Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
Το διπλό θέμα του Απόστολου Λακασά
Οι πολύπαθες Πανελλαδικές Εξετάσεις
Πάνω από μισόν αιώνα η Ελλάδα δεν μπορεί να βρει τον βηματισμό της στο κεφαλαιώδες πεδίο για την πρόοδο της χώρας, την παιδεία. Και αυτό αποτυπώνεται στο πλέον κρίσιμο τμήμα της προσπάθειας των νέων για ένα καλύτερο μέλλον, το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οκτώ συστήματα και δεκαπέντε βασικές αλλαγές επ’ αυτών συνθέτουν το συνεχές «ράβε-ξήλωνε» από το 1964 έως και σήμερα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι την τελευταία τριετία το σύστημα έχει αλλάξει δύο φορές, ενώ τώρα η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας συζητάει εκ νέου την αλλαγή του. Ο αριθμός των εξεταζόμενων μαθημάτων έφθασε έως και τα 14, ενώ τώρα έχει μειωθεί στα 4+1. Βεβαίως, οι μικροαλλαγές είναι πολύ περισσότερες των βασικών – φθάνοντας συνολικά περίπου στις 40! Μάλιστα, όπως ανέφερε χθες στην «Κ» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας Ιωάννης Παντής, φέτος καταργούνται οι επαναληπτικές εξετάσεις για όσους υποψηφίους απουσιάσουν δικαιολογημένα από την πρώτη, κρίσιμη εξέταση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων (ΕΟΕ) που παρουσιάζει η «Κ», από το 1964, έτος κατά το οποίο ξεκίνησαν οι διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ από το υπουργείο Παιδείας, το ζήτημα της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα από τα πιο συζητημένα εκπαιδευτικά ζητήματα. Η προβληματική που έχει αναπτυχθεί από τότε μέχρι και σήμερα αφορά κυρίως τους εξής άξονες: το αδιάβλητο και δίκαιο της διαδικασίας επιλογής, τον καθορισμό των εξεταζόμενων μαθημάτων, την εξεταστέα ύλη, τη μορφή των θεμάτων, τον τρόπο βαθμολόγησης των υποψηφίων, τη συμμετοχή ή όχι του απολυτηρίου του Λυκείου στον μέσο όρο της βαθμολογίας των εξετάσεων, τον καθορισμό του αριθμού των εισακτέων, την αποδέσμευση του τρόπου εισαγωγής στις σχολές από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ουσιαστικά, στο μόνο που υπάρχει σύγκλιση είναι ο διοργανωτής των εξετάσεων. Πρόκειται για διαδικασία αυστηρά ελεγχόμενη από το υπουργείο Παιδείας σε κεντρικό επίπεδο, γεγονός που έχει εξασφαλίσει ότι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις θεωρούνται και είναι αδιάβλητες και αντικειμενικές.
Από την άλλη, όπως λέει η μελέτη (την υπογράφουν οι Ανδρέας Λάμπος, Χριστίνα Μιτσιάλη και Κωνσταντίνος Παπαμεντζελόπουλος από τον ΕΟΕ) οι πανελλαδικές εξετάσεις αποτελούν πεδίο συχνών αλλαγών, πολλές εκ των οποίων αποφασίζονται με μικροπολιτική στόχευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρα από τους βασικούς νόμους, υπάρχουν ακόμη δεκάδες νόμοι και εκατοντάδες προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που μεταβάλλουν, τροποποιούν ή προσθαφαιρούν πολλά χαρακτηριστικά του θεσμού. «Αυτή η πολυνομία αλλά και οι απανωτές αλλαγές επιβαρύνουν τις διαδικασίες, κάποιες φορές αναστατώνουν τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου και ίσως δυσκολεύουν και τις επιλογές των μαθητών», παραδέχεται η μελέτη.
Βεβαίως, η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ίδρυση πανεπιστημίων και ΤΕΙ σε «κάθε πόλη και χωριό» από τη δεκαετία του ’90 με ευρωπαϊκά κονδύλια, προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις στον προσανατολισμό των νέων για τις σπουδές τους. «Δυστυχώς δε γίνεται λόγος για το θέμα των συνεπειών της επιλογής των υποψηφίων, οι οποίοι τείνουν να εξαντλούν τον αριθμό των επιλογών που δικαιούνται. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό παίζουν οι γονείς, οι καθηγητές και το προσωπικό των φροντιστηρίων. Επικρατεί, επίσης, η εντύπωση ότι σημαντικός αριθμός φοιτητών εισάγεται σε τμήματα που δεν κατείχαν υψηλή θέση στη σειρά των προτιμήσεών τους», λέει η μελέτη. Εντύπωση προκαλεί η διαπίστωση της μελέτης ότι «το σίγουρο είναι ότι το παλιό όνειρο της ελληνικής κοινωνίας “μια θέση στο Πανεπιστήμιο για όλους” προκαλεί σήμερα ερωτήματα».
Το ελληνικό σχολείο ενισχύει
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/02/17 |
Το διπλό θέμα του Απόστολου Λακασά
Οι πολύπαθες Πανελλαδικές Εξετάσεις
Πάνω από μισόν αιώνα η Ελλάδα δεν μπορεί να βρει τον βηματισμό της στο κεφαλαιώδες πεδίο για την πρόοδο της χώρας, την παιδεία. Και αυτό αποτυπώνεται στο πλέον κρίσιμο τμήμα της προσπάθειας των νέων για ένα καλύτερο μέλλον, το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οκτώ συστήματα και δεκαπέντε βασικές αλλαγές επ’ αυτών συνθέτουν το συνεχές «ράβε-ξήλωνε» από το 1964 έως και σήμερα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι την τελευταία τριετία το σύστημα έχει αλλάξει δύο φορές, ενώ τώρα η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας συζητάει εκ νέου την αλλαγή του. Ο αριθμός των εξεταζόμενων μαθημάτων έφθασε έως και τα 14, ενώ τώρα έχει μειωθεί στα 4+1. Βεβαίως, οι μικροαλλαγές είναι πολύ περισσότερες των βασικών – φθάνοντας συνολικά περίπου στις 40! Μάλιστα, όπως ανέφερε χθες στην «Κ» ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας Ιωάννης Παντής, φέτος καταργούνται οι επαναληπτικές εξετάσεις για όσους υποψηφίους απουσιάσουν δικαιολογημένα από την πρώτη, κρίσιμη εξέταση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων (ΕΟΕ) που παρουσιάζει η «Κ», από το 1964, έτος κατά το οποίο ξεκίνησαν οι διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ από το υπουργείο Παιδείας, το ζήτημα της εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα από τα πιο συζητημένα εκπαιδευτικά ζητήματα. Η προβληματική που έχει αναπτυχθεί από τότε μέχρι και σήμερα αφορά κυρίως τους εξής άξονες: το αδιάβλητο και δίκαιο της διαδικασίας επιλογής, τον καθορισμό των εξεταζόμενων μαθημάτων, την εξεταστέα ύλη, τη μορφή των θεμάτων, τον τρόπο βαθμολόγησης των υποψηφίων, τη συμμετοχή ή όχι του απολυτηρίου του Λυκείου στον μέσο όρο της βαθμολογίας των εξετάσεων, τον καθορισμό του αριθμού των εισακτέων, την αποδέσμευση του τρόπου εισαγωγής στις σχολές από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ουσιαστικά, στο μόνο που υπάρχει σύγκλιση είναι ο διοργανωτής των εξετάσεων. Πρόκειται για διαδικασία αυστηρά ελεγχόμενη από το υπουργείο Παιδείας σε κεντρικό επίπεδο, γεγονός που έχει εξασφαλίσει ότι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις θεωρούνται και είναι αδιάβλητες και αντικειμενικές.
Από την άλλη, όπως λέει η μελέτη (την υπογράφουν οι Ανδρέας Λάμπος, Χριστίνα Μιτσιάλη και Κωνσταντίνος Παπαμεντζελόπουλος από τον ΕΟΕ) οι πανελλαδικές εξετάσεις αποτελούν πεδίο συχνών αλλαγών, πολλές εκ των οποίων αποφασίζονται με μικροπολιτική στόχευση. Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρα από τους βασικούς νόμους, υπάρχουν ακόμη δεκάδες νόμοι και εκατοντάδες προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που μεταβάλλουν, τροποποιούν ή προσθαφαιρούν πολλά χαρακτηριστικά του θεσμού. «Αυτή η πολυνομία αλλά και οι απανωτές αλλαγές επιβαρύνουν τις διαδικασίες, κάποιες φορές αναστατώνουν τον προγραμματισμό του εκπαιδευτικού έργου και ίσως δυσκολεύουν και τις επιλογές των μαθητών», παραδέχεται η μελέτη.
Βεβαίως, η μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την ίδρυση πανεπιστημίων και ΤΕΙ σε «κάθε πόλη και χωριό» από τη δεκαετία του ’90 με ευρωπαϊκά κονδύλια, προκαλεί σημαντικές στρεβλώσεις στον προσανατολισμό των νέων για τις σπουδές τους. «Δυστυχώς δε γίνεται λόγος για το θέμα των συνεπειών της επιλογής των υποψηφίων, οι οποίοι τείνουν να εξαντλούν τον αριθμό των επιλογών που δικαιούνται. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό παίζουν οι γονείς, οι καθηγητές και το προσωπικό των φροντιστηρίων. Επικρατεί, επίσης, η εντύπωση ότι σημαντικός αριθμός φοιτητών εισάγεται σε τμήματα που δεν κατείχαν υψηλή θέση στη σειρά των προτιμήσεών τους», λέει η μελέτη. Εντύπωση προκαλεί η διαπίστωση της μελέτης ότι «το σίγουρο είναι ότι το παλιό όνειρο της ελληνικής κοινωνίας “μια θέση στο Πανεπιστήμιο για όλους” προκαλεί σήμερα ερωτήματα».
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 08/02/17 |
τις ανισότητες μεταξύ μαθητών
Παρότι όλοι οι υπουργοί Παιδείας το δηλώνουν ως στόχο, το ελληνικό σχολείο δεν αμβλύνει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των μαθητών. Αντίθετα, η αδυναμία του αυτή ενισχύει τις ανισότητες, έστω κι αν πολλά από τα μεγέθη της ελληνικής εκπαίδευσης (π.χ. η αναλογία δασκάλων προς μαθητές) είναι ιδιαίτερα θετικά. Ωστόσο, στην Ελλάδα δεν γίνεται αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και τα επίπεδα αυτονομίας των σχολείων είναι πολύ χαμηλά. Αυτά προκύπτουν από την ειδική μελέτη που δημοσιοποίησε χθες ο ΣΕΒ, στην οποία ο Σύνδεσμος αξιοποιεί στοιχεία του ΟΟΣΑ και χωρών-μελών της Ε.Ε. Ο ΣΕΒ κατά περίπτωση συγκρίνει το ελληνικό με το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο έχει επιδείξει σημαντικές επιδόσεις στους διαγωνισμούς PISA του ΟΟΣΑ και θεωρείται από τα καλύτερα διεθνώς. Βέβαια, πρόσφατα ο υπουργός Κώστας Γαβρόγλου δήλωσε ότι «η Φινλανδία μαζί με το Χάρβαρντ κοντεύουν να αποκτήσουν μια μεταφυσική ιερότητα στην Ελλάδα», προσθέτοντας ότι τόσο η Φινλανδία, το εκπαιδευτικό σύστημα της οποίας εκθειάζεται από πολλούς, όσο και το περίφημο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, έχουν προβλήματα. Ειδικότερα, με βάση τη μελέτη του ΣΕΒ:
• Στην Ελλάδα η μισθοδοσία αποτελεί το 80% των δημοσίων δαπανών για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αντί του 60% στην Ε.Ε και 50% στη Φινλανδία. Να ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα και η Φινλανδία χαρακτηρίζονται από πολλά περιφερειακά και μικρά σχολεία.
• Οι ετήσιες ώρες διδασκαλίας στο ελληνικό σχολείο ανά δάσκαλο είναι λίγες. Συγκεκριμένα, 459 ώρες για την Ελλάδα, 568,1 για τη Φινλανδία και 669,2 ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.
• Η αναλογία μαθητών ανά δάσκαλο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της χώρας μας είναι 9,6, ενώ ο μ.ό. του ΟΟΣΑ 13,1 και για τη Φινλανδία 10,29.
• Η αναλογία υπολογιστών προς μαθητές 15 ετών στην Ελλάδα είναι 25%, στη Φινλανδία 79% και στον ΟΟΣΑ 77%.
• 20,7% των σχολείων στην Ελλάδα δηλώνουν ότι έχουν μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, έναντι του 4,3% που είναι ο μ.ό. του ΟΟΣΑ και του... μηδέν στη Φινλανδία.
Ωρες μελέτης
Η χαμηλή ποιότητα του ελληνικού σχολείου αντανακλάται και στις πολλές εκτός σχολείου ώρες μελέτης και φροντιστηρίων των παιδιών. Στην Ελλάδα οι ώρες του διαβάσματος στο σπίτι την εβδομάδα είναι 21,3, ο μ.ό. του ΟΟΣΑ είναι 17,1 και στη Φινλανδία 11,9 ώρες. Οπως λέει ο ΣΕΒ, «η “παραπαιδεία” εκφράζει το γεγονός ότι το ελληνικό σχολείο, με υπερεπάρκεια ανθρωπίνων πόρων τους οποίους όμως κατανέμει μη ορθολογικά, δεν αξιοποιεί πλήρως τις ώρες που έχει το παιδί στο σχολείο για να εξασφαλίσει στον μέγιστο βαθμό την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων». Από την άλλη, ο ΣΕΒ προτείνει μεγαλύτερη αυτονομία του σχολείου και αποκέντρωση της λήψης των αποφάσεων, η οποία ωστόσο μπορεί να φέρει επιθυμητά αποτελέσματα όταν παράλληλα υπάρχει αποτελεσματική διοίκηση και εποπτεία.
Παρότι όλοι οι υπουργοί Παιδείας το δηλώνουν ως στόχο, το ελληνικό σχολείο δεν αμβλύνει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των μαθητών. Αντίθετα, η αδυναμία του αυτή ενισχύει τις ανισότητες, έστω κι αν πολλά από τα μεγέθη της ελληνικής εκπαίδευσης (π.χ. η αναλογία δασκάλων προς μαθητές) είναι ιδιαίτερα θετικά. Ωστόσο, στην Ελλάδα δεν γίνεται αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και τα επίπεδα αυτονομίας των σχολείων είναι πολύ χαμηλά. Αυτά προκύπτουν από την ειδική μελέτη που δημοσιοποίησε χθες ο ΣΕΒ, στην οποία ο Σύνδεσμος αξιοποιεί στοιχεία του ΟΟΣΑ και χωρών-μελών της Ε.Ε. Ο ΣΕΒ κατά περίπτωση συγκρίνει το ελληνικό με το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο έχει επιδείξει σημαντικές επιδόσεις στους διαγωνισμούς PISA του ΟΟΣΑ και θεωρείται από τα καλύτερα διεθνώς. Βέβαια, πρόσφατα ο υπουργός Κώστας Γαβρόγλου δήλωσε ότι «η Φινλανδία μαζί με το Χάρβαρντ κοντεύουν να αποκτήσουν μια μεταφυσική ιερότητα στην Ελλάδα», προσθέτοντας ότι τόσο η Φινλανδία, το εκπαιδευτικό σύστημα της οποίας εκθειάζεται από πολλούς, όσο και το περίφημο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, έχουν προβλήματα. Ειδικότερα, με βάση τη μελέτη του ΣΕΒ:
• Στην Ελλάδα η μισθοδοσία αποτελεί το 80% των δημοσίων δαπανών για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αντί του 60% στην Ε.Ε και 50% στη Φινλανδία. Να ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα και η Φινλανδία χαρακτηρίζονται από πολλά περιφερειακά και μικρά σχολεία.
• Οι ετήσιες ώρες διδασκαλίας στο ελληνικό σχολείο ανά δάσκαλο είναι λίγες. Συγκεκριμένα, 459 ώρες για την Ελλάδα, 568,1 για τη Φινλανδία και 669,2 ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.
• Η αναλογία μαθητών ανά δάσκαλο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της χώρας μας είναι 9,6, ενώ ο μ.ό. του ΟΟΣΑ 13,1 και για τη Φινλανδία 10,29.
• Η αναλογία υπολογιστών προς μαθητές 15 ετών στην Ελλάδα είναι 25%, στη Φινλανδία 79% και στον ΟΟΣΑ 77%.
• 20,7% των σχολείων στην Ελλάδα δηλώνουν ότι έχουν μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, έναντι του 4,3% που είναι ο μ.ό. του ΟΟΣΑ και του... μηδέν στη Φινλανδία.
Ωρες μελέτης
Η χαμηλή ποιότητα του ελληνικού σχολείου αντανακλάται και στις πολλές εκτός σχολείου ώρες μελέτης και φροντιστηρίων των παιδιών. Στην Ελλάδα οι ώρες του διαβάσματος στο σπίτι την εβδομάδα είναι 21,3, ο μ.ό. του ΟΟΣΑ είναι 17,1 και στη Φινλανδία 11,9 ώρες. Οπως λέει ο ΣΕΒ, «η “παραπαιδεία” εκφράζει το γεγονός ότι το ελληνικό σχολείο, με υπερεπάρκεια ανθρωπίνων πόρων τους οποίους όμως κατανέμει μη ορθολογικά, δεν αξιοποιεί πλήρως τις ώρες που έχει το παιδί στο σχολείο για να εξασφαλίσει στον μέγιστο βαθμό την επίτευξη εκπαιδευτικών στόχων». Από την άλλη, ο ΣΕΒ προτείνει μεγαλύτερη αυτονομία του σχολείου και αποκέντρωση της λήψης των αποφάσεων, η οποία ωστόσο μπορεί να φέρει επιθυμητά αποτελέσματα όταν παράλληλα υπάρχει αποτελεσματική διοίκηση και εποπτεία.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου