπρου. Το Συμβούλιο, μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, διακόπηκε. Εγιναν διαδοχικές τριμερείς συνεννοήσεις με την Προεδρία και τους συναδέλφους μας για να διατυπωθεί μια γενικά αποδεκτή απόφαση. Αισθάνθηκα ότι βαθμιαία το κλίμα άλλαζε. Οι αντιρρήσεις στηρίζονταν στο επιχείρημα ότι οι Τούρκοι δεν δέχονται τη λύση του Κυπριακού. Η Προεδρία βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με την τουρκική αντιπροσωπεία και την Αγκυρα, ενώ το Συμβούλιο είχε αρχίσει να ενοχλείται από την άτεγκτη στάση τους. Με μεγάλη προσπάθεια, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά, ο Υπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Ασφάλειας κ. Σολάνα, επιτύχαμε στο τέλος τους σκοπούς μας. Οι δύο κρίσιμες ρυθμίσεις έγιναν αποδεκτές. Τα 15 κράτη-μέλη συμφώνησαν να αναγνωριστεί η Τουρκία ως υποψήφια χώρα. Θα έπρεπε σε εύλογο χρονικό διάστημα, να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της με τα κράτη-μέλη στη βάση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – εφόσον δεν επερχόταν συμφωνία σε εκκρεμείς διαφορές. Προς περαιτέρω αποσαφήνιση, εξάλλου, στα συμπεράσματα Συνόδου σημειώθηκε ότι“το αργότερο το 2004” οι 15 ηγέτες θα επανεξέταζαν την κατάσταση για να εγκρίνουν την εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Αν δεν είχαν επιλυθεί οι εκκρεμείς διαφορές, θα προωθούσαν την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. 
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο πείσαμε τους εταίρους μας, ότι η προϋπόθεση λύσης του Κυπριακού, που πρότειναν ως αφετηριακό σημείο ενταξιακής προείας της Κύπρου, καθιστούσε τον πρόεδρο της “Βόρειας Κύπρου” Ρ. Ντεκτάς κυρίαρχο των εξελίξεων. Θα μπορούσε στο εξής να διαπραγματεύεται εκβιαστικά απέναντι στην Ενωση και στην Ελλάδα αφού θα κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Οι 14 εταίροι μας αποδέχτηκαν τον συλλογισμό μας. Στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε, ότι ”εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Κύπρου δεν έχει επιτευχθεί λύση (στο Κυπριακό), η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση”. Η Τουρκία εξοργίστηκε με την απόφαση στο Ελσίνκι, γι’ αυτό και ο κ. Σολάνα μετέβη αμέσως στην Αγκυρα για να καθησυχάσει την τουρκική ηγεσία – το οποίο και πέτυχε. 
Η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ μαζί με άλλες 10 χώρες την 1η Μαΐου 2004. Η υπογραφή Συνθήκης Προσχώρησης έγινε τον Απρίλιο του 2003 όταν η Ελλάδα προήδρευε του Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ. 
Το 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασισθεί η έναρξη των συνομιλιών με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος Πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, παρ’ όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ο έλληνας Πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλεψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι – και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα επεσήμανε, ότι η “ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν”. Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους. 
Ισως σήμερα με την εμπειρία των εξελίξεων στην Τουρκία προβληθεί το επιχείρημα, ότι ο Ερντογάν δεν θα δεχόταν ποτέ την παραπομπή των υφισταμένων διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αδιαφορώντας για την ένταξη της Τουρκίας. Ομως το 2004, ο Ερντογάν δεν υποστήριζε ακόμα τις απόψεις για μια Τουρκία διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία έχει δικαιώματα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο. Τις απόψεις του αυτές πρόβαλε αργότερα, ιδίως μετά το 2016, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του. Το 2004 επιθυμούσε ιδιαίτερα την ένταξη στην ΕΕ. 
Μετά τη συμφωνία του Ελσίνκι αναπτύχθηκε μια δυναμική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και οι αλλεπάλληλες διερευνητικές συνομιλίες για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων διαφορών. Αλλά και στις συζητήσεις αυτές η τότε νέα ελληνική κυβέρνηση τελικά δεν έδωσε συνέχεια. Το αποτέλεσμα της στάσης του 2004 είναι οι σημερινές απειλές και εκβιασμοί της Τουρκίας.
 Συμπληρωματικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, η προσφυγή στη Χάγη δεν αποκλείει ούτε την ανάπτυξη των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, ούτε την πραγματοποίηση διερευνητικών συνομιλιών για την αντιμετώπιση των μεταξύ τους προβλημάτων. Είναι ένα μέσω για την ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

 Πηγή: Protagon.gr


"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 14-15/12/19






Και η ενδιαφέρουσα ανάρτηση του George Petroulakis, 
από το fb

Μετά τις εκλογές του 2004 χρεοκοπήσαμε στα εξωτερικά. Μετά τις εκλογές του 2007, και εσωτερικά.

Η συμφωνία του Ελσίνκι, με κινητήριο άξονα το δίδυμο Σημίτη - Παπανδρέου, αποτέλεσε το καλύτερο «κέντημα» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για δεκαετίες. Όποιος έχει αμφιβολίες να ρωτήσει τους Κυπρίους. Για τα δε ελληνοτουρκικα, άνοιξε ένα μικρό αλλά μοναδικά σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας για θετικές εξελίξεις στο ευνοϊκό για εμάς ευρωπαϊκό πλαίσιο. 

Παρακάτω ένα κείμενο ερωταπαντήσεων που είχαμε επεξεργαστεί στα τέλη του 2004 στο ΠΑΣΟΚ για τη Συμφωνία του Ελσίνκι και τι (δεν) έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή. Με απλά λόγια. Κάτι σαν πρόγονος του Βασικού Σχολιασμού .
archive.papandreou.gr
 / Γιώργος Α. Παπανδρέου :: Προσωπικός Κόμβος \ __
Τι κερδίσαμε στο Ελσίνκι αναφορικά με το Αιγαίο και την Κύπρο;…
Τι κερδίσαμε στο Ελσίνκι αναφορικά με το Αιγαίο και την Κύπρο; Κερδίσαμε δύο πράγματα:

Κέρδη από Ελσίνκι
ΑΝΑΛΥΣΗ: ΤΟ ΕΛΣΙΝΚΙ Η Ν.Δ. ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ 

1. Μέρος Ι: Απαντήσεις στα επιχειρήματα της ΝΔ 

Αυτές τις ημέρες και ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 17 Δεκεμβρίου, καταβάλλεται από πλευράς κυβέρνησης μια συστηματική προσπάθεια να υποβαθμιστεί η Επιτυχία του Ελσίνκι. Στο κείμενο που ακολουθεί δίνονται συνολικές απαντήσεις, χρήσιμες διευκρινήσεις και σχετική τεκμηρίωση. 

Τι κερδίσαμε στο Ελσίνκι αναφορικά με το Αιγαίο και την Κύπρο;
Κερδίσαμε δύο πράγματα: 

1. Πρώτον, εξασφαλίσαμε ότι η Κύπρος θα έμπαινε στην Ένωση, ακόμη και χωρίς λύση του Κυπριακού. Και μπήκε. Παρά την αντίδραση της Τουρκίας (κάποιοι μίλησαν ακόμη και για "casus belli"), παρά την αντίθετη επιθυμία πολλών συνομιλητών μας και στις δύο όχθες του ατλαντικού, παρά την παθολογική δυσπιστία της Ν.Δ., τα καταφέραμε. Η Κύπρος τα κατάφερε. Θα πρέπει να θυμίσουμε ότι είναι πρώτη φορά στην Εξωτερική Πολιτική της Τουρκίας τα τελευταία 150 χρόνια που δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις απειλές της και όπου εμφανίστηκε άλλα να λέει και άλλα να δύναται να κάνει. Οι αλυσίδες του Ελσίνκι ήταν βαριές στα χέριά της. Ευτυχώς για εκείνη, η κυβέρνηση της ΝΔ ανοήτως της τις έβγαλε. 

2. Δεύτερον, όσον αφορά το Αιγαίο, τι κερδίσαμε; Καταφέραμε η Ε.Ε. να πει στην Τουρκία και στις άλλες υποψήφιες χώρες το εξής: "αν θέλετε να μπείτε στην Ένωση θα πρέπει το αργότερο μέχρι τα τέλη του 2004 να έχετε επιλύσει με ειρηνικό τρόπο κάθε συνοριακή διεθνή σας διαφορά ή άλλα συναφή θέματα που εκκρεμούν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι διαφορές αυτές θα οδηγηθούν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης". Αυτό πείσαμε την Ε.Ε. να πει στην Τουρκία. 

Γιατί όμως οι αποφάσεις του Ελσίνκι ικανοποίησαν πλήρως τις εθνικές μας θέσεις στο ζήτημα του Αιγαίου; 

3. Πρώτον, το Ελσίνκι μας ικανοποιεί γιατί ξέρουμε ότι έχουμε στη βασική θεματική δίκιο, και εν προκειμένω το διεθνές δίκαιο, με το μέρος μας. Και το Διεθνές Δικαστήριο δικάζει με βάση το διεθνές δίκαιο. Για αυτό και η Τουρκία προσπαθεί τόσα χρόνια να το αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. 

4. Δεύτερον, το Ελσίνκι μας ικανοποιεί γιατί δεν μας συμφέρει το να αναβάλλουμε διαρκώς την επίλυση των ζητημάτων και να περιοριζόμαστε σε συζητήσεις επί συζητήσεων. Η Ελλάδα μας, 30 χρόνια τώρα αιμορραγεί:
 Αιμορραγεί σε ανθρώπινο δυναμικό, καθώς οι πιλότοι της Πολεμικής μας Αεροπορίας παίζουν κάθε μέρα τη ζωή τους κορώνα-γράμματα προασπίζοντας τον εθνικό εναέριο χώρο.
 Η Ελλάδα αιμορραγεί και σε οικονομικούς πόρους, καθώς είμαστε αναγκασμένοι να ξοδεύουμε τεράστια ποσά για την άμυνα της πατρίδας μας. Χρήματα που τα έχει ανάγκη η παιδεία, η υγεία, ο χαμηλόμισθος, ο συνταξιούχος. 

Η αναβλητικότητα λοιπόν συμφέρει την στρατοκρατία της Τουρκίας, η οποία, πέρα από να αμφισβητεί τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο, φροντίζει βέβαια και με το πέρασμα του χρόνου να διευρύνει τον κατάλογο των παράλογων διεκδικήσεών της. Εμείς είμαστε λοιπόν που πρέπει να θέλουμε λύση εδώ και τώρα. Και το Ελσίνκι μας το εξασφάλισε και αυτό. 

Ερώτημα πρώτον: υπάρχει ένα θέμα προς διαπραγμάτευση ή περισσότερα του ενός; 

Η κυβέρνηση διατείνεται ότι αφού πέραν της υφαλοκρηπίδας δεν υπάρχει άλλο προς διαπραγμάτευση θέμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κατά συνέπεια το ΠΑΣΟΚ έκανε μια ανεπίτρεπτη υποχώρηση στο Ελσίνκι που έρχεται η ίδια να την διορθώσει δια της παραίτησής της απ’ αυτήν την συμφωνία. 

Ορισμένοι απάντησαν από τις στήλες του αντιπολιτευτικού τύπου ότι υπάρχει το θέμα της υφαλοκρηπίδας «και τα παρεπόμενά της». Η απάντηση αυτή είναι επίσης λανθασμένη.
Η κυβέρνηση δείχνει να μην κατανοεί την βαθύτερη ουσία του Ελσίνκι. Σε αυτό δεν συμφωνήσαμε με την Τουρκία πόσες είναι οι διαφορές μας. Αλλά ότι η Τουρκία υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τις προκλήσεις στο όνομα των πιο διαφορετικών και εξωφρενικών διεκδικήσεών της (όπως ότι τάχα η Γαύδος αποτελεί μια «γκρίζα ζώνη» των διεθνών συνθηκών). Ότι εάν θεωρεί ότι έχει νόμιμες αμφισβητήσεις ως προς την Ελλάδα (το τι εκείνη νομίζει, ασφαλώς και δεν αποτελεί αναγνώριση ότι δικαίως το νομίζει) δεν έχει παρά να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ότι με άλλα λόγια, εάν πιστεύει ότι έχει δίκαιο δεν έχει παρά να προσφύγει στο διεθνές δίκαιο και να το αναζητήσει. Αυτή η επιταγή προς την Τουρκία κάθε άλλο παρά της δικαιώνει τις θεματικές των διεκδικήσεών της. 

Τι δεν έχει καταλάβει ακόμα η κυβέρνηση; 

5
. Ότι η Τουρκία για ιστορικούς και εσωτερικούς δομικούς λόγους κάθε άλλο παρά θέλει να προσφεύγει σε διεθνή δικαστήρια. Αναγκάστηκε στο Ελσίνκι να δεχτεί μια διαδικασία έναντι της οποίας νιώθει απέχθεια. Η πολιτική της ΝΔ την απάλλαξε απ’ αυτή την δυσκολία. Από την υποχώρηση που έκανε προκειμένου να μην κλείσει ο ευρωπαϊκός της δρόμος. 

6. Ότι στο Ελσίνκι συμφωνήθηκε με την Τουρκία ότι οι διαφορές της με την Ελλάδα είναι διαφορές με την ίδια την ΕΕ. Κατά συνέπεια ότι κάθε επιθετική της πράξη, στρέφεται ενάντια στην ΕΕ ως σύνολο, στην πολιτική και νομική της κουλτούρα. Η κυβέρνηση της ΝΔ την απάλλαξε απ’ αυτό το φόρτο και «επανέφερε» τις όποιες διαφορές της Τουρκίας με την Ευρώπη ως προς το διεθνές δίκαιο της θαλάσσης και των συνόρων σε μια ελληνοτουρκική διαφορά. 

7. Ότι στο Ελσίνκι, και αυτό είναι το κύριο, η Τουρκία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί ότι η λύση των διαφορών της με την Ελλάδα δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στην σύγκρουση, ούτε στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, διότι αυτό δεν μπορεί να είναι πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ΕΕ και υποψήφια μέλη της, αλλά ότι η λύση αυτών των προβλημάτων πρέπει να αναζητηθεί στο διεθνές δίκαιο. 

8. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θεώρησε και το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να θεωρεί, ότι η Τουρκία πρέπει να δεσμευτεί ότι όποιες διαφορές πιστεύει ότι έχει από την Ελλάδα, και όποιες διεκδικήσεις, θα πρέπει να τις λύσει στη βάση του διεθνούς δικαίου και να αποδεχτεί τις αποφάσεις του διεθνούς δικαστηρίου. Θεώρησε και θεωρεί ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος – δρόμος για να δεσμευτεί η Τουρκία να παίξει στο γήπεδο του νόμου και της δημοκρατίας. Ένα πεδίο που είναι το καλύτερο δυνατό πεδίο για μια δημοκρατική χώρα όπως είναι η Ελλάδα. Το γνωρίζει καλύτερα και έχει το δίκαιο στα θεμελιακά ζητήματα μαζί της. Τι έκανε η ΝΔ; Αποδέσμευσε την Τουρκία από τις δεσμεύσεις του διεθνούς δικαίου. Φαίνεται ότι πιστεύει ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου ήταν περισσότερο δεσμευτικές για την Ελλάδα παρά για την Τουρκία! 

9. Η μεγάλη διαστρέβλωση που κάνει η κυβέρνηση της ΝΔ είναι ότι εμφανίζει την υποχρέωση της Τουρκίας να πάει στο διεθνές δικαστήριο για ότι θέμα την απασχολεί στα ελληνοτουρκικά (πραγματικό, ανόητο, φανταστικό, προκλητικό, απαράδεκτο) ως ταυτισμένη με την αναγνώριση αυτής της θεματικής ως θεματική αμφισβήτησης από την πλευρά της Ελλάδας. Δηλαδή, η υποχρεωτική αποδοχή του διεθνούς δικαίου από την Ελλάδα, εμφανίζεται ως αποδοχή από την Ελλάδα των τουρκικών διεκδικήσεων. Στο όνομα αυτής της διαστρέβλωσης και έλλειψης των νέων δομών και διαδικασιών στην εξωτερική πολιτική, η ελληνική κυβέρνηση απάλλαξε από τις δεσμεύσεις που τέθηκαν στην Τουρκία προκειμένου να γίνει υποψήφιο μέλος της ΕΕ. Για αυτό εξάλλου η Τουρκία αφού πήρε την πορεία προς την υποψηφιότητα κάθε άλλο παρά διαμαρτυρήθηκε για την απαλλαγή της από τις δεσμεύσεις του Ελσίνκι. 

10. Είναι φανερό ότι για μια δημοκρατική χώρα όπως την Ελλάδα, που θέλει έναν ειρηνικό και δημοκρατικό κόσμο δεν υπάρχει άλλο πεδίο για να διαπραγματευτεί διαφορές, αλλά και για να αποδείξει το ανύπαρκτο περιεχόμενο τουρκικών εκβιασμών και αιτιάσεων, παρά το διεθνές δίκαιο. Η άλλη πολιτική, είναι αυτή που εφαρμόζει ο Μπους και την οποία όλοι καταδικάζουν στη χώρα μας. Ας μας πει, λοιπόν, η κυβέρνηση γιατί η υποχρέωση της Τουρκίας να παραπέμψει τις άνομες διεκδικήσεις της στο διεθνές δικαστήριο και με την αποδοχή του διεθνούς δικαίου, είναι σε βάρος της Ελλάδας; Δεν είναι φανερό ότι αυτοί είναι οι παράνομοι στα κύρια θέματα; Ας μας πει, επίσης, η κυβέρνηση ποιο εναλλακτικό μέσο διαθέτει και πιστεύει ότι πρέπει να έχει προτεραιότητα για να περιμαζέψει την Τουρκία πέραν του διεθνούς δικαίου. 

Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηρίξει κανείς, ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι η Τουρκία όσο καιρό δεσμευόταν από το Ελσίνκι είχε γίνει, έστω και λίγο, περισσότερο προσεκτική στις αιτιάσεις της (πχ γκρίζες ζώνες στην νότια πλευρά της Κρήτης, στο Ιόνιο κοκ).
Η συνήθης απάντηση της κυβέρνησης είναι ότι δεν μπορεί αυτή να λύσει εντός μερικών μηνών τα θέματα που είχαν συσσωρευτεί εδώ και 30 χρόνια. 

Στην περίπτωση αυτού του επιχειρήματος η κυβέρνηση ψεύδεται. Το ζητούμενο δεν ήταν πόσα χρόνια υπάρχουν τα ζητήματα, αλλά ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε να τα θέτει εις αεί. Ότι θα ερχόταν το 2004 στο οποίο θα υποχρεωνόταν να τελειώνει με «τα αστεία» και τις προκλήσεις και θα έπρεπε να πάει στη Χάγη. Κανείς δεν ζήτησε από την κυβέρνηση να κλείσει εκείνη τα θέματα. Αλλά ακριβώς επειδή δεν μπορούσαν να κλείσουν πήραμε στο Ελσίνκι την δέσμευση της Τουρκίας ότι θα αποδεχόταν την λύση του διεθνούς δικαίου και το κλείσιμο των θεμάτων από το διεθνές δικαστήριο. Η κυβέρνηση, λοιπόν, κατηγορείται όχι «γιατί δεν τα έκλεισε» αλλά ότι παρεμπόδισε να λυθούν εκεί που οι Τούρκοι δεν θέλανε.

2. Μέρος ΙΙ: Απαντήσεις στην ΝΔ - τα πραγματικά γεγονότα - τεκμηρίωση
Πρώτη τεκμηρίωση ως προς «τις άλλες διαφορές» 

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι με το Ελσίνκι η Ελλάδα αποδέχθηκε ότι στο Αιγαίο υφίστανται και άλλες ελληνοτουρκικές διαφορές - πέρα από το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας - και υποχρεώθηκε να τις επιλύσει. Οι ίδιοι υπογραμμίζουν μάλιστα τη διατύπωση της παραγράφου 4 των Συμπερασμάτων του Ελσίνκι που μιλάει για "επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων". 

Αυτοί που τα υποστηρίζουν όλα αυτά καλά θα κάνουν να μάθουν να διαβάζουν ελληνικά. Καλά θα κάνουν να διαβάσουν όλη την παράγραφο 4 που λέει τα εξής: 

4. " Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαιώνει την περιεκτική φύση της διαδικασίας προσχώρησης, η οποία τώρα περιλαμβάνει 13 υποψήφια κράτη εντός ενιαίου πλαισίου. Τα υποψήφια κράτη συμμετέχουν στη διαδικασία προσχώρησης επί ίσοις όροις. Πρέπει να συμμερίζονται τις αξίες και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζονται στις Συνθήκες. Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία με στόχο να προαγάγει την επίλυσή της μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Επί πλέον, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι η συμμόρφωση προς τα πολιτικά κριτήρια που όρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη διαπραγματεύσεων προσχώρησης και ότι η συμμόρφωση προς όλα τα κριτήρια της Κοπεγχάγης αποτελεί τη βάση για την προσχώρηση στην Ένωση." 

Αυτή είναι διατύπωση της παραγράφου 4. Και ερωτούμε: 


  • Πρώτον, η παράγραφος αναφέρεται μόνο στην Τουρκία; Φυσικά και όχι. Αναφέρεται και στις 13 υποψήφιες χώρες, όχι μόνο στην Τουρκία. Και έτσι είναι διατυπωμένη για να ικανοποιεί όλες τις περιπτώσεις συνοριακών και άλλων διαφορών, όπως αυτή της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά και διαφορές που είχαν και άλλες υποψήφιες χώρες όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Λετονία. 
  • Δεύτερον, ερωτούμε: Προκύπτει από κάπου υποχρέωση της Ελλάδας να αναγνωρίσει ως «διαφορές» τις όποιες τουρκικές διεκδικήσεις; Όχι, από πουθενά! Η παράγραφος δεν απευθύνεται στα Κράτη Μέλη! Το αντίθετο συμβαίνει: η υποψήφια χώρα είναι αυτή που υποχρεώνεται να προχωρήσει στην ειρηνική επίλυση των διαφορών της, προκειμένου να αρχίσει τη διαδικασία ένταξης. 
  • Για την Ελλάδα η μόνη εδαφική διαφορά με την Τουρκία είναι η υπόθεση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Αλλά εδώ θα πρέπει να πούμε μια μεγάλη αλήθεια: η διευθέτηση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας σημαίνει για την Ελλάδα και οριστική απόφαση για το εύρος των χωρικών μας υδάτων, απόφαση που θα επηρεάσει και το ζήτημα του εύρους του εθνικού εναερίου χώρου. 
Δεύτερη τεκμηρίωση: ως προς την δεσμευτικότητα 

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η διατύπωση της παραγράφου 4 συνιστά εξαιρετικά χαλαρή δέσμευση για την Τουρκία και εν πάση περιπτώσει ακόμη και η δέσμευση αυτή εγκαταλείφθηκε από την Ελλάδα το Δεκέμβριο του 2003 αφού στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών δεν συμπεριλήφθηκε καμία αναφορά στο Ελσίνκι.
Είναι καλύτερα, αντί να λένε ανακρίβειες και να θεωρητικολογούν, να διαβάσουν το κείμενο της απόφασης του Συμβουλίου Υπουργών για τις αρχές και τους όρους που διέπουν την εταιρική σχέση Ε.Ε. - Τουρκίας, όπως αυτή αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά επί Ελληνικής Προεδρίας το Μάιο του 2003.

 Στις προτεραιότητες της Τουρκίας για την περίοδο 2003/2004 και για την ικανοποίηση των πολιτικών κριτηρίων της ένταξης αναγράφεται και το εξής: "Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ελσίνκι, στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου και δυνάμει της αρχής της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που προβλέπει ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων, όπως αναφέρεται στο σημείο 4 των συμπερασμάτων του Ελσίνκι". 

Επιπλέον στην Ετήσια Έκθεση της Επιτροπής του 2004 για την Τουρκία διαβάζουμε τα εξής αναφορικά με την παράγραφο 4 του Ελσίνκι: "In the last year, bilateral relations have continued to evolve positively. The Turkish Prime Minister paid an official visit to Athens in May. As a result of the implementation of a series of confidence-building measures both governments are taking steps in view of a gradual and balanced reduction of military expenses. There have been 26 meetings at the level of under-secretaries of both countries in the framework of the exploratory talks launched in 2002. In accordance with the Helsinki European Council conclusions of December 1999, the upcoming December European Council will review the situation" . 

Εμείς, λοιπόν ως ΠΑΣΟΚ, τη δουλειά μας την κάναμε. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ενεργοποίηση των συμφωνηθέντων στο Ελσίνκι. Αλλά ανησυχούμε, ανησυχούμε βαθύτατα όταν ακούμε τον κ.Καραμανλή να δηλώνει στη ΔΕΘ πως "δεν είναι δυνατόν ζητήματα τριάντα χρόνων να λυθούν σε λίγους μήνες". Αυτή είναι η λογική της μιζέριας, του φόβου και της αναβλητικότητας. Και είναι λάθος. 

Ο Γ.Παπανδρέου, χόρεψε κάποτε ζεϊμπέκικο και ο ομόλογος του τότε Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών χτύπαγε παλαμάκια. Την επομένη η δεξιά έβριζε τον Υπουργό Εξωτερικών της χώρας. Αποσιωπούσαν το γεγονός ότι την επομένη οι τουρκικές εφημερίδες ρωτούσαν τον δικό τους Υπουργό Εξωτερικών: «Καλά, ο Παπανδρέου χορεύει γιατί βάζει την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εσύ γιατί χειροκροτάς;» Κάναμε λοιπόν δημόσιες σχέσεις, αλλά κερδίζαμε και σε ουσία. 

Εσείς τι κάνετε; Έχετε καταλάβει; 

Τρίτη τεκμηρίωση: ως προς το αν συναινούσε η Ν.Δ. στα μεγάλα εθνικά ζητήματα, όπως τα ελληνοτουρκικά όπως υποστήριξε ο ΚΚ και υπουργοί του; 

Αντί άλλη απαντήσεως, παραθέτουμε ορισμένα παραδείγματα νεοδημοκρατικής συναίνεσης για το Ελσίνκι: 

«Πίσω από τις γκεμπελικού τύπου προπαγανδιστικές κραυγές και θριαμβολογίες κρύβεται επιμελώς μια νέα εθνική και επώδυνη υπαναχώρηση. Για την κυβέρνηση αυτή ακόμη και τα εθνικά μας θέματα "παίζονται" στη Σοφοκλέους, όπερ σημαίνει πως ο σημιτικός "εκσυγχρονισμός" είναι πράγματι "αγοραίος"» - Προκόπης Παυλόπουλος, 12-12-1999. 

"...Είναι, λοιπόν, εμφανές ότι ισχυρές δυνάμεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και την ίδια την Τουρκία έψαχναν για κάτι ενδιάμεσο: Την Τελωνειακή Ένωση, ενισχυμένη τώρα με μία υποψηφιότητα, ένα νέο πλαίσιο χρηματοδοτήσεων, μια σύνδεση με την ΚΕΠΠΑ, μια διείσδυση στην κοινή αμυντική πολιτική. Αυτά ήθελαν και γι" αυτό, ακριβώς, κόπιασαν τόσο πολύ. Γι" αυτό κινήθηκε ολόκληρη η διπλωματική μηχανή των ΗΠΑ. Και όλα αυτά τους τα δώσατε χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα. Τους τα δώσατε και πανηγυρίζετε. Και διαμαρτύρεστε που δεν σας λέμε μπράβο. Μπράβο σας, λοιπόν.
...
Το μόνο βέβαιο είναι ότι από το Ελσίνκι τραβήξαμε την Τουρκία στο δρόμο για την Ευρώπη. Από τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προκύπτει ότι η Τουρκία αποκομίζει άμεσα, πολύ σημαντικά οφέλη. Αντίθετα, η Ελλάδα παρά την ισχυρή διαπραγματευτική βάση στην οποία βρισκόταν δεν πήρε τίποτα χειροπιαστό. Τα έμπρακτα ανταλλάγματα που προσποιείτο να ζητά ο Πρωθυπουργός δεν φαίνονται πουθενά." - Κώστας Καραμανλής, 15-12-1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου