οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

«Επικίνδυνος άνθρωπος». Οταν άκουσα την έκφραση χθες τρόμαξα. «Εχθρός του λαού»; Απόλυτο σαν αφορισμός. Δεν μπορεί ένας υπουργός να υιοθετεί τη λογική όσων έβγαλαν τις αφίσες στις στάσεις για να τον διαπομπεύσουν. Η διαπόμπευση, το λιντσάρισμα, δεν ανήκουν στη δημοκρατία. Εχουν αποδειχθεί ανθεκτικότερες από τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Και επειδή η κοινωνία μας έχει χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, αυτού του τύπου οι πρακτικές την οδηγούν ακόμη πιο κοντά στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Η κ. Μενδώνη έπεσε στην παγίδα που της έστησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Κρίμα. Δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ τον κ. Λιγνάδη. Ας τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του. Εμείς οι υπόλοιποι ας φροντίσουμε να μη μετατρέψουμε την κοινωνία μας σε ανθρωποφαγική.....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (φύλλο  20/02/21)



προ ημερών ήταν και καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Διορισμένος από την υπουργό Πολιτισμού κ. Μενδώνη.

Ως εκ τούτου την υπόθεση την ανέλαβε και η πολιτική. Δυστυχώς. Ο χρόνος της δικαιοσύνης είναι βραδύς, ο χρόνος της πολιτικής ταχύς. Την αρχή την έκανε ο κ. Τσίπρας στη Βουλή στη συζήτηση για την παιδεία. Οταν ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για βιασμούς στο Πανεπιστήμιο, ο κ. Τσίπρας τον ρώτησε αν εννοεί το Εθνικό Θέατρο. Τον χειροκρότησαν οι βουλευτές του.

Μου έκανε εντύπωση ότι ενώ ο κ. Μητσοτάκης απάντησε σε όλα τα ευφυολογήματα του κ. Τσίπρα, αυτό το άφησε αναπάντητο. Το σκηνικό είχε ήδη στηθεί με συνοπτικές διαδικασίες. Οι ειδεχθείς πράξεις του κ. Λιγνάδη βρήκαν τη θέση τους στην πολιτική αντιπαράθεση. Ωσάν η κυβέρνηση να γνώριζε τα έργα και τις ημέρες του και να ήθελε να τις καλύψει. Γιατί; Γιατί ο Λιγνάδης είναι «δικός» της άνθρωπος. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει την παραίτηση της κ. Μενδώνη.

Για να αμυνθεί χθες η κ. Μενδώνη αποκάλεσε τον κ. Λιγνάδη «επικίνδυνο άνθρωπο». Τα θύματά του δικαιούνται να τον αποκαλούν και επικίνδυνο και τέρας, και ό,τι άλλο θέλετε. Οταν όμως μια υπουργός χρησιμοποιεί το θεσμικό της κύρος για να αποκαλέσει τον οποιονδήποτε πολίτη «επικίνδυνο άνθρωπο», το ζήτημα αλλάζει διάσταση. Πρόσθεσε μάλιστα ότι είναι «επικίνδυνος», διότι με την υποκριτική του δεινότητα την ξεγέλασε.

Οχι για όσα εγκλήματα του καταλογίζουν, αλλά γιατί την ξεγέλασε. Ισως να αναλάμβανε τον ΔΕΔΔΗΕ. Εκεί δεν κυκλοφορούν πολλοί καλοί ηθοποιοί ώστε να μπορούν να ξεγελάσουν την πολιτική τους ηγεσία. Για μια ακόμη φορά υπουργός δεν αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεων. Θα έκανε τη διαφορά. Ομως δεν την έκανε. Σαν να ακούω τον Τσίπρα και τις αυταπάτες του.

«Επικίνδυνος άνθρωπος». Οταν άκουσα την έκφραση χθες τρόμαξα. «Εχθρός του λαού»; Απόλυτο σαν αφορισμός. Δεν μπορεί ένας υπουργός να υιοθετεί τη λογική όσων έβγαλαν τις αφίσες στις στάσεις για να τον διαπομπεύσουν. Η διαπόμπευση, το λιντσάρισμα, δεν ανήκουν στη δημοκρατία. Εχουν αποδειχθεί ανθεκτικότερες από τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Και επειδή η κοινωνία μας έχει χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, αυτού του τύπου οι πρακτικές την οδηγούν ακόμη πιο κοντά στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων». Η κ. Μενδώνη έπεσε στην παγίδα που της έστησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Κρίμα. Δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ τον κ. Λιγνάδη. Ας τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του. Εμείς οι υπόλοιποι ας φροντίσουμε να μη μετατρέψουμε την κοινωνία μας σε ανθρωποφαγική.





ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Ο βιαστής και ο βιασμός δεν έχουν πολιτικό χρώμα, δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα. Δεν μας ενδιαφέρει η κομματική ταύτιση», είπε η υπουργός Πολιτισμού. Και έχει δίκιο. Ομως η πολιτική ένταση που προκλήθηκε με αφορμή τις καταγγελίες για τον τέως καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, κάθε άλλο παρά πλειοδοτεί υπέρ της θέσης αυτής. Ισως γι’ αυτό και η κ. Μενδώνη, λίγη ώρα μετά, έκανε ό,τι ακριβώς αρνήθηκε: πολιτικοποίησε το θέμα.

Εδώ και μέρες, το ανθρωποβόρο #Μενδώνη_παραιτήσου γνωρίζει πιένες στο Τwitter. Ευθύνεται η Ν.Δ. για τη συμπεριφορά του κ. Λιγνάδη ή μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ; Αφού λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη ότι η υπόθεση βρίσκεται στα χέρια του εισαγγελέα και μόνον η Δικαιοσύνη είναι αρμόδια να αποφασίσει, αξιολογώντας πρώτα τις καταγγελίες, ίσως μπορέσουμε να δούμε λίγο πιο ψύχραιμα τα δεδομένα και όχι σε θερμοκρασία βρασμού. Μπορούμε; Μάλλον όχι.

Για την πολιτική και την κοινωνία, ο κύβος έχει ριφθεί. Ανάλογα με το τι ψηφίζει καθένας. Μόνος κοινός τόπος: κανείς δεν μπορεί να προσφέρει άλλοθι σε ιστορίες σεξουαλικής κακοποίησης. Από το αυτονόητο όμως και μετά, περνάμε αυτομάτως στο ρινγκ των πολιτικών προτεραιοτήτων με χτυπήματα κάτω από τη μέση. Και σε αυτό είμαστε πρωταθλητές.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα είναι εξαιρετικά οδυνηρό. Τι να πεις για τα δύσκολα και ανελέητα, τα σκοτάδια της ανθρώπινης ύπαρξης – όπου κι εδώ πάλι άλλοι είναι αρμοδιότεροι να αποφανθούν; Οπότε… ας μιλήσουμε για τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ανάλογα από ποια (πολιτική) πλευρά βλέπει κανείς το θέμα. Ή το θέαμα. Γιατί σε αυτό το τερέν ξεμαλλιαζόμαστε με περισσή ευκολία. «Ξέρατε και καλύπτατε», λένε οι μεν. «Εσείς, πρωταγωνιστούσατε στις παραστάσεις που εκείνος σκηνοθετούσε», λένε οι δε. Δεν έχει σημασία ποιος λέει τι. Οι εντυπώσεις μετράνε.

Εδώ και το ολίσθημα της υπουργού. Δεν χρειαζόταν ούτε να χαρακτηρίσει τον Δημήτρη Λιγνάδη «επικίνδυνο άνθρωπο» ούτε να πει ότι εξαπατήθηκε από την υποκριτική του δεινότητα.

Ο τέως καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου μπορεί να δικαστεί και να καταδικαστεί ή να αθωωθεί. Μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει ποινικές ευθύνες· μπορεί και όχι. Οπως και να ’χει, ο ίδιος έχει περάσει οριστικά στην γκρίζα ζώνη των υποψιών και του «ανομολόγητου». Καλό θα ήταν για τη δημόσια ζωή η πολιτική να μη θρέφεται από αυτές τις γκρίζες ζώνες. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ το κάνει από επιλογή, η κυβέρνηση ας μην το κάνει από πανικό.


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 20/02/21



ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Πότε είχε δίκιο η Λίνα Μενδώνη; Οταν δήλωνε ότι έχουμε κράτος δικαίου που δεν εξουσιοδοτεί την ίδια να διερευνά καταγγελίες ποινικού ενδιαφέροντος εκτός της υπηρεσίας; Ή την Παρασκευή που βγήκε να εκδώσει η ίδια ποινική ετυμηγορία; Πότε είχε δίκιο; Οταν αγνοούσε τον θόρυβο; Ή όταν ενέδιδε σε αυτόν, υπερθεματίζοντας σε δημόσιες εκδηλώσεις ηθικής αγανάκτησης;

Θα ήταν εκτός πραγματικότητας όποιος ζητούσε από την υπουργό να χειριστεί τέτοια υπόθεση μόνο με βάση τον νόμο. Δεν θα μπορούσε να αψηφήσει το κοινωνικό κλίμα – και δεν το έκανε. Ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου δεν παραιτήθηκε προθύμως. Χρειάστηκε να ασκηθούν και σε εκείνον πιέσεις. Το υπουργείο είχε δείξει έτσι εμμέσως ότι δεν κωφεύει. Οτι κινείται στον χρόνο της κοινωνίας – και όχι στον μακρύ χρόνο της δικαιοσύνης.

Μετά την εκμαιευθείσα παραίτηση, όμως, ποια ευθύνη βάραινε την υπουργό; Ποια ευθύνη θα βάραινε οποιονδήποτε υπουργό βρισκόταν αντιμέτωπος με την ποινικά κολάσιμη σεξουαλική διαγωγή ενός πρώην στελέχους εποπτευόμενου φορέα;

Η ευθύνη διαπλάστηκε από την κλιμακούμενη επιχείρηση πολιτικής κατάχρησης του κινήματος #MeToo. Το αίτημα να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι θύτες, που χρησιμοποίησαν την εξουσία τους ή την καλλιτεχνική τους αυθεντία σαν όπλο σεξουαλικής επιβολής –ή, που, ακόμη χειρότερα, άσκησαν ωμή βία– παραμερίστηκε. Υποσκελίστηκε από τις αντιπολιτευτικές «δίκες» συνενόχων. Στόχος δεν ήταν πια η συστημική κακοποίηση. Στόχος ήταν να σκηνοθετηθούν τα Σόδομα και Γόμορρα της Δεξιάς.

Από αυτήν ακριβώς την καμπάνια ηθικού πανικού σύρθηκε η Μενδώνη, υποδυόμενη η ίδια τον εισαγγελέα, και μπαίνοντας σε έναν πλειστηριασμό αποτροπιασμού με αυτούς που την καταγγέλλουν για συγκάλυψη. Σαν να χρειαζόταν ο εισαγγελέας υπουργική συνδρομή για να διαλευκάνει τις αναφορές. Σαν να βοηθούσε στην αποκάλυψη της αλήθειας το ξετρόλιασμα με περσόνες των κοινωνικών δικτύων.

Λένε ότι η υπουργός ευθύνεται επειδή είχε διορίσει τον αποπεμφθέντα χωρίς διαγωνισμό. Δηλαδή; Θα είχε συλλάβει το φίλτρο του διαγωνισμού τον μύχιο –ή εγκληματικό– βίο των διαγωνιζομένων; Ή μήπως θέλουμε τέτοιο φίλτρο;

Λένε «όλοι γνώριζαν». Αλλά το να γνωρίζει ένας υπουργός κουτσομπολιά και να τα λαμβάνει ως γνώμονα για τις αποφάσεις του δεν είναι μόνο πολιτικά ανορθόδοξο. Είναι και αθέμιτο.

Λένε ότι η εμμονή στους κανόνες είναι προσχηματική. Οτι εμποδίζει την κάθαρση. Αξίζει λοιπόν να αναρωτηθούμε: Πού βοήθησαν την κάθαρση οι κραυγές για παραίτηση της Μενδώνη; Πού θα την είχαν βοηθήσει αν είχαν εισακουστεί και η Μενδώνη είχε παραιτηθεί;

Το κύμα που σήκωσε η Μπεκατώρου παροχετεύεται. Το αίτημα για κοινωνική αλλαγή εκτρέπεται σε σκανδαλοθηρία. Η αντιπολίτευση την καταστρώνει. Και η κυβέρνηση την ακολουθεί.


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 20/02/21

 


ΤΟΥ ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ

Το κακό με τον «γνωστό θεατράνθρωπο/σκηνοθέτη/ηθοποιό», ή όπως αλλιώς συνηθίζουν να λένε στα κανάλια, συνίσταται στο γεγονός ότι δεν είναι αριστερός· ή μήπως να πούμε «δεν παρέμεινε», αφού σχεδόν όλη η Ελλάδα πέρασε από εκεί; Αν π.χ. ήταν σύντροφος πρέσβης από τη Βενεζουέλα, το θέμα θα λυνόταν διακριτικώς με μια επιστολή π.χ. του κ. Αλέξη Τσίπρα: «Εφιστώ την προσοχή σου σε ένα ευαίσθητο θέμα, στο οποίο περιμένω τη συμβολή σου και την παρέμβασή σου με τον καλύτερο τρόπο, το ήδη γνωστό σε εσάς ζήτημα που έχει προκύψει με τον νέο πρέσβη στην Αθήνα. Μέχρι στιγμής το προσωπικό της πρεσβείας έχει επιδείξει πολιτική ωριμότητα και δεν θα λάβει μέτρα εντός της Ελλάδας, που θα δημοσιοποιούσαν το πρόβλημα, γεγονός που θα το εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα συστημικά μέσα ενημέρωσης για να βλάψουν την Αριστερά τόσο στη Βενεζουέλα όσο και στην Ελλάδα» (επιστολή προς Νικολάς Μαδούρο 14.3.2013).

Βεβαίως, άλλο μια καταδίκη για «συστηματικές σεξουαλικές επιθέσεις σε εργαζόμενες» (όπως ανέφερε μια δικαστική απόφαση δικαίωσης υπαλλήλου της βενεζουελανής πρεσβείας) κι άλλο μια κατηγορία για «βιασμό ανηλίκων», σύμφωνα με όσα λέγονται στα ΜΜΕ. Το δεύτερο είναι σαφέστατα πιο βαρύ, αλλά από την άλλη πλευρά αφενός δεν υπάρχει ακόμη δίωξη και αφετέρου το θέμα αυτής της στήλης είναι (δυστυχώς για ακόμη μία φορά) η απύθμενη υποκρισία της λεγόμενης Αριστεράς. Είναι οι κραυγές «γιατί δεν λέτε ονόματα;». Δηλαδή τι ονόματα να πούμε; Ακόμη κι αν γίνει δίωξη, ακόμη και αν η υπόθεση φτάσει στο ακροατήριο, τα ΜΜΕ το μόνο που μπορούν να γράψουν είναι ότι κατηγορείται ο Δ.Λ. ή (όπως έγινε στο παρελθόν) ο «57χρονος».

Εχουμε αναφερθεί πολλάκις στο παρελθόν για τον παραλογισμό με τα προσωπικά δεδομένα και το γεγονός ότι δημόσιες υποθέσεις (όπως είναι ένα κατηγορητήριο των διωκτικών αρχών) θεωρούνται ιδιωτικός βίος. Υποστηρίξαμε ότι «ακόμη κι αν δεν πρέπει να ξέρουμε ποιος κατηγορείται για ένα αδίκημα, πρέπει να ξέρουμε ποιον κατηγορούν οι δημόσιες αρχές, για να μπορεί να υπάρξει δημοκρατικός έλεγχος των πεπραγμένων τους». Σε αυτό υπήρχε πάντα ένα ψυχοπονιάρικο αριστερό τείχος: «Κι αν αθωωθεί και στιγματιστεί η ζωή του;». Κι έτσι καταλήγαμε στα έπη της «36χρονης» και του «52χρονου» δικηγόρου της.

Οι ευαισθησίες αυτές θα μπορούσαν να γίνουν σεβαστές, αν οι ίδιοι ψυχοπονιάρηδες της Προόδου δεν έσχιζαν σήμερα τα ιμάτιά τους, γιατί δεν καταδικάζεται με συνοπτικές διαδικασίες από τα –κατά τα άλλα– «αδηφάγα Μέσα» ο «γνωστός θεατράνθρωπος». Φυσικά, έγινε το χατίρι των υποκριτών. Η υπουργός Πολιτισμού βγήκε να ανακοινώσει ότι «ο Δημήτρης Λιγνάδης είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος». Πιθανότατα εννοεί ότι είναι επικίνδυνος για την καριέρα της, διότι την άλλη επικινδυνότητά του μόνο ένα δικαστήριο μπορεί να την κρίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου