Το δισέλιδο, από τα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"
Τι κρύβουν οι δηλώσεις του Παρασκευόπουλου, το ταξίδι στο Καστελλόριζο
![]() |
| "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 17/12/16 |
![]() |
| "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 17/12/16 |
και τα σχόλια στην «Αυγή»
ΣΥΡΙ(ΧΑ)ΝΕΛ: Ετοιμάζεται το τρίγωνο κατά της ΝΔ
Του Χάρη Παπαβασιλείου
Ολοένα και περισσότερο πληθαίνουν τα σημάδια ότι με κυνικό τρόπο ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. μεθοδεύουν ένα χωρίς προηγούμενο πολιτικό «ξέπλυμα» της Χρυσής Αυγής, εκτιμώντας ότι η πολιτική ενίσχυση του ακροδεξιού κόμματος θα διευκολύνει τους πολιτικούς σχεδιασμούς τους το επόμενο διάστημα.
ΣΥΡΙ(ΧΑ)ΝΕΛ: Ετοιμάζεται το τρίγωνο κατά της ΝΔ
Του Χάρη Παπαβασιλείου
Ολοένα και περισσότερο πληθαίνουν τα σημάδια ότι με κυνικό τρόπο ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. μεθοδεύουν ένα χωρίς προηγούμενο πολιτικό «ξέπλυμα» της Χρυσής Αυγής, εκτιμώντας ότι η πολιτική ενίσχυση του ακροδεξιού κόμματος θα διευκολύνει τους πολιτικούς σχεδιασμούς τους το επόμενο διάστημα.
Κατ' αρχάς, είχαμε την περιβόητη επίσκεψη Καμμένου μαζί με βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, των ΑΝ.ΕΛ. και της Χρυσής Αυγής σε ακριτικά νησιά, όπου οι βουλευτίνες του ΣΥΡΙΖΑ Νίνα Κασιμάτη και Ελένη Αυλωνίτου μαζί με τον αναπληρωτή υπουργό Αμυνας και πρώην γενικό γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρη Βίτσα, έβγαζαν φωτογραφίες χαμογελαστοί, περίπου αγκαζέ με τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής Ηλία Κασιδιάρη και Χρήστο Παπ-πά, λες και ήταν σε κοσμική εκδήλωση.
Λίγο μετά, και ενώ είχε ξεσπάσει μεγάλος θόρυβος για αυτή την υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης της τάσης των «53+», ήρθε ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος, προσκείμενος μάλιστα στους «53+», δηλώνοντας την περασμένη Κυριακή, σε συνέντευξη του στη «Βραδυνή», ότι «πρέπει να αποφασίσουμε τι προτιμούμε: μια προσπάθεια ένταξης της Χρυσής Αυγής στο κλίμα της Δημοκρατίας ή τη διαρκή ρήξη; Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να προηγηθεί η ουσία μιας σύγκλισης». Η «διορθωτική» του δήλωση, ύστερα από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, στην πραγματικότητα ενίσχυσε την αρχική του τοποθέτηση, αφού υπογράμμισε «ότι κάθε ανθρώπινο ον έχει δικαίωμα να αλλάξει στο μέλλον στάση».
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εφημερίδα «Αυγή» έσπευσε να προβάλει τις αναμνηστικές φωτογραφίες του Πάνου Καμμένου, βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των χρυσαυγιτών με αναφορά μάλιστα στην... αποτρεπτική δύναμη τέτοιων επισκέψεων έναντι των Τούρκων, γράφοντας σε παραπολιτικό σχόλιο ότι την ημέρα της επίσκεψης «ο Τούρκος πρόεδρος δεν έκανε ούτε... "κιχ"».
ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ. Ολα αυτά προκάλεσαν και την εύλογη αντίδραση της οικογένειας του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα -καθώς μάλιστα συνεχίζεται η δίκη για τη δολοφονία του-, η οποία με ανακοίνωση της υπογράμμισε οτι «οι πρόσφατες εμφανίσεις κυβερνητικών στελεχών αγκαλιά με νεοναζί βουλευτές, αλλά και δηλώσεις προσβάλλουν τη μνήμη των νεκρών και των υπόλοιπων θυμάτων του φασισμού, νομιμοποιώντας ουσιαστικά τη δράση των ταγμάτων εφόδου και προτάσσοντας τη λογική του "περασμένα, ξεχασμένα"».
Στην πολιτική ούτε λέγονται, ούτε γράφονται, ούτε πράττονται πράγματα τυχαία. Είναι σαφές ότι σήμερα οι ηγεσίες και του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. είναι αποφασισμένες να «ξεπλύνουν» πολιτικά τη Χ.Α. στο πλαίσιο των δικών τους πολιτικών υπολογισμών...σε πείσμα και των αντιφασιστικών «περγαμηνών» που διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της φαινομενικά εύλογης ανάγκης των Ανεξάρτητων Ελλήνων να περιορίσουν τους διεκδικητές του «πατριωτικού δεξιού» χώρου. Και στην πραγματικότητα έχουν αρκετούς λόγους να το κάνουν. Κατ' αρχάς, υπάρχει ο απλός εκλογικός υπολογισμός. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να συγκεντρώνει μια γενική ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά αντλεί κόσμο κυρίως από ένα δεξιό ακροατήριο, επενδύοντας στον αντικομμουνιομό και τον εθνικισμό. Επομένως, η ενίσχυση της πρώτα και κύρια κόβει από τον αέρα της Νέας Δημοκρατίας. Ισχυρότερη Χ.Α. σημαίνει μειωμένη Ν.Δ., έστω και σε εκείνα τα οριακά ποσοστά στα οποία θα κριθεί η αυτοδυναμία.
Επειτα, υπάρχει και ένας πιο άμεσος κοινοβουλευτικός υπολογισμός. Η κυβέρνηση χρειάζεται να έχει διαρκώς ένα κοινοβουλευτικό «μαξιλάρι» για διάφορες επιλογές που πρέπει να πάρει. Ας μην ξεχνάμε ότι ήδη άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τις ψήφους της Χρυσής Αυγής (με τη γνωστή δήλωση του Νίκου Βούτση «στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι») για τον εκλογικό νόμο και, σε περίπτωση που στο μέλλον θελήσει -δηλαδή αν οικοδομήσει κάποια ευνοϊκότερη συμμαχία- να επαναφέρει το θέμα αυτό (δηλαδή την απλή αναλογική της εγγυημένης ακυβερνησίας) και αναζητήσει τις 200 ψήφους για την άμεση ισχύ του, τότε σίγουρα θα χρειαστεί τη Χρυσή Αυγή. Ομως, η κυβέρνηση στην πραγματικότητα χρειάζεται και το πολιτικό κλίμα που μπορεί να διαμορφώσει η παρουσία της Χ.Α. και μάλιστα σε διάφορες κατευθύνσεις. Για παράδειγμα, το θέμα για την προσφυγική κρίση και τους μετανάστες. Εδώ, για όποιον δεν θέλει να μείνει στα διάφορα «κροκοδείλιας ευαισθησίας» ενσταντανέ του Τσίπρα με τις «γιαγιάδες της Λέσβου», είναι προφανές ότι η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές αντίθετες με τις εξαγγελίες της. Προσπαθεί να κλείσει όσους φτάνουν στην Ελλάδα, πρόσφυγες και μετανάστες, σε κλειστά κέντρα κράτησης, έχει κεντρική γραμμή τη χορήγηση ασύλου και μεθοδεύει απελάσεις. Για την ιδεολογική της νομιμοποίηση έχει ανάγκη από χώρους που πολιτικά να πιέζουν για ακόμη πιο σκληρές αντιμεταναστευ-τικές πολιτικές, ώστε και τον «μέσο όρο» να μετατοπίζουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και τη δυνατότητα να δίνουν στην κυβέρνηση να φαντάζει «πιο προοδευτική».
Η Ακροδεξιά λειτουργεί σαν «μπαμπούλας» για τη συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που τον εγκαταλείπουν μαζικά. Επειτα, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση έχει μεγάλο πρόβλημα με το να υπάρχουν φωνές που να συντηρούν τον «υπερπατριωτισμό» μέσα στην πολιτική σκηνή. Προφανώς, όπως όλοι έχουμε καταλάβει, στο τέλος η κυβέρνηση συνήθως συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των δανειστών. Για να το πούμε με όρους πολιτικής «γεωμετρίας», τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι ΑΝ.ΕΛ. χρειάζονται για να συντηρείται με κάθε τρόπο η αίσθηση ότι το πολιτικό σκηνικό διαιρείται ακόμη στις μνημονιακές δυνάμεις και σε ένα έστω κατ θολό «ανπμνημονιακό μπλοκ», στο όνομα του οποίου θα διεκδικούν ψήφους.
Η «στρατηγική, του χάους»
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ χρειάζεται να συντηρεί ένα κλίμα όπου όλες οι πιο ρεαλιστικές και υπεύθυνες προτάσεις, αυτές που λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα και κάνουν σχεδιασμό σε αυτή τη βάση, να φαντάζουν «ενδοτικές». Κοινώς, δεν μπορεί πλέον εκ της θέσεως της να μιλά για «γερμανοτσολιάδες» (πώς μπορεί να το κάνει άλλωστε όταν π.χ. ο πρωθυπουργός επενδύει... στο να τον δεχτεί η Γερμανίδα καγκελάριος), όμως χρειάζεται αυτή η καταγγελία να επικρέμαται ως πολιτική δαμόκλειος σπάθη πάνω από όποιον προσπαθεί να αναζητήσει μια εφικτή στρατηγική ανάπτυξης σε ένα δύσκολο περιβάλλον.
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ. Και εδώ ας μην υποτιμάμε και την ανάγκη του κόμματος του Πάνου Καμμένου να συντηρεί ιδεολογικούς όρους ύπαρξης. Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας προφανώς και γνωρίζει ότι η Χρυσή Αυγή διεκδικεί και κατοχυρώνει έναν πολιτικό χώρο που τον διεκδικεί και αυτός. Ταυτόχρονα, όμως, με τη δράση της τον συντηρεί αυτόν τον χώρο, άρα και τη δυνατότητα του ίδιου του Π. Καμμένου να φαντάζει ως η «ρεαλιστική» και «κοινοβουλευτική» εκδοχή της πατριωτικής Δεξιάς, σε αντιδιαστολή με τους ακραίους «φασίστες». Είναι μια παραλλαγή της τακτικής «μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα». Πάνω από όλα, η κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου πολιτικά και ιδεολογικά επενδύει σε μια ιδιότυπη «στρατηγική χάους». Δεν μιλάμε για το σχήμα των «δύο άκρων», που στην εποχή μας δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή, εάν αναλογιστούμε ότι μια κυβέρνηση που μόλις ιδιωτικοποίησε τον ΟΛΠ, τα περιφερειακά αεροδρόμια και το αεροδρόμιο του Ελληνικού δύσκολα χαρακτηρίζεται «ακραία». Μιλάμε για τη μεθόδευση να συντηρείται στην ελληνική κοινωνία ένα πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα αγανάκτησης, «οργής» και γενικευμένης πολιτικής μνησικακίας. Ακόμη και εάν η ίδια μπορεί να φθείρεται από ένα τέτοιο κλίμα, μεσοπρόθεσμα ξέρει ότι αυτό φθείρει την επόμενη κυβέρνηση.
Ισως μάλιστα να είναι και απλώς μία ακόμη κίνηση στον σταδιακό ιδεολογικό μιθριδατισμό της κοινωνίας, στη γραμμή «ό,τι ξέρατε ξεχάστε το». Είναι το «Νέα κατάσταση - νέα καθήκοντα», όπως ονόμαζαν παλιά τη ραδιοφωνική τους εκπομπή ο βουλευτής Γιώργος Κυρίτσης και ο πρωθυπουργικός συνεργάτης Αγγελος Τσέκερης. Στη νέα εποχή, τα μέλη και οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία πρέπει να συνηθίσουν ότι τα πράγματα θα είναι τα αντίθετα από ό,τι προσδοκούσαν ή από ό,τι τους είχε υποσχεθεί η κυβερνώσα Αριστερά. Οπως τώρα πρέπει να αποδεχτούν ως νόμιμη και «αναμορφώσιμη» κοινοβουλευτική δύναμη ένα κόμμα που δεν έκρυψε τις ακραίες του αναφορές, έτσι θα πρέπει να αποδεχτούν και τα Μνημόνια και τις περτκοπές των συντάξεων και το γεγονός ότι οι τρόικες όχι μόνο δεν θα «go back», όπως κάποτε κραύγαζε στα προεκλογικά μπαλκόνια ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά θα μείνουν εδώ για πάντα.
Πόσο «αντιφασιστική» ήταν η δράση του ΣΥΡΙΖΑ;
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να διεκδικεί πλήθος από αντιφασιστικές δάφνες, όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρξε πάντα ο πιο συνεπής πολέμιος της Χρυσής Αυγής. Σε αρκετές κρίσιμες στιγμές επέδειξε ταλαντεύσεις που πρέπει να υπογραμμιστούν. Στο εσωτερικό του είχαν υπάρξει φωνές που θεωρούσαν-ότι η Χ.Α. δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί συλλήβδην «εγκληματική οργάνωση» ούτε να «διωχθεί για τις ιδέες της». Οταν τον Δεκέμβριο του 2013 τέθηκε θέμα αναστολής της κρατικής χρηματοδότησης της Χρυσής Αυγής, ο Μανώλης Γλέζος είχε καταψηφίσει την αναστολή, ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου απουσίαζε από την ψήφοφορία, την ώρα που, για την ιστορία, ας σημειώσουμε ότι και πολλοί βουλευτές των ΑΝ.ΕΛ. είχαν καταψηφίσει, ενώ ο Πάνος Κομμένος επίσης απουσίαζε από την ψηφοφορία. Τον Μάρτιο του 2014, εν αναμονή της συζήτησης στη Βουλή ,για την άρση της ασυλίας των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, σε συνεδρίαση της Π.Γ. τέθηκαν ερωτήματα προς διερεύνηση σε σχέση με το κατά πόσον θα μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα το θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων των προφυλακισθέντων της Χ.Α., εφόσον αυτοί διά της απουσίας τους στην ουσία αλλοιώνουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, ενώ ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, είχε δηλώσει ότι «η Χρυσή Αυγή πρέπει να τεθεί ενώπιον του νόμου κα| όχι εκτός νόμου».
Την ίδια περίοδο, η τότε βουλευτής Ζωή Κωνσταντοπούλου, μιλώντας σε εκπομπή του Γ. Τράγκα, είχε πει ότι «δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο συναγωγής ή εξαγωγής συμπερασμάτων συλλογικής και αντικειμενικής ευθύνης μόνο η ιδιότητα του βουλευτή», δικαιολογώντας έτσι τις επιφυλάξεις της για τη συλλήβδην άρση της ασυλίας όλων των» βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ίδια ως πρόεδρος της Βουλής προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν έθεσε θέμα νομιμότητας των νόμων που είχαν ψηφιστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση με ονομαστική ψηφοφορία και λιγότερες από 151 θετικές ψήφους εξαιτίας της απουσίας των τότε προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Καταγγέλθηκε μάλιστα με σκληρούς χαρακτηρισμούς από το ΚΚΕ όταν μετά από επίθεση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Γιάννη Λαγού η τότε πρόεδρος της Βουλής και νυν επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας αρνήθηκε η Διάσκεψη των Προέδρων να συζητήσει και να καταδικάσει το συγκεκριμένο περιστατικό, παραπέμποντας το θέμα στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εφημερίδα «Αυγή» έσπευσε να προβάλει τις αναμνηστικές φωτογραφίες του Πάνου Καμμένου, βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και των χρυσαυγιτών με αναφορά μάλιστα στην... αποτρεπτική δύναμη τέτοιων επισκέψεων έναντι των Τούρκων, γράφοντας σε παραπολιτικό σχόλιο ότι την ημέρα της επίσκεψης «ο Τούρκος πρόεδρος δεν έκανε ούτε... "κιχ"».
ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ. Ολα αυτά προκάλεσαν και την εύλογη αντίδραση της οικογένειας του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα -καθώς μάλιστα συνεχίζεται η δίκη για τη δολοφονία του-, η οποία με ανακοίνωση της υπογράμμισε οτι «οι πρόσφατες εμφανίσεις κυβερνητικών στελεχών αγκαλιά με νεοναζί βουλευτές, αλλά και δηλώσεις προσβάλλουν τη μνήμη των νεκρών και των υπόλοιπων θυμάτων του φασισμού, νομιμοποιώντας ουσιαστικά τη δράση των ταγμάτων εφόδου και προτάσσοντας τη λογική του "περασμένα, ξεχασμένα"».
Στην πολιτική ούτε λέγονται, ούτε γράφονται, ούτε πράττονται πράγματα τυχαία. Είναι σαφές ότι σήμερα οι ηγεσίες και του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. είναι αποφασισμένες να «ξεπλύνουν» πολιτικά τη Χ.Α. στο πλαίσιο των δικών τους πολιτικών υπολογισμών...σε πείσμα και των αντιφασιστικών «περγαμηνών» που διεκδικεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της φαινομενικά εύλογης ανάγκης των Ανεξάρτητων Ελλήνων να περιορίσουν τους διεκδικητές του «πατριωτικού δεξιού» χώρου. Και στην πραγματικότητα έχουν αρκετούς λόγους να το κάνουν. Κατ' αρχάς, υπάρχει ο απλός εκλογικός υπολογισμός. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να συγκεντρώνει μια γενική ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά αντλεί κόσμο κυρίως από ένα δεξιό ακροατήριο, επενδύοντας στον αντικομμουνιομό και τον εθνικισμό. Επομένως, η ενίσχυση της πρώτα και κύρια κόβει από τον αέρα της Νέας Δημοκρατίας. Ισχυρότερη Χ.Α. σημαίνει μειωμένη Ν.Δ., έστω και σε εκείνα τα οριακά ποσοστά στα οποία θα κριθεί η αυτοδυναμία.
Επειτα, υπάρχει και ένας πιο άμεσος κοινοβουλευτικός υπολογισμός. Η κυβέρνηση χρειάζεται να έχει διαρκώς ένα κοινοβουλευτικό «μαξιλάρι» για διάφορες επιλογές που πρέπει να πάρει. Ας μην ξεχνάμε ότι ήδη άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει τις ψήφους της Χρυσής Αυγής (με τη γνωστή δήλωση του Νίκου Βούτση «στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι») για τον εκλογικό νόμο και, σε περίπτωση που στο μέλλον θελήσει -δηλαδή αν οικοδομήσει κάποια ευνοϊκότερη συμμαχία- να επαναφέρει το θέμα αυτό (δηλαδή την απλή αναλογική της εγγυημένης ακυβερνησίας) και αναζητήσει τις 200 ψήφους για την άμεση ισχύ του, τότε σίγουρα θα χρειαστεί τη Χρυσή Αυγή. Ομως, η κυβέρνηση στην πραγματικότητα χρειάζεται και το πολιτικό κλίμα που μπορεί να διαμορφώσει η παρουσία της Χ.Α. και μάλιστα σε διάφορες κατευθύνσεις. Για παράδειγμα, το θέμα για την προσφυγική κρίση και τους μετανάστες. Εδώ, για όποιον δεν θέλει να μείνει στα διάφορα «κροκοδείλιας ευαισθησίας» ενσταντανέ του Τσίπρα με τις «γιαγιάδες της Λέσβου», είναι προφανές ότι η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές αντίθετες με τις εξαγγελίες της. Προσπαθεί να κλείσει όσους φτάνουν στην Ελλάδα, πρόσφυγες και μετανάστες, σε κλειστά κέντρα κράτησης, έχει κεντρική γραμμή τη χορήγηση ασύλου και μεθοδεύει απελάσεις. Για την ιδεολογική της νομιμοποίηση έχει ανάγκη από χώρους που πολιτικά να πιέζουν για ακόμη πιο σκληρές αντιμεταναστευ-τικές πολιτικές, ώστε και τον «μέσο όρο» να μετατοπίζουν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και τη δυνατότητα να δίνουν στην κυβέρνηση να φαντάζει «πιο προοδευτική».
Η Ακροδεξιά λειτουργεί σαν «μπαμπούλας» για τη συσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που τον εγκαταλείπουν μαζικά. Επειτα, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση έχει μεγάλο πρόβλημα με το να υπάρχουν φωνές που να συντηρούν τον «υπερπατριωτισμό» μέσα στην πολιτική σκηνή. Προφανώς, όπως όλοι έχουμε καταλάβει, στο τέλος η κυβέρνηση συνήθως συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των δανειστών. Για να το πούμε με όρους πολιτικής «γεωμετρίας», τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι ΑΝ.ΕΛ. χρειάζονται για να συντηρείται με κάθε τρόπο η αίσθηση ότι το πολιτικό σκηνικό διαιρείται ακόμη στις μνημονιακές δυνάμεις και σε ένα έστω κατ θολό «ανπμνημονιακό μπλοκ», στο όνομα του οποίου θα διεκδικούν ψήφους.
Η «στρατηγική, του χάους»
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ χρειάζεται να συντηρεί ένα κλίμα όπου όλες οι πιο ρεαλιστικές και υπεύθυνες προτάσεις, αυτές που λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά δεδομένα και κάνουν σχεδιασμό σε αυτή τη βάση, να φαντάζουν «ενδοτικές». Κοινώς, δεν μπορεί πλέον εκ της θέσεως της να μιλά για «γερμανοτσολιάδες» (πώς μπορεί να το κάνει άλλωστε όταν π.χ. ο πρωθυπουργός επενδύει... στο να τον δεχτεί η Γερμανίδα καγκελάριος), όμως χρειάζεται αυτή η καταγγελία να επικρέμαται ως πολιτική δαμόκλειος σπάθη πάνω από όποιον προσπαθεί να αναζητήσει μια εφικτή στρατηγική ανάπτυξης σε ένα δύσκολο περιβάλλον.
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ. Και εδώ ας μην υποτιμάμε και την ανάγκη του κόμματος του Πάνου Καμμένου να συντηρεί ιδεολογικούς όρους ύπαρξης. Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας προφανώς και γνωρίζει ότι η Χρυσή Αυγή διεκδικεί και κατοχυρώνει έναν πολιτικό χώρο που τον διεκδικεί και αυτός. Ταυτόχρονα, όμως, με τη δράση της τον συντηρεί αυτόν τον χώρο, άρα και τη δυνατότητα του ίδιου του Π. Καμμένου να φαντάζει ως η «ρεαλιστική» και «κοινοβουλευτική» εκδοχή της πατριωτικής Δεξιάς, σε αντιδιαστολή με τους ακραίους «φασίστες». Είναι μια παραλλαγή της τακτικής «μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα». Πάνω από όλα, η κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου πολιτικά και ιδεολογικά επενδύει σε μια ιδιότυπη «στρατηγική χάους». Δεν μιλάμε για το σχήμα των «δύο άκρων», που στην εποχή μας δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή, εάν αναλογιστούμε ότι μια κυβέρνηση που μόλις ιδιωτικοποίησε τον ΟΛΠ, τα περιφερειακά αεροδρόμια και το αεροδρόμιο του Ελληνικού δύσκολα χαρακτηρίζεται «ακραία». Μιλάμε για τη μεθόδευση να συντηρείται στην ελληνική κοινωνία ένα πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα αγανάκτησης, «οργής» και γενικευμένης πολιτικής μνησικακίας. Ακόμη και εάν η ίδια μπορεί να φθείρεται από ένα τέτοιο κλίμα, μεσοπρόθεσμα ξέρει ότι αυτό φθείρει την επόμενη κυβέρνηση.
Ισως μάλιστα να είναι και απλώς μία ακόμη κίνηση στον σταδιακό ιδεολογικό μιθριδατισμό της κοινωνίας, στη γραμμή «ό,τι ξέρατε ξεχάστε το». Είναι το «Νέα κατάσταση - νέα καθήκοντα», όπως ονόμαζαν παλιά τη ραδιοφωνική τους εκπομπή ο βουλευτής Γιώργος Κυρίτσης και ο πρωθυπουργικός συνεργάτης Αγγελος Τσέκερης. Στη νέα εποχή, τα μέλη και οι οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία πρέπει να συνηθίσουν ότι τα πράγματα θα είναι τα αντίθετα από ό,τι προσδοκούσαν ή από ό,τι τους είχε υποσχεθεί η κυβερνώσα Αριστερά. Οπως τώρα πρέπει να αποδεχτούν ως νόμιμη και «αναμορφώσιμη» κοινοβουλευτική δύναμη ένα κόμμα που δεν έκρυψε τις ακραίες του αναφορές, έτσι θα πρέπει να αποδεχτούν και τα Μνημόνια και τις περτκοπές των συντάξεων και το γεγονός ότι οι τρόικες όχι μόνο δεν θα «go back», όπως κάποτε κραύγαζε στα προεκλογικά μπαλκόνια ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά θα μείνουν εδώ για πάντα.
Πόσο «αντιφασιστική» ήταν η δράση του ΣΥΡΙΖΑ;
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να διεκδικεί πλήθος από αντιφασιστικές δάφνες, όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρξε πάντα ο πιο συνεπής πολέμιος της Χρυσής Αυγής. Σε αρκετές κρίσιμες στιγμές επέδειξε ταλαντεύσεις που πρέπει να υπογραμμιστούν. Στο εσωτερικό του είχαν υπάρξει φωνές που θεωρούσαν-ότι η Χ.Α. δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί συλλήβδην «εγκληματική οργάνωση» ούτε να «διωχθεί για τις ιδέες της». Οταν τον Δεκέμβριο του 2013 τέθηκε θέμα αναστολής της κρατικής χρηματοδότησης της Χρυσής Αυγής, ο Μανώλης Γλέζος είχε καταψηφίσει την αναστολή, ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου απουσίαζε από την ψήφοφορία, την ώρα που, για την ιστορία, ας σημειώσουμε ότι και πολλοί βουλευτές των ΑΝ.ΕΛ. είχαν καταψηφίσει, ενώ ο Πάνος Κομμένος επίσης απουσίαζε από την ψηφοφορία. Τον Μάρτιο του 2014, εν αναμονή της συζήτησης στη Βουλή ,για την άρση της ασυλίας των βουλευτών της Χρυσής Αυγής, σε συνεδρίαση της Π.Γ. τέθηκαν ερωτήματα προς διερεύνηση σε σχέση με το κατά πόσον θα μπορεί να παραμένει σε εκκρεμότητα το θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων των προφυλακισθέντων της Χ.Α., εφόσον αυτοί διά της απουσίας τους στην ουσία αλλοιώνουν τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, ενώ ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, είχε δηλώσει ότι «η Χρυσή Αυγή πρέπει να τεθεί ενώπιον του νόμου κα| όχι εκτός νόμου».
Την ίδια περίοδο, η τότε βουλευτής Ζωή Κωνσταντοπούλου, μιλώντας σε εκπομπή του Γ. Τράγκα, είχε πει ότι «δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο συναγωγής ή εξαγωγής συμπερασμάτων συλλογικής και αντικειμενικής ευθύνης μόνο η ιδιότητα του βουλευτή», δικαιολογώντας έτσι τις επιφυλάξεις της για τη συλλήβδην άρση της ασυλίας όλων των» βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Η ίδια ως πρόεδρος της Βουλής προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων όταν έθεσε θέμα νομιμότητας των νόμων που είχαν ψηφιστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση με ονομαστική ψηφοφορία και λιγότερες από 151 θετικές ψήφους εξαιτίας της απουσίας των τότε προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Καταγγέλθηκε μάλιστα με σκληρούς χαρακτηρισμούς από το ΚΚΕ όταν μετά από επίθεση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Γιάννη Λαγού η τότε πρόεδρος της Βουλής και νυν επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας αρνήθηκε η Διάσκεψη των Προέδρων να συζητήσει και να καταδικάσει το συγκεκριμένο περιστατικό, παραπέμποντας το θέμα στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου