οι κηπουροι τησ αυγησ

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

ΑΦ' ΕΝΟΣ: "...Εν πολλοίς, έχουμε συνειδητοποιήσει πια ότι με την εξαίρεση κάποιων «καλοπροαίρετων» μηνυμάτων ή τηλεφωνημάτων από μέρους εταίρων και συμμάχων, αμφιβόλου αποτελεσματικότητος δυστυχώς, η χώρα μας θα πρέπει να διαχειρισθεί την τουρκική επιθετικότητα πρωτίστως μόνη της. Εδώ, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το σύνολο των τουρκικών πολιτικών κομμάτων βρίσκονται συν - πλην στην αυτή γραμμή, ως προς τα ελληνικά πράγματα, με το κόμμα του Προέδρου Ερντογάν, επομένως δεν θα πρέπει να αναμένουμε μια διαφορετική προσέγγιση στα θέματα που μας απασχολούν, στην απίθανη περίπτωση, στο ορατό μέλλον, μιας δικής τους εκλογικής νίκης. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, με τις οικονομικές θυσίες που απαιτούνται, θα πρέπει η Αθήνα να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, για όλα τα πιθανά ή απίθανα σενάρια που μπορούν να εμφανισθούν, για να θωρακίσει, μεταξύ άλλων, τον Εβρο και τα νησιά του Αιγαίου, από τυχόν προσπάθειες της γείτονος να προκαλέσει επικίνδυνες τεχνητές κρίσεις, μέσω και του Μεταναστευτικού, καθιστώντας παράλληλα απόλυτα σαφές ότι η Ελλάδα έχει όρια στην αντιμετώπιση απειλών και δεν υποχωρεί...", ΑΦ' ΕΤΕΡΟΥ:"..Λόγω Εβρου και Λιβύης, η προσφυγή μας στο Δικαστήριο της Χάγης εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο. Οταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να τονίζει πως η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο είναι δυνατή μόνο αν το Δικαστήριο ασχοληθεί αποκλειστικά με τις διαφορές των δύο χωρών στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Χάγη ως προοπτική μπαίνει στο περιθώριο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές τις οποίες η κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί. Αυτή η αρνητική στάση εξηγείται από το ότι δεν συμφέρει κομματικά τη ΝΔ. Θα κατηγορηθεί σίγουρα για προδοσία από τους «υπερπατριώτες» Ελληνες. Τέλος, αν πηγαίναμε στη Χάγη, είναι σίγουρο πως θα κερδίζαμε αλλά και θα χάναμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι προς το συμφέρον της χώρας..."

Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"


"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 05-07/06/20
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Α. ΖΕΠΟΥ

Είναι αλήθεια ότι η συνολική συμπεριφορά των γειτόνων μας και οι διάφορες πολεμοχαρείς και απειλητικές κραυγές που ακούγονται τον τελευταίο καιρό θα πρέπει να αντανακλούν την επιθυμία και να γίνονται με την παρότρυνση, ή πάντως την ανοχή του τούρκου Προέδρου.

Ο κ. Ερντογάν λοιπόν πρέπει να θεωρείται ο υποκινητής όλης αυτής της εκστρατείας εις βάρος μας, αφενός μεν για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και αφετέρου για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, από τα μεγάλα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα της χώρας του, για τα οποία έχει και προσωπική ευθύνη.

Αισθάνεται κανείς, τον τελευταίο καιρό, ότι δεν υπάρχει τομέας ή γεωγραφικό στίγμα ή ιστορική παράμετρος, η οποία μας αφορά, που να μην έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από τους τούρκους γείτονές μας.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, μέχρι και το έτος 2012, περίοδο για την οποία έχω προσωπική εμπειρία, οι ηγεσίες των διαφόρων ελληνικών Κυβερνήσεων της περιόδου αυτής, φρόντισαν να έχουν έναν διάλογο επικοινωνίας, ή και κάποιας μορφής ενισχυμένες προσωπικές σχέσεις με τον τούρκο Πρόεδρο, με κάποια θετικά αποτελέσματα, στο πλαίσιο και της τότε παρουσιαζόμενης επιθυμίας της Τουρκίας να προσεγγίσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Σε επίπεδο κορυφής, τα πράγματα αλλάζουν ριζικά μετά το έτος 2012, όπου οι ελληνικές ηγεσίες, ατυχώς, αλλά και υπό την πίεση άλλων προτεραιοτήτων της εποχής, άφησαν αυτήν την πρακτική να ατονήσει.
Παράλληλα, το αποτυχόν πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016, οδήγησε τον τούρκο ηγέτη σε μια νεότερη φάση παροξυσμού, όπου μη αισθανόμενος πλέον καμία υποχρέωση, δέσμευση ή «μπέσα» προς έλληνα πολιτικό ηγέτη, προχώρησε πλέον σε μια ανανεωμένη συνολική διεκδικητική συμπεριφορά απέναντι στην Ελλάδα.

Βέβαια, τούτο, σε συνδυασμό με διάφορα ανοιχτά περιφερειακά θέματα, αλλά και το Κυπριακό, που δεν έχει δείξει δυστυχώς ακόμη σημεία ουσιαστικής επίλυσης, οδήγησαν τον τούρκο Πρόεδρο να «απλώσει τραχανά» πάνω σε όλα τα διμερή θέματα που η Αγκυρα θέτει εις βάρος των δικαίων μας, έχοντας ανασύρει από τον τενεκέ των απορριμμάτων της Ιστορίας, διάφορες «δήθεν» εκκρεμότητες, για τις οποίες πιστεύει, προκλητικά, ότι έχει επέλθει ο χρόνος για να προωθήσει τη λύση τους εις βάρος της Χώρας μας.

Και σε όλα αυτά, θα πρέπει να προστεθεί η επιθυμία του τούρκου Προέδρου να εμφανισθεί ως υπολογίσιμος περιφερειακός και παγκόσμιος ηγέτης, μιας χώρας που τη θεωρεί ως «πρώτης γραμμής», με σοβαρά ερείσματα και δικαιώματα στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή. Και το έχει επιτύχει, διατηρώντας προνομιακές σχέσεις με τους κύριους παίκτες του διεθνούς συστήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται και η εμπλοκή της τόσο στη Συρία όσο και στη Λιβύη, ενώ θα πρέπει να προστεθεί ότι ο τούρκος Πρόεδρος κρίνει ότι η σημασία της χώρας του επιτρέπει ελευθερία χειρισμών έναντι και του ΝΑΤΟ και των αμερικανών συμμάχων του και στο θέμα της προμήθειας και ενεργοποίησης του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400, για το οποίο, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις, δεν υποχώρησε.

Η «χαριστική» συμπεριφορά απέναντι στην Τουρκία και στις πολιτικές της, σημαντικών χωρών της Διεθνούς Κοινότητας μεμονωμένα, αλλά και των Διεθνών Οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, που αντιδρούν πάντοτε χλιαρά και όχι αποφασιστικά στα καμώματα του τούρκου Προέδρου, του δίνει την εντύπωση ότι «he can get away with anything» και ότι μπορεί να πράττει χωρίς να υπολογίζει σε ουσιαστικά τιμωρητικές για τη χώρα του αντιδράσεις και είναι πολλά τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτήν την παρατήρηση.

Ετσι λοιπόν, στη μεταγενέστερη προεδρική εποχή, μετά το νέο τουρκικό Σύνταγμα, τις σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών και εξουσιών και μετά το πραξικόπημα του 2016, έχουν ενσκήψει στην Αγκυρα, εντελώς διαφορετικές θεσμικές ισορροπίες, που κάνουν τις συνεννοήσεις και με τη Χώρα μας πολλαπλά δυσχερέστερες.

Αυτές οι αλλαγές οδήγησαν στην «ουδετεροποίηση» του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο εξέπεμπε, κατά καιρούς, και λογικές τοποθετήσεις και ήταν χρήσιμος συνομιλητής της ελληνικής πλευράς.

Απέναντι στα διάφορα διμερή θέματά μας έχει πλέον υποκατασταθεί, κυρίως, από το Υπουργείο Αμυνας και τα τρία Οπλα των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι και είναι σήμερα οι κύριοι συνομιλητές του τούρκου Προέδρου, έχοντας έτσι δημιουργήσει μια νεότερη κατάσταση, σκληρότερη από την προηγούμενη και που δυσχεραίνει τον διμερή διάλογο, όπου θα μπορούσαν να περάσουν ουσιαστικά μηνύματα και προτάσεις από και προς τις δύο πλευρές.

Σ' αυτήν λοιπόν τη νέα πραγματικότητα, τοποθετούνται τώρα οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις, όπου καλούμεθα να αντιμετωπίσουμε τη συνολική επιθετικότητα και αναθεωρητισμό της Αγκυρας, που εκτείνεται από τον Εβρο, μέσω του Αιγαίου, προς την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, αλλά και τις βόρειες ακτές της Αφρικής.

Εν πολλοίς, έχουμε συνειδητοποιήσει πια ότι με την εξαίρεση κάποιων «καλοπροαίρετων» μηνυμάτων ή τηλεφωνημάτων από μέρους εταίρων και συμμάχων, αμφιβόλου αποτελεσματικότητος δυστυχώς, η χώρα μας θα πρέπει να διαχειρισθεί την τουρκική επιθετικότητα πρωτίστως μόνη της.

Εδώ, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το σύνολο των τουρκικών πολιτικών κομμάτων βρίσκονται συν - πλην στην αυτή γραμμή, ως προς τα ελληνικά πράγματα, με το κόμμα του Προέδρου Ερντογάν, επομένως δεν θα πρέπει να αναμένουμε μια διαφορετική προσέγγιση στα θέματα που μας απασχολούν, στην απίθανη περίπτωση, στο ορατό μέλλον, μιας δικής τους εκλογικής νίκης.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, με τις οικονομικές θυσίες που απαιτούνται, θα πρέπει η Αθήνα να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα, για όλα τα πιθανά ή απίθανα σενάρια που μπορούν να εμφανισθούν, για να θωρακίσει, μεταξύ άλλων, τον Εβρο και τα νησιά του Αιγαίου, από τυχόν προσπάθειες της γείτονος να προκαλέσει επικίνδυνες τεχνητές κρίσεις, μέσω και του Μεταναστευτικού, καθιστώντας παράλληλα απόλυτα σαφές ότι η Ελλάδα έχει όρια στην αντιμετώπιση απειλών και δεν υποχωρεί.

Αυτό σημαίνει βέβαια ότι πέραν της διατήρησης της αυτονόητης εθνικής ομοψυχίας και με ψύχραιμες αντιδράσεις στις τουρκικές προκλήσεις, πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες κινήσεις στο πλαίσιο της λογικής και του εφικτού, για την ανάπτυξη και ενδυνάμωση της ισχύος των Ενόπλων μας Δυνάμεων, όπου κρίνεται τούτο απαραίτητο.

Η διατήρηση προνομιακών, αλλά μη προκλητικών, σχέσεων και συνεννοήσεων με άλλες Χώρες της ευρύτερης γειτονιάς μας, θα πρέπει να συνεχισθεί και να ενδυναμωθεί, όπως επίσης και οι διάφορες, σε εξέλιξη, διαπραγματεύσεις μαζί τους για τις θαλάσσιες ζώνες, ως μια χρήσιμη, νόμιμη, διεθνής πρακτική συνεργασιών, που θα εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο και στον αλληλοσεβασμό.

Παράλληλα, ο έλληνας Πρωθυπουργός, γνωρίζοντας από εμπειρία και καταβολές πώς παίζεται σήμερα το παιχνίδι με την Τουρκία, θα πρέπει να μην παύσει να εκπέμπει σταθερά τη διαθεσιμότητα προσωπικής συνεννόησης με τον Πρόεδρο της γείτονος, όταν οι συνθήκες και η τουρκική συμπεριφορά επιτρέψουν κάτι τέτοιο, πράγμα που θα είναι επωφελές, για τα επόμενα βήματα των διμερών μας σχέσεων.

-Ο Ιωάννης Α. Ζέπος είναι πρέσβης ε.τ., πρώην γενικός γραμματέας του Υπ. Εξωτερικών

                                   "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 05-07/06/20
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΟΥΖΕΛΗ

Στο κείμενο αυτό δεν θα ασχοληθώ με τα πολλά και περίπλοκα θέματα που μας χωρίζουν από τις τουρκικές θέσεις. Αλλά, ως μη ειδικός, θα προσπαθήσω να θέσω μερικά ερωτήματα σχετικά με το γιατί αποφεύγουμε να πάμε στη Χάγη χωρίς να θέσουμε προϋποθέσεις που, όπως θα υποστηρίξω πιο κάτω, κάνουν την προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο τελείως άσκοπη.

1. Με την άκρως επιθετική πολιτική της Τουρκίας στον Εβρο καθώς και με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της στο πλαίσιο της συνεργασίας της με τη Λιβύη, το θέμα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ξεχάστηκε. Είτε δεν συζητιέται καθόλου είτε η έμφαση δίνεται στις διαπραγματεύσεις που πιθανόν δεν θα καταλήξουν πουθενά και κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε πλήρες αδιέξοδο.

2. Βέβαια, η κυβέρνηση δεν αποκλείει την προσφυγή στη Χάγη, αλλά με την προϋπόθεση πως το Δικαστήριο θα αποφασίσει μόνο για τις διαφορές μας στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αφού το ελληνικό επιχείρημα είναι πως με βάση τη Συμφωνία της Λωζάννης και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας δεν υπάρχει άλλο θέμα προς εκδίκαση. Είναι όμως προφανές πως αυτή η θέση δεν θα γίνει αποδεκτή από τη γείτονα χώρα. Αφού υπάρχουν μια σειρά από άλλα θέματα προς επίλυση μεταξύ των δύο χωρών (βλ. άρθρο του Αλέξη Ηρακλείδη στα «ΝΕΑ», 25/4/2020).

3. Για πολλούς, από τον Χρήστο Ροζάκη, τον Λουκά Τσούκαλη και τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου και την Ντόρα Μπακογιάννη, με διάφορες βέβαια παραλλαγές, η προσφυγή στη Χάγη είναι η μόνη ελπίδα να βρεθεί μια λύση. Υπό την προϋπόθεση βέβαια να δεχθούμε πως από μια απόφαση του Δικαστηρίου θα κερδίσουμε, αλλά και θα χάσουμε, διότι υπάρχουν περισσότερες διαφορές από αυτές της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

4. Η κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο η Χάγη «μπαίνει στο χρονοντούλαπο». Γιατί η κυβέρνηση παίρνει αυτή τη στάση; Διότι γνωρίζει πολύ καλά πως με βάση τις αποφάσεις του Δικαστηρίου «θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε». Ξέρει επίσης πως μια τέτοια απόφαση θα θεωρηθεί από έναν μεγάλο αριθμό πολιτών ως προδοσία. Αρα με αυτή την πολιτική ο μικροκομματικός λαϊκισμός εξαφανίζει τον ρεαλισμό, όπως έγινε και στην περίπτωση των Πρεσπών.

5. Σήμερα η κυβέρνηση, έχοντας θέσει τις κόκκινες γραμμές της, υποστηρίζει πως κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να παραβλέψει αυτές τις γραμμές και να προσπαθήσει διά της βίας να υλοποιήσει τις απαιτήσεις της θα αντιμετωπιστεί ανάλογα. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, τυχαίου ή σκόπιμου από την Τουρκία, αν η γείτων χώρα αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας για να υλοποιήσει την επεκτατική πολιτική της, εμείς θα αναγκαστούμε να αμυνθούμε στρατιωτικά.

6. Ο ελληνικός στρατός είναι σήμερα και καλά εξοπλισμένος και σίγουρα θα αμυνθεί ηρωικά στην τουρκική επιθετικότητα. Αλλά δεδομένης της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σε περίπτωση που η τελευταία αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές μας (αν, για παράδειγμα, καταλάβει μια νησίδα όπου η Τουρκία αμφισβητεί την κυριαρχία μας), αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια στρατιωτική σύρραξη. Σύρραξη που σίγουρα θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

7. Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αφού δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από αυτή της Χάγης, γιατί κωλυσιεργούμε; Γιατί ακολουθούμε, μυωπικά κατά τη γνώμη μου, τη βήμα προς βήμα προσέγγιση; Φυσικά, αν το Δικαστήριο δεν μας δώσει δίκιο σε όλες τις απαιτήσεις μας, πράγμα σίγουρο, πολλοί θα θεωρήσουν πως η Χάγη ευνοεί την Τουρκία. Πολλοί θα πάνε και πιο πέρα. Θα θεωρήσουν τους δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου ως πιόνια της Τουρκίας ή άλλων δυνάμεων. Θα πρόκειται βέβαια για φαντασιώσεις, για συνωμοσιολογίες που ως γνωστόν είναι πολύ διαδεδομένες στη χώρα μας. Εάν δεχθούμε την αυτονομία του Διεθνούς Δικαστηρίου, γιατί φοβόμαστε την προσφυγή μας στη Χάγη; Αν πράγματι έχουμε δίκιο σε όλα, πέρα από τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, γιατί αποκλείουμε την περίπτωση οι δικαστές να συμφωνήσουν μαζί μας;

8. Ο Αγγελος Συρίγος, βουλευτής της ΝΔ, έχει υποστηρίξει ότι στο παρελθόν δεν αντιδράσαμε αμέσως στις παραβιάσεις των συνόρων μας, κυρίως στον εναέριο χώρο. Και βέβαια μετά τη σχέση Τουρκίας - Λιβύης τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κατά τον Συρίγο, «στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα για ένα σοβαρό κράτος είναι με ποιον τρόπο μπορεί να αποτρέψει την άσκηση στρατιωτικής πιέσεως από την Τουρκία. Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε» («ΤΑ ΝΕΑ», 18/4/2020). Κατά τη γνώμη μου, το «πρέπει να επικεντρωθούμε» δεν μας βοηθάει. Είναι ένας τρόπος να μην απαντηθεί το ερώτημα τι πρέπει να γίνει για να αποτραπεί η στρατιωτική σύρραξη. Και εδώ η προσφυγή στη Χάγη είναι παντελώς απούσα.

Συμπέρασμα

Λόγω Εβρου και Λιβύης, η προσφυγή μας στο Δικαστήριο της Χάγης εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο. Οταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να τονίζει πως η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο είναι δυνατή μόνο αν το Δικαστήριο ασχοληθεί αποκλειστικά με τις διαφορές των δύο χωρών στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Χάγη ως προοπτική μπαίνει στο περιθώριο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές τις οποίες η κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί. Αυτή η αρνητική στάση εξηγείται από το ότι δεν συμφέρει κομματικά τη ΝΔ. Θα κατηγορηθεί σίγουρα για προδοσία από τους «υπερπατριώτες» Ελληνες. Τέλος, αν πηγαίναμε στη Χάγη, είναι σίγουρο πως θα κερδίζαμε αλλά και θα χάναμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι προς το συμφέρον της χώρας.

-Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην LSE

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου