Από "ΤΑ ΝΕΑ" (κύριο θέμα+εσωτερικές σελίδες)
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 03/06/19 |
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 03/06/19 |
ΤΗΣ ΜΥΡΤΟΥΣ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ
Ο Σαλβαδόρ Νταλί το πέτυχε καλύτερα απ' όλους: «Είναι μέρες που νομίζω πως θα πεθάνω από υπερβολική δόση αυταρέσκειας». Και η αυταρέσκεια είναι το λιγότερο που μπορεί να πάθει ένας «άχαστος» πρωθυπουργός. Ισως δικαίως - τα τελευταία χρόνια, ακόμα και οι αντίπαλοί του είχαν αρχίσει να πιστεύουν πως ο Αλέξης Τσίπρας έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Μέσα σε πυκνό πολιτικό χρόνο κατάφερε να μετατρέψει ένα κόμμα της ελάσσονος αντιπολίτευσης σε κυβερνητική πλειοψηφία. Συγκυβέρνησε χωρίς πρόβλημα με (ακρο)δεξιούς. Εφερε τη χώρα στο χείλος της καταστροφής, άλλαξε το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος και παρ' όλα αυτά βγήκε αλώβητος. Ποιος στη θέση του δεν θα μαγευόταν από το ίδιο του το είδωλο;
Η αλαζονεία της εξουσίας, όμως, είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό - και φαίνεται. Ακόμα κι όταν προσπαθεί να κρυφτεί κάτω από τόνους επικοινωνιακής πολιτικής «για τους πολλούς». Τόσο ο ίδιος ο Τσίπρας όσο και τα στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ πνίγηκαν στον μύθο που είχαν δημιουργήσει για τον εαυτό τους. Πίστεψαν πως τίποτα δεν μπορεί να τους στείλει πίσω στα έδρανα της αντιπολίτευσης, πως τίποτα δεν είναι ικανό να αγγίξει τη «φούσκα» του Μεγάρου Μαξίμου. Ο Τσίπρας επένδυσε στην προσωπική του ομάδα, στους ανθρώπους που είχε επιλέξει για τις πιο νευραλγικές πολιτικές θέσεις. Πολύ γρήγορα, υιοθέτησαν κι αυτοί το ύφος του Πρωθυπουργού. Ακόμα και στις δημόσιες εμφανίσεις τους. Γι' αυτούς, καμία κίνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν λάθος - πίστευαν στην επικοινωνιακή ικανότητά του να μεταστρέφει οποιαδήποτε κατάσταση προς όφελός του. Ξέχασαν πως κάθε κίνηση, κάθε αντίδραση, γινόταν μπροστά σε κοινό - το οποίο από το 2015 δεν είχε ξαναμπεί σε παραβάν.
Λίγα μέτρα μακριά από το ελληνικό Κοινοβούλιο, στα γνωστά κομματικά γραφεία με τον αριθμό 50, ένα πούρο κάπνιζε μανιωδώς. «Ο πραγματικός ηγέτης δεν φαίνεται στη νίκη, αλλά στην ήττα» έλεγε ξανά και ξανά εκείνο το παλιό στέλεχος που έζησε και τα δύο. Πόσο ηγέτης, όμως, είναι κάποιος που δεν έχει χάσει ποτέ; Από κάποια στιγμή και μετά, η κυβέρνηση σταμάτησε να ακούει ακόμα και το ίδιο το κόμμα - το είπε, εμμέσως πλην σαφώς, ετεροχρονισμένα, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης. Το κυβερνητικό επιτελείο, η «παρέα του Μαξίμου», αποφάσιζε μόνο του, χωρίς να υπολογίζει φίλους και εχθρούς. Ηταν απαξιωτικό προς την Κουμουνδούρου, ειρωνικό απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους. «Καθίστε κάτω, σας μιλάει ο Πρωθυπουργός της χώρας»: η φράση αυτή του Αλέξη Τσίπρα, από το βήμα της Βουλής, έδειχνε πιο ξεκάθαρα από οποιαδήποτε άλλη το ύφος που είχε υιοθετηθεί.
Και έπειτα ήρθε ο Παύλος Πολάκης, ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ύφους της απερχόμενης κυβέρνησης - με το τσιγάρο πάντα στο χέρι, ακόμα και μέσα στο υπουργείο Υγείας. Απέναντι στους δημοσιογράφους, «όλοι σας και μόνος μου». «Επρεπε να σηκωθώ επάνω και να πάει τρία μέτρα κάτω από τη γη, αλλά κράτησα την ψυχραιμία μου και του είπα αυτά που έπρεπε να του πω» σχολίαζε δημόσια πριν από μερικά χρόνια μετά τον τσακωμό του με έναν εξ αυτών. Ο εχθρός, βέβαια, δεν ήταν μόνο τα μέσα ενημέρωσης. «Θα κερδίσουμε αν βάλουμε κάποιους φυλακή. Πρέπει να επιταχύνει η Δικαιοσύνη. Υπάρχει συνειδητή προσπάθεια καθυστέρησης κάποιων διαδικασιών» έλεγε για τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ. Συμπτωματικά, λίγο πριν σκάσουν οι νέες «αποκαλύψεις» για την υπόθεση Novartis. Οι γυροβολιές στον Σταμάτη Κραουνάκη, οι διαμάχες με τον Γιάννη Στουρνάρα, η αγάπη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν καθρέφτης της κυβέρνησης. Και αν κάποιος εντός του κόμματος ενοχλούνταν από τις δημόσιες «αψάδες» του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, ήξερε πως η αντίδρασή του πρέπει να είναι ήπια - ο Πολάκης είχε την προσωπική κάλυψη του Αλέξη Τσίπρα. Αυτή η κάλυψη έγινε καταφανέστατη ακόμα και σε εκείνους που εθελοτυφλούσαν όταν ο Πολάκης επιτέθηκε στον Στέλιο Κυμπουρόπουλο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε πρόταση μομφής και ο Αλέξης Τσίπρας τη μετέτρεψε σε ψήφο εμπιστοσύνης για την ίδια την κυβέρνηση - αγνοώντας για άλλη μία φορά τις φωνές μέσα στο κόμμα του που καταδίκαζαν τη συμπεριφορά του αναπληρωτή υπουργού. Το κακό που έκανε η ταύτιση με τον Πολάκη άργησε να γίνει κατανοητό. Οταν όμως αυτό συνέβη, ο Πολάκης κρύφτηκε από την προεκλογική καμπάνια, λες και ξαφνικά η παρουσία του θα ξεχνιόταν από τους πολίτες που σε λίγο θα πήγαιναν προς τις κάλπες.
Ακόμα, ωστόσο, κι αν ο Πολάκης δεν υπήρχε ποτέ, ο ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα θύμιζε το «ευγενικό» κόμμα του 3% που ήταν κάποτε. Ειρωνεία, αλαζονεία και η αίσθηση του ανίκητου: ένα εκρηκτικό μείγμα που επιτρέπει λάθη. Λάθη που ενίοτε κοστίζουν πολύ σε μια κυβέρνηση.
Η αλαζονεία της εξουσίας, όμως, είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό - και φαίνεται. Ακόμα κι όταν προσπαθεί να κρυφτεί κάτω από τόνους επικοινωνιακής πολιτικής «για τους πολλούς». Τόσο ο ίδιος ο Τσίπρας όσο και τα στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ πνίγηκαν στον μύθο που είχαν δημιουργήσει για τον εαυτό τους. Πίστεψαν πως τίποτα δεν μπορεί να τους στείλει πίσω στα έδρανα της αντιπολίτευσης, πως τίποτα δεν είναι ικανό να αγγίξει τη «φούσκα» του Μεγάρου Μαξίμου. Ο Τσίπρας επένδυσε στην προσωπική του ομάδα, στους ανθρώπους που είχε επιλέξει για τις πιο νευραλγικές πολιτικές θέσεις. Πολύ γρήγορα, υιοθέτησαν κι αυτοί το ύφος του Πρωθυπουργού. Ακόμα και στις δημόσιες εμφανίσεις τους. Γι' αυτούς, καμία κίνηση του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν λάθος - πίστευαν στην επικοινωνιακή ικανότητά του να μεταστρέφει οποιαδήποτε κατάσταση προς όφελός του. Ξέχασαν πως κάθε κίνηση, κάθε αντίδραση, γινόταν μπροστά σε κοινό - το οποίο από το 2015 δεν είχε ξαναμπεί σε παραβάν.
Λίγα μέτρα μακριά από το ελληνικό Κοινοβούλιο, στα γνωστά κομματικά γραφεία με τον αριθμό 50, ένα πούρο κάπνιζε μανιωδώς. «Ο πραγματικός ηγέτης δεν φαίνεται στη νίκη, αλλά στην ήττα» έλεγε ξανά και ξανά εκείνο το παλιό στέλεχος που έζησε και τα δύο. Πόσο ηγέτης, όμως, είναι κάποιος που δεν έχει χάσει ποτέ; Από κάποια στιγμή και μετά, η κυβέρνηση σταμάτησε να ακούει ακόμα και το ίδιο το κόμμα - το είπε, εμμέσως πλην σαφώς, ετεροχρονισμένα, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης. Το κυβερνητικό επιτελείο, η «παρέα του Μαξίμου», αποφάσιζε μόνο του, χωρίς να υπολογίζει φίλους και εχθρούς. Ηταν απαξιωτικό προς την Κουμουνδούρου, ειρωνικό απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους. «Καθίστε κάτω, σας μιλάει ο Πρωθυπουργός της χώρας»: η φράση αυτή του Αλέξη Τσίπρα, από το βήμα της Βουλής, έδειχνε πιο ξεκάθαρα από οποιαδήποτε άλλη το ύφος που είχε υιοθετηθεί.
Και έπειτα ήρθε ο Παύλος Πολάκης, ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ύφους της απερχόμενης κυβέρνησης - με το τσιγάρο πάντα στο χέρι, ακόμα και μέσα στο υπουργείο Υγείας. Απέναντι στους δημοσιογράφους, «όλοι σας και μόνος μου». «Επρεπε να σηκωθώ επάνω και να πάει τρία μέτρα κάτω από τη γη, αλλά κράτησα την ψυχραιμία μου και του είπα αυτά που έπρεπε να του πω» σχολίαζε δημόσια πριν από μερικά χρόνια μετά τον τσακωμό του με έναν εξ αυτών. Ο εχθρός, βέβαια, δεν ήταν μόνο τα μέσα ενημέρωσης. «Θα κερδίσουμε αν βάλουμε κάποιους φυλακή. Πρέπει να επιταχύνει η Δικαιοσύνη. Υπάρχει συνειδητή προσπάθεια καθυστέρησης κάποιων διαδικασιών» έλεγε για τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ. Συμπτωματικά, λίγο πριν σκάσουν οι νέες «αποκαλύψεις» για την υπόθεση Novartis. Οι γυροβολιές στον Σταμάτη Κραουνάκη, οι διαμάχες με τον Γιάννη Στουρνάρα, η αγάπη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν καθρέφτης της κυβέρνησης. Και αν κάποιος εντός του κόμματος ενοχλούνταν από τις δημόσιες «αψάδες» του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, ήξερε πως η αντίδρασή του πρέπει να είναι ήπια - ο Πολάκης είχε την προσωπική κάλυψη του Αλέξη Τσίπρα. Αυτή η κάλυψη έγινε καταφανέστατη ακόμα και σε εκείνους που εθελοτυφλούσαν όταν ο Πολάκης επιτέθηκε στον Στέλιο Κυμπουρόπουλο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε πρόταση μομφής και ο Αλέξης Τσίπρας τη μετέτρεψε σε ψήφο εμπιστοσύνης για την ίδια την κυβέρνηση - αγνοώντας για άλλη μία φορά τις φωνές μέσα στο κόμμα του που καταδίκαζαν τη συμπεριφορά του αναπληρωτή υπουργού. Το κακό που έκανε η ταύτιση με τον Πολάκη άργησε να γίνει κατανοητό. Οταν όμως αυτό συνέβη, ο Πολάκης κρύφτηκε από την προεκλογική καμπάνια, λες και ξαφνικά η παρουσία του θα ξεχνιόταν από τους πολίτες που σε λίγο θα πήγαιναν προς τις κάλπες.
Ακόμα, ωστόσο, κι αν ο Πολάκης δεν υπήρχε ποτέ, ο ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα θύμιζε το «ευγενικό» κόμμα του 3% που ήταν κάποτε. Ειρωνεία, αλαζονεία και η αίσθηση του ανίκητου: ένα εκρηκτικό μείγμα που επιτρέπει λάθη. Λάθη που ενίοτε κοστίζουν πολύ σε μια κυβέρνηση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου