"ΤΑ ΝΕΑ", 04/06/20
ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΝΤΟΚΟΥ
Κατά καιρούς περνάμε στην Ελλάδα περιόδους άκριτου θαυμασμού όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής (και αντίστοιχα την αναποτελεσματικότητα της ημετέρας). Μια τέτοια περίοδος ήταν γύρω στο 2010, όταν μεταφράστηκε στα ελληνικά το πολύ ενδιαφέρον, αλλά και δυσνόητο και «φλύαρο» πόνημα, του Αχμέτ Νταβούτογλου. Οι απόψεις του δέχθηκαν αργότερα έντονη κριτική μέσα στην ίδια την Τουρκία. Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται στα καθ' ημάς μια αναβίωση αυτής της μεμψίμοιρης προσέγγισης. Η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Αν και στο διάστημα που κυβερνά τη χώρα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν επιτευχθεί ορισμένοι στόχοι εξωτερικής πολιτικής και έχουν αναμφισβήτητα αυξηθεί ο περιφερειακός ρόλος και το διεθνές βάρος της χώρας του, καθώς και τα οικονομικά και στρατιωτικά μεγέθη, οι αποτυχίες ή οι πύρρειες νίκες δεν είναι λίγες.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει κίνδυνο στρατηγικής υπερέκτασης, ως αποτέλεσμα της υπερεκτίμησης δυνατοτήτων και επιρροής και των υπερ-φιλόδοξων στόχων που έχουν τεθεί ενόψει του 2023 αλλά και γενικότερα. Οι συχνές ασκήσεις σχοινοβασίας του προέδρου Ερντογάν δεν παραπέμπουν υποχρεωτικά σε ένα συνολικό στρατηγικό σχέδιο. Ο αποκλεισμός από τις περιφερειακές συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι αποτέλεσμα τουρκικών επιλογών απέναντι στο Ισραήλ και την Αίγυπτο, αλλά και την απροθυμία να συνομιλήσει με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η δε απόφαση για μια ανταγωνιστική σχέση με το Ισραήλ είχε μέχρι τώρα σημαντικό κόστος για την Τουρκία, τόσο σε διμερές επίπεδο, όσο και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η υποστήριξη πολιτικών δυνάμεων που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα σε διάφορες αραβικές χώρες έχει προκαλέσει την έντονη ενόχληση χωρών όπως η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ. Ο εναγκαλισμός με τη Ρωσία σε σειρά τομέων είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το πρόγραμμα των F-35 και κατέστησε την Τουρκία κόκκινο πανί για το αμερικανικό Κογκρέσο και τις υπηρεσίες εθνικής ασφαλείας. Τέλος, η διατήρηση με όλους τους «συμμάχους» μιας αμιγώς συναλλακτικής σχέσης, πλήρως στερούμενης ενός πλαισίου αρχών και αξιών, ασφαλώς δεν αποτελεί πηγή υπερηφάνειας.
Τούτων λεχθέντων, η Τουρκία, παρά τα μεγάλα εσωτερικά και εξωτερικά της προβλήματα και τις συχνές ακραίες δηλώσεις και ενέργειες, αλλά και λανθασμένες επιλογές της τουρκικής ηγεσίας, εξακολουθεί να θεωρείται σημαντική δύναμη και ο κ. Ερντογάν να συνομιλεί συστηματικά με τους σημαντικότερους ηγέτες σε διεθνές επίπεδο. Η εξήγηση βρίσκεται στη γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας, τον οικονομικό δυναμισμό και τη σημασία της ως αναδυόμενης μεγάλης αγοράς και προορισμού επενδύσεων, αλλά και την ηγετική προσωπικότητα του τούρκου προέδρου.
Οσον αφορά στην πολιτική της έναντι της Ελλάδας, η Τουρκία σε αρκετά θέματα μας διαβάζει με λάθος τρόπο και ίσως αυτό να οφείλεται εν μέρει στον τρόπο λήψης αποφάσεων από ένα κλειστό περιβάλλον όπου η διαφορετική γνώμη δεν ενθαρρύνεται, ενώ έχουν περιθωριοποιηθεί φορείς όπως το υπουργείο Εξωτερικών. Εχει περιοριστεί, επίσης, το εύρος των διαύλων επικοινωνίας Αθήνας - Αγκυρας, με ευθύνη της τελευταίας. Ενα παράδειγμα λανθασμένης εκτίμησης είναι αυτό των ροών, όπου για τις μεν μεταναστευτικές η Τουρκία φέρει ευθύνη (λόγω κατάργησης βίζας και φθηνών πτήσεων προς Κωνσταντινούπολη με την THY), από τις δε προσφυγικές πλήττεται και εκείνη. Κάνει όμως λάθος εκτίμηση του προβλήματος, όπως και αυτού των ευρύτερων σχέσεων με την ΕΕ, μετατρέποντας την Ελλάδα από ένα δυνητικό σύμμαχο σε έναν αντίπαλο, που αναπόφευκτα θα χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς τής ΕΕ για την άσκηση πίεσης και την επιβολή κυρώσεων.
Σοφά ο Σουν-Τζου συμβούλευε να αφήνεις κάποια οδό διαφυγής στον αντίπαλο, αλλιώς θα πολεμήσει μέχρι εσχάτων και αυτό η Τουρκία το παραβλέπει. Οι μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις (τύπου Γαλάζιας Πατρίδας και τουρκο-λιβυκού μνημονίου) και τα τερτίπια περί γκρίζων ζωνών και αποστρατιωτικοποίησης νήσων δεν θα οδηγήσουν σε ελληνική υποχώρηση, ούτε σε μια αμιγώς πολιτική διαπραγμάτευση, όπως φαίνεται να είναι η τουρκική επιδίωξη, αλλά σε μια σκλήρυνση της ελληνικής στάσης και έναν ψυχρό πόλεμο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ελπίζει κανείς ότι η Τουρκία δεν θα χρειαστεί να συνειδητοποιήσει εμπράκτως το λάθος της, γιατί τότε το κόστος θα είναι υψηλό και για τις δύο πλευρές. Οι «κόκκινες γραμμές», πάντως, έχουν επικοινωνηθεί.
Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία κάνει τη δουλειά της προωθώντας τα συμφέροντά της και εμείς οφείλουμε να κάνουμε τη δική μας: να κατανοήσουμε τον στρατηγικό αντίπαλο χωρίς να τον υποτιμήσουμε αλλά ούτε και να τον υπερτιμήσουμε, να ξεφύγουμε από εσφαλμένες αντιλήψεις και εμμονές, να μη ρίχνουμε άθελά μας νερό στον τουρκικό μύλο ψυχολογικών επιχειρήσεων και να επηρεάσουμε την τουρκική εκτίμηση κόστους - οφέλους με δύο τρόπους (και με σαφή σειρά προτεραιότητας):
(α) εσωτερική εξισορρόπηση (ενδυνάμωση), με επιτάχυνση των προσπαθειών που έχουν ξεκινήσει στους τομείς της εθνικής άμυνας, αμυντικής βιομηχανίας, στρατηγικών επικοινωνιών, στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων και με απαραίτητο συνδετικό ιστό την εθνική συνεννόηση.
(β) εξωτερική εξισορρόπηση, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των σημαντικών δρώντων, την υψηλή ρευστότητα και τη δυναμική και όχι στατική φύση του περιβάλλοντος ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο. Καθώς λόγω γεωγραφίας και διεκδικητικής πολιτικής, ο αντίπαλος έχει την πρωτοβουλία κινήσεων σε τακτικό επίπεδο, θα επιδιώξουμε την ανάληψη της πρωτοβουλίας σε στρατηγικό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται να διαμορφώσουμε μια πολιτική κινήτρων και αντικινήτρων που θα φέρει την Τουρκία μπροστά στο δίλημμα «ομαλοποίηση των σχέσεων, με αμοιβαίο όφελος, υπό την προϋπόθεση της εγκατάλειψης μαξιμαλιστικών προσεγγίσεων και πολιτικών καταναγκασμού» ή «συνέχιση της συγκρουσιακής πολιτικής με ορατό κόστος», και σε αυτό περιλαμβάνονται οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών με γειτονικά κράτη, καθώς και διπλωματικές εκστρατείες που ενοχλούν την Τουρκία, καθώς υπογραμμίζουν την εικόνα κράτους που κινείται εκτός διεθνούς νομιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται έγκαιρη δραστηριοποίηση με στόχο τη συνδιαμόρφωση, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, της μελλοντικής σχέσης ΕΕ - Τουρκίας με τρόπο που να κατοχυρώνει τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά και την ανάληψη ρυθμιστικού ρόλου στα σχήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, συνδέοντας τη σταδιακή άρση του αποκλεισμού της Τουρκίας με την αλλαγή συμπεριφοράς της.
Στόχος μιας τέτοιας πολιτικής είναι να επενδύσουμε στο αίσθημα ρεαλισμού και συμφέροντος της τουρκικής ηγεσίας, κρατώντας - με πειστικό τρόπο, μέσω της επιτυχημένης εσωτερικής ενδυνάμωσης - ταυτόχρονα ανοιχτή τόσο την πόρτα του «φρενοκομείου», όσο και αυτή της αποκλιμάκωσης και συνεννόησης.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου