οι κηπουροι τησ αυγησ

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Οι ειδικοί υπολογίζουν ότι πριν από την εφαρμογή των μέτρων ο δείκτης R0 (ο πραγματικός αριθμός αναπαραγωγής, που υπολογίζει σε πόσους ανθρώπους μεταδίδει τον ιό κατά μέσο όρο ένα μολυσμένο άτομο) είχε διαμορφωθεί στο 2,38. Εκτοτε κάθε απόφαση που οδηγούσε στον περιορισμό των επαφών φαίνεται ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Τοκλείσιμο των σχολείων επέδρασε κατά 18,5%, οι εργασιακοί περιορισμοίκατά 10,3% και οι περιορισμοί των δραστηριοτήτων στον ελεύθερο χρόνο μας κατά 24,1%. Το σύνολο όμως των παρεμβάσεων αυτών απέδωσε κατά 81%. Είναι δε ενδεικτικό ότι εν μέσω καραντίνας μειώθηκε κατακόρυφα η ανθρώπινη επικοινωνία διά ζώσης. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των κοινωνικών επαφών μειώθηκε από 20,7 άτομα ημερησίως (μέσος όρος πριν από τη λήψη μέτρων) σε 2,9 στη διάρκεια του lockdown (συρρίκνωση της τάξεως του 86,9%)....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" και "ΤΑ ΝΕΑ"


"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 03/06/20
ΤΗΣ ΠΕΝΝΥΣ ΜΠΟΥΛΟΥΝΤΖΑ

Την επιλογή της ταυτόχρονης λήψης πολλαπλών μέτρων κοινωνικής απόστασης και τελικά του lockdown ως μέτρου ελέγχου της επιδημίας του κορωνοϊού στη χώρα μας δικαιώνει μελέτη Ελλήνων ερευνητών. Σύμφωνα με τη μελέτη, στην Ελλάδα ο αριθμός αναπαραγωγής της νόσου, R, μειώθηκε λόγω του συνδυασμού των μέτρων κατά 81%. Αντιθέτως, το κάθε μέτρο, όπως το κλείσιμο των σχολείων και η μείωση των επαφών σε εργασιακούς χώρους και κατά τον ελεύθερο χρόνο μεμονωμένα, επέδρασε σε ποσοστά που κυμαίνονται από 10,3% έως 24%. Οι εκτιμήσεις βασίστηκαν σε έρευνα κοινωνικών επαφών που κατέδειξε ότι κατά τη διάρκεια του lockdown οι κάτοικοι της Αθήνας μείωσαν τις κοινωνικές επαφές τους κατά 86,9%.

Η μελέτη, που έχει ήδη προδημοσιευθεί (medRxiv.org), εκπονήθηκε από τους ερευνητές Βάνα Σύψα, Σωτήρη Ρούσσο, Δημήτρη Παρασκευή, Θεόδωρο Λύτρα, Σωτήρη Τσιόδρα και Αγγελο Χατζάκη (Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής του ΕΚΠΑ, Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας και Δ΄ Παθολογική Κλινική ΕΚΠΑ) και αποτελεί την πρώτη μελέτη στην Ευρώπη που αποτυπώνει τον αντίκτυπο των μέτρων κοινωνικής απόστασης κατά το πρώτο επιδημικό κύμα του SARS-CoV-2, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί μια εκτίμηση του πόσα άτομα μολύνθηκαν από τον ιό σε αυτό το πρώτο κύμα. Ετσι, με βάση τα μαθηματικά μοντέλα των ερευνητών, εκτιμάται ότι από την αρχή της επιδημίας έως το τέλος Απριλίου είχαν μολυνθεί περίπου 13.200 άτομα στη χώρα (διακύμανση από 6.200 έως 27.700 άτομα). Οι αριθμοί αυτοί επιβεβαιώνουν ότι στη χώρα μας πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού προσβλήθηκε από τον ιό.

Κατά τη διάρκεια του lockdown, οι Ελληνες φαίνεται ότι μείωσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές επαφές τους. Από 20,7 άτομα με τα οποία έρχονταν σε επαφή κατά μέσον όρο σε καθημερινή βάση πριν, σε μόλις 2,9 άτομα (η μεγαλύτερη μείωση καταγράφεται στις ηλικίες από 5 έως 17 ετών, λόγω του κλεισίματος των σχολείων). Το γεγονός αυτό επηρέασε τον αριθμό αναπαραγωγής της νόσου, R, ο οποίος κατά τη διάρκεια του lockdown μειώθηκε στο 0,46, από 2,8 που ήταν χωρίς τη λήψη περιοριστικών μέτρων.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το κλείσιμο των σχολείων επέδρασε στον αριθμό R κατά 18,5%, η μείωση των επαφών σε επαγγελματικούς χώρους κατά 10,3% και των δραστηριοτήτων στον ελεύθερο χρόνο κατά 24,1%. Σύμφωνα με τους ερευνητές, από μόνο του το κάθε μέτρο είχε μικρότερο αντίκτυπο στον αριθμό αναπαραγωγής της νόσου σε σχέση με τον συνδυασμό αυτών. Π.χ., το κλείσιμο των σχολείων μόνο του θα μπορούσε να μειώσει το R κάτω από το 1 –που είναι και το κομβικό όριο για τον έλεγχο της επιδημίας–, μόνο εάν αυτός ο αριθμός ήταν αρχικά 1,23. Αντιστοίχως, η μείωση των κοινωνικών επαφών κατά τον ελεύθερο χρόνο θα είχε αποτέλεσμα εάν ο αρχικός αριθμός αναπαραγωγής ήταν αρχικά μόλις 1,32. Με την ταυτόχρονη λήψη μέτρων που έγινε στη χώρα, μειώθηκε ο αριθμός, από 2,8 που ήταν αρχικά, σε 0,46, ενώ εκτιμάται ότι ακόμα και εάν ο αρχικός αριθμός ήταν 5,3, πάλι θα είχε μειωθεί κάτω του 1.

Χρήσιμο εργαλείο

Από τη μελέτη προκύπτει ότι οι έρευνες κοινωνικών επαφών μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο εκτίμησης της πορείας μιας επιδημίας πριν αυτή ενσκήψει, αλλά και των αποτελεσμάτων τόσο της εφαρμογής όσο και της άρσης περιοριστικών μέτρων στον έλεγχο αυτής.

"ΤΑ ΝΕΑ", 03/06/20


ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΚΑΪΤΑΝΙΔΗ

Τα αυστηρά μέτρα που έλαβε πρόωρα η χώρα μας με στόχο να βάλει φρένο στον SARS-CoV-2 πριν η επίπτωσή του γίνει αβάστακτη για το σύστημα υγείας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο όπως φαίνεται από τη μεγάλη μείωση των νέων κρουσμάτων. Ωστόσο για πρώτη φορά νέα ελληνική μελέτη μετρά και αποτυπώνει την αποτελεσματικότητα του lockdown, αποκαλύπτοντας ότι συμπίεσε τον γνωστό δείκτη R0 κατά 81%.

Τα συμπεράσματα της μελέτης αυτής - την οποία σημειωτέον συνυπογράφουν επιστήμονες που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της επιδημίας στη χώρα μας, μεταξύ των οποίων ο Σωτήρης Τσιόδρας, η Βάνα Σύψα και ο Δημήτριος Παρασκευής, που είναι μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, αλλά και ο Σωτήριος Ρούσσος, ο Θεόδωρος Λύτρας και ο Αγγελος Χατζάκης - ρίχνουν φως σχετικά με την επίπτωση που είχε κάθε μέτρο ξεχωριστά, προσφέροντας έτσι ένα σημαντικό «εργαλείο» για το μέλλον.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, οι ειδικοί υπολογίζουν ότι πριν από την εφαρμογή των μέτρων ο δείκτης R0 (ο πραγματικός αριθμός αναπαραγωγής, που υπολογίζει σε πόσους ανθρώπους μεταδίδει τον ιό κατά μέσο όρο ένα μολυσμένο άτομο) είχε διαμορφωθεί στο 2,38.

Εκτοτε κάθε απόφαση που οδηγούσε στον περιορισμό των επαφών φαίνεται ότι διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Τοκλείσιμο των σχολείων επέδρασε κατά 18,5%, οι εργασιακοί περιορισμοίκατά 10,3% και οι περιορισμοί των δραστηριοτήτων στον ελεύθερο χρόνο μας κατά 24,1%. Το σύνολο όμως των παρεμβάσεων αυτών απέδωσε κατά 81%.

Είναι δε ενδεικτικό ότι εν μέσω καραντίνας μειώθηκε κατακόρυφα η ανθρώπινη επικοινωνία διά ζώσης. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των κοινωνικών επαφών μειώθηκε από 20,7 άτομα ημερησίως (μέσος όρος πριν από τη λήψη μέτρων) σε 2,9 στη διάρκεια του lockdown (συρρίκνωση της τάξεως του 86,9%).

Επιπροσθέτως είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι για να καταλήξουν στα συμπεράσματα αυτά οι ερευνητές έβαλαν στο... μικροσκόπιο το ημερολόγιο 602 πολιτών (από όλες τις ηλικιακές κατηγορίες) κατά την περίοδο «Μένουμε Σπίτι». Ετσι, μεταξύ άλλων, κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις που αφορούσαν τις κοινωνικές συναναστροφές τους και γενικότερα τον τρόπο ζωής τους, τη συμμετοχή σε δραστηριότητες κ.ο.κ.

ΟΙ ΕΠΑΦΕΣ. Οπως μάλιστα εξηγούν οι συγγραφείς της μελέτης μιλώντας στα «ΝΕΑ», οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να θυμηθούν πριν αλλά και μετά τη λήψη των μέτρων με πόσους ανθρώπους έρχονταν σε επαφή ημερησίως - π.χ. έκαναν χειραψία, αγκαλιάζονταν και ασπάζονταν ή συνομιλούσαν σε κοντινή απόσταση (μικρότερη του ενάμισι-δύο μέτρων).

Παράλληλα όμως οι ερευνητές έκαναν ακόμα ένα σημαντικό βήμα, ώστε να διαπιστώσουν ποια μέτρα μπορούν να αποδώσουν σε ένα νέο ενδεχόμενο κύμα. Για τον λόγο αυτόν μελέτησαν ένα πιθανό σενάριο που ο δείκτης Rt (εκφράζει τον αριθμό των ατόμων που μπορεί να μολύνει ένα κρούσμα παρουσία συγκεκριμένων παρεμβάσεων) σκαρφαλώνει στο 1,32.

«Αξιολογήσαμε εναλλακτικά σενάρια με την εφαρμογή ηπιότερων μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. Για παράδειγμα, η μείωση κατά 50% στις σχολικές επαφές (π.χ. μικρότερες αίθουσες διδασκαλίας), κατά 20% στις επαφές στον εργασιακό χώρο (π.χ. με την εφαρμογή τηλεργασίας) και κατά 20% στις δραστηριότητες αναψυχής θα μπορούσε να μειώσει το Rt σε λιγότερο από 1».

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τους επιδημιολόγους ο αριθμός-«κλειδί» για τον δείκτη R είναι το 1. Συγκεκριμένα, αν το R0 είναι μεγαλύτερο του 1, το νόσημα μπορεί να προκαλέσει επιδημία, ενώ αν το R0 είναι μικρότερο του 1, η πιθανότητα να συμβεί επιδημία είναι εξαιρετικά μικρή.

Στη χώρα μας - όπως αποκάλυψε την περασμένη Δευτέρα ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας - ο δείκτης μετάδοσης R0 δεν ξεπερνά το 0,31.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου