Η εγκληματική οργάνωση «17 Νοέμβρη» δεν έδρασε σε καιρό δικτατορίας ή δεν αγωνίστηκε εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος. Αρχισε να δολοφονεί όταν η μεταπολιτευτική δημοκρατία μας έκανε τα πρώτα βήματά της, παίζοντας, συνειδητά ή εξ αντικειμένου, αποσταθεροποιητικό ρόλο στο πολίτευμά μας. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμιά ηθική νομιμοποίηση στη δράση της. Τα μέλη της οργάνωσης επέλεξαν τη μορφή του ένοπλου αγώνα, αντί της νόμιμης πολιτικής δράσης.
Αυτά δεν τα γνωρίζουν όσοι διαδηλώνουν υπέρ του Κουφοντίνα ή με δηλώσεις τους του συμπαραστέκονται; Ολοι τα γνωρίζουν και οι περισσότεροι εξ αυτών τα επιδοκιμάζουν. Βλέπουν στο πρόσωπο του Κουφοντίνα και του Ξηρού αυτά που οι ίδιοι θέλουν να πράξουν, αλλά δεν τολμούν. Είναι τα πρότυπά τους. Λυπηρό, αλλά θα πρέπει να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, όσο απεχθής και αν είναι. Αυτοί που διαδηλώνουν στους δρόμους τις ημέρες της καραντίνας είναι ξέχειλοι από μίσος. Και γι’ αυτό απειλούν πως θα κάψουν την Αθήνα εάν το είδωλό τους πεθάνει.
Σε όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα υπάρχουν μειοψηφίες που αγωνίζονται για την κατάλυσή τους και ομάδες που προκρίνουν γι’ αυτόν τον σκοπό την ένοπλη επαναστατική πάλη. Στο μέτρο που δεν παρανομούν, η δημοκρατία τούς δίνει λόγο και χώρο. Οταν όμως διαβούν τη γραμμή που χωρίζει τη νόμιμη από την παράνομη δράση λειτουργούν πλέον οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και στη συνέχεια η Δικαιοσύνη, οι δε κατά συρροή δολοφόνοι εγκλείονται, εξαρχής, σε φυλακές υψίστης ασφαλείας και δεν παρελαύνουν με τους φίλους τους στους δρόμους. Ούτε απαιτούν. Στην Ελλάδα, η επιείκεια της δημοκρατίας εκλαμβάνεται ως αδυναμία και αποθρασύνει.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 02/03/21 |
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤΑΓΚΟΥ
Αγνωστες οι απόψεις του Δημήτρη Κουφοντίνα για τη μετά θάνατον ζωή, αν υπάρχει, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για «Ταλιμπάν» δίχως θρησκευτικό περίβλημα μεν, με απολύτως ανάλογο φανατισμό δε. Υπό αυτήν την έννοια, η σημερινή, γεμάτη χαρακτηριστικά αυτοχειρίας, επίθεση που κάνει εναντίον της πολιτείας και του πολιτεύματος είναι σε συνέπεια με τη δράση και τις πεποιθήσεις του.
Με τις δολοφονίες –μετά την πτώση της χούντας– ο συγκεκριμένος εξαπέλυσε πόλεμο κατά του κατεστημένου, του συστήματος και του πολιτεύματος, επιχειρώντας ταυτόχρονα να δώσει παράδειγμα, να συσπειρώσει και να στρατολογήσει ομοφρονούντες, ώστε να ξεκινήσει «αντάρτικο πόλεων» και «μπαχαλοποίηση» διαρκείας της καθημερινότητας. Ως τιμωροί εμφανίζονταν ο ίδιος και η «17η Νοέμβρη» μέσω των προκηρύξεων, αλλά ο πραγματικός στόχος ήταν η… επανάσταση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους.
Ο Κουφοντίνας δεν άλλαξε ούτε κατ’ ελάχιστον τις απόψεις του από τότε. Στον ίδιο άξονα σκέψης ενέταξε τις άδειες εξόδου του από τις φυλακές, όπως απέδειξαν οι προκλητικές βόλτες του στο κέντρο της Αθήνας. Με τη βοήθεια συμπαθούντων και της ανοχής της πολιτείας, οι περίπατοι αυτοί είχαν στόχο να ενισχύσουν το «αδάμαστο» ηγετικό προφίλ του στον χώρο του και πέρα από αυτόν. Είχε άλλωστε διαπιστώσει ότι ο σπόρος της τρομοκρατίας και του «μπάχαλου» παρέμενε ζωντανός από τους οπαδούς του στα πανεπιστήμια, στα Εξάρχεια, στα γήπεδα, καθώς και ότι υπήρχε και υπάρχει ακόμη πρόσφορο έδαφος ανοχής, υπόθαλψης, φόβου και θαλπωρής, στην πολιτική τάξη, στη διανόηση και στον συνδικαλισμό.
Η απεργία πείνας στην οποία έχει καταφύγει τώρα αποτελεί συνέχεια και ίσως κορύφωση της καριέρας του. Δίνει μία τελική πιθανώς μάχη κατά της πολιτείας, των νόμων και των θεσμών, κατά του πολιτεύματος δηλαδή, με πολλαπλούς στόχους. Να γίνουν δεκτές οι απαιτήσεις του, να δημιουργήσει προηγούμενο/δεδικασμένο και να αναγορευθεί εν ζωή και σχεδόν επίσημα ηγέτης της δικής του «Αλ Κάιντα», ή να πεθάνει ως «μάρτυρας» –όπως ακριβώς οι Ταλιμπάν και οι άλλοι του ISIS– προκειμένου να ενοποιήσει τα αντίστοιχα γκρουπούσκουλα και τους «μοναχικούς λύκους», για να ενεργοποιηθεί το πολυπόθητο «αντάρτικο πόλεων» και να πυροδοτηθούν ταραχές, κάτι που σε ένα βαθμό ήδη γίνεται, αφού η αστυνομία δείχνει ανήμπορη να ξεριζώσει το καρκίνωμα στις ποικίλες μορφές του.
Το πρόβλημα που ανέκυψε με την απεργία πείνας του Κουφοντίνα δεν είναι ανθρωπιστικό, είναι εντελώς πολιτικό και είναι και σοβαρό για την κυβέρνηση. Αλλωστε ο ίδιος, που δεν διακρίθηκε ποτέ για τον ανθρωπισμό του απέναντι στα θύματα, το θέτει σε πολιτικό επίπεδο, αρνούμενος να ακολουθήσει νομικές διαδικασίες. Ενδιαφέρεται μόνο για να τιμωρήσει τους «άπιστους», το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία τους. Πάντως, η κυβέρνηση δεν δείχνει διαθέσεις υποχώρησης, μάλλον συνυπολογίζοντας πολιτικό κόστος και όφελος. Το ίδιο, ωστόσο, κάνουν όσοι συνιστούν μεγαλοθυμία απέναντι στον Κουφοντίνα, ως αριστερό προφανώς, αδιαφορώντας εάν κάτι τέτοιο θα σημαίνει θρίαμβο για τους ομοϊδεάτες του και παράδειγμα μίμησης για τους ποινικούς κάθε κατηγορίας!
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 02/03/21 |
Ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Αν ποτέ «αντάρτες έμπαιναν στην Αθήνα, κάποια πλατεία θα βαφτιζόταν Πλατεία Κουφοντίνα». Βεβαίως, όχι το Σύνταγμα. Είναι too much, που λένε και στα νέα ελληνικά. Το πολύ πολύ να ονοματοδοτείτο μια πλατεία στον Βαρνάβα, όπου έχει και τη μεζονέτα του, ή στο Αιγάλεω, όπου ζει ο λαός στο όνομα του οποίου λέει ότι δολοφονούσε. Υπάρχουν μακελάρηδες με καλύτερο βιογραφικό για την Πλατεία Συντάγματος. Μάο Τσετούνγκ: 100 εκατομμύρια νεκροί. Ιωσήφ Στάλιν: 40-60 εκατ. Πολ Ποτ: 1,5-2 εκατ. Δεν είναι λίγοι στην Καμπότζη. Σε τέσσερα χρόνια οι Ερυθροί Χμερ ξεπάστρεψαν το 1/4 του πληθυσμού της χώρας. Δεν πρόκαμαν περισσότερους…
Από την άλλη, αυτή η Αριστερά μπορεί να μην έχει πρόβλημα με το αίμα, αλλά βγάζει αναφυλαξία με την αξιολόγηση· κάθε αξιολόγηση, ακόμη και του αίματος. Ετσι και το όνομα της πρώην Πλατείας Συντάγματος θα κρινόταν από τους συσχετισμούς, εντός αυτού που ονομάζεται «ποικιλώνυμη» ή «πολύχρωμη» Αριστερά. Στον «διάλογο» που θα ακολουθούσε, οι νεκροί «συζητητές» θα ήταν περισσότεροι από τους εκτελεσθέντες «αντιδραστικούς». Οι μαοϊκοί είναι λίγοι, και θα τους ξεπάστρευαν γρήγορα, όπως παλιότερα τους τροτσκιστές· μόνο στην καταραμένη Αστική Δημοκρατία, η Αριστερά μπορεί να είναι «ποικιλώνυμη» ή «πολύχρωμη». Επομένως, «Πλατεία Μάο Τσετούνγκ» αποκλείεται. Μάλλον, ύστερα από πολλή «συζήτηση» θα συμβιβάζονταν όλοι στο «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος», όπως είναι και το δυστοπικό μυθιστόρημα του κ. Δημήτρη Φύσσα (εκδ. Εστία).
Στα σοβαρά τώρα. Αυτήν τη στιγμή η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται από τον απεργό πείνας. Εκβιάζεται από τους υποστηρικτές του, οι οποίοι θέλουν ένα ακόμη 2008 για να ξεδώσουν. Αποζητούν την ένταση όχι για να «οξύνουν τις κοινωνικές αντιθέσεις», όπως λένε, αλλά για να χουλιγκανίσουν ατιμώρητα, όπως εκείνον τον θλιβερό Δεκέμβριο. Προς το παρόν, βρίζουν σκαιότατα την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που δεν παραβιάζει τα καθήκοντά της, και απειλούν με «κοινωνική έκρηξη».
Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο κ. Κουφοντίνας δεν είναι ένας 16χρονος που περιφερόταν στα Εξάρχεια, για να πέσει νεκρός από τα πυρά ενός αστυνομικού. Είναι ένας καταδικασμένος δολοφόνος. Δεν εκτελέσθηκε εν ψυχρώ όπως ο Αλέξης Γρηγορόπουλος. Κάνει απεργία πείνας για ένα ποταπό, γραφειοκρατικής φύσης αίτημα. Το 2008, στο απόγειο της ψευδαίσθησης για ευημερία που πληρώνουν άλλοι, υπήρχε ανοχή για τους εμπρησμούς, τις λεηλασίες, τις καταστροφές. Τώρα οι πολίτες είναι γονατισμένοι από την κρίση και το τελευταίο που θέλουν είναι να δουν το βιος τους (δημόσιο και ιδιωτικό) να καταστρέφεται. Και αντί για αριστερές εξεγέρσεις, όπως φαντασιώνονται κάποιοι, μπορεί να βρεθούμε σε ακροδεξιές οπισθοδρομήσεις. Οχι από το πολιτικό σύστημα, αλλά από την κοινωνία.
![]() |
έχει απομυθοποιηθεί σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αντιστέκεται όμως στην καθ’ ημάς Ανατολή. Ετσι εξηγείται και η ταύτισή της με τον κατάδικο Κουφοντίνα. Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, ναυαγισμένη στα ρηχά της αντιπολίτευσης, ο αφηρωισμός του μοιάζει με φιλί της ζωής. Αν θέλει κάποιος νεκρό τον Κουφοντίνα, είναι η Αριστερά. Και γι’ αυτό έχει εργαλειοποιήσει την απεργία πείνας δημιουργώντας και στον ίδιον την ψευδαίσθηση πως έχει δημιουργήσει ένα μέτωπο συμπαράστασης που θα αναγκάσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει. Στην πραγματικότητα, ξέρει πως το μέτωπο συμπαράστασης περιορίζεται στις ευάριθμες ομάδες που κλείνουν κάθε μέρα το Σύνταγμα. Και στους καταδρομείς που επιτίθενται στα αστυνομικά τμήματα. Τι μεταφέρεται στην εντατική του νοσοκομείου της Λαμίας είναι άλλο ζήτημα. Μπορεί να του μιλούν για κοινωνικές κινητοποιήσεις, για λαϊκό κίνημα και λοιπά γλαφυρά που συνηθίζουν. Τον έχουν εμπλέξει σε ένα παιχνίδι όπου αυτός κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του και αυτοί να κερδίσουν κάποιους αντιπολιτευτικούς γύρους. Ετσι, τουλάχιστον, πιστεύουν και ως συνήθως πέφτουν έξω.
Η σιωπηρή πλειοψηφία των Ελλήνων μάλλον αδιαφορεί. Και αν επιχειρήσουν τις καταστροφές που απειλούν, η αδιαφορία θα μεταμορφωθεί σε αγανάκτηση. Προς το παρόν, οι μόνοι που ενδιαφέρονται για τον Κουφοντίνα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και διάφοροι παρατρεχάμενοι, όπως το χαζο-ΚΙΝΑΛ. Λυπάμαι που το χαρακτηρίζω έτσι και εννοείται δεν αναφέρομαι στους ψηφοφόρους του. Αναφέρομαι στην ηγεσία του, που έχει καταχραστεί στο όνομα του κληρονομικού Δικαίου την όποια πολιτική δυναμική του. Με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα.
Οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου δεν προσπάθησαν να ηρωοποιήσουν τα θύματα του Κουφοντίνα. Δεν μίλησαν για ήρωες της Δημοκρατίας που δολοφονήθηκαν από τους εχθρούς της. Ούτε για τον Παύλο Μπακογιάννη, που ήταν μαχόμενος πολιτικός, ούτε για τον Νίκο Μομφεράτο, που ήταν μαχόμενος δημοσιογράφος. Ακόμη και σήμερα την υπεράσπιση της μνήμης τους την αναλαμβάνουν οι συγγενείς τους. Η ανακοίνωσή τους, αν μη τι άλλο, είναι γραμμένη με την αξιοπρέπεια της ηθικής ανωτερότητας. Ποία η απόσταση της ηθικής ανωτερότητας από το ηθικό πλεονέκτημα; Μια ηθική δρόμο
"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"¨, 02/03/21




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου