οι κηπουροι τησ αυγησ

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

ΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ ΣΠΕΥΔΕΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΩΣ ΛΟΙΔΟΙΡΟΥΣΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΚΑΝ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ...

Από το ημερολόγιό μου στο fb

προ έξι ετών

"ΤΑ ΝΕΑ", 03/02/15



Σε μια ανάλυση του για τον ΣΥΡΙΖΑ που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα στη «Μοντ», ο καθηγητής του Παντείου Γεράσιμος Μοσχονάς επισήμανε ότι το κόμμα αυτό στηρίζεται στην αρχή «δεν είμαστε ρυμουλκό του εκλογικού σώματος, αντιθέτως το έλκουμε προς την πλευρά μας, το ωθούμε προς τα αριστερά». Κάτι ανάλογο θέλει να κάνει και με την Ευρώπη. «Η αλλαγή στην Ευρώπη ξεκινά από τον Νότο» διατυμπανίζει ο Αλέξης Τσίπρας. Ο πρώτος σταθμός μετά την Αθήνα θα είναι η Μαδρίτη. Και ύστερα θα αρ­χίσουν να πέφτουν μία μία οι ευρω­παϊκές πρωτεύουσες, για να αλωθεί στο τέλος το Βερολίνο - χωρίς καν να προηγηθεί το Μανχάταν. Τίποτα τέτοιο, βέβαια, δεν θα συμβεί. Οχι επειδή θα το εμποδίσουν οι Γερ­μανοί, αλλά επειδή η επανεξέταση του μείγματος λιτότητα/ανάπτυξη στην Ευρώπη υπαγορεύεται από την οικονομική λογική, όχι από κάποια ριζοσπαστική ιδεολογία. Ο ΣΥΡΙΖΑ το ξέρει. Και για αυτό τα στελέχη του σπεύδουν να συναντήσουν εκείνους ακριβώς τους ηγέτες που μέχρι πρό­σφατα κατηγορούσαν για συμβιβα­σμούς και υποταγή στη μονόδρομη ευρωπαϊκή σκέψη: τον Ολάντ, τον Ρέντσι, τον Ντράγκι. Ο στόχος τους δεν είναι, βέβαια, να τους «έλξουν προς την πλευρά τους». Αλλά να τους ζητήσουν να πιέσουν το Βερολίνο να δώσει χρόνο στην Ελλάδα, αφού γνω­ρίζουν ότι τέτοιο θα αποβί προς όφελος και των δικών τους χωρών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ενηλικιώνεται. Και η ενηλικίωση αυτή συνοδεύε­ται από πολλαπλή διόρθωση πορείας - αν όχι αναστροφή. Χθες ζητούσε κούρεμα του χρέους, σή­μερα αρκείται στην απομείωσή του. Χθες διακήρυσσε ότι δεν θα πληρώ­σει τα ομόλογα της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, σήμερα βεβαιώνει ότι θα το κάνει. Χθες απειλούσε ότι θα στραφεί προς τη Ρωσία, σήμερα τονίζει ότι τέτοια σκέψη δεν υπάρχει στο τραπέζι. Το μόνο που δεν μπορεί να κάνει, του­λάχιστον προς το παρόν, είναι να διορθώσει την επιλογή που σόκαρε όλους τους Ευρωπαίους, γαλάζιους, κόκκινους και πράσινους: την κυβερ­νητική συμμαχία με τους Ανεξάρτη­τους Ελληνες.

Για να εξιλεωθεί, και να πείσει ότι η ενηλικίωση του δεν είναι οφθαλμα­πάτη, θα πρέπει τώρα να παρουσιάσει και ένα αξιόπιστο σχέδιο για την έξοδο από την κρίση.

ΣΑΦΕΙΣ ΟΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΡΟΩΡΗ Η ΣΠΟΥΔΗ ΝΑ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΞΗ ΤΗΣ "ΤΕΧΝΗΣ"!...

«Τέχνη του εφικτού», αλλά και της διεκδίκησης: Του Παντελή Μπουκάλα, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

«Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού». Παλιός ο λόγος. Δεν τον χρησιμοποιούν, όμως, όλοι με το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια στόχευση. Η σημασία του διαφοροποιείται ανάλογα με το αν θα προκρίνουμε ως σπουδαιότερη λέξη την «τέχνη» ή το «εφικτό». Αν επιμείνουμε στην «τέχνη», τότε η πολιτική αναδεικνύεται ως δυνατότητα· ως πιθανότητα έστω: μπορείς, ανακατεύοντας απ’ την αρχή τα χαρτιά, προτείνοντας νέες ιδέες, γερά θεμελιωμένες, και αναζητώντας καινούργιες συμμαχίες, να ξανανοίξεις ένα παιχνίδι που φαίνεται οριστικά κλειστό και χαμένο.

Αντίθετα, αν εμμείνουμε στη λέξη «εφικτό» ως κομβικής σημασίας, κι αν το εφικτό το μεταφράσουμε αυτόματα σε υποβάθμιση απαιτήσεων και σε φαλκίδευση προσδοκιών, η πολιτική χάνει τον χαρακτήρα της διεκδικητικής τέχνης και υποβιβάζεται σε τεχνική διαχείρισης της μιζέριας, ανακύκλωσης της μετριότητας και νομιμοποίησης του βαλτώματος. Στην περίπτωση αυτή επικαλούμαστε την «αδήριτη πραγματικότητα» για να δικαιολογήσουμε το γεγονός ότι αφομοιώνουμε την ήττα μας πριν καν δώσουμε τη μάχη.

Για να το δούμε και με τον τρόπο των σχημάτων, στη μία εκδοχή, την παρακινητική, το εφικτό είναι κακοτράχαλο δρομάκι που αν αποφασίσεις να το περάσεις, κι αν μεθοδεύσεις τις κινήσεις σου, ενδέχεται να σε βγάλει σε κάποιο ξέφωτο. Στη δεύτερη, την ηττοπαθή, το εφικτό παίρνει τη μορφή των καυδιανών δικράνων, κάτω από τα οποία ένα μόνο μπορούμε να κάνουμε, ένα μόνο μάς επιτρέπεται: να περάσουμε με σκυμμένο κεφάλι – όπως οι ηττημένοι Ρωμαίοι, που ταπεινώθηκαν περνώντας κάτω από τα μπηγμένα σε σχήμα δικράνου δόρατα των Σαμνιτών, στη στενωπό των Απέννινων.

Οχτώ στις δέκα φορές, η επίκληση του «νόμου» πως «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» γίνεται για να παρακινήσει στην ακινησία, για να υπαγορεύσει την αδράνεια, η οποία υποτίθεται ότι θα σου αποφέρει το όφελος που προορίζεται πάντα για το «ήσυχο και φρόνιμο παιδί». Αλίμονο, όμως, αν η φρονιμάδα ταυτίζεται μονοσήμαντα ή μάλλον ακυρωτικά με την περίφοβη συμμόρφωση. Αλίμονο αν έχει ένα και μόνο νόημα, που δήθεν το υποδεικνύει η Ιστορία αυτοπροσώπως: της απόλεμης αποδοχής μιας ατέλειωτης αλυσίδας τετελεσμένων, που προκύπτουν δίχως τη δική σου δραστική συμμετοχή και επιβάλλονται δίχως να μετράνε πουθενά η βούλησή σου, οι ελπίδες σου, κυρίως δε οι ανάγκες σου.

Εως την παραμονή των εκλογών ακούγαμε πανταχόθεν λόγια συμπόνιας: «Οι Ελληνες στενάζουν» κ.τ.λ. Απλώς τ’ ακούγαμε όμως. Δεν τα κάναμε τίποτα. Δεν τα κάναμε πολιτική δηλαδή. Δεν τα μετατρέπαμε σε αξίωση απαλλαγής απ’ όσα μάς υποχρεώνουν να στενάζουμε. Μετεκλογικά, και επειδή είναι ανήθικο να πεταχτεί στο καλάθι η ευκρινής λαϊκή ετυμηγορία, ακούμε και πολλές ξένες φωνές (του Ομπάμα π.χ.) που απαιτούν να τερματιστεί η λιτότητα, η οποία απλώς μας εξουθενώνει. Το παιχνίδι, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό. Δεν έχει κλείσει ήδη εις βάρος μας. Αυτό το πίστευαν (και το πιστεύουν) όσοι εννοούν την πολιτική σαν τέχνη της μοιρολατρίας. Και δεν ακούν όχι μόνο τις ξένες φωνές συμπάθειας, αλλά ούτε τη φωνή του ίδιου του λαού τους.















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου