Από "ΤΑ ΝΕΑ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 24/06/19 |
ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΕΝΕΒΕΖΟΥ
Δεν αναμένει κανείς οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Eνωση ή τουλάχιστον η συντριπτική πλειοψηφία αυτών να είναι ευτυχείς με την προκύπτουσα ανάγκη αλλά και αναγκαιότητα για σκληρή γλώσσα κατά της Τουρκίας. Πολύ δε περισσότερο για την απειλή ή λήψη μέτρων έναντι αυτής, συνεπεία των έκνομων ενεργειών της στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.
Θα ήταν αστείο αλλά και αφελές να ισχυριζόταν κανείς ή και να υπαινισσόταν ότι οι εξελίξεις μάς ικανοποιούν, υπό την έννοια ότι θέτουν την Τουρκία για άλλη μια φορά στο κάδρο και στη θέση του κατηγορουμένου, καθώς και αναδεικνύουν με τεκμήριο αμάχητο τη αμετροέπεια, την ακρότητα, αλλά και τη συνέπειά της να θέλει να αποτελεί τον ταραξία της περιοχής, και όχι μόνο.
Δεν μας ικανοποιεί, δεν επιδιώκουμε, δεν επιζητούμε σκηνικό έντασης και κρίσης. Δεν είναι στη φύση και στη γενικότερη αντίληψή μας μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων. Επιδιώκουμε, θέλουμε και διεκδικούμε σταθερότητα, συνεργασία και ειρήνη στην περιοχή.
Δεν υιοθετούμε τη θεωρία της επίλυσης των προβλημάτων μέσω κρίσεων και εντάσεων, και ο λόγος δεν είναι επειδή κάνουμε την «ανάγκη φιλοτιμία», λόγω προφανούς στρατηγικής υπεροχής της Τουρκίας έναντι της μικρή Κύπρου, αλλά είναι θέμα κουλτούρας, για να μην πω ιδεολογίας, που σέβεται τους ανθρώπους, τα πράγματα και ευρύτερα τον κόσμο, και τολμώ να υποστηρίξω με απολυτότητα, ότι ακόμα κι αν οι στρατιωτικοί και πληθυσμιακοί συσχετισμοί της μικρής μας Κύπρου και της Τουρκίας ήταν ακριβώς οι αντίθετοι, πάλι, ο ταραξίας και ο έχων το πρόσταγμα στις παραβιάσεις και τις έκνομες συμπεριφορές, θα ήταν η Τουρκία.
Δεν επιθυμούμε, ούτε είναι στη φύση μας να γινόμαστε δυσάρεστοι ή να είμαστε αυτοί που συνεχώς ζητούν την αλληλεγγύη και στήριξη των εταίρων τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεν ήταν αυτός ο λόγος που διεκδικήσαμε και πετύχαμε να γίνουμε μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και είναι γι' αυτόν, κι όχι μόνο, τον λόγο που επιδιώξαμε και πετύχαμε, τα τελευταία ειδικότερα χρόνια, να ασκήσουμε μια αρκούντως εξωστρεφή εξωτερική πολιτική, με βασικότερο στόχο να είμαστε χρήσιμοι για την Ευρωπαϊκή Ενωση, ειδικότερα στην κρίσιμη για τον κόσμο περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Απόδειξη αυτής της στόχευσης και πολιτικής αποτελεί όλο το φάσμα των σχημάτων συνεργασίας που αναπτύξαμε στην περιοχή με τις πιο σημαντικές χώρες, σε μια περίοδο που τα βλέμματα όλου του κόσμου είναι στραμμένα εκεί, ένεκα της αστάθειας και πολυεπίπεδων συνεπειών που προκύπτουν από τις βίαιες και άλλοτε νομοτελειακές εξελίξεις στην περιοχή.
Ομως, μέσα σ' όλα αυτά, καμία στιγμή δεν σταματήσαμε να επιδιώκουμε και να εκδηλώνουμε την ετοιμότητά μας για επανέναρξη συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού.
Εχουμε αποδείξει, με όλους τους τρόπους, ότι είμαστε θετικό σημείο αναφοράς στην περιοχή και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, παρά τη συνεχιζόμενη για 45 χρόνια τουρκική κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας και παρά τη συνεχή απροκάλυπτη και προκλητική παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία.
Η αλληλεγγύη, λοιπόν, και η στήριξη που ζητούμε από τους εταίρους μας είναι τεκμηριωμένη και θωρακισμένη με όλους τους τρόπους που θα μπορούσε η Κυπριακή Δημοκρατία να το πράξει. Εξαντλήσαμε και εξαντλούμε κάθε όριο και πήχη ανοχής, έχουμε δε, και συνυπολογίζουμε, ιδιαίτερο σεβασμό και διπλωματική κατανόηση στην ενίοτε προκύπτουσα συστολή και επιφύλαξη πολλών ή και μερικών από τους εταίρους μας να είναι σκληροί και αυστηροί έναντι της Τουρκίας ως οφείλουν.
Ομως, αυτή τη στιγμή, η Τουρκία έχει περάσει κάθε όριο δυνατής ανοχής και κάθε επόμενη πρόσθετη έκνομη ενέργειά της θα δημιουργεί και στην ίδια τη δυσκολία να κάνει τα αναγκαία βήματα προς τα πίσω.
Αν λοιπόν οι εταίροι μας, αλλά και πολύ περισσότερο οι πλέον σημαντικοί πρωταγωνιστές, δεν αντιληφθούν ότι η αλληλεγγύη προς την Κύπρο είναι αλληλεγγύη προς τη σταθερότητα και την ειρήνη, η οποία, αν η Τουρκία συνεχίσει, θα πληγεί, τότε όντως έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα.
Είναι γι αυτούς τους λόγους που δεν χαρακτηρίζω ούτε και αξιολογώ τις αποφάσεις - κείμενα τόσο του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων των Υπουργών Εξωτερικών όσο και τις χθεσινοβραδινές της Συνόδου Κορυφής των ηγετών κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως «ράπισμα» ή «χαστούκι» ή «μεγάλες επιτυχίες» έναντι της Τουρκίας.
Θα έπρεπε να αποτελούν την αυτονόητη και νομοτελειακή στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης έναντι οποιουδήποτε δρα και συμπεριφέρεται όπως δρα και συμπεριφέρεται η Τουρκία.
Δεν έχω ιδιαίτερη προσδοκία ότι η χθεσινή απόφαση της Συνόδου θα αποτελέσει την απαρχή του συνετισμού και της αλλαγής στάσης από την πλευρά της Τουρκίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι εταίροι μας ήδη από χθες ν' αρχίσουν να συνειδητοποιούν αλλά και να σκέφτονται ότι η ασέβεια της Τουρκίας δεν αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία και προφανώς το Διεθνές Δίκαιο μόνο, αλλά αφορά όλους τους.
Με όρους φυσικών προσώπων, θα λέγαμε πως το θέμα Τουρκία δεν είναι προσωπικό, αλλά συλλογικό και ως εκ τούτου, ως και πιο πάνω ανέφερα, η στήριξη προς την Κύπρο δεν μπορεί να αποτελεί υποθηκευτικό σημείο αναφοράς του όποιου μας την προσφέρει για κάθε επόμενη φάση, αφορά είτε την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, είτε τα ενεργειακά ζητήματα της Κύπρου ευρύτερα, είτε πολύ περισσότερο την επίλυση του Κυπριακού.
-Ο Κυριάκος Κενεβέζος είναι πρεσβευτής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ελλάδα
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 24/06/19 |
Η ΕΕ δεν θα φθάσει
-και δεν πρέπει να φθάσει-
σε ολική ρήξη
με την Τουρκία
Η Ευρωπαϊκή Ενωση (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) υιοθέτησε ομολογουμένως μια αυστηρή θέση απέναντι στην Τουρκία σε υποστήριξη της Κύπρου στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της οποίας παρανόμως δραστηριοποιείται η Τουρκία διεξάγοντας γεωτρήσεις για την ανεύρεση φυσικού αερίου, κλπ. Πέραν της λεκτικής καταδίκης η Ενωση εξετάζει το ενδεχόμενο να λάβει μέτρα ενάντια στην Τουρκία και μάλιστα «στοχευμένα μέτρα» (targeted measures), μια φράση που συνήθως υπονοεί κυρώσεις οικονομικού ή πολιτικού χαρακτήρα. Θα υιοθετήσει όμως η Ενωση όντως κυρώσεις ενάντια στην Τουρκία; Η εκτίμησή μου είναι ότι μάλλον είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, να υιοθετηθούν δηλαδή ουσιαστικές κυρώσεις που θα πονέσουν την Τουρκία, πολύ περισσότερο που η υιοθέτησή τους σε πρώτη φάση απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο. Και εδώ θα πρέπει να καταλάβουμε τα όρια και την περιπλοκότητα στη σχέση Ευωπαϊκής Ενωσης - Τουρκίας. Και τα όρια αυτά φωτίζονται από τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων (GAC) της ΕΕ στα οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «επιβεβαιώνεται η υψηλή σημασία που η Ενωση αποδίδει στη σχέση της με την Τουρκία, ένας εταίρος-κλειδί» (key partner). Και η «υψηλή σημασία» της σχέσης υπογραμμίζεται μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι η Τουρκία φιλοξενεί στο έδαφός της 4 εκατ. πρόσφυγες και μετανάστες που σχεδόν όλοι τους θέλουν να περάσουν στις χώρες μέλη της Ενωσης (μέσω Ελλάδας κατά κανόνα).
Το γεγονός ότι δεν γίνεται κάτι τέτοιο οφείλεται στη γνωστή συμφωνία / δήλωση Ενωσης - Τουρκίας. Εάν η Αγκυρα αποφασίσει «να καταγγείλει» τη συμφωνία όπως έχει γνωστοποιήσει στην Ενωση ότι θα κάνει στην περίπτωση κυρώσεων, τότε η Ενωση και οι χώρες μέλη της θα βρεθούν αντιμέτωπες με νέα μείζονος σημασίας προσφυγική / μεταναστευτική κρίση. Οθεν και η διαφαινόμενη απροθυμία για την υιοθέτηση ουσιαστικών κυρώσεων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Κύπρος και η Ελλάδα «θα είναι μόνες στην περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου» όπως ισχυρίστηκε πρόσφατα ο υπουργός Αμυνας Ε. Αποστολάκης. Πρώτα απ' όλα σε μια τέτοια περίπτωση Κύπρος ή/και Ελλάδα μπορούν να ζητήσουν την ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ (άρθ. 42,7 της Συνθήκης της Λισαβόνας). Η ρήτρα αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη της Ενωσης (και όχι την Ενωση την ίδια ως θεσμό) να συνδράμουν Κύπρο ή Ελλάδα με όλα τα μέσα, διπλωματικά, διοικητικά, στρατιωτικά. Και ήδη η Γαλλία, χώρα-κλειδί της ΕΕ, δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι είναι πρόθυμη να συνδράμει την Κύπρο ακόμη και με στρατιωτικά μέσα.
Αλλά καλό και επιβεβλημένο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι, όσο χρήσιμη κι αν είναι η συνδρομή της Ενωσης, δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα στην περιοχή μας. Πολύ περισσότερο που τα όρια της ευρωτουρκικής σχέσης δεν επιτρέπουν (και δεν πρέπει) στην Ενωση «να στριμώξει την Τουρκία» μέχρι του σημείου της ολικής ρήξης. Η ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου έχει ως αφετηριακή προϋπόθεση την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αλλά δυστυχώς για την επίλυση αυτή δεν γίνεται καμιά συστηματική προσπάθεια εδώ και δύο χρόνια περίπου, από το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά το 2017.
-Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το γεγονός ότι δεν γίνεται κάτι τέτοιο οφείλεται στη γνωστή συμφωνία / δήλωση Ενωσης - Τουρκίας. Εάν η Αγκυρα αποφασίσει «να καταγγείλει» τη συμφωνία όπως έχει γνωστοποιήσει στην Ενωση ότι θα κάνει στην περίπτωση κυρώσεων, τότε η Ενωση και οι χώρες μέλη της θα βρεθούν αντιμέτωπες με νέα μείζονος σημασίας προσφυγική / μεταναστευτική κρίση. Οθεν και η διαφαινόμενη απροθυμία για την υιοθέτηση ουσιαστικών κυρώσεων. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η Κύπρος και η Ελλάδα «θα είναι μόνες στην περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου» όπως ισχυρίστηκε πρόσφατα ο υπουργός Αμυνας Ε. Αποστολάκης. Πρώτα απ' όλα σε μια τέτοια περίπτωση Κύπρος ή/και Ελλάδα μπορούν να ζητήσουν την ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ (άρθ. 42,7 της Συνθήκης της Λισαβόνας). Η ρήτρα αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη της Ενωσης (και όχι την Ενωση την ίδια ως θεσμό) να συνδράμουν Κύπρο ή Ελλάδα με όλα τα μέσα, διπλωματικά, διοικητικά, στρατιωτικά. Και ήδη η Γαλλία, χώρα-κλειδί της ΕΕ, δήλωσε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι είναι πρόθυμη να συνδράμει την Κύπρο ακόμη και με στρατιωτικά μέσα.
Αλλά καλό και επιβεβλημένο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι, όσο χρήσιμη κι αν είναι η συνδρομή της Ενωσης, δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα στην περιοχή μας. Πολύ περισσότερο που τα όρια της ευρωτουρκικής σχέσης δεν επιτρέπουν (και δεν πρέπει) στην Ενωση «να στριμώξει την Τουρκία» μέχρι του σημείου της ολικής ρήξης. Η ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου έχει ως αφετηριακή προϋπόθεση την επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αλλά δυστυχώς για την επίλυση αυτή δεν γίνεται καμιά συστηματική προσπάθεια εδώ και δύο χρόνια περίπου, από το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά το 2017.
-Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου