Από "ΤΑ ΝΕΑ"-δισέλιδο θέμα

"ΤΑ ΝΕΑ", 08/02/17
Η κυβέρνηση από τις κόκκινες γραμμές έφτασε να διαπραγματεύεται
Την ίδια ώρα, όμως, όπως προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση, η λήψη πρόσθετων μέτρων θεωρείται μονόδρομος. Και ανεξάρτητα από το εάν κινούνται στην κατεύθυνση της αναδιανομής - όπως υποστηρίζει το ΔΝΤ όταν συνιστά κόψτε το αφορολόγητο και τις φοροαπαλλαγές για να μειώσετε τους φορολογικούς συντελεστές ή κόψτε τις συντάξεις για να εφαρμόσετε καλύτερη κοινωνική πολιτική - με ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα ή στην κατεύθυνση των πρόσθετων σκληρών μέτρων για να επιτευχθούν υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, συνιστούν κατά την άποψη του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου λανθασμένη συνταγή.
Τόσο ο υπουργός Οικονομικών όσο και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, με επιστολές τους οι οποίες ενσωματώθηκαν στην έκθεση η οποία δημοσιοποιήθηκε επισήμως χθες το βράδυ, λένε ευθέως στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι κάνει για μία ακόμα φορά λάθος με τα νούμερα, αυτά τα οποία, κατά την προσφιλή έκφραση του Ταμείου, «πρέπει να βγαίνουν». Μάλιστα, ο Γιάννης Στουρνάρας κάνοντας ένα βήμα παραπέρα σημειώνει ότι το Ταμείο χάνει την ευκαιρία να είναι δίκαιο απέναντι στην Ιστορία, καθώς κριτικάρει όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του.
Νωρίτερα, ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντεϊσελμπλούμ εξέφρασε έκπληξη για τη σκληρότητα των προτάσεων της έκθεσης, ενώ χαρακτήρισε ξεπερασμένες τις εκτιμήσεις του, ιδίως αυτές οι οποίες επηρεάζονται από την ανάπτυξη, μέτωπο στο οποίο η ελληνική οικονομία πηγαίνει καλύτερα από ό,τι εκτιμά το Ταμείο.
ΘΗΛΙΑ ΤΟ ΧΡΕΟΣ. Το ΔΝΤ με την έκθεσή του υποστηρίζει ότι το δημόσιο χρέος είναι απολύτως μη βιώσιμο. Διατυπώνει μάλιστα στις βασικές του προβλέψεις την εφιαλτική εκτίμηση ότι το 2060 το δημόσιο χρέος θα έχει αναρριχηθεί στο 275% του ΑΕΠ, με το ύψος των χρηματοδοτικών αναγκών στο 62% του ΑΕΠ.
Στη συνεδρίαση, ούτε σε αυτή την πρόβλεψη δεν υπήρξε ομοφωνία. Οπως ανακοινώθηκε, ορισμένοι «είχαν διαφορετικές απόψεις για τη δημοσιονομική πορεία και τη βιωσιμότητα του χρέους». Στο σημείο αυτό, μάλλον θα πρέπει να συνυπολογιστεί η απροθυμία της ευρωζώνης να αποφασίσει άμεσα πρόσθετα μεσοπρόθεσμα μέτρα για τη διευθέτηση του χρέους, όπως απαιτεί το ΔΝΤ προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο συμμετοχής του στο τρίτο πρόγραμμα.
Σχολιάζοντας τις θέσεις του ΔΝΤ για μεγαλύτερη ελάφρυνση, ο απερχόμενος ολλανδός υπουργός Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup δήλωσε πως «έχουμε ήδη προχωρήσει σε ορισμένη ελάφρυνση και αν απαιτηθεί επιπλέον και η Ελλάδα συνεχίσει σε εποικοδομητικό δρόμο, τότε θα κάνουμε περισσότερα».
Επί του παρόντος, όμως, η ευρωζώνη συνεχίζει να μην κάνει το παραμικρό βήμα στο μέτωπο του χρέους απαιτώντας την προηγούμενη ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η ελληνική κυβέρνηση όσο δεν παίρνει διαβεβαιώσεις για το χρέος, ικανές να οδηγήσουν σε ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, απορρίπτει τα μέτρα.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ. Σύμφωνα με ορισμένες ευρωπαϊκές πηγές, τις επόμενες ημέρες θα καταβληθεί μία ακόμα προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης. Πηγές του υπουργείου Οικονομικών δεν επιβεβαίωσαν χθες δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προετοιμάζεται να αναλάβει νέες πρωτοβουλίες εξεύρεσης κοινού τόπου με τους θεσμούς, ενώ ευρωπαϊκές πηγές δεν επιβεβαίωναν τα δημοσιεύματα περί πρωτοβουλίας Ντεϊσελμπλούμ με τον ίδιο στόχο τις επόμενες ημέρες. Κανείς βεβαίως δεν λέει ότι το παιχνίδι τελείωσε και δεν θα εκδηλωθεί μια νέα προσπάθεια συμβιβασμού. Ο επόμενος επίσημος σταθμός για τη διερεύνηση μιας τέτοιας πιθανότητας είναι η αυριανή συνεδρίαση του EuroWorking Group. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θεωρείται σχεδόν αδύνατο να υπάρξει συμφωνία στις 20 Φεβρουαρίου, οπότε είναι προγραμματισμένη η επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup. Το σενάριο της συμφωνίας απαιτεί πολλαπλάσιο χρόνο, εάν είναι τελικά εφικτή.
Ειδική περίπτωση
Του Κώστα Β. Μποτόπουλου
Η πιο εύγλωττη απόδειξη για το μέγεθος της ελληνικής αποτυχίας στο μέτωπο της κρίσης είναι ότι, επτά χρόνια μετά την ουσιαστική χρεοκοπία μας και τις συνεχείς προσπάθειες να την ξεπεράσουμε, παραμένουμε «ειδική περίπτωση».
Σκεφτείτε πόσες «ιδιαιτερότητες», που επιδεινώθηκαν όλες από τους χειρισμούς της παρούσας κυβέρνησης:
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που μπήκε σε Μνημόνιο, αλλά η μόνη που αρνείται πεισματικά να βγει από αυτό. Τα κόμματα που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση καλλιεργούσαν έναν ανοιχτά «αντιμνημονιακό» λόγο, τον οποίο, όταν έρχονταν στην κυβέρνηση, δυσκολεύονταν να μετατρέψουν σε αξιόπιστη σχέση με το κοινωνικό σώμα και τους διεθνείς εταίρους. Αυτό έπαθε η κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία όμως κατάφερε σε αρκετά μεγάλο βαθμό να αποκαταστήσει την αξιοπιστία. Αυτό κυρίως υπέστη, και μας έκανε να υποστούμε, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ήρθε στην εξουσία με κεντρικό στόχο να μας βγάλει από την «επιτροπεία» και πέτυχε τον μοναδικό άθλο όχι μόνο να φορτώσει στις συλλογικές πλάτες το δικό της διαρκές Μνημόνιο, αλλά και να ξανανοίξει, στην παρούσα φάση, την πόρτα του Grexit, για την αποφυγή του οποίου είχε, υποτίθεται, συνομολογήσει το τρίτο Μνημόνιο.
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που είχε να διαπραγματευτεί και συχνά να τα βάλει με τρόικες, τέθριππα και θεσμούς, αλλά η μόνη που δεν βρήκε ποτέ το «κουμπί» τους, που δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις ανοχές και τις αντιφάσεις τους, που και τους «φίλους» τους έκανε εχθρούς. Καμία άλλη χώρα δεν έτυχε - σε όλο το διάστημα της κρίσης, αλλά κυρίως επί Γιούνκερ - τόσο θετικής αντιμετώπισης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για καμία άλλη δεν έκανε τόσες παρακάμψεις από τους κανόνες της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σε καμία άλλη δεν παραδέχθηκε ρητά τα λάθη σχεδιασμού του το ΔΝΤ και δεν προσέφερε τόσο κρίσιμες αναπροσαρμογές όσο τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Εναντι όλων αυτών, η παρούσα ιδίως κυβέρνηση κούρασε την Επιτροπή, ανάγκασε την ΕΚΤ να προσθέτει διαρκώς νέους όρους για να μας ανοίξει την πόρτα της ποσοτικής χαλάρωσης και κατέληξε να ζητά την έξωση του ΔΝΤ, αφού προηγουμένως μόνη της συμφώνησε να μη μειώσει το στόχο των πλεονασμάτων, άρα να μην ξεσφίξει τη θηλιά από την πραγματική οικονομία.
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που αναγκάστηκε να πάρει μέτρα πολύ οδυνηρά, και συχνά τιμωρητικά, εις βάρος των πολιτών της. Υπήρξε όμως η μόνη που ποτέ δεν πρότεινε δικά της μέτρα, που δεν έδειξε ότι καταλαβαίνει πού υστερούσε και δεν επιδίωξε χωρίς έξωθεν καταναγκασμούς να μεταρρυθμίσει τους πιο προβληματικούς τομείς. Η Ιρλανδία και η Κύπρος άλλαξαν τραπεζικό σύστημα για να διατηρήσουν τα φορολογικά πλεονεκτήματά τους. Η Πορτογαλία εξορθολόγισε τη φορολογική και διοικητική της λειτουργία. Εμείς προβάλουμε μόνο τα - κάποιες φορές όχι αδικαιολόγητα - «όχι» μας και ποτέ τα - από χρόνια στα χαρτιά - σχέδιά μας. Αποτέλεσμα: η παρούσα κυβέρνηση θα αναγκαστεί να κάνει κι άλλες υποχωρήσεις σε δυο τομείς που θα μπορούσε να υπερασπιστεί - τις συντάξεις και τα εργασιακά - και δεν θα πάρει σε αντάλλαγμα τίποτα άλλο από μια διαιώνιση του μαρτυρίου της.
Το πρόβλημα είναι ότι το μαρτύριο είναι συλλογικό. Και, όπως είναι τα πράγματα, χωρίς τέλος.
Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

"ΤΑ ΝΕΑ", 08/02/17
Η κυβέρνηση από τις κόκκινες γραμμές έφτασε να διαπραγματεύεται
μια «κοινωνικά βιώσιμη συμφωνία»
Τώρα τρέχουν για το τρένο της ποσοτικής χαλάρωσης
Της Βούλας Κεχαγιά
Το Μαξίμου εμφανίζεται διατεθειμένο να συζητήσει οποιαδήποτε πρόταση μπορεί να οδηγήσει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Υπ' αυτήν την έννοια, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να φθάσει ώς τη συμφωνία ει δυνατόν στις 20 Φεβρουαρίου, αρκεί να γνωρίζει πως αυτή μπορεί να εξασφαλίσει το QE για τη χώρα και ακολούθως τη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν το Μέγαρο Μαξίμου πήρε διακριτικές αποστάσεις από τη διαπίστωση του υπουργού Επικρατείας Χριστόφορου Βερναρδάκη πως είναι δευτερεύον ζήτημα αυτή τη στιγμή η ποσοτική χαλάρωση με το σχόλιο «δεν σημαίνει πως εάν δεν μπούμε τον Μάρτιο δεν υπάρχει ζωή μετά απ' αυτό» (Real).
«Σας λέω ότι από τη μεριά της κυβέρνησης επιδιώκεται μία τέτοια συμφωνία η οποία θα μπορεί να οδηγήσει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (...) η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να συζητήσει και να συμφωνήσει σε οτιδήποτε είναι, πρώτον, συνολικά βιώσιμο και, δεύτερον, μπορεί να οδηγήσει σε ένταξη στο QE» είπε με έμφαση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος.
Για να προσθέσει πάντως πως οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει «μία βάση ώστε να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να προχωρήσουμε με θετικό τρόπο εντός του α' τριμήνου του 2017 σ' αυτό». Ο Δ. Τζανακόπουλος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «κοινωνικά βιώσιμη συμφωνία» αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση προτίθεται να κάνει υποχωρήσεις σε σημείο που δεν θα θίγονται κεκτημένα των πολιτών.
ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ... Πάντως η εκτίμηση Βερναρδάκη πως υπάρχει ζωή και μετά τον Μάρτιο δεν πρέπει να θεωρείται απολύτως εκτός γραμμής καθώς ουδείς από την κυβέρνηση στην παρούσα φάση μπορεί να προεξοφλήσει ότι η αξιολόγηση θα κλείσει τον Φεβρουάριο, επομένως η χώρα θα μπει στην ποσοτική χαλάρωση με απόφαση του ΔΣ της ΕΚΤ της 9ης Μαρτίου. Ο αμέσως επόμενος χρονικός στόχος, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, είναι ο Μάιος, εξέλιξη που δεν θα θεωρούνταν καταστροφική, σίγουρα όμως θα επιβράδυνε την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και θα καθυστερούσε την ανάπτυξη του οδικού χάρτη της κυβέρνησης για έξοδο από την κρίση. Ο Βερναρδάκης εξηγούσε αργότερα σε συνεργάτες του πως είναι σημαντικό να μπει η χώρα στο QE, αλλά δεν θα έρθει και η καταστροφή του κόσμου στην περίπτωση που πάει λίγο πιο πίσω.
Στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ που συνεδρίασε χθες με αντικείμενο την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης έγινε αποτίμηση των νεότερων δεδομένων με βάση και τα συμπεράσματα από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ. Οπως τονίστηκε, το Ταμείο οφείλει να σταματήσει τις άσκοπες κωλυσιεργίες και να ξεκαθαρίσει το συντομότερο δυνατόν τη στάση του ως προς τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα. Τα μέλη του στάθηκαν στις διαφωνίες που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό του Ταμείου, ωστόσο συμφώνησαν πως οι παράλογες απαιτήσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σημειωτέον πως το ΔΝΤ αξιώνει από την ελληνική κυβέρνηση ψήφιση από τώρα του αφορολόγητου και κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις ως προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα.
ΠΟΝΤΑΡΟΥΝ ΣΤΟΝ ΣΟΥΛΤΣ. Πάντως στο εσωτερικό της κυβέρνησης φαίνεται πως βρίσκει έδαφος η πρόταση που προτίθεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να παρουσιάσει ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης τώρα και το κλείσιμο της συνολικής συμφωνίας μετά τις γερμανικές εκλογές. Στις Βρυξέλλες, αλλά και στο Μαξίμου, υπάρχει εκτίμηση ότι ενδεχομένως το SPD να επικρατήσει του CDU, κάτι που θα διαμόρφωνε ένα σαφώς πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την Ελλάδα στην Ευρώπη με τους Σοσιαλδημοκράτες να δείχνουν μεγαλύτερη ελαστικότητα απέναντι στη χώρα μας.
Στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε το θέμα της προώθησης μεταρρυθμίσεων που πρέπει να αφήσουν το στίγμα της Αριστεράς στους τομείς της υγείας, της παιδείας και του κράτους και ζήτησε να υπάρξει επιμονή στο πεδίο της ενίσχυσης των κοινωνικών συμμαχιών. Συγχρόνως συζητήθηκαν θέματα οργανωτικά και οι σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τα συνδικάτα.
ΤΟ ΔΝΤ ΣΟΚΑΡΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΤΕΪΣΕΛΜΠΛΟΥΜ
Συμφωνούν μόνο για τα μέτρα
Της Έλενας Λάσκαρη
Το ΔΝΤ εμφανίστηκε διχασμένο στη χθεσινή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του για την Ελλάδα. Δύο γραμμές για το εάν το δέον για το ελληνικό πρόγραμμα είναι πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ή 1,5% από το 2018 και μετά. Μάλιστα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στη γραμμή του 3,5% συντάχθηκαν κυρίως τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη.
Τώρα τρέχουν για το τρένο της ποσοτικής χαλάρωσης
Της Βούλας Κεχαγιά
Το Μαξίμου εμφανίζεται διατεθειμένο να συζητήσει οποιαδήποτε πρόταση μπορεί να οδηγήσει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Υπ' αυτήν την έννοια, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να φθάσει ώς τη συμφωνία ει δυνατόν στις 20 Φεβρουαρίου, αρκεί να γνωρίζει πως αυτή μπορεί να εξασφαλίσει το QE για τη χώρα και ακολούθως τη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν το Μέγαρο Μαξίμου πήρε διακριτικές αποστάσεις από τη διαπίστωση του υπουργού Επικρατείας Χριστόφορου Βερναρδάκη πως είναι δευτερεύον ζήτημα αυτή τη στιγμή η ποσοτική χαλάρωση με το σχόλιο «δεν σημαίνει πως εάν δεν μπούμε τον Μάρτιο δεν υπάρχει ζωή μετά απ' αυτό» (Real).
«Σας λέω ότι από τη μεριά της κυβέρνησης επιδιώκεται μία τέτοια συμφωνία η οποία θα μπορεί να οδηγήσει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (...) η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να συζητήσει και να συμφωνήσει σε οτιδήποτε είναι, πρώτον, συνολικά βιώσιμο και, δεύτερον, μπορεί να οδηγήσει σε ένταξη στο QE» είπε με έμφαση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος.
Για να προσθέσει πάντως πως οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει «μία βάση ώστε να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να προχωρήσουμε με θετικό τρόπο εντός του α' τριμήνου του 2017 σ' αυτό». Ο Δ. Τζανακόπουλος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «κοινωνικά βιώσιμη συμφωνία» αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση προτίθεται να κάνει υποχωρήσεις σε σημείο που δεν θα θίγονται κεκτημένα των πολιτών.
ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΧΟΣ... Πάντως η εκτίμηση Βερναρδάκη πως υπάρχει ζωή και μετά τον Μάρτιο δεν πρέπει να θεωρείται απολύτως εκτός γραμμής καθώς ουδείς από την κυβέρνηση στην παρούσα φάση μπορεί να προεξοφλήσει ότι η αξιολόγηση θα κλείσει τον Φεβρουάριο, επομένως η χώρα θα μπει στην ποσοτική χαλάρωση με απόφαση του ΔΣ της ΕΚΤ της 9ης Μαρτίου. Ο αμέσως επόμενος χρονικός στόχος, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, είναι ο Μάιος, εξέλιξη που δεν θα θεωρούνταν καταστροφική, σίγουρα όμως θα επιβράδυνε την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και θα καθυστερούσε την ανάπτυξη του οδικού χάρτη της κυβέρνησης για έξοδο από την κρίση. Ο Βερναρδάκης εξηγούσε αργότερα σε συνεργάτες του πως είναι σημαντικό να μπει η χώρα στο QE, αλλά δεν θα έρθει και η καταστροφή του κόσμου στην περίπτωση που πάει λίγο πιο πίσω.
Στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ που συνεδρίασε χθες με αντικείμενο την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης έγινε αποτίμηση των νεότερων δεδομένων με βάση και τα συμπεράσματα από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ. Οπως τονίστηκε, το Ταμείο οφείλει να σταματήσει τις άσκοπες κωλυσιεργίες και να ξεκαθαρίσει το συντομότερο δυνατόν τη στάση του ως προς τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα. Τα μέλη του στάθηκαν στις διαφωνίες που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό του Ταμείου, ωστόσο συμφώνησαν πως οι παράλογες απαιτήσεις δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σημειωτέον πως το ΔΝΤ αξιώνει από την ελληνική κυβέρνηση ψήφιση από τώρα του αφορολόγητου και κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις ως προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα.
ΠΟΝΤΑΡΟΥΝ ΣΤΟΝ ΣΟΥΛΤΣ. Πάντως στο εσωτερικό της κυβέρνησης φαίνεται πως βρίσκει έδαφος η πρόταση που προτίθεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να παρουσιάσει ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης τώρα και το κλείσιμο της συνολικής συμφωνίας μετά τις γερμανικές εκλογές. Στις Βρυξέλλες, αλλά και στο Μαξίμου, υπάρχει εκτίμηση ότι ενδεχομένως το SPD να επικρατήσει του CDU, κάτι που θα διαμόρφωνε ένα σαφώς πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την Ελλάδα στην Ευρώπη με τους Σοσιαλδημοκράτες να δείχνουν μεγαλύτερη ελαστικότητα απέναντι στη χώρα μας.
Στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε το θέμα της προώθησης μεταρρυθμίσεων που πρέπει να αφήσουν το στίγμα της Αριστεράς στους τομείς της υγείας, της παιδείας και του κράτους και ζήτησε να υπάρξει επιμονή στο πεδίο της ενίσχυσης των κοινωνικών συμμαχιών. Συγχρόνως συζητήθηκαν θέματα οργανωτικά και οι σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τα συνδικάτα.
ΤΟ ΔΝΤ ΣΟΚΑΡΙΣΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΤΕΪΣΕΛΜΠΛΟΥΜ
Συμφωνούν μόνο για τα μέτρα
Της Έλενας Λάσκαρη
Το ΔΝΤ εμφανίστηκε διχασμένο στη χθεσινή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του για την Ελλάδα. Δύο γραμμές για το εάν το δέον για το ελληνικό πρόγραμμα είναι πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% ή 1,5% από το 2018 και μετά. Μάλιστα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στη γραμμή του 3,5% συντάχθηκαν κυρίως τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη.
Την ίδια ώρα, όμως, όπως προκύπτει από την επίσημη ανακοίνωση, η λήψη πρόσθετων μέτρων θεωρείται μονόδρομος. Και ανεξάρτητα από το εάν κινούνται στην κατεύθυνση της αναδιανομής - όπως υποστηρίζει το ΔΝΤ όταν συνιστά κόψτε το αφορολόγητο και τις φοροαπαλλαγές για να μειώσετε τους φορολογικούς συντελεστές ή κόψτε τις συντάξεις για να εφαρμόσετε καλύτερη κοινωνική πολιτική - με ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα ή στην κατεύθυνση των πρόσθετων σκληρών μέτρων για να επιτευχθούν υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, συνιστούν κατά την άποψη του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου λανθασμένη συνταγή.
Τόσο ο υπουργός Οικονομικών όσο και ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, με επιστολές τους οι οποίες ενσωματώθηκαν στην έκθεση η οποία δημοσιοποιήθηκε επισήμως χθες το βράδυ, λένε ευθέως στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι κάνει για μία ακόμα φορά λάθος με τα νούμερα, αυτά τα οποία, κατά την προσφιλή έκφραση του Ταμείου, «πρέπει να βγαίνουν». Μάλιστα, ο Γιάννης Στουρνάρας κάνοντας ένα βήμα παραπέρα σημειώνει ότι το Ταμείο χάνει την ευκαιρία να είναι δίκαιο απέναντι στην Ιστορία, καθώς κριτικάρει όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του.
Νωρίτερα, ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντεϊσελμπλούμ εξέφρασε έκπληξη για τη σκληρότητα των προτάσεων της έκθεσης, ενώ χαρακτήρισε ξεπερασμένες τις εκτιμήσεις του, ιδίως αυτές οι οποίες επηρεάζονται από την ανάπτυξη, μέτωπο στο οποίο η ελληνική οικονομία πηγαίνει καλύτερα από ό,τι εκτιμά το Ταμείο.
ΘΗΛΙΑ ΤΟ ΧΡΕΟΣ. Το ΔΝΤ με την έκθεσή του υποστηρίζει ότι το δημόσιο χρέος είναι απολύτως μη βιώσιμο. Διατυπώνει μάλιστα στις βασικές του προβλέψεις την εφιαλτική εκτίμηση ότι το 2060 το δημόσιο χρέος θα έχει αναρριχηθεί στο 275% του ΑΕΠ, με το ύψος των χρηματοδοτικών αναγκών στο 62% του ΑΕΠ.
Στη συνεδρίαση, ούτε σε αυτή την πρόβλεψη δεν υπήρξε ομοφωνία. Οπως ανακοινώθηκε, ορισμένοι «είχαν διαφορετικές απόψεις για τη δημοσιονομική πορεία και τη βιωσιμότητα του χρέους». Στο σημείο αυτό, μάλλον θα πρέπει να συνυπολογιστεί η απροθυμία της ευρωζώνης να αποφασίσει άμεσα πρόσθετα μεσοπρόθεσμα μέτρα για τη διευθέτηση του χρέους, όπως απαιτεί το ΔΝΤ προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο συμμετοχής του στο τρίτο πρόγραμμα.
Σχολιάζοντας τις θέσεις του ΔΝΤ για μεγαλύτερη ελάφρυνση, ο απερχόμενος ολλανδός υπουργός Οικονομικών και επικεφαλής του Eurogroup δήλωσε πως «έχουμε ήδη προχωρήσει σε ορισμένη ελάφρυνση και αν απαιτηθεί επιπλέον και η Ελλάδα συνεχίσει σε εποικοδομητικό δρόμο, τότε θα κάνουμε περισσότερα».
Επί του παρόντος, όμως, η ευρωζώνη συνεχίζει να μην κάνει το παραμικρό βήμα στο μέτωπο του χρέους απαιτώντας την προηγούμενη ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η ελληνική κυβέρνηση όσο δεν παίρνει διαβεβαιώσεις για το χρέος, ικανές να οδηγήσουν σε ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, απορρίπτει τα μέτρα.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ. Σύμφωνα με ορισμένες ευρωπαϊκές πηγές, τις επόμενες ημέρες θα καταβληθεί μία ακόμα προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης. Πηγές του υπουργείου Οικονομικών δεν επιβεβαίωσαν χθες δημοσιεύματα σύμφωνα με τα οποία ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προετοιμάζεται να αναλάβει νέες πρωτοβουλίες εξεύρεσης κοινού τόπου με τους θεσμούς, ενώ ευρωπαϊκές πηγές δεν επιβεβαίωναν τα δημοσιεύματα περί πρωτοβουλίας Ντεϊσελμπλούμ με τον ίδιο στόχο τις επόμενες ημέρες. Κανείς βεβαίως δεν λέει ότι το παιχνίδι τελείωσε και δεν θα εκδηλωθεί μια νέα προσπάθεια συμβιβασμού. Ο επόμενος επίσημος σταθμός για τη διερεύνηση μιας τέτοιας πιθανότητας είναι η αυριανή συνεδρίαση του EuroWorking Group. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θεωρείται σχεδόν αδύνατο να υπάρξει συμφωνία στις 20 Φεβρουαρίου, οπότε είναι προγραμματισμένη η επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup. Το σενάριο της συμφωνίας απαιτεί πολλαπλάσιο χρόνο, εάν είναι τελικά εφικτή.
Ειδική περίπτωση
Του Κώστα Β. Μποτόπουλου
Η πιο εύγλωττη απόδειξη για το μέγεθος της ελληνικής αποτυχίας στο μέτωπο της κρίσης είναι ότι, επτά χρόνια μετά την ουσιαστική χρεοκοπία μας και τις συνεχείς προσπάθειες να την ξεπεράσουμε, παραμένουμε «ειδική περίπτωση».
Σκεφτείτε πόσες «ιδιαιτερότητες», που επιδεινώθηκαν όλες από τους χειρισμούς της παρούσας κυβέρνησης:
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που μπήκε σε Μνημόνιο, αλλά η μόνη που αρνείται πεισματικά να βγει από αυτό. Τα κόμματα που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση καλλιεργούσαν έναν ανοιχτά «αντιμνημονιακό» λόγο, τον οποίο, όταν έρχονταν στην κυβέρνηση, δυσκολεύονταν να μετατρέψουν σε αξιόπιστη σχέση με το κοινωνικό σώμα και τους διεθνείς εταίρους. Αυτό έπαθε η κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία όμως κατάφερε σε αρκετά μεγάλο βαθμό να αποκαταστήσει την αξιοπιστία. Αυτό κυρίως υπέστη, και μας έκανε να υποστούμε, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ήρθε στην εξουσία με κεντρικό στόχο να μας βγάλει από την «επιτροπεία» και πέτυχε τον μοναδικό άθλο όχι μόνο να φορτώσει στις συλλογικές πλάτες το δικό της διαρκές Μνημόνιο, αλλά και να ξανανοίξει, στην παρούσα φάση, την πόρτα του Grexit, για την αποφυγή του οποίου είχε, υποτίθεται, συνομολογήσει το τρίτο Μνημόνιο.
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που είχε να διαπραγματευτεί και συχνά να τα βάλει με τρόικες, τέθριππα και θεσμούς, αλλά η μόνη που δεν βρήκε ποτέ το «κουμπί» τους, που δεν μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις ανοχές και τις αντιφάσεις τους, που και τους «φίλους» τους έκανε εχθρούς. Καμία άλλη χώρα δεν έτυχε - σε όλο το διάστημα της κρίσης, αλλά κυρίως επί Γιούνκερ - τόσο θετικής αντιμετώπισης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για καμία άλλη δεν έκανε τόσες παρακάμψεις από τους κανόνες της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σε καμία άλλη δεν παραδέχθηκε ρητά τα λάθη σχεδιασμού του το ΔΝΤ και δεν προσέφερε τόσο κρίσιμες αναπροσαρμογές όσο τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Εναντι όλων αυτών, η παρούσα ιδίως κυβέρνηση κούρασε την Επιτροπή, ανάγκασε την ΕΚΤ να προσθέτει διαρκώς νέους όρους για να μας ανοίξει την πόρτα της ποσοτικής χαλάρωσης και κατέληξε να ζητά την έξωση του ΔΝΤ, αφού προηγουμένως μόνη της συμφώνησε να μη μειώσει το στόχο των πλεονασμάτων, άρα να μην ξεσφίξει τη θηλιά από την πραγματική οικονομία.
Η Ελλάδα δεν υπήρξε η μόνη χώρα που αναγκάστηκε να πάρει μέτρα πολύ οδυνηρά, και συχνά τιμωρητικά, εις βάρος των πολιτών της. Υπήρξε όμως η μόνη που ποτέ δεν πρότεινε δικά της μέτρα, που δεν έδειξε ότι καταλαβαίνει πού υστερούσε και δεν επιδίωξε χωρίς έξωθεν καταναγκασμούς να μεταρρυθμίσει τους πιο προβληματικούς τομείς. Η Ιρλανδία και η Κύπρος άλλαξαν τραπεζικό σύστημα για να διατηρήσουν τα φορολογικά πλεονεκτήματά τους. Η Πορτογαλία εξορθολόγισε τη φορολογική και διοικητική της λειτουργία. Εμείς προβάλουμε μόνο τα - κάποιες φορές όχι αδικαιολόγητα - «όχι» μας και ποτέ τα - από χρόνια στα χαρτιά - σχέδιά μας. Αποτέλεσμα: η παρούσα κυβέρνηση θα αναγκαστεί να κάνει κι άλλες υποχωρήσεις σε δυο τομείς που θα μπορούσε να υπερασπιστεί - τις συντάξεις και τα εργασιακά - και δεν θα πάρει σε αντάλλαγμα τίποτα άλλο από μια διαιώνιση του μαρτυρίου της.
Το πρόβλημα είναι ότι το μαρτύριο είναι συλλογικό. Και, όπως είναι τα πράγματα, χωρίς τέλος.
Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου