Τέσσερα κείμενα παρέμβασης, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
1. Η Ελλάδα που φεύγει
Του Αλέξη Παπαχελά
Σε αυτόν τον τόπο υπήρχαν πάντοτε δύο Ελλάδες. Η μία που ταίριαζε σε εκείνη την περίφημη ρήση του Κώστα Σημίτη (αυτή είναι η Ελλάδα...) και η άλλη που πίστευε ότι αυτός ο τόπος μπορεί να απογειωθεί. Η μία που ήθελε τη βολή της· η άλλη που ήθελε να παίζει «στα ίσα» σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Διαπιστώνουμε τούτη την περίοδο, με μεγάλη αγωνία, ότι η μία Ελλάδα φεύγει. Ο,τι καλύτερο διαθέτει αυτός ο τόπος εγκαταλείπει τη χώρα και αναζητεί ευκαιρίες σε όλο τον πλανήτη. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς τους αριθμούς, αν και υπάρχουν σοβαρές σχετικές μελέτες που έχει δημοσιεύσει και η «Κ». Κάθε μέρα, όμως, ακούμε πραγματικές ιστορίες. Φορολογικά γραφεία «μετακομίζουν» σωρηδόν Ελληνες πολίτες στη ΔΟΥ Ελλήνων εξωτερικού. Μαζί τους παίρνουν φόρους, εισφορές και οικονομική δραστηριότητα. Επισκέπτες σε νοσοκομεία στη Γερμανία, ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο, επιχειρήσεις στο Χονγκ Κονγκ συναντούν Ελληνες που ακολουθούν μια πανάρχαια παράδοση της φυλής.
Υπάρχει, όμως, ένας κίνδυνος, μια μεγάλη απειλή. Η Ελλάδα που μένει είναι κουρασμένη, απελπισμένη και έχει λίγο-πολύ σταματήσει να πιστεύει στις δυνάμεις της. Είναι πολύ δύσκολο να εμπνεύσεις τους ανθρώπους που δεν έχουν να φάνε και δεν ανοίγουν το καλοριφέρ εδώ και χρόνια ότι πρέπει να πάρουν οι ίδιοι και η χώρα ρίσκα για να πάμε μπροστά. Ακούν μεταρρυθμίσεις και βουρκώνουν, γιατί νιώθουν ότι κάποιος θα τους κόψει και άλλο τη σύνταξη.
Ενα άλλο κομμάτι έχει κάνει ιδεολογία τη βολή, την αποδοχή της μετριότητας και του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή. Το βλέπουμε πολύ έντονα στην παιδεία. Εχουν φτιαχθεί δήθεν ιδεολογικά οχυρά, πίσω από τα οποία κρύβονται οι μέτριοι, οι συνδικαλισμένοι κι εκείνοι που έχουν ως στόχο να καταστρέψουν ό,τι ξεχωρίζει.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, πολλές χιλιάδες Ελληνες δουλεύουν σαν σκυλιά, ας μου επιτραπεί η έκφραση, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Γιατροί, ευσυνείδητοι εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί και άλλοι, που κρατούν όρθια τη χώρα. Οι άνθρωποι του ιδιωτικού τομέα, που δεν το βάζουν κάτω παρά τον πόλεμο που υφίστανται.
Και αυτοί, όμως, βρίσκονται στα όρια της απόγνωσης.
Ποιος είναι ο κίνδυνος; Η Ελλάδα που έχει φύγει να σταματήσει να μπολιάζει με δυναμισμό και όραμα την Ελλάδα που μένει. Να γίνει η απλή επιβίωση, και εν μέρει η βολή, στόχος για όσους έμειναν, λόγω κούρασης και απελπισίας. Ο λογαριασμός, πάντως, δεν βγαίνει.
Χωρίς νέο πλούτο και ένα νέο εθνικό παράδειγμα που θα λατρέψει την επιχειρηματικότητα και το ρίσκο δεν θα πάμε μακριά, θα αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας.
Είναι ώρα να σκεφτούμε ανατρεπτικά, για να αποφύγουμε το μοιραίο. Λύσεις δεν θα μας βρουν οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, ούτε κανείς άλλος. Το στοίχημα είναι καθαρά δικό μας. Μπορούμε και αξίζουμε κάτι πολύ καλύτερο, που θα απαιτήσει προσπάθεια και άμιλλα;
Ή θα γίνουμε η μεγάλη Εντατική της Ευρώπης και θα είμαστε ικανοποιημένοι απλώς που ζούμε;
2. Η άμυνα της Ε.Ε.
Του Κώστα Ιορδανίδη
Οταν την πρώτη Τρίτη του Νοεμβρίου 2001 καθυστερούσε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Πολιτείας Φλόριντα και άρχισε να δημιουργείται ένταση ασυνήθιστη, ένας σχολιαστής του CNN, μέσης, όπως θα λέγαμε, ηλικίας, ξέσπασε κυριολεκτικώς: «Προς Θεού, οι εκλογές πολιτικοποιούνται». Ωσάν η ανάδειξη του νέου Αμερικανού προέδρου –στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για τον Τζορτζ Μπους Β΄– να μην ήταν το ύψιστο πολιτικό γεγονός, αλλά κάτι σαν ψυχαγωγικό πρόγραμμα τηλεοράσεως.
Στις τελευταίες εκλογές η ανάδειξη του κ. Ντόναλντ Τραμπ στο προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ εκλαμβάνεται σαφώς ως καθεστωτική αλλαγή, άκρως ανεπιθύμητη και απολύτως κινδυνώδης για ένα τμήμα του κατεστημένου, που αισθάνεται απειλούμενο, ωσάν να επρόκειτο να εγκλεισθεί διά βίου σε κάποιο εφιαλτικό γκουλάγκ στην έρημο της Νεβάδας. Ισως αυτό να αποτελεί μιαν ένδειξη πόσο αβαθής είναι η παγκόσμια «ελίτ» που δημιουργήθηκε σε Αμερική και Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες και τελικώς απέτυχε οικτρά και εξουδενούται.
Πρώτη φορά από τον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η αμερικανική παρουσία εδραιώθηκε με τρόπο αναμφισβήτητο στη Δύση, το διάστημα που μεσολαβεί από την εκλογή νέου προέδρου στις αρχές Νοεμβρίου έως την 20ή Ιανουαρίου, οπότε αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και εγκαθίσταται στον Λευκό Οίκο, χαρακτηρίζεται από τόση αβεβαιότητα. Στην Ευρώπη, η προεκλογική δήλωση του κ. Τραμπ ότι η αμερικανική πυρηνική προστασία θα ισχύσει μόνον για εκείνες τις χώρες του ΝΑΤΟ, πέντε τον αριθμό, που είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις έναντι της Συμμαχίας, έχει δημιουργήσει τεράστια αμηχανία.
Πέραν τούτου, όμως, οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν αρχίσει τελευταίως να διακρίνουν μία τάση σταδιακής απεμπλοκής των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Ετσι αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν. Την περασμένη Πέμπτη, λοιπόν, ο πρόεδρος της Επιτροπής κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ ανακοίνωσε ότι οι ηγέτες της Ε.Ε. εξετάζουν τρόπους ενισχύσεως της συνεργασίας στους τομείς ασφαλείας και αμύνης για να αντιμετωπίσουν κρίσεις στην περιφέρεια της Ευρώπης και προκλήσεις όπως το μεταναστευτικό. Η ιδέα της κοινής ευρωπαϊκής αμύνης διακινείται επί ματαίω εδώ και μερικές δεκαετίες και, ως εκ τούτου, η πρόσφατη εξαγγελία του κ. Γιούνκερ πρέπει να αντιμετωπιστεί μάλλον με περίσκεψη. Εκτός αυτού, από τις ευρωπαϊκές χώρες, μόνον η Βρετανία και η Γαλλία σε μικρότερο συγκριτικώς βαθμό, διαθέτουν δυνατότητα επιχειρήσεων εκτός συνόρων. Αλλά με την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. διερωτάται κανείς τι όντως σημαίνει η «ευρωπαϊκή άμυνα».
Επιπλέον, δίχως την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας ή του Ισραήλ, των αραβικών κρατών του Κόλπου, ή της Σαουδικής Αραβίας –που δεν είναι μέλη της Ε.Ε.– οποιαδήποτε παρέμβαση σε κρίσεις στη Μέση Ανατολή θα εξαντλείται σε κάποιες αβλαβείς περιπολίες για την περισυλλογή προσφύγων και άλλα τέτοια επουσιώδη.
Απλώς σε αυτή τη φάση της αρχομένης αποσυνθέσεως κάτι ήθελαν να πουν, κάπως να δείξουν ότι η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης υφίσταται και προχωρεί προς ολοκλήρωση και οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανέσυραν εκ νέου το θέμα της κοινής αμύνης. Ομως η ηγέτιδα δύναμη της Δύσεως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και οι Ευρωπαίοι θα εναρμονίσουν την πολιτική τους υπό τον κ. Τραμπ, διότι όλα τα άλλα συνεπάγονται κόστος βαρύτατο. Οσο για τη Γερμανία, αυτή μπορεί να επιδεικνύει την ισχύ της στον κ. Αλέξη Τσίπρα διά του δρος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε· μόνον που η αυθεντία του άρχισε να αμφισβητείται ήδη.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/12/16
3. Aλλο ένα «κόλπο» αντιπερισπασμού
Του Άγγελου Στάγκου
Επί της ουσίας, το τελευταίο «κόλπο» του Αλ. Τσίπρα είναι μία πολιτική και οικονομική απάτη. Πολιτική απάτη, γιατί δικαιολόγησε το βοήθημα που έδωσε με τον ισχυρισμό ότι πήρε μία τάξη πολιτών που χτυπήθηκε πιο άγρια από την κρίση. Αν και οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν έγιναν... πιο χαμηλοσυνταξιούχοι στη διάρκεια της κρίσης. Ηταν χαμηλοσυνταξιούχοι και πριν, όταν το ασφαλιστικό σύστημα ήταν γενναιόδωρο, επειδή οι περισσότεροι είχαν λίγα ή καθόλου ασφαλιστικά χρόνια και δεν πλήρωναν εισφορές (π.χ. ΟΓΑ). Οικονομική απάτη, γιατί το βοήθημα είναι περίπου ίσο με το ποσό που το κράτος θα «εξοικονομήσει» από την κατάργηση του ΕΚΑΣ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάσταση των χαμηλοσυνταξιούχων είναι ζηλευτή. Κάθε άλλο. Εκείνοι όμως που έχουν υποστεί άγριες περικοπές στη διάρκεια της κρίσης είναι οι μεσαιοσυνταξιούχοι και υψηλοσυνταξιούχοι. Αυτοί υποβαθμίστηκαν οικονομικά, ακόμη και ταξικά σε πάρα πολλές περιπτώσεις, από τις συνέπειες της κρίσης και συνεχίζουν να το «παθαίνουν» ως μεσαία τάξη στη θεωρία. Αλλωστε, ο Αλ. Τσίπρας δεν έκρυψε ότι το συγκεκριμένο βοήθημα εντάσσεται στην πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος, που υποτίθεται ότι έχει υιοθετήσει και εφαρμόζει η κυβέρνησή του. Αναδιανομή από αναδιανομή διαφέρει και ο πρωθυπουργός επέλεξε, όπως συνηθίζει, τη λαϊκίστικη και ψηφοθηρική μορφή της. Με την έννοια ότι τα λεφτά του βοηθήματος θα μπορούσαν να διατεθούν πιο παραγωγικά για την ανακούφιση ανέργων και την καταπολέμηση της ανεργίας ή για την ενίσχυση νέων εργαζομένων!
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού είχαν βασικό στόχο να «στριμώξουν» την αντιπολίτευση και ιδιαίτερα τη Ν.Δ., δημιουργώντας παράλληλα εντυπώσεις περί σθεναρής και αγέρωχης στάσης απέναντι στους Ευρωπαίους δανειστές, στον Σόιμπλε, στο ΔΝΤ. Ως αντιπερισπασμός, για να ανακουφιστεί η κυβέρνηση από την πίεση και να σταματήσει η φθορά της. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι εξαγγελίες έγιναν εν μέσω διαπραγματεύσεων με την τρόικα για τη δεύτερη αξιολόγηση, με την κυβέρνηση να διαλαλεί ότι δεν πρόκειται να δεχθεί άλλα μέτρα. Η «βιαστική» διανομή μέρους του πλεονάσματος, πριν αυτό διαπιστωθεί οριστικά (μετά τον Φεβρουάριο), χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους δανειστές, ίσως καθ’ υπέρβαση των όρων του μνημονίου (το 40% του πλεονάσματος μπορεί να διαθέσει η κυβέρνηση όπως θέλει), είχε επίσης στόχο να προσφέρει τροφή στα «ηρωικά» αντανακλαστικά του μέσου πολίτη, κατά το «του Ελληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει». Και να προκαλέσει με την ευκαιρία και μία ένταση με τους δανειστές, για πάσα χρήση.
Η αλήθεια είναι ότι ο Αλ. Τσίπρας πέτυχε επικοινωνιακά σε μεγάλο βαθμό τους στόχους του. Κατάφερε να δημιουργήσει αμηχανία στην πλευρά της αντιπολίτευσης και ένταση στην πλευρά των Ευρωπαίων. Ηταν αμέσως φανερό ότι επρόκειτο για ένα νέο «τερτίπι» προκειμένου να βάλει σε δύσκολη θέση την αντιπολίτευση. Ποιο κόμμα θα μπορούσε να πει «όχι» σε ένα βοήθημα προς «αναξιοπαθούντες» συνταξιούχους, όταν γενικά οι συνταξιούχοι σήμερα αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα με δικαίωμα ψήφου στην Ελλάδα και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική των κυβερνήσεων στο αδιέξοδο του Ασφαλιστικού; Στην πίεση μάλιστα που άσκησε ο πρωθυπουργός προσέθεσε την «ονομαστική ψηφοφορία», με αποτέλεσμα η Ν.Δ. να παλινδρομήσει δημόσια –όχι καλό δείγμα πολιτικής επάρκειας–, πριν κατασταλάξει, να υπάρξουν κάποιες μουρμούρες στο εσωτερικό της και τελικά να καταλήξει στο «παρών», ενώ άλλα κόμματα επέλεξαν ίδια στάση ή αποχή και το ΠΑΣΟΚ το «ναι».
Το ΠΑΣΟΚ είπε «ναι» στη σχετική διάταξη, γιατί προσπαθεί να αντλήσει ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αντίθετη γνώμη του Ευ. Βενιζέλου. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ευθυγραμμίστηκε με την ευρωπαϊκή σοσιαλιστική ομάδα, καθώς Ολάντ, Σαπέν, Μοσκοβισί, Πιτέλα, ακόμη και ο Σουλτς βρήκαν ευκαιρία να διαχωρίσουν τη θέση τους από την τιμωρητική τάση που άρχισε να διαμορφώνεται στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και σε κοινοτικά όργανα με επικεφαλής Γερμανούς Χριστιανοδημοκράτες ή στελέχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Είναι σαφές ότι θέλησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους –και ενόψει εκλογών στις χώρες τους– απέναντι στην ηγεμονία του Σόιμπλε, υποστηρίζοντας ότι δικαιωματικά ο Ελληνας πρωθυπουργός διέθεσε τα εκατομμύρια από το πλεόνασμα όπου ήθελε.
Ο Αλ. Τσίπρας, βεβαίως, αφού έκανε το «κόλπο» του, έσπευσε να δηλώσει ότι το βοήθημα δόθηκε «εφάπαξ» και δεν θα έχει συνέχεια. Αισθάνθηκε ίσως ότι η πρόκληση έχει όρια, ή φοβάται ότι θα υπάρξουν αντίποινα...
4. Το μέγα τίμημα της αναξιοπιστίας
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/12/16 |
Του Αλέξη Παπαχελά
Σε αυτόν τον τόπο υπήρχαν πάντοτε δύο Ελλάδες. Η μία που ταίριαζε σε εκείνη την περίφημη ρήση του Κώστα Σημίτη (αυτή είναι η Ελλάδα...) και η άλλη που πίστευε ότι αυτός ο τόπος μπορεί να απογειωθεί. Η μία που ήθελε τη βολή της· η άλλη που ήθελε να παίζει «στα ίσα» σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Διαπιστώνουμε τούτη την περίοδο, με μεγάλη αγωνία, ότι η μία Ελλάδα φεύγει. Ο,τι καλύτερο διαθέτει αυτός ο τόπος εγκαταλείπει τη χώρα και αναζητεί ευκαιρίες σε όλο τον πλανήτη. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς τους αριθμούς, αν και υπάρχουν σοβαρές σχετικές μελέτες που έχει δημοσιεύσει και η «Κ». Κάθε μέρα, όμως, ακούμε πραγματικές ιστορίες. Φορολογικά γραφεία «μετακομίζουν» σωρηδόν Ελληνες πολίτες στη ΔΟΥ Ελλήνων εξωτερικού. Μαζί τους παίρνουν φόρους, εισφορές και οικονομική δραστηριότητα. Επισκέπτες σε νοσοκομεία στη Γερμανία, ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο, επιχειρήσεις στο Χονγκ Κονγκ συναντούν Ελληνες που ακολουθούν μια πανάρχαια παράδοση της φυλής.
Υπάρχει, όμως, ένας κίνδυνος, μια μεγάλη απειλή. Η Ελλάδα που μένει είναι κουρασμένη, απελπισμένη και έχει λίγο-πολύ σταματήσει να πιστεύει στις δυνάμεις της. Είναι πολύ δύσκολο να εμπνεύσεις τους ανθρώπους που δεν έχουν να φάνε και δεν ανοίγουν το καλοριφέρ εδώ και χρόνια ότι πρέπει να πάρουν οι ίδιοι και η χώρα ρίσκα για να πάμε μπροστά. Ακούν μεταρρυθμίσεις και βουρκώνουν, γιατί νιώθουν ότι κάποιος θα τους κόψει και άλλο τη σύνταξη.
Ενα άλλο κομμάτι έχει κάνει ιδεολογία τη βολή, την αποδοχή της μετριότητας και του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή. Το βλέπουμε πολύ έντονα στην παιδεία. Εχουν φτιαχθεί δήθεν ιδεολογικά οχυρά, πίσω από τα οποία κρύβονται οι μέτριοι, οι συνδικαλισμένοι κι εκείνοι που έχουν ως στόχο να καταστρέψουν ό,τι ξεχωρίζει.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, πολλές χιλιάδες Ελληνες δουλεύουν σαν σκυλιά, ας μου επιτραπεί η έκφραση, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Γιατροί, ευσυνείδητοι εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί και άλλοι, που κρατούν όρθια τη χώρα. Οι άνθρωποι του ιδιωτικού τομέα, που δεν το βάζουν κάτω παρά τον πόλεμο που υφίστανται.
Και αυτοί, όμως, βρίσκονται στα όρια της απόγνωσης.
Ποιος είναι ο κίνδυνος; Η Ελλάδα που έχει φύγει να σταματήσει να μπολιάζει με δυναμισμό και όραμα την Ελλάδα που μένει. Να γίνει η απλή επιβίωση, και εν μέρει η βολή, στόχος για όσους έμειναν, λόγω κούρασης και απελπισίας. Ο λογαριασμός, πάντως, δεν βγαίνει.
Χωρίς νέο πλούτο και ένα νέο εθνικό παράδειγμα που θα λατρέψει την επιχειρηματικότητα και το ρίσκο δεν θα πάμε μακριά, θα αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας.
Είναι ώρα να σκεφτούμε ανατρεπτικά, για να αποφύγουμε το μοιραίο. Λύσεις δεν θα μας βρουν οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, ούτε κανείς άλλος. Το στοίχημα είναι καθαρά δικό μας. Μπορούμε και αξίζουμε κάτι πολύ καλύτερο, που θα απαιτήσει προσπάθεια και άμιλλα;
Ή θα γίνουμε η μεγάλη Εντατική της Ευρώπης και θα είμαστε ικανοποιημένοι απλώς που ζούμε;
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/12/16 |
2. Η άμυνα της Ε.Ε.
Του Κώστα Ιορδανίδη
Οταν την πρώτη Τρίτη του Νοεμβρίου 2001 καθυστερούσε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Πολιτείας Φλόριντα και άρχισε να δημιουργείται ένταση ασυνήθιστη, ένας σχολιαστής του CNN, μέσης, όπως θα λέγαμε, ηλικίας, ξέσπασε κυριολεκτικώς: «Προς Θεού, οι εκλογές πολιτικοποιούνται». Ωσάν η ανάδειξη του νέου Αμερικανού προέδρου –στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για τον Τζορτζ Μπους Β΄– να μην ήταν το ύψιστο πολιτικό γεγονός, αλλά κάτι σαν ψυχαγωγικό πρόγραμμα τηλεοράσεως.
Στις τελευταίες εκλογές η ανάδειξη του κ. Ντόναλντ Τραμπ στο προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ εκλαμβάνεται σαφώς ως καθεστωτική αλλαγή, άκρως ανεπιθύμητη και απολύτως κινδυνώδης για ένα τμήμα του κατεστημένου, που αισθάνεται απειλούμενο, ωσάν να επρόκειτο να εγκλεισθεί διά βίου σε κάποιο εφιαλτικό γκουλάγκ στην έρημο της Νεβάδας. Ισως αυτό να αποτελεί μιαν ένδειξη πόσο αβαθής είναι η παγκόσμια «ελίτ» που δημιουργήθηκε σε Αμερική και Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες και τελικώς απέτυχε οικτρά και εξουδενούται.
Πρώτη φορά από τον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε η αμερικανική παρουσία εδραιώθηκε με τρόπο αναμφισβήτητο στη Δύση, το διάστημα που μεσολαβεί από την εκλογή νέου προέδρου στις αρχές Νοεμβρίου έως την 20ή Ιανουαρίου, οπότε αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και εγκαθίσταται στον Λευκό Οίκο, χαρακτηρίζεται από τόση αβεβαιότητα. Στην Ευρώπη, η προεκλογική δήλωση του κ. Τραμπ ότι η αμερικανική πυρηνική προστασία θα ισχύσει μόνον για εκείνες τις χώρες του ΝΑΤΟ, πέντε τον αριθμό, που είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις έναντι της Συμμαχίας, έχει δημιουργήσει τεράστια αμηχανία.
Πέραν τούτου, όμως, οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν αρχίσει τελευταίως να διακρίνουν μία τάση σταδιακής απεμπλοκής των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Ετσι αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν. Την περασμένη Πέμπτη, λοιπόν, ο πρόεδρος της Επιτροπής κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ ανακοίνωσε ότι οι ηγέτες της Ε.Ε. εξετάζουν τρόπους ενισχύσεως της συνεργασίας στους τομείς ασφαλείας και αμύνης για να αντιμετωπίσουν κρίσεις στην περιφέρεια της Ευρώπης και προκλήσεις όπως το μεταναστευτικό. Η ιδέα της κοινής ευρωπαϊκής αμύνης διακινείται επί ματαίω εδώ και μερικές δεκαετίες και, ως εκ τούτου, η πρόσφατη εξαγγελία του κ. Γιούνκερ πρέπει να αντιμετωπιστεί μάλλον με περίσκεψη. Εκτός αυτού, από τις ευρωπαϊκές χώρες, μόνον η Βρετανία και η Γαλλία σε μικρότερο συγκριτικώς βαθμό, διαθέτουν δυνατότητα επιχειρήσεων εκτός συνόρων. Αλλά με την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. διερωτάται κανείς τι όντως σημαίνει η «ευρωπαϊκή άμυνα».
Επιπλέον, δίχως την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας ή του Ισραήλ, των αραβικών κρατών του Κόλπου, ή της Σαουδικής Αραβίας –που δεν είναι μέλη της Ε.Ε.– οποιαδήποτε παρέμβαση σε κρίσεις στη Μέση Ανατολή θα εξαντλείται σε κάποιες αβλαβείς περιπολίες για την περισυλλογή προσφύγων και άλλα τέτοια επουσιώδη.
Απλώς σε αυτή τη φάση της αρχομένης αποσυνθέσεως κάτι ήθελαν να πουν, κάπως να δείξουν ότι η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης υφίσταται και προχωρεί προς ολοκλήρωση και οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανέσυραν εκ νέου το θέμα της κοινής αμύνης. Ομως η ηγέτιδα δύναμη της Δύσεως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και οι Ευρωπαίοι θα εναρμονίσουν την πολιτική τους υπό τον κ. Τραμπ, διότι όλα τα άλλα συνεπάγονται κόστος βαρύτατο. Οσο για τη Γερμανία, αυτή μπορεί να επιδεικνύει την ισχύ της στον κ. Αλέξη Τσίπρα διά του δρος Βόλφγκανγκ Σόιμπλε· μόνον που η αυθεντία του άρχισε να αμφισβητείται ήδη.

"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/12/16
3. Aλλο ένα «κόλπο» αντιπερισπασμού
Του Άγγελου Στάγκου
Επί της ουσίας, το τελευταίο «κόλπο» του Αλ. Τσίπρα είναι μία πολιτική και οικονομική απάτη. Πολιτική απάτη, γιατί δικαιολόγησε το βοήθημα που έδωσε με τον ισχυρισμό ότι πήρε μία τάξη πολιτών που χτυπήθηκε πιο άγρια από την κρίση. Αν και οι χαμηλοσυνταξιούχοι δεν έγιναν... πιο χαμηλοσυνταξιούχοι στη διάρκεια της κρίσης. Ηταν χαμηλοσυνταξιούχοι και πριν, όταν το ασφαλιστικό σύστημα ήταν γενναιόδωρο, επειδή οι περισσότεροι είχαν λίγα ή καθόλου ασφαλιστικά χρόνια και δεν πλήρωναν εισφορές (π.χ. ΟΓΑ). Οικονομική απάτη, γιατί το βοήθημα είναι περίπου ίσο με το ποσό που το κράτος θα «εξοικονομήσει» από την κατάργηση του ΕΚΑΣ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάσταση των χαμηλοσυνταξιούχων είναι ζηλευτή. Κάθε άλλο. Εκείνοι όμως που έχουν υποστεί άγριες περικοπές στη διάρκεια της κρίσης είναι οι μεσαιοσυνταξιούχοι και υψηλοσυνταξιούχοι. Αυτοί υποβαθμίστηκαν οικονομικά, ακόμη και ταξικά σε πάρα πολλές περιπτώσεις, από τις συνέπειες της κρίσης και συνεχίζουν να το «παθαίνουν» ως μεσαία τάξη στη θεωρία. Αλλωστε, ο Αλ. Τσίπρας δεν έκρυψε ότι το συγκεκριμένο βοήθημα εντάσσεται στην πολιτική αναδιανομής του εισοδήματος, που υποτίθεται ότι έχει υιοθετήσει και εφαρμόζει η κυβέρνησή του. Αναδιανομή από αναδιανομή διαφέρει και ο πρωθυπουργός επέλεξε, όπως συνηθίζει, τη λαϊκίστικη και ψηφοθηρική μορφή της. Με την έννοια ότι τα λεφτά του βοηθήματος θα μπορούσαν να διατεθούν πιο παραγωγικά για την ανακούφιση ανέργων και την καταπολέμηση της ανεργίας ή για την ενίσχυση νέων εργαζομένων!
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού είχαν βασικό στόχο να «στριμώξουν» την αντιπολίτευση και ιδιαίτερα τη Ν.Δ., δημιουργώντας παράλληλα εντυπώσεις περί σθεναρής και αγέρωχης στάσης απέναντι στους Ευρωπαίους δανειστές, στον Σόιμπλε, στο ΔΝΤ. Ως αντιπερισπασμός, για να ανακουφιστεί η κυβέρνηση από την πίεση και να σταματήσει η φθορά της. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι εξαγγελίες έγιναν εν μέσω διαπραγματεύσεων με την τρόικα για τη δεύτερη αξιολόγηση, με την κυβέρνηση να διαλαλεί ότι δεν πρόκειται να δεχθεί άλλα μέτρα. Η «βιαστική» διανομή μέρους του πλεονάσματος, πριν αυτό διαπιστωθεί οριστικά (μετά τον Φεβρουάριο), χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους δανειστές, ίσως καθ’ υπέρβαση των όρων του μνημονίου (το 40% του πλεονάσματος μπορεί να διαθέσει η κυβέρνηση όπως θέλει), είχε επίσης στόχο να προσφέρει τροφή στα «ηρωικά» αντανακλαστικά του μέσου πολίτη, κατά το «του Ελληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει». Και να προκαλέσει με την ευκαιρία και μία ένταση με τους δανειστές, για πάσα χρήση.
Η αλήθεια είναι ότι ο Αλ. Τσίπρας πέτυχε επικοινωνιακά σε μεγάλο βαθμό τους στόχους του. Κατάφερε να δημιουργήσει αμηχανία στην πλευρά της αντιπολίτευσης και ένταση στην πλευρά των Ευρωπαίων. Ηταν αμέσως φανερό ότι επρόκειτο για ένα νέο «τερτίπι» προκειμένου να βάλει σε δύσκολη θέση την αντιπολίτευση. Ποιο κόμμα θα μπορούσε να πει «όχι» σε ένα βοήθημα προς «αναξιοπαθούντες» συνταξιούχους, όταν γενικά οι συνταξιούχοι σήμερα αποτελούν τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα με δικαίωμα ψήφου στην Ελλάδα και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική των κυβερνήσεων στο αδιέξοδο του Ασφαλιστικού; Στην πίεση μάλιστα που άσκησε ο πρωθυπουργός προσέθεσε την «ονομαστική ψηφοφορία», με αποτέλεσμα η Ν.Δ. να παλινδρομήσει δημόσια –όχι καλό δείγμα πολιτικής επάρκειας–, πριν κατασταλάξει, να υπάρξουν κάποιες μουρμούρες στο εσωτερικό της και τελικά να καταλήξει στο «παρών», ενώ άλλα κόμματα επέλεξαν ίδια στάση ή αποχή και το ΠΑΣΟΚ το «ναι».
Το ΠΑΣΟΚ είπε «ναι» στη σχετική διάταξη, γιατί προσπαθεί να αντλήσει ψήφους από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αντίθετη γνώμη του Ευ. Βενιζέλου. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ευθυγραμμίστηκε με την ευρωπαϊκή σοσιαλιστική ομάδα, καθώς Ολάντ, Σαπέν, Μοσκοβισί, Πιτέλα, ακόμη και ο Σουλτς βρήκαν ευκαιρία να διαχωρίσουν τη θέση τους από την τιμωρητική τάση που άρχισε να διαμορφώνεται στο γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και σε κοινοτικά όργανα με επικεφαλής Γερμανούς Χριστιανοδημοκράτες ή στελέχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Είναι σαφές ότι θέλησαν να ορθώσουν το ανάστημά τους –και ενόψει εκλογών στις χώρες τους– απέναντι στην ηγεμονία του Σόιμπλε, υποστηρίζοντας ότι δικαιωματικά ο Ελληνας πρωθυπουργός διέθεσε τα εκατομμύρια από το πλεόνασμα όπου ήθελε.
Ο Αλ. Τσίπρας, βεβαίως, αφού έκανε το «κόλπο» του, έσπευσε να δηλώσει ότι το βοήθημα δόθηκε «εφάπαξ» και δεν θα έχει συνέχεια. Αισθάνθηκε ίσως ότι η πρόκληση έχει όρια, ή φοβάται ότι θα υπάρξουν αντίποινα...
4. Το μέγα τίμημα της αναξιοπιστίας
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/12/16 |
Του Στάμου Ζούλα
Ας παρακάμψουμε τον (ας μου επιτραπεί η έκφραση) σκυλοκαβγά, που ξέσπασε γύρω από το θέμα των χριστουγεννιάτικων παροχών, που εξήγγειλε ο κ. Τσίπρας. Και ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την αλήθεια και την ουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μεγαλύτερη ζημιά για τη χώρα, που προκάλεσε η διετής διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είναι η κορύφωση της δυσπιστίας των εταίρων, ως προς την ειλικρίνεια, τη σταθερότητα και και τη συνέπεια των ελληνικών κινήσεων στη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση. (Παλινωδίες, αθετήσεις συμφωνηθέντων, απόπειρες εκβιασμού, μέσω πολιτικών αιφνιδιασμών, κ.λπ.) Ολα αυτά είχαν βαρύτατο τίμημα. Οι απαιτήσεις των εταίρων, στη διαπραγμάτευση, διογκώθηκαν και έγιναν πιο επιτακτικές. Μάλλον δεν πρόκειται για τιμωρία, αλλά για προσπάθεια να διασφαλιστεί η εφαρμογή των συμφωνηθέντων, ύστερα από τα πολιτικά πέναλτι της ελληνικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα και με ευθύνη των κυβερνώντων, οξύνθηκε επικίνδυνα η πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό, σε μια περίοδο, που η χώρα χρειαζόταν σταθερότητα και την ευρύτερη –το δυνατόν– συναίνεση. Διότι, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί, αφού η κυβέρνηση έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει το χαρτί των πρόωρων εκλογών τη στιγμή που και η αντιπολίτευση τη σιγοντάρει; Ελάτε στη θέση των εταίρων, που καλούνται να διαπραγματευθούν σοβαρά και να καταλήξουν σε μια συμφωνία, με τέτοιους «αντίδικους».
«Είστε με την ελληνική κυβέρνηση ή με τον Σόιμπλε;», ρώτησε την αξιωματική αντιπολίτευση, στη Βουλή, ο κ. Πολάκης, με αφορμή την ψήφιση των χριστουγεννιάτικων παροχών. Αυτό είναι το «εθνικό δίλημμα», που θέτει η κυβέρνηση, όπως σωστά το... εκλαΐκευσε ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας. Κατά πάγια ψευδαίσθηση, η σημερινή κυβέρνηση πιστεύει πως μπορεί να λέει και να πράττει στο εσωτερικό ό,τι θέλει, χωρίς να το μαθαίνουν οι εταίροι μας, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πείθονται στα όσα ακούν από τους Συριζανέλ στις Βρυξέλλες ή στις κλειστές διαπραγματεύσεις του Χίλτον.
Ας παρακάμψουμε τον (ας μου επιτραπεί η έκφραση) σκυλοκαβγά, που ξέσπασε γύρω από το θέμα των χριστουγεννιάτικων παροχών, που εξήγγειλε ο κ. Τσίπρας. Και ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την αλήθεια και την ουσία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μεγαλύτερη ζημιά για τη χώρα, που προκάλεσε η διετής διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, είναι η κορύφωση της δυσπιστίας των εταίρων, ως προς την ειλικρίνεια, τη σταθερότητα και και τη συνέπεια των ελληνικών κινήσεων στη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση. (Παλινωδίες, αθετήσεις συμφωνηθέντων, απόπειρες εκβιασμού, μέσω πολιτικών αιφνιδιασμών, κ.λπ.) Ολα αυτά είχαν βαρύτατο τίμημα. Οι απαιτήσεις των εταίρων, στη διαπραγμάτευση, διογκώθηκαν και έγιναν πιο επιτακτικές. Μάλλον δεν πρόκειται για τιμωρία, αλλά για προσπάθεια να διασφαλιστεί η εφαρμογή των συμφωνηθέντων, ύστερα από τα πολιτικά πέναλτι της ελληνικής κυβέρνησης. Ταυτόχρονα και με ευθύνη των κυβερνώντων, οξύνθηκε επικίνδυνα η πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό, σε μια περίοδο, που η χώρα χρειαζόταν σταθερότητα και την ευρύτερη –το δυνατόν– συναίνεση. Διότι, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί, αφού η κυβέρνηση έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει το χαρτί των πρόωρων εκλογών τη στιγμή που και η αντιπολίτευση τη σιγοντάρει; Ελάτε στη θέση των εταίρων, που καλούνται να διαπραγματευθούν σοβαρά και να καταλήξουν σε μια συμφωνία, με τέτοιους «αντίδικους».
«Είστε με την ελληνική κυβέρνηση ή με τον Σόιμπλε;», ρώτησε την αξιωματική αντιπολίτευση, στη Βουλή, ο κ. Πολάκης, με αφορμή την ψήφιση των χριστουγεννιάτικων παροχών. Αυτό είναι το «εθνικό δίλημμα», που θέτει η κυβέρνηση, όπως σωστά το... εκλαΐκευσε ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας. Κατά πάγια ψευδαίσθηση, η σημερινή κυβέρνηση πιστεύει πως μπορεί να λέει και να πράττει στο εσωτερικό ό,τι θέλει, χωρίς να το μαθαίνουν οι εταίροι μας, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πείθονται στα όσα ακούν από τους Συριζανέλ στις Βρυξέλλες ή στις κλειστές διαπραγματεύσεις του Χίλτον.
Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εχοντας καεί από αυτή τη διγλωσσία οι πιστωτές, φυσικό είναι να δίνουν περισσότερη σημασία σ’ αυτά που συμβαίνουν στο εσωτερικό, προσπαθώντας να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα, για το «πού το πάει» η κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε κάτω από το μικροσκόπιο μιας συνεχούς και έκδηλης δυσπιστίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κ. Τσίπρας προχώρησε στην ψευτοπαλικαριά να εξαγγείλει τις «παροχές», χωρίς να ενημερώσει κανέναν, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Επικαλέσθηκε, μάλιστα, το «δικαίωμά»του να διανέμει τα «πλεονάσματα», όταν και όπου θέλει. Το ερώτημα, που ο ίδιος ο πρωθυπουργός προκάλεσε στο εσωτερικό και κυρίως στο εξωτερικό, είναι: Με ποία λογική μια υπερχρεωμένη χώρα, που έχει εκχωρήσει τον εθνικό της πλούτο για τα επόμενα 100 χρόνια και η οποία εξαρτάται απόλυτα από την συνδρομή των εταίρων της, επικαλείται ανύπαρκτα ψήγματα εθνικής ανεξαρτησίας; Σε τι άλλο μπορεί να αποσκοπεί η κυβέρνηση, παρά στο να παραπλανήσει τους «ιθαγενείς», που παραμένουν αφελείς και να «ταπεινώσει» τους ξένους, με τους οποίους διαπραγματεύεται; (Εμφανέστατα, ανισομερώς και ανισότιμα, αφού εμείς είμαστε οι «χρήζοντες βοηθείας».) Τι μπορούν να αντιτάξουν οι κ. Τσίπρας και Καμμένος στην λογική αυτή; Ακούω τον κ. Πολάκη να μου κραυγάζει οργισμένα: «Βρε πουλημένε δημοσιογράφε, είσαι με την ελληνική κυβέρνηση ή με τον Σόιμπλε;». «Με τον Σόιμπλε, κύριε υπουργέ. Γιατί, δυστυχώς, εσείς είσθε αυτό που αποκαλείτε ελληνική κυβέρνηση»...



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου