Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
(πρωτοσέλιδο+εσωτερικό δισέλιδο)
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 18/02/24 |
«Μα, τα λουλούδια θα χαλάσουν τα Εξάρχεια;»
Επιχειρηματίες και κάτοικοι της γειτονιάς μιλούν στην «Κ»
Της ΛΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ
Ο Αλέξανδρος Γκικόπουλος, συνιδιοκτήτης του Polyamorous, λέει ότι η καταδρομική επίθεση όχι μόνο δεν τον γονάτισε, αλλά του έδωσε κουράγιο για να κάνει ακόμη καλύτερα τη δουλειά. «Ο κόσμος έδειξε έμπρακτα τη στήριξή του», επισημαίνει για την κίνηση στο κατάστημα τις ημέρες μετά τον βανδαλισμό.
Δεν είναι καταστήματα μεγάλων αλυσίδων. Είναι μαγαζιά στημένα με γούστο, που κάποτε θεωρούνταν μέρος της λύσης για τα Εξάρχεια. Τώρα, θεωρούνται κομιστές του «εξευγενισμού», του «υπερτουρισμού» και της «καπιταλιστικής μετάλλαξης». Γι’ αυτό γίνονται στόχοι βίαιων επιθέσεων – πρώτα ένα ανθοπωλείο στη Μαυρομιχάλη και μετά ένα κοντινό εστιατόριο. Ο φόβος επιστρέφει στη γειτονιά.
«Η βία φέρνει βία και όσο κι αν δεν θέλετε διάφορα αφεντικά να αποδεχτείτε δημόσια, η επέλαση των χιπστερομάγαζών σας είναι βίαιη και μάλιστα περισσότερο από το σπασμένο σου τζάμι. Το μέρος που έχεις ανοίξει και με τέτοια αθωότητα προμοτάρεις είναι σάπιο. (...) Το ανθοπωλείο σου είναι ένα ακόμα μαγαζί όπως πολλά ακόμη που έχουν σκορπίσει σε κάθε γωνιά της πόλης και μας πουλάνε συμπερίληψη, λουλούδια και αγάπη. (...) Δεν πείθει ούτε το πιασάρικο όνομα, η «καλή» αισθητική και τα πολλά φυτά. Δεν πείθει γιατί τρώμε χρόνια τώρα και με το κουτάλι αφεντικά και μαγαζιά που προσπαθούν να βγάλουν φράγκα επειδή είναι “κουλ”. (...) Δυστυχώς για σένα, δεν έχουμε ακόμα αφομοιωθεί όλοι, ούτε έχουμε πάρει όλοι το χάπι του χιπστερο-χιπισμού. Εχουμε λόγους να χαιρόμαστε όταν σπάει κάθε τέτοια μαλακία –όπως το μαγαζί σου– που έρχεται και πετάει όλους εμάς έξω από τη γειτονιά».
Δεν είναι καταστήματα μεγάλων αλυσίδων. Είναι μαγαζιά στημένα με γούστο, που κάποτε θεωρούνταν μέρος της λύσης για τα Εξάρχεια. Τώρα, θεωρούνται κομιστές του «εξευγενισμού», του «υπερτουρισμού» και της «καπιταλιστικής μετάλλαξης». Γι’ αυτό γίνονται στόχοι βίαιων επιθέσεων – πρώτα ένα ανθοπωλείο στη Μαυρομιχάλη και μετά ένα κοντινό εστιατόριο. Ο φόβος επιστρέφει στη γειτονιά.
«Η βία φέρνει βία και όσο κι αν δεν θέλετε διάφορα αφεντικά να αποδεχτείτε δημόσια, η επέλαση των χιπστερομάγαζών σας είναι βίαιη και μάλιστα περισσότερο από το σπασμένο σου τζάμι. Το μέρος που έχεις ανοίξει και με τέτοια αθωότητα προμοτάρεις είναι σάπιο. (...) Το ανθοπωλείο σου είναι ένα ακόμα μαγαζί όπως πολλά ακόμη που έχουν σκορπίσει σε κάθε γωνιά της πόλης και μας πουλάνε συμπερίληψη, λουλούδια και αγάπη. (...) Δεν πείθει ούτε το πιασάρικο όνομα, η «καλή» αισθητική και τα πολλά φυτά. Δεν πείθει γιατί τρώμε χρόνια τώρα και με το κουτάλι αφεντικά και μαγαζιά που προσπαθούν να βγάλουν φράγκα επειδή είναι “κουλ”. (...) Δυστυχώς για σένα, δεν έχουμε ακόμα αφομοιωθεί όλοι, ούτε έχουμε πάρει όλοι το χάπι του χιπστερο-χιπισμού. Εχουμε λόγους να χαιρόμαστε όταν σπάει κάθε τέτοια μαλακία –όπως το μαγαζί σου– που έρχεται και πετάει όλους εμάς έξω από τη γειτονιά».
Ανάμεσα στα δεκάδες σχόλια κάτω από την ανάρτηση του Αλέξανδρου Γκικόπουλου με τις φωτογραφίες από το διαλυμένο κατάστημά του στα Εξάρχεια, θα διαβάσεις και το παραπάνω. Μοιάζει τόσο παράταιρο στο θερμό κλίμα συμπαράστασης –η ζημιά φτάνει τις πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, στα «τζάμια» προσμετρώνται και οι πόρτες των πανάκριβων ψυγείων–, που το διαβάζεις και το ξαναδιαβάζεις για να πειστείς ότι είναι αληθινό, ότι κάποιος μπήκε πράγματι στον ελεύθερο τοίχο ενός ανθρώπου και το έγραψε. Αν και στα Εξάρχεια οι ελεύθεροι τοίχοι αποτελούσαν πάντα πεδίο εκτόνωσης.
Παράταιροι είναι όμως και οι αστεϊσμοί. Το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα τα τελευταία 24ωρα, ο φόβος έχει επιστρέψει στα Εξάρχεια. Μετά την καταδρομική επίθεση στο Polyamorous, το ανθοπωλείο-κάβα της οδού Μαυρομιχάλη, ακολούθησαν και άλλες, το βράδυ της Πέμπτης, λιγότερο «επεμβατικές», αλλά εξίσου τρομοκρατικές, όπως περιγράφουν στην «Κ» αυτόπτες μάρτυρες. Στόχος και πάλι κάποια από τα νέα καταστήματα της περιοχής, που, σύμφωνα με τους ίδιους τους δράστες, συμβάλλουν στον «εξευγενισμό» της.
Η ομάδα ή οι ομάδες των δραστών (οι ίδιοι μάρτυρες αναφέρουν ότι πρόκειται συνολικά για 10-15 άτομα, μέσου όρου ηλικίας κάτω των 20) έχουν καταφέρει να επιβάλουν τον νόμο της σιωπής στην πόλη της ελεύθερης έκφρασης. Οι επαγγελματίες διστάζουν να μιλήσουν επώνυμα για όλα αυτά που συμβαίνουν στη γειτονιά, πολλοί κλείνουν το τηλέφωνο τρομοκρατημένοι («όχι δεν θέλουμε, ευχαριστώ»), ενώ κάποιοι που αρχικά μίλησαν ανοιχτά, αργότερα ζήτησαν να αφαιρεθεί το όνομά τους. «Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν θέλω να μου συμβεί το ίδιο».
«Θα φοβόμαστε πέντε τσογλάνια;» αναρωτιόταν την Παρασκευή σε πηγαδάκι επιχειρηματίας. «Θα περιμένουμε άπραγοι μέχρι να μας ξεχάσουν; Είναι αυτό λύση;». Μιλώντας στην «Κ», φυσικά, υπό τον όρο της ανωνυμίας είπε: «Τους πείραξαν τα κρασιά (σ.σ. εννοεί το Polyamorous); Αυτά αλλοιώνουν τη γειτονιά; Οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και ιδρύματα που είναι παραδίπλα δεν τους ενοχλούν; Δεν βγάζεις άκρη. Οι ίδιοι άνθρωποι που δεν θέλουν το μετρό που έκοψε 72 δέντρα δεν θέλανε τον πράσινο διάδρομο που δρομολογούνταν στην Τοσίτσα, όπου θα έμπαιναν πολύ περισσότερα δέντρα, γιατί θα περιορίζονταν οι θέσεις στάθμευσης».
Παράταιροι είναι όμως και οι αστεϊσμοί. Το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα τα τελευταία 24ωρα, ο φόβος έχει επιστρέψει στα Εξάρχεια. Μετά την καταδρομική επίθεση στο Polyamorous, το ανθοπωλείο-κάβα της οδού Μαυρομιχάλη, ακολούθησαν και άλλες, το βράδυ της Πέμπτης, λιγότερο «επεμβατικές», αλλά εξίσου τρομοκρατικές, όπως περιγράφουν στην «Κ» αυτόπτες μάρτυρες. Στόχος και πάλι κάποια από τα νέα καταστήματα της περιοχής, που, σύμφωνα με τους ίδιους τους δράστες, συμβάλλουν στον «εξευγενισμό» της.
Η ομάδα ή οι ομάδες των δραστών (οι ίδιοι μάρτυρες αναφέρουν ότι πρόκειται συνολικά για 10-15 άτομα, μέσου όρου ηλικίας κάτω των 20) έχουν καταφέρει να επιβάλουν τον νόμο της σιωπής στην πόλη της ελεύθερης έκφρασης. Οι επαγγελματίες διστάζουν να μιλήσουν επώνυμα για όλα αυτά που συμβαίνουν στη γειτονιά, πολλοί κλείνουν το τηλέφωνο τρομοκρατημένοι («όχι δεν θέλουμε, ευχαριστώ»), ενώ κάποιοι που αρχικά μίλησαν ανοιχτά, αργότερα ζήτησαν να αφαιρεθεί το όνομά τους. «Λυπάμαι πολύ, αλλά δεν θέλω να μου συμβεί το ίδιο».
«Θα φοβόμαστε πέντε τσογλάνια;» αναρωτιόταν την Παρασκευή σε πηγαδάκι επιχειρηματίας. «Θα περιμένουμε άπραγοι μέχρι να μας ξεχάσουν; Είναι αυτό λύση;». Μιλώντας στην «Κ», φυσικά, υπό τον όρο της ανωνυμίας είπε: «Τους πείραξαν τα κρασιά (σ.σ. εννοεί το Polyamorous); Αυτά αλλοιώνουν τη γειτονιά; Οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και ιδρύματα που είναι παραδίπλα δεν τους ενοχλούν; Δεν βγάζεις άκρη. Οι ίδιοι άνθρωποι που δεν θέλουν το μετρό που έκοψε 72 δέντρα δεν θέλανε τον πράσινο διάδρομο που δρομολογούνταν στην Τοσίτσα, όπου θα έμπαιναν πολύ περισσότερα δέντρα, γιατί θα περιορίζονταν οι θέσεις στάθμευσης».
Eνας άλλος ιδιοκτήτης παραδεχόταν ότι έχει τρομοκρατηθεί. Αν γυρνούσε τον χρόνο πίσω δεν ξέρει αν ήταν σωστή απόφαση να ανοίξει μαγαζί στην περιοχή. «Δεν μπορώ να το χαρώ. Είμαι τρομοκρατημένος και νευριασμένος ταυτόχρονα. Αυτό το πράγμα δεν έχει καμία ιδεολογία. Υποτίθεται ότι τα Εξάρχεια ήταν η πιο φιλελεύθερη γειτονιά, όπου μπορούσες να εκφράζεσαι όπως θες, αλλά τελικά αν δεν φοράς καρφιά στις μπότες ή μπαλακλάβα, δεν είσαι καλοδεχούμενος».
«Κανείς δεν μιλάει»
Για ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα Εξάρχεια κάνει λόγο ο σκηνοθέτης και μέλος του Δ.Σ. του ΟΠΑΝΔΑ, Κυριάκος Αγγελάκος, ο οποίος μετά την επίθεση στο Polyamorous σχολίασε στο Facebook «πόσοι μπάτσοι χωράνε στα Εξάρχεια;».
«Κανείς δεν μιλάει»
Για ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα Εξάρχεια κάνει λόγο ο σκηνοθέτης και μέλος του Δ.Σ. του ΟΠΑΝΔΑ, Κυριάκος Αγγελάκος, ο οποίος μετά την επίθεση στο Polyamorous σχολίασε στο Facebook «πόσοι μπάτσοι χωράνε στα Εξάρχεια;».
Μιλώντας στην «Κ» σημείωσε: «Τα έχουν μπλέξει στο μυαλό τους. Θεωρούν ότι, αν μια βιτρίνα δεν είναι βρώμικη, εξευγενίζει το περιβάλλον. Αυτοί όμως κάνουν στην πραγματικότητα εξευγενισμό της προστασίας. Λειτουργούν ως αμύντορες, ως μικροϊδιοκτήτες». «Αυτό που τους πείραξε στο Polyamorous ήταν ότι έχει καλά κρασιά, αν είχε κρασί της παρέας δεν θα γινόταν τίποτα», σχολιάζει στην «Κ» άλλος επαγγελματίας της περιοχής, που επίσης επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του. «Αρκεί μια λάθος λέξη για να πάθεις τα ίδια. Αν μιλήσω, ξέρω ότι δεν θα έχω προστασία από την αστυνομία. Δεν υπάρχει θέληση. Τους αφήνουν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οι κάτοικοι δεν συμφωνούν με όλα αυτά, αλλά κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν σχέση με τα Εξάρχεια. Εγώ πιστεύω ότι καθοδηγούνται».
Πάντως, στα Εξάρχεια τα στρατόπεδα είναι δύο. Μολονότι ουδείς επικροτεί τις βίαιες ενέργειες, αρκετοί υποστηρίζουν ότι είναι η βία που φέρνει βία. Η Αννίτα Δεκαβάλλα, κάτοικος επί 34 χρόνια της περιοχής, ιδρύτρια του Θεάτρου Εξαρχείων, αναφέρει στην «Κ»:
Πάντως, στα Εξάρχεια τα στρατόπεδα είναι δύο. Μολονότι ουδείς επικροτεί τις βίαιες ενέργειες, αρκετοί υποστηρίζουν ότι είναι η βία που φέρνει βία. Η Αννίτα Δεκαβάλλα, κάτοικος επί 34 χρόνια της περιοχής, ιδρύτρια του Θεάτρου Εξαρχείων, αναφέρει στην «Κ»:
«Από το ’19 έχει ξεκινήσει φοβερή επίθεση στα Εξάρχεια αλλά και σε όλη την Αθήνα από το real estate. Η ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση, όμως, διώχνει τους κατοίκους. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί. Ολόκληρες πολυκατοικίες, όπου έμεναν γιαγιάδες, παππούδες, οικογένειες, είναι σήμερα ξενοδοχεία ή Αirbnb». «Δεν φέρνουν τα μαγαζιά, οι νέες επιχειρήσεις, ζωντάνια στη γειτονιά;» ρωτάμε. «Τι να το κάνω όταν ανοίγουν χιπστερομάγαζα και φεύγει ο ηλεκτρολόγος και ο υδραυλικός της γειτονιάς; Μαγαζιά ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν τους τουρίστες και μια γειτονιά που έχει αλλοιωθεί. Εμείς μέχρι πριν από πέντε χρόνια είχαμε καταπληκτικά μαγαζάκια στα Εξάρχεια, δεν υπήρχε γειτονιά με πιο μεγάλη ποικιλία μαγαζιών. Βιβλιοπωλεία, δισκάδικα, μαγαζιά με χειροποίητα κοσμήματα. Σήμερα στα περισσότερα από τα νέα καταστήματα δεν μπορώ να ψωνίσω εγώ ή ο γείτονας. Αυτή τη στιγμή, δηλαδή, βρισκόμαστε υπό διωγμόν στο όνομα μιας ψεύτικης ανάπτυξης, η οποία θα σκάσει σαν φούσκα».
«Οπως στη Γάζα»
Την αίσθηση αυτή, της εκδίωξης, περιγράφουν και άλλοι. «Μας έκλεισαν την πλατεία, που, εντάξει, είχε προβλήματα, αλλά ήταν μέρος συνάντησης και ο μοναδικός ανοιχτός χώρος στην περιοχή», λέει η Μαρία Κ., κάτοικος των Εξαρχείων.
«Οπως στη Γάζα»
Την αίσθηση αυτή, της εκδίωξης, περιγράφουν και άλλοι. «Μας έκλεισαν την πλατεία, που, εντάξει, είχε προβλήματα, αλλά ήταν μέρος συνάντησης και ο μοναδικός ανοιχτός χώρος στην περιοχή», λέει η Μαρία Κ., κάτοικος των Εξαρχείων.
«Είναι αστείο, αλλά βγάλανε ανακοίνωση ότι σε περίπτωση σεισμού το 5ο Γυμνάσιο να συγκεντρωθεί στο πάρκο Ναυαρίνου, δηλαδή ένα αυτοδιαχειριζόμενο χώρο. Χάσαμε τη μοναδική πλατεία της γειτονιάς, και άλλος ελεύθερος χώρος δεν υπάρχει. Παγκάκια δεν έχει πουθενά αλλού πια. Είμαστε περικυκλωμένοι από αστυνομία και τα παιδιά μας βλέπουν καθημερινά όπλα λες και μεγαλώνουν στη Γάζα. Ξεχνάνε ότι ζουν άνθρωποι στα Εξάρχεια, ότι υπάρχουν παιδιά. Η βία δεν εκφράζει την πλειοψηφία στην περιοχή, αλλά όταν δημιουργείται μια έκρυθμη κατάσταση και ο ένας δεν σέβεται τον άλλο, οι αντιδράσεις θα είναι πολύμορφες. Εγώ μπορεί απλώς να γκρινιάζω, αλλά ο άλλος δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει».
Ο μόνος που αυτή την βδομάδα έδειχνε στ’ αλήθεια αμέριμνος ήταν ο Αλέξανδρος Γκικόπουλος. «Ισως είναι επειδή είχαμε τόσο πολλή δουλειά». Για το μαγαζί του, η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι σαν τα Χριστούγεννα.
«Ο κόσμος έδειξε έμπρακτα τη στήριξή του». Οπως λέει, δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. «Μου είναι αδιανόητο να σκέφτομαι ότι όλοι πρέπει να ζούμε με αυτόν τον τρόμο. Καθόμαστε και φοβόμαστε δέκα άτομα; Οχι μόνο δεν με γονάτισε, μου έδωσε κουράγιο να κάνω ακόμη καλύτερα τη δουλειά μου. Να έχετε μια ωραία ημέρα!».
«Εξω οι χίπστερ», έξω και οι κάτοικοι
Ο κ. Τάσης Παπαϊωάννου, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ και εικαστικός, το γραφείο του οποίου βρίσκεται σε κεντρικό σημείο των Εξαρχείων, εκτιμά ότι η αντίθεση είναι σε αυτό που έρχεται και μάλιστα με φόρα. «Πάντοτε όπου πάει το μετρό, η περιοχή αλλάζει», λέει στην «Κ». «Αυτό πρόκειται να συμβεί και στα Εξάρχεια. Εχουν αναγκαστεί να φύγουν μόνιμοι κάτοικοι για άλλες περιοχές. Στα σχολεία έχουν μείνει λίγα παιδιά. Αυτό είναι ένα από τα μέγιστα προβλήματα του εξευγενισμού μιας περιοχής. Οι νέοι είναι αδιανόητο να βρουν διαμέρισμα. Οταν αλλάζει μια περιοχή θα υπάρξουν αντιδράσεις, άλλες ήπιες και άλλες που θα ξεφεύγουν από το μέτρο. Αυτό που συμβαίνει είναι μια βίαιη μετάλλαξη. Απέναντι στη βίαιη μετάλλαξη η αντίδραση μπορεί να είναι βία».
Το περίεργο είναι ότι όσοι θεωρούνται μέρος του προβλήματος αισθάνονταν μέρος της λύσης. Τουλάχιστον μέχρι πρότινος. Τα νέα καταστήματα της περιοχής δεν ανήκουν σε μεγάλες αλυσίδες, οι ιδιοκτήτες τους είναι συχνά οι ίδιοι Εξαρχειώτες. Τα περισσότερα έδωσαν έμφαση στην καλή πρώτη ύλη, στο προσφερόμενο προϊόν, όχι στο ντιζάιν. Από την αρχή, τα σχόλια που δέχονταν από «βέρους» Εξαρχειώτες ήταν θετικά: «ομορφύνατε τη γειτονιά». Οταν άρχισαν όμως να αποκτούν «υπερβολικά» πολλούς φίλους εντός κι εκτός των τειχών και να παρουσιάζονται σε σάιτ και έντυπα (τα λεγόμενα «καθεστωτικά»), άρχισαν οι πρώτες αντιδράσεις. Σπασίματα, πέταγμα μπογιάς, γκράφιτι. «Εξω οι χίπστερ απ’ τις γειτονιές μας». Στα Εξάρχεια ο χίπστερ έγινε συνώνυμο του gentrification, η πηγή όλων των δεινών: «Αν στο μανάβικο της γειτονιάς σου παίζει Radiohead και Lebanon Hanover ετοιμάσου να ανέβουν τα ενοίκια», όπως έχει γραφτεί στο Χ. «Οχι άλλα μαγαζιά», γράφει μια αφίσα που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες.
Η Τζίνα Σωτηροπούλου, αρχιτέκτων και κάτοικος των Εξαρχείων, θεωρεί ότι ο εχθρός δεν είναι οι καταστηματάρχες. «Προσπαθούν κι αυτοί να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον φτωχοποίησης. Η υπερτουριστικοποίηση είναι που έχει αυξήσει τις τιμές και διώχνει τους κατοίκους. Αν δεν είχα αγοράσει το σπίτι μου πριν από 10 χρόνια δεν θα μπορούσα σήμερα να ανταποκριθώ στο ενοίκιο. Oλοι εμείς που ζούμε εκεί θα έπρεπε να είμαστε απέναντι σ’ αυτό, να ζητάμε να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, είτε με κοινωνική κατοικία είτε με ρύθμιση της αγοράς των βραχυχρόνιων μισθώσεων και έλεγχο των ενοικίων ή ακόμη και με συνεταιριστικά μοντέλα κατοικίας. Δεν είναι τα λουλούδια και τα κρασιά ο εχθρός».
«Ο,τι καινούργιο, περιποιημένο, θεωρείται εξευγενισμός. Θέλουν να συνεχίσει να είναι μια δυστοπική γειτονιά, να είμαστε όλοι με κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα».
«Μα δεν θέλουν να είναι όμορφη η περιοχή», σχολιάζει η επιμελήτρια εκδόσεων Γιούλα Κουγιά, κάτοικος των Εξαρχείων επί 42 χρόνια. «Θέλουν να συνεχίσει να είναι μια δυστοπική γειτονιά, να είμαστε όλοι με κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα. Να περπατάμε και να παθαίνουμε αυχενικό για να δούμε καθαρό τοίχο. Να περπατάμε έως την Ομόνοια για να βρούμε ΑΤΜ, στην Αλεξάνδρας για ταχυδρομείο και στην 3ης Σεπτεμβρίου για μεγάλο σούπερ μάρκετ. Ο,τι καινούργιο, φρέσκο, περιποιημένο, θεωρείται εξευγενισμός. Κλαίμε για την πλατεία, αλλά όσο ήταν ανοιχτή όλοι κάθονταν στις καφετέριες με την πλάτη γυρισμένη για να μην τη βλέπουν».
Είναι κακή η μετάλλαξη της πόλης;
Του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΑΙΣΩΠΟΥ*
Ο μόνος που αυτή την βδομάδα έδειχνε στ’ αλήθεια αμέριμνος ήταν ο Αλέξανδρος Γκικόπουλος. «Ισως είναι επειδή είχαμε τόσο πολλή δουλειά». Για το μαγαζί του, η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι σαν τα Χριστούγεννα.
«Ο κόσμος έδειξε έμπρακτα τη στήριξή του». Οπως λέει, δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. «Μου είναι αδιανόητο να σκέφτομαι ότι όλοι πρέπει να ζούμε με αυτόν τον τρόμο. Καθόμαστε και φοβόμαστε δέκα άτομα; Οχι μόνο δεν με γονάτισε, μου έδωσε κουράγιο να κάνω ακόμη καλύτερα τη δουλειά μου. Να έχετε μια ωραία ημέρα!».
«Εξω οι χίπστερ», έξω και οι κάτοικοι
Ο κ. Τάσης Παπαϊωάννου, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ και εικαστικός, το γραφείο του οποίου βρίσκεται σε κεντρικό σημείο των Εξαρχείων, εκτιμά ότι η αντίθεση είναι σε αυτό που έρχεται και μάλιστα με φόρα. «Πάντοτε όπου πάει το μετρό, η περιοχή αλλάζει», λέει στην «Κ». «Αυτό πρόκειται να συμβεί και στα Εξάρχεια. Εχουν αναγκαστεί να φύγουν μόνιμοι κάτοικοι για άλλες περιοχές. Στα σχολεία έχουν μείνει λίγα παιδιά. Αυτό είναι ένα από τα μέγιστα προβλήματα του εξευγενισμού μιας περιοχής. Οι νέοι είναι αδιανόητο να βρουν διαμέρισμα. Οταν αλλάζει μια περιοχή θα υπάρξουν αντιδράσεις, άλλες ήπιες και άλλες που θα ξεφεύγουν από το μέτρο. Αυτό που συμβαίνει είναι μια βίαιη μετάλλαξη. Απέναντι στη βίαιη μετάλλαξη η αντίδραση μπορεί να είναι βία».
Το περίεργο είναι ότι όσοι θεωρούνται μέρος του προβλήματος αισθάνονταν μέρος της λύσης. Τουλάχιστον μέχρι πρότινος. Τα νέα καταστήματα της περιοχής δεν ανήκουν σε μεγάλες αλυσίδες, οι ιδιοκτήτες τους είναι συχνά οι ίδιοι Εξαρχειώτες. Τα περισσότερα έδωσαν έμφαση στην καλή πρώτη ύλη, στο προσφερόμενο προϊόν, όχι στο ντιζάιν. Από την αρχή, τα σχόλια που δέχονταν από «βέρους» Εξαρχειώτες ήταν θετικά: «ομορφύνατε τη γειτονιά». Οταν άρχισαν όμως να αποκτούν «υπερβολικά» πολλούς φίλους εντός κι εκτός των τειχών και να παρουσιάζονται σε σάιτ και έντυπα (τα λεγόμενα «καθεστωτικά»), άρχισαν οι πρώτες αντιδράσεις. Σπασίματα, πέταγμα μπογιάς, γκράφιτι. «Εξω οι χίπστερ απ’ τις γειτονιές μας». Στα Εξάρχεια ο χίπστερ έγινε συνώνυμο του gentrification, η πηγή όλων των δεινών: «Αν στο μανάβικο της γειτονιάς σου παίζει Radiohead και Lebanon Hanover ετοιμάσου να ανέβουν τα ενοίκια», όπως έχει γραφτεί στο Χ. «Οχι άλλα μαγαζιά», γράφει μια αφίσα που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες.
Η Τζίνα Σωτηροπούλου, αρχιτέκτων και κάτοικος των Εξαρχείων, θεωρεί ότι ο εχθρός δεν είναι οι καταστηματάρχες. «Προσπαθούν κι αυτοί να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον φτωχοποίησης. Η υπερτουριστικοποίηση είναι που έχει αυξήσει τις τιμές και διώχνει τους κατοίκους. Αν δεν είχα αγοράσει το σπίτι μου πριν από 10 χρόνια δεν θα μπορούσα σήμερα να ανταποκριθώ στο ενοίκιο. Oλοι εμείς που ζούμε εκεί θα έπρεπε να είμαστε απέναντι σ’ αυτό, να ζητάμε να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση, είτε με κοινωνική κατοικία είτε με ρύθμιση της αγοράς των βραχυχρόνιων μισθώσεων και έλεγχο των ενοικίων ή ακόμη και με συνεταιριστικά μοντέλα κατοικίας. Δεν είναι τα λουλούδια και τα κρασιά ο εχθρός».
«Ο,τι καινούργιο, περιποιημένο, θεωρείται εξευγενισμός. Θέλουν να συνεχίσει να είναι μια δυστοπική γειτονιά, να είμαστε όλοι με κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα».
«Μα δεν θέλουν να είναι όμορφη η περιοχή», σχολιάζει η επιμελήτρια εκδόσεων Γιούλα Κουγιά, κάτοικος των Εξαρχείων επί 42 χρόνια. «Θέλουν να συνεχίσει να είναι μια δυστοπική γειτονιά, να είμαστε όλοι με κάγκελα στις πόρτες και τα παράθυρα. Να περπατάμε και να παθαίνουμε αυχενικό για να δούμε καθαρό τοίχο. Να περπατάμε έως την Ομόνοια για να βρούμε ΑΤΜ, στην Αλεξάνδρας για ταχυδρομείο και στην 3ης Σεπτεμβρίου για μεγάλο σούπερ μάρκετ. Ο,τι καινούργιο, φρέσκο, περιποιημένο, θεωρείται εξευγενισμός. Κλαίμε για την πλατεία, αλλά όσο ήταν ανοιχτή όλοι κάθονταν στις καφετέριες με την πλάτη γυρισμένη για να μην τη βλέπουν».
Είναι κακή η μετάλλαξη της πόλης;
Του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΑΙΣΩΠΟΥ*
Οι πόλεις μεταλλάσσονται διαρκώς ως απόρροια δραστικών ή σταδιακών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αλλαγών, η αρχιτεκτονική τούς προσδίδει υλική έκφραση. Οι συνεχείς αυτές μεταλλάξεις της ταυτότητας των πόλεων είναι που τις καθιστούν ελκυστικά περιβάλλοντα για να κατοικεί και να επισκέπτεται κανείς. Η επιμέρους ταυτότητα της περιοχής μιας πόλης καθορίζεται από τον πληθυσμό της και το οικονομικό του επίπεδο, την κατάσταση και την ποιότητα των κτιρίων και του δημόσιου χώρου της, αλλά και από τις κυρίαρχες χρήσεις που η περιοχή φιλοξενεί, περισσότερο ή λιγότερο υπερτοπικού ενδιαφέροντος.
Η δημογραφία αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στοιχείο της ταυτότητας. Αποτέλεσμα, κατά κύριο λόγο, αλλαγών οικονομικού ενδιαφέροντος, η δημογραφική σύσταση μπορεί να μετασχηματιστεί είτε με τον ερχομό πιο εύπορων πληθυσμών είτε, αντίστροφα, με τη φυγή του πληθυσμού και τη συνακόλουθη παρακμή μιας περιοχής – το είδαμε σε πολλές συνοικίες της Αθήνας στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν αυτές εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους, ο δημόσιος χώρος τους παραμελήθηκε και το παρακμάζον κτιριακό τους απόθεμα κατοικήθηκε από νεοαφικνούμενες μάζες μεταναστών.
Η ταυτότητα περιοχών της πόλης μεταλλάσσεται σταδιακά μέσω σημειακών «εμφυτεύσεων» νέων χρήσεων, αλλά και «σχεδιασμένων» χώρων που χρησιμοποιούν την αρχιτεκτονική ως εργαλείο μορφοποίησης των θραυσμάτων μιας νέας συνθήκης που αναζητεί συνύπαρξη μέσα σε ένα περιβάλλον αλλιώτικο από αυτήν. Πρόκειται συνήθως για αίθουσες τέχνης, καφέ, μπαρ, εστιατόρια, μικρά ξενοδοχεία και ανασχεδιασμένα διαμερίσματα, που υιοθετούν σύγχρονες σχεδιαστικές πρακτικές και προσελκύουν επισκέπτες και νέους κατοίκους.
Κάποιοι αντιλαμβάνονται την εισχώρηση νέων χρήσεων και ιδιαίτερων αρχιτεκτονικών εφαρμογών ως μια μορφή «εμπροσθοφυλακής» για την «εισβολή» σε ένα καθορισμένο, ελεγχόμενο πεδίο με στόχο την εγκαθίδρυση ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος και την εξώθηση και αντικατάσταση του πληθυσμού μιας περιοχής από νέα, πιο εύπορα στρώματα κατοίκων και επισκεπτών. Το φαινόμενο αυτό, στην πλήρη έκτασή του, περιγράφεται ως «εξευγενισμός» και δεν μπορεί παρά να αποτιμηθεί αρνητικά σε συνθήκες στις οποίες δεν εφαρμόζονται ελάχιστες κρατικές ή δημοτικές πολιτικές για την προστασία της κατοικίας, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά αφήνονται οι δυνάμεις της αγοράς να μορφοποιήσουν την πόλη ανεξέλεγκτα.
Ο εξευγενισμός, όμως, περιγράφει μια διαδικασία συνολικότερη που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί στηριζόμενη μόνο σε επί μέρους ιδιωτικές εμφυτεύσεις σχεδιασμένων χώρων με αρχιτεκτονική ποιότητα. Προϋποθέτει συνολική πολιτική που να υποστηρίζεται από κρατικούς φορείς, τον δήμο ή την κεντρική διοίκηση. Οι φορείς είναι αυτοί που θα εγκαθιδρύσουν ασφάλεια και υποδομές, θα προσφέρουν την ελάχιστα αποδεκτή ποιότητα του δημόσιου χώρου μέσω αναπλάσεων, καθώς και τη συμπερίληψη της περιοχής στα δίκτυα μεταφορών.
Καθώς όμως οι πολιτικές για την πόλη απουσιάζουν, αυτόκλητοι «φρουροί» της ομοιογένειας υλοποιούν προστατευτικές στρατηγικές για τη διατήρηση της παρούσας ταυτότητας μιας περιοχής και τη διασφάλιση της «ακινησίας» της σε ό,τι αφορά στις χρήσεις και την κυρίαρχη αισθητική. Συχνά η διατήρηση μιας συνθήκης παρακμής με διαβαθμίσεις ανομίας, στην οποία ο δημόσιος χώρος παρουσιάζει έντονα σημάδια εγκατάλειψης, κυρίως μέσω της ρυπαρότητας και των κατεστραμμένων δαπέδων του δημόσιου χώρου, αλλά και την εκτεταμένη κάλυψη των αστικών μετώπων από γκράφιτι, οδηγεί σε μια αισθητικοποιημένη, παγιωμένη εκδοχή της, μια «καρικατούρα», που συνδυάζεται με έναν συγκεκριμένο κυρίαρχο τρόπο διαβίωσης.
Η μετάλλαξη της ταυτότητας δεν μπορεί να είναι αρνητική. Το ανομοιογενές, το πολύπλοκο, το ανόμοιο, το αναπάντεχο που εκπλήσσει διαφοροποιούμενο, συγκροτεί την ελκυστικότητα του αστικού χώρου. Οι αλλαγές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εμποδιστούν με κατασταλτικές επεμβάσεις εθελοντών. Η μετάλλαξη της ταυτότητάς της αποτελεί την κυρίαρχη στρατηγική για την ανανέωση της πόλης και την επιβίωσή της μέσα στον χρόνο. Ποιο είναι όμως το μέτρο των επιθυμητών αλλαγών και ποιος το ορίζει; Με ποια διαδικασία θα μπορούσαν να ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις και με ποια στόχευση; Σίγουρα όχι με στόχο μια νέα, διαφορετική ομοιογένεια.
Καθώς όμως οι πολιτικές για την πόλη απουσιάζουν, αυτόκλητοι «φρουροί» της ομοιογένειας υλοποιούν προστατευτικές στρατηγικές για τη διατήρηση της παρούσας ταυτότητας μιας περιοχής και τη διασφάλιση της «ακινησίας» της σε ό,τι αφορά στις χρήσεις και την κυρίαρχη αισθητική. Συχνά η διατήρηση μιας συνθήκης παρακμής με διαβαθμίσεις ανομίας, στην οποία ο δημόσιος χώρος παρουσιάζει έντονα σημάδια εγκατάλειψης, κυρίως μέσω της ρυπαρότητας και των κατεστραμμένων δαπέδων του δημόσιου χώρου, αλλά και την εκτεταμένη κάλυψη των αστικών μετώπων από γκράφιτι, οδηγεί σε μια αισθητικοποιημένη, παγιωμένη εκδοχή της, μια «καρικατούρα», που συνδυάζεται με έναν συγκεκριμένο κυρίαρχο τρόπο διαβίωσης.
Η μετάλλαξη της ταυτότητας δεν μπορεί να είναι αρνητική. Το ανομοιογενές, το πολύπλοκο, το ανόμοιο, το αναπάντεχο που εκπλήσσει διαφοροποιούμενο, συγκροτεί την ελκυστικότητα του αστικού χώρου. Οι αλλαγές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εμποδιστούν με κατασταλτικές επεμβάσεις εθελοντών. Η μετάλλαξη της ταυτότητάς της αποτελεί την κυρίαρχη στρατηγική για την ανανέωση της πόλης και την επιβίωσή της μέσα στον χρόνο. Ποιο είναι όμως το μέτρο των επιθυμητών αλλαγών και ποιος το ορίζει; Με ποια διαδικασία θα μπορούσαν να ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις και με ποια στόχευση; Σίγουρα όχι με στόχο μια νέα, διαφορετική ομοιογένεια.
*Καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Πατρών



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου