Το ολοσέλιδο θέμα, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
Δημοψηφίσματα κλονίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση
Της Ξένιας Κουναλάκη
Τα δημοψηφίσματα έχουν αρχίσει να γίνονται τεράστιο πρόβλημα για την Ευρώπη. Με σοβαρότερο αυτό που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία το καλοκαίρι και σήμανε το οριστικό διαζύγιο του Λονδίνου από την Ε.Ε., μια σειρά από προσφυγές στη λαϊκή ψήφο κλονίζουν συθέμελα την Ενωση και θέτουν εν αμφιβόλω τη μελλοντική συνοχή της. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες διοργανώνουν δημοψηφίσματα για ποικίλους εθνικούς ή προσωπικούς στόχους: ο Ντέιβιντ Κάμερον π.χ. για να συσπειρώσει το κόμμα του, που αλληλοσπαρασσόταν. Εν μέρει και ο Αλέξης Τσίπρας πέρυσι τον Ιούλιο για τον ίδιο λόγο ή έστω για να νομιμοποιήσει τη μετέπειτα αλλαγή πλεύσης του, που επισφραγίστηκε με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Ο Ματέο Ρέντσι προχωρά σε ένα αντίστοιχο βήμα τον Δεκέμβριο για να διασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση. Ο Βίκτορ Ορμπαν έπαιξε το χαρτί της ξενοφοβίας και του ευρωσκεπτικισμού για να εδραιώσει τη θέση του στην εξουσία. Παρά τη χαμηλή συμμετοχή, επιμένει την επαύριο ότι θα αλλάξει το Σύνταγμα. Στην Ολλανδία, με ακόμη χαμηλότερη συμμετοχή (λίγο πάνω από 30%), η συντριπτική πλειοψηφία (64%) αποφάσισε να απορρίψει τη συμφωνία σύνδεσης Ε.Ε. - Ουκρανίας, κάνοντας τον Βλαντιμίρ Πούτιν να τρίβει τα χέρια του και παρά τις προειδοποιήσεις του προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Την ίδια στιγμή, κάθε ψηφοφόρος που καλείται να συμμετάσχει σε μια τέτοιου είδους διαδικασία, έχει διαφορετικά κριτήρια για να αποφασίσει τη στάση του. Κάποιου η ψήφος είναι αντικυβερνητική ή αντισυστημική, κάποιου άλλου ευρωφοβική, σπάνια όμως ο πολίτης απαντά ευθέως στο ερώτημα που τίθεται.
Μεγάλο ρόλο, αν και όχι πάντα καθοριστικό, για την έκβαση των δημοψηφισμάτων διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα. Τον Ιούλιο του 2015 ο ελληνικός λαός εκλήθη «να αποφασίσει με την ψήφο του εάν πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25/6/2015 και αποτελείται από δύο έγγραφα, τα οποία συγκροτούν την πρόταση επί της οποίας προτείνεται το δημοψήφισμα: το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται Reforms for the Completion of the Current Program and Beyond (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο Preliminary Debt Sustainability Analysis (Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους)». Σύνθετες συνταγματικές αλλαγές τίθενται σε ψηφοφορία και στην Ιταλία, ανάμεσά τους η κατάργηση της Γερουσίας ως αιρετού Σώματος. Αντίθετα, σε εκείνο για το Brexit, η διατύπωση ήταν σαφέστατη: παραμονή στην Ε.Ε. ή αποχώρηση από την Ε.Ε.; Ενδεικτικό, πάντως, της άγνοιας των ψηφοφόρων σχετικά με όσα καλούνται να ψηφίσουν στο εκάστοτε δημοψήφισμα είναι το γεγονός πως, μετά την επικράτηση του «Leave» στη Βρετανία, η πιο διαδεδομένη αναζήτηση των Βρετανών χρηστών στο Google ήταν «Τι είναι η Ε.Ε.;».
Ο χορός που άνοιξε δύσκολα θα κλείσει. Η Μαρίν Λεπέν υπόσχεται πως, αν εκλεγεί πρόεδρος, θα διοργανώσει αντίστοιχο με το βρετανικό δημοψήφισμα για έξοδο της Γαλλίας από την Ε.Ε. Στη Δανία ο ηγέτης του ακροδεξιού Λαϊκού Κόμματος της Δανίας ζητάει να πραγματοποιηθεί ανάλογο δημοψήφισμα και στη χώρα του, με ερώτημα την παραμονή ή μη στην Ε.Ε. Αν συμβεί αυτό, δεν αποκλείεται η επιδημία των δημοψηφισμάτων να εξαπλωθεί και να συμπεριλάβει και τη Σουηδία. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία ζητάει δημοψήφισμα για το ευρώ, προτείνοντας δύο διαφορετικά νομίσματα στην Ευρώπη, ένα για τις χώρες του πλούσιου Βορρά και ένα για εκείνες του Νότου. To γεγονός ότι τις περισσότερες φορές δημοψηφίσματα προκρίνονται από ακροδεξιά κόμματα ή απολίτικα κινήματα δεν είναι τυχαίο. Ο λαϊκισμός ενδύεται τη φενάκη της αμεσοδημοκρατίας και υπονομεύει τη συνοχή της Ευρώπης.
Αποφασισμένος ο Β. Ορμπαν, παρά τον όλεθρο
AFP, REUTERS
Η Ουγγαρία θα απορρίψει το ευρωπαϊκό σχέδιο για απορρόφηση προσφύγων βάσει υποχρεωτικών, για κάθε χώρα-μέλος, ποσοστώσεων, επέμεινε χθες ο συντηρητικός πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν, παρά την αποτυχία του να εξασφαλίσει νομικά δεσμευτικό αποτέλεσμα προς αυτή την κατεύθυνση, με το δημοψήφισμα της Κυριακής.
Το 98,3% όσων προσήλθαν στις κάλπες ενέκρινε τη σκληρή γραμμή του κυβερνώντος κόμματος Fidesz στο θέμα της μετανάστευσης, απορρίπτοντας τις ποσοστώσεις. Ωστόσο το ποσοστό της προσέλευσης έφτασε μόλις το 40%, πολύ μακριά από το όριο του 50% που απαιτείται, κατά το σύνταγμα, για να είναι δεσμευτική η λαϊκή ετυμηγορία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, εξαιρουμένου του ακροδεξιού, ξενοφοβικού Jobbik, είχαν καλέσει τους πολίτες να απόσχουν από τις κάλπες.
Από το βήμα της Βουλής, ο Ούγγρος πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα φέρει σύντομα προς ψήφιση νόμο για την αναθεώρηση του συντάγματος έτσι ώστε «να αντανακλάται η βούληση του λαού στο πνεύμα του δημοψηφίσματος». Προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την πολύ υψηλή αποχή, ο Βίκτορ Ορμπαν σημείωσε πως οι πολίτες που επιδοκίμασαν την πρότασή του ήταν αισθητά περισσότεροι από εκείνους που ψήφισαν το κόμμα του στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και ότι η προσέλευση στις κάλπες ήταν κατά 15% μεγαλύτερη από εκείνη των προηγούμενων ευρωεκλογών.
Παρ’ όλα αυτά, ο εθνικιστής πρωθυπουργός, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από το 2010, δεν απέφυγε να βρεθεί ανάμεσα σε Συμπληγάδες και να δεχθεί σφοδρές επιθέσεις εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. Οι βουλευτές της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης τον αποδοκίμασαν, με φωνασκίες και σφυρίγματα, μέσα στη Βουλή, ενώ ο ηγέτης του Jobbik, Γκάμπορ Βόνα, ζήτησε την παραίτησή του. Ο ακροδεξιός πολιτικός χαρακτήρισε «φιάσκο» το δημοψήφισμα και κατηγόρησε τον Ορμπαν ότι «προσέφερε ένα ατού στις Βρυξέλλες» οι οποίες δεν θα τον παίρνουν τώρα στα σοβαρά. «Πρέπει να παραιτηθείτε, όπως ο Ντέιβιντ Κάμερον», δήλωσε ο Βόνα.
Συγκρατημένη ήταν η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «σέβεται τη δημοκρατική βούληση όσων ψήφισαν και όσων δεν ψήφισαν», σχολίασε ο εκπρόσωπος Τύπου της Κομισιόν, Μαργαρίτης Σχοινάς. Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος υπενθύμισε ότι το δημοψήφισμα κηρύχθηκε άκυρο από τις αρμόδιες αρχές και προσέθεσε ότι «εναπόκειται στην ουγγρική κυβέρνηση να χειριστεί το αποτέλεσμα». Σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με το πότε η Επιτροπή θα κινηθεί νομικά εναντίον της Ουγγαρίας για την άρνησή της να δεχθεί τη μετεγκατάσταση των 1.300 προσφύγων που της αναλογούν, ο κ. Σχοινάς δήλωσε ότι «η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμά της να αναλάβει δράση».
Παρά τις επικρίσεις που δέχεται από την ουγγρική αντιπολίτευση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ο Βίκτορ Ορμπαν βρίσκει ευήκοα ώτα σε ηγετικούς κύκλους της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση του Αυστριακού υπουργού Εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς, ο οποίος προειδοποίησε ότι θα ήταν «σφάλμα» να απορρίψουν οι Βρυξέλλες το μήνυμα που εξέφρασαν οι Ούγγροι πολίτες μέσω του δημοψηφίσματος. «Υπάρχουν πολλά κράτη στην Ευρώπη που σκέφτονται όπως η Ουγγαρία και είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική των Βρυξελλών» στο μεταναστευτικό, δήλωσε το βράδυ της Κυριακής ο επικεφαλής της αυστριακής διπλωματίας σε γερμανικά μέσα ενημέρωσης.
Προς νέες συγκρούσεις
Χαρακτηρίζοντας τη μετανάστευση «δηλητήριο», ο Βίκτορ Ορμπαν επένδυσε στο χαρτί του εθνικισμού, επιδιώκοντας να επεκτείνει την πολιτική του ηγεμονία. «Βρυξέλλες ή Βουδαπέστη ήταν το δίλημμα και απαντήσαμε Βουδαπέστη», δήλωσε μετά την οριστικοποίηση του αποτελέσματος ο Ούγγρος πρωθυπουργός, προαναγγέλλοντας καινούργιες συγκρούσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Πάντως, η κινδυνολογία του Ορμπαν γύρω από τις υποχρεωτικές ποσοστώσεις αναφορικά με την κατανομή των προσφύγων –σύμφωνα με τη γερμανική ιδέα, που είχε στόχο να ελαφρύνει το δυσανάλογο βάρος που επωμίζονται Ελλάδα και Ιταλία– δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ρυθμός εφαρμογής αυτής της απόφασης είναι εξαιρετικά βραδύς, καθώς μέχρι σήμερα έχουν μετεγκατασταθεί μόλις 5.651 πρόσφυγες, αντί των 160.000 που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.
Μεγάλο ρίσκο του Μ. Ρέντσι και ανησυχίες
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/10/16 |
Της Ξένιας Κουναλάκη
Τα δημοψηφίσματα έχουν αρχίσει να γίνονται τεράστιο πρόβλημα για την Ευρώπη. Με σοβαρότερο αυτό που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία το καλοκαίρι και σήμανε το οριστικό διαζύγιο του Λονδίνου από την Ε.Ε., μια σειρά από προσφυγές στη λαϊκή ψήφο κλονίζουν συθέμελα την Ενωση και θέτουν εν αμφιβόλω τη μελλοντική συνοχή της. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες διοργανώνουν δημοψηφίσματα για ποικίλους εθνικούς ή προσωπικούς στόχους: ο Ντέιβιντ Κάμερον π.χ. για να συσπειρώσει το κόμμα του, που αλληλοσπαρασσόταν. Εν μέρει και ο Αλέξης Τσίπρας πέρυσι τον Ιούλιο για τον ίδιο λόγο ή έστω για να νομιμοποιήσει τη μετέπειτα αλλαγή πλεύσης του, που επισφραγίστηκε με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Ο Ματέο Ρέντσι προχωρά σε ένα αντίστοιχο βήμα τον Δεκέμβριο για να διασφαλίσει την πολιτική του επιβίωση. Ο Βίκτορ Ορμπαν έπαιξε το χαρτί της ξενοφοβίας και του ευρωσκεπτικισμού για να εδραιώσει τη θέση του στην εξουσία. Παρά τη χαμηλή συμμετοχή, επιμένει την επαύριο ότι θα αλλάξει το Σύνταγμα. Στην Ολλανδία, με ακόμη χαμηλότερη συμμετοχή (λίγο πάνω από 30%), η συντριπτική πλειοψηφία (64%) αποφάσισε να απορρίψει τη συμφωνία σύνδεσης Ε.Ε. - Ουκρανίας, κάνοντας τον Βλαντιμίρ Πούτιν να τρίβει τα χέρια του και παρά τις προειδοποιήσεις του προέδρου της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Την ίδια στιγμή, κάθε ψηφοφόρος που καλείται να συμμετάσχει σε μια τέτοιου είδους διαδικασία, έχει διαφορετικά κριτήρια για να αποφασίσει τη στάση του. Κάποιου η ψήφος είναι αντικυβερνητική ή αντισυστημική, κάποιου άλλου ευρωφοβική, σπάνια όμως ο πολίτης απαντά ευθέως στο ερώτημα που τίθεται.
Μεγάλο ρόλο, αν και όχι πάντα καθοριστικό, για την έκβαση των δημοψηφισμάτων διαδραματίζει ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα. Τον Ιούλιο του 2015 ο ελληνικός λαός εκλήθη «να αποφασίσει με την ψήφο του εάν πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25/6/2015 και αποτελείται από δύο έγγραφα, τα οποία συγκροτούν την πρόταση επί της οποίας προτείνεται το δημοψήφισμα: το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται Reforms for the Completion of the Current Program and Beyond (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο Preliminary Debt Sustainability Analysis (Προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους)». Σύνθετες συνταγματικές αλλαγές τίθενται σε ψηφοφορία και στην Ιταλία, ανάμεσά τους η κατάργηση της Γερουσίας ως αιρετού Σώματος. Αντίθετα, σε εκείνο για το Brexit, η διατύπωση ήταν σαφέστατη: παραμονή στην Ε.Ε. ή αποχώρηση από την Ε.Ε.; Ενδεικτικό, πάντως, της άγνοιας των ψηφοφόρων σχετικά με όσα καλούνται να ψηφίσουν στο εκάστοτε δημοψήφισμα είναι το γεγονός πως, μετά την επικράτηση του «Leave» στη Βρετανία, η πιο διαδεδομένη αναζήτηση των Βρετανών χρηστών στο Google ήταν «Τι είναι η Ε.Ε.;».
Ο χορός που άνοιξε δύσκολα θα κλείσει. Η Μαρίν Λεπέν υπόσχεται πως, αν εκλεγεί πρόεδρος, θα διοργανώσει αντίστοιχο με το βρετανικό δημοψήφισμα για έξοδο της Γαλλίας από την Ε.Ε. Στη Δανία ο ηγέτης του ακροδεξιού Λαϊκού Κόμματος της Δανίας ζητάει να πραγματοποιηθεί ανάλογο δημοψήφισμα και στη χώρα του, με ερώτημα την παραμονή ή μη στην Ε.Ε. Αν συμβεί αυτό, δεν αποκλείεται η επιδημία των δημοψηφισμάτων να εξαπλωθεί και να συμπεριλάβει και τη Σουηδία. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία ζητάει δημοψήφισμα για το ευρώ, προτείνοντας δύο διαφορετικά νομίσματα στην Ευρώπη, ένα για τις χώρες του πλούσιου Βορρά και ένα για εκείνες του Νότου. To γεγονός ότι τις περισσότερες φορές δημοψηφίσματα προκρίνονται από ακροδεξιά κόμματα ή απολίτικα κινήματα δεν είναι τυχαίο. Ο λαϊκισμός ενδύεται τη φενάκη της αμεσοδημοκρατίας και υπονομεύει τη συνοχή της Ευρώπης.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/10/16 |
AFP, REUTERS
Η Ουγγαρία θα απορρίψει το ευρωπαϊκό σχέδιο για απορρόφηση προσφύγων βάσει υποχρεωτικών, για κάθε χώρα-μέλος, ποσοστώσεων, επέμεινε χθες ο συντηρητικός πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν, παρά την αποτυχία του να εξασφαλίσει νομικά δεσμευτικό αποτέλεσμα προς αυτή την κατεύθυνση, με το δημοψήφισμα της Κυριακής.
Το 98,3% όσων προσήλθαν στις κάλπες ενέκρινε τη σκληρή γραμμή του κυβερνώντος κόμματος Fidesz στο θέμα της μετανάστευσης, απορρίπτοντας τις ποσοστώσεις. Ωστόσο το ποσοστό της προσέλευσης έφτασε μόλις το 40%, πολύ μακριά από το όριο του 50% που απαιτείται, κατά το σύνταγμα, για να είναι δεσμευτική η λαϊκή ετυμηγορία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, εξαιρουμένου του ακροδεξιού, ξενοφοβικού Jobbik, είχαν καλέσει τους πολίτες να απόσχουν από τις κάλπες.
Από το βήμα της Βουλής, ο Ούγγρος πρωθυπουργός ανήγγειλε ότι θα φέρει σύντομα προς ψήφιση νόμο για την αναθεώρηση του συντάγματος έτσι ώστε «να αντανακλάται η βούληση του λαού στο πνεύμα του δημοψηφίσματος». Προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την πολύ υψηλή αποχή, ο Βίκτορ Ορμπαν σημείωσε πως οι πολίτες που επιδοκίμασαν την πρότασή του ήταν αισθητά περισσότεροι από εκείνους που ψήφισαν το κόμμα του στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και ότι η προσέλευση στις κάλπες ήταν κατά 15% μεγαλύτερη από εκείνη των προηγούμενων ευρωεκλογών.
Παρ’ όλα αυτά, ο εθνικιστής πρωθυπουργός, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από το 2010, δεν απέφυγε να βρεθεί ανάμεσα σε Συμπληγάδες και να δεχθεί σφοδρές επιθέσεις εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. Οι βουλευτές της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης τον αποδοκίμασαν, με φωνασκίες και σφυρίγματα, μέσα στη Βουλή, ενώ ο ηγέτης του Jobbik, Γκάμπορ Βόνα, ζήτησε την παραίτησή του. Ο ακροδεξιός πολιτικός χαρακτήρισε «φιάσκο» το δημοψήφισμα και κατηγόρησε τον Ορμπαν ότι «προσέφερε ένα ατού στις Βρυξέλλες» οι οποίες δεν θα τον παίρνουν τώρα στα σοβαρά. «Πρέπει να παραιτηθείτε, όπως ο Ντέιβιντ Κάμερον», δήλωσε ο Βόνα.
Συγκρατημένη ήταν η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «σέβεται τη δημοκρατική βούληση όσων ψήφισαν και όσων δεν ψήφισαν», σχολίασε ο εκπρόσωπος Τύπου της Κομισιόν, Μαργαρίτης Σχοινάς. Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος υπενθύμισε ότι το δημοψήφισμα κηρύχθηκε άκυρο από τις αρμόδιες αρχές και προσέθεσε ότι «εναπόκειται στην ουγγρική κυβέρνηση να χειριστεί το αποτέλεσμα». Σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με το πότε η Επιτροπή θα κινηθεί νομικά εναντίον της Ουγγαρίας για την άρνησή της να δεχθεί τη μετεγκατάσταση των 1.300 προσφύγων που της αναλογούν, ο κ. Σχοινάς δήλωσε ότι «η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμά της να αναλάβει δράση».
Παρά τις επικρίσεις που δέχεται από την ουγγρική αντιπολίτευση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ο Βίκτορ Ορμπαν βρίσκει ευήκοα ώτα σε ηγετικούς κύκλους της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση του Αυστριακού υπουργού Εξωτερικών Σεμπάστιαν Κουρτς, ο οποίος προειδοποίησε ότι θα ήταν «σφάλμα» να απορρίψουν οι Βρυξέλλες το μήνυμα που εξέφρασαν οι Ούγγροι πολίτες μέσω του δημοψηφίσματος. «Υπάρχουν πολλά κράτη στην Ευρώπη που σκέφτονται όπως η Ουγγαρία και είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική των Βρυξελλών» στο μεταναστευτικό, δήλωσε το βράδυ της Κυριακής ο επικεφαλής της αυστριακής διπλωματίας σε γερμανικά μέσα ενημέρωσης.
Προς νέες συγκρούσεις
Χαρακτηρίζοντας τη μετανάστευση «δηλητήριο», ο Βίκτορ Ορμπαν επένδυσε στο χαρτί του εθνικισμού, επιδιώκοντας να επεκτείνει την πολιτική του ηγεμονία. «Βρυξέλλες ή Βουδαπέστη ήταν το δίλημμα και απαντήσαμε Βουδαπέστη», δήλωσε μετά την οριστικοποίηση του αποτελέσματος ο Ούγγρος πρωθυπουργός, προαναγγέλλοντας καινούργιες συγκρούσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Πάντως, η κινδυνολογία του Ορμπαν γύρω από τις υποχρεωτικές ποσοστώσεις αναφορικά με την κατανομή των προσφύγων –σύμφωνα με τη γερμανική ιδέα, που είχε στόχο να ελαφρύνει το δυσανάλογο βάρος που επωμίζονται Ελλάδα και Ιταλία– δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο ρυθμός εφαρμογής αυτής της απόφασης είναι εξαιρετικά βραδύς, καθώς μέχρι σήμερα έχουν μετεγκατασταθεί μόλις 5.651 πρόσφυγες, αντί των 160.000 που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.
Μεγάλο ρίσκο του Μ. Ρέντσι και ανησυχίες
REUTERS
ΡΩΜΗ. Στις κάλπες για το δημοψήφισμα με ερώτημα τη συνταγματική μεταρρύθμιση θα προσέλθουν οι Ιταλοί στις 4 Δεκεμβρίου, με την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι να έχει στοιχηματίσει την ίδια της την πολιτική επιβίωση πάνω στο αποτέλεσμα.
Σε μια προσπάθεια να διαλύσει τους φόβους για ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια, ο υπουργός Εσωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο είπε την Κυριακή ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να παραιτηθεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ο Αλφάνο, που είναι επικεφαλής μικρού κεντροδεξιού κόμματος, που συνεργάζεται με το Δημοκρατικό Κόμμα του Ρέντσι, επεσήμανε σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη εφημερίδα Il Messaggero ότι οι υπέρμαχοι του «όχι» προέρχονται από διάφορους ιδεολογικούς και κομματικούς χώρους και δεν προσφέρουν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Ο πρωθυπουργός Ρέντσι έχει επανειλημμένως τονίσει ότι θα εγκαταλείψει την εξουσία, εφόσον οι προτάσεις του ηττηθούν στην κάλπη. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, ο κ. Ρέντσι απέφυγε να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις δημοσιογράφων, λέγοντας ότι αποσπά την προσοχή από τη συζήτηση γύρω από τις αρετές της συνταγματικής μεταρρύθμισης. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το στρατόπεδο του «όχι» να προηγείται, ενισχύοντας τους φόβους στην Ευρώπη για ενδεχόμενη περίοδο πολιτικής αστάθειας στην Ιταλία. Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η συνταγματική μεταρρύθμιση θα ενισχύσει την κυβερνητική σταθερότητα και θα επιταχύνει τις νομοθετικές διαδικασίες. Οι επικριτές της μεταρρύθμισης, όμως, ισχυρίζονται ότι αυτή εξασθενεί τον έλεγχο του κυβερνητικού έργου, οδηγεί σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών και καθιστά την Ιταλία λιγότερο δημοκρατική.
Αλλαγές στις αρμοδιότητες
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση προβλέπει την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τη Γερουσία, έτσι ώστε το όργανο να πάψει να έχει σημαντικό ρόλο στην έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού και να μην μπορεί πλέον να ανατρέπει κυβερνήσεις αποσύροντας την εμπιστοσύνη του σε αυτές. Τις αρμοδιότητες αυτές θα έχει εφεξής η ιταλική Βουλή. Δεσμευτική θα είναι η άποψη της Γερουσίας σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και τις σχέσεις της Ρώμης με τις τοπικές κυβερνήσεις των ιταλικών περιοχών. Ο αριθμός των γερουσιαστών θα περιοριστεί από 315 σε 100, ενώ τέλος θα δοθεί στην εκλογή τους από τη λαϊκή ψήφο. Αντ’ αυτού, οι γερουσιαστές θα εκλέγονται από τις 20 τοπικές κυβερνήσεις της χώρας, αφού επιλεγούν μεταξύ των περιφερειακών συμβούλων και των δημάρχων πόλεων.
Η μεταρρύθμιση ενισχύει τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης, στερώντας εξουσίες από τις περιφέρειες και ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό την πρόσφατη μετατόπιση προς την κατεύθυνση της αποκέντρωσης και της ενίσχυσης της τοπικής αυτονομίας. Οι περιφέρειες, για παράδειγμα, χάνουν τις αρμοδιότητές τους γύρω από την περιβαλλοντική πολιτική, τα εθνικά δίκτυα μεταφορών, την ενεργειακή πολιτική και την επαγγελματική κατάρτιση.
Την ανησυχία της κυβέρνησης του Βερολίνου για το ενδεχόμενο παραίτησης του Ρέντσι εξέφραζε την περασμένη εβδομάδα ο σύμμαχος της καγκελαρίου Μέρκελ, Γκίντερ Κρίχμπαουμ, πρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ομοσπονδιακής Βουλής. «Αν ο Ρέντσι επικρατήσει στο δημοψήφισμα, αυτό θα αποτελεί τεράστιο βήμα μπροστά. Αν αποτύχει, όμως, θα υποστεί σημαντικό πλήγμα», είπε ο κ. Κρίχμπαουμ.
Νέα εσωτερική κρίση ξέσπασε, όμως, χθες στο στρατόπεδο του λαϊκιστικού κόμματος Κίνημα των 5 Αστέρων, του κωμικού Μπέπε Γκρίλο, με την παραίτηση του δημάρχου της Πίζα, Φεντερίκο Πιτσαρότι.
Σε μια προσπάθεια να διαλύσει τους φόβους για ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια, ο υπουργός Εσωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο είπε την Κυριακή ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να παραιτηθεί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ο Αλφάνο, που είναι επικεφαλής μικρού κεντροδεξιού κόμματος, που συνεργάζεται με το Δημοκρατικό Κόμμα του Ρέντσι, επεσήμανε σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη εφημερίδα Il Messaggero ότι οι υπέρμαχοι του «όχι» προέρχονται από διάφορους ιδεολογικούς και κομματικούς χώρους και δεν προσφέρουν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Ο πρωθυπουργός Ρέντσι έχει επανειλημμένως τονίσει ότι θα εγκαταλείψει την εξουσία, εφόσον οι προτάσεις του ηττηθούν στην κάλπη. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, ο κ. Ρέντσι απέφυγε να απαντήσει σε σχετικές ερωτήσεις δημοσιογράφων, λέγοντας ότι αποσπά την προσοχή από τη συζήτηση γύρω από τις αρετές της συνταγματικής μεταρρύθμισης. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν το στρατόπεδο του «όχι» να προηγείται, ενισχύοντας τους φόβους στην Ευρώπη για ενδεχόμενη περίοδο πολιτικής αστάθειας στην Ιταλία. Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η συνταγματική μεταρρύθμιση θα ενισχύσει την κυβερνητική σταθερότητα και θα επιταχύνει τις νομοθετικές διαδικασίες. Οι επικριτές της μεταρρύθμισης, όμως, ισχυρίζονται ότι αυτή εξασθενεί τον έλεγχο του κυβερνητικού έργου, οδηγεί σε υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών και καθιστά την Ιταλία λιγότερο δημοκρατική.
Αλλαγές στις αρμοδιότητες
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση προβλέπει την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τη Γερουσία, έτσι ώστε το όργανο να πάψει να έχει σημαντικό ρόλο στην έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού και να μην μπορεί πλέον να ανατρέπει κυβερνήσεις αποσύροντας την εμπιστοσύνη του σε αυτές. Τις αρμοδιότητες αυτές θα έχει εφεξής η ιταλική Βουλή. Δεσμευτική θα είναι η άποψη της Γερουσίας σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και τις σχέσεις της Ρώμης με τις τοπικές κυβερνήσεις των ιταλικών περιοχών. Ο αριθμός των γερουσιαστών θα περιοριστεί από 315 σε 100, ενώ τέλος θα δοθεί στην εκλογή τους από τη λαϊκή ψήφο. Αντ’ αυτού, οι γερουσιαστές θα εκλέγονται από τις 20 τοπικές κυβερνήσεις της χώρας, αφού επιλεγούν μεταξύ των περιφερειακών συμβούλων και των δημάρχων πόλεων.
Η μεταρρύθμιση ενισχύει τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης, στερώντας εξουσίες από τις περιφέρειες και ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό την πρόσφατη μετατόπιση προς την κατεύθυνση της αποκέντρωσης και της ενίσχυσης της τοπικής αυτονομίας. Οι περιφέρειες, για παράδειγμα, χάνουν τις αρμοδιότητές τους γύρω από την περιβαλλοντική πολιτική, τα εθνικά δίκτυα μεταφορών, την ενεργειακή πολιτική και την επαγγελματική κατάρτιση.
Την ανησυχία της κυβέρνησης του Βερολίνου για το ενδεχόμενο παραίτησης του Ρέντσι εξέφραζε την περασμένη εβδομάδα ο σύμμαχος της καγκελαρίου Μέρκελ, Γκίντερ Κρίχμπαουμ, πρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ομοσπονδιακής Βουλής. «Αν ο Ρέντσι επικρατήσει στο δημοψήφισμα, αυτό θα αποτελεί τεράστιο βήμα μπροστά. Αν αποτύχει, όμως, θα υποστεί σημαντικό πλήγμα», είπε ο κ. Κρίχμπαουμ.
Νέα εσωτερική κρίση ξέσπασε, όμως, χθες στο στρατόπεδο του λαϊκιστικού κόμματος Κίνημα των 5 Αστέρων, του κωμικού Μπέπε Γκρίλο, με την παραίτηση του δημάρχου της Πίζα, Φεντερίκο Πιτσαρότι.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 04/10/16 |



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου