"ΤΑ ΝΕA/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 05-06/10/19
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει πολλές καλές ιδέες που θα μπορούσαν να σταματήσουν την «εισβολή» μεταναστών από το Μεξικό. Να τους πυροβολούν στο ψαχνό, παραδείγματος χάριν. Κι αν αυτό είναι παράνομο, να τους πυροβολούν στα πόδια, να μην μπορούν να τρέξουν. Να τους φυλακίζουν, αφού πρώτα χωρίσουν μάνες από ανήλικα παιδιά, τα οποία θα φυλακίζονται χωριστά. Μα η καλύτερη ιδέα απ' όλες - όπως έλεγαν πρόσφατα συνεργάτες του στους «Τάιμς» της Νέας Υόρκης - ήταν η ιδέα να κατασκευαστεί, παράλληλα με το τείχος σε όλο το μήκος των συνόρων, κάτι περισσότερο από 3.000 χιλιόμετρα, μια τάφρος. Που θα γεμίσει με νερό, φίδια και αλιγάτορες.
Να ρίξουμε κροκόδειλους στα νερά του Βορείου Αιγαίου δεν γίνεται βέβαια. Μα όχι πως κι εμείς δεν δοκιμάσαμε κάποιες τραμπικές μεθόδους αποτροπής. Τι άλλο ήταν η Μόρια, παρά μια κυνική επιχείρηση παρατεταμένου βασανισμού των εγκλείστων, ώστε η δυστυχία τους να στείλει το μήνυμα «μην έρχεστε, είναι κόλαση»; Κι αν κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να προτείνει να τους πυροβολούμε στα πόδια, δεν διστάσαμε πάντως να σπρώξουμε πίσω στην Τουρκία του Ερντογάν οικογένειες ανθρώπων που επιχειρούσαν να περάσουν τον Εβρο, για να γλιτώσουν τις φυλακές του.
Εις μάτην. Τα τείχη, οι επιχειρήσεις αποτροπής, ακόμη και οι κροκόδειλοι, μπορεί να έχουν κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αλλά λύση δεν έχει αποδειχθεί ότι δίνουν. Ούτε καν στην Αμερική του Τραμπ. Οριακά μόνον περιορίζουν τις ροές. Και, όπως αποδείχθηκε ξανά, αυτές τις ημέρες στα νησιά μας, οι παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό αυτών των ροών είναι άλλοι, που μας ξεπερνούν και είναι αδύνατον να τους ελέγξουμε. Το πρόβλημα είναι υπερβολικά σύνθετο για να χωρέσει σε απλοϊκές αναγνώσεις του. Μπορείς να το βαφτίζεις «μεταναστευτικό» αντί «προσφυγικού», αλλά η μετονομασία δεν αλλάζει την ουσία. Μπορείς, επίσης, να υιοθετείς μια ρητορική «σκληρής» αντιμετώπισης, στεγανών συνόρων και μαζικών απελάσεων, που παρηγορεί και ανακουφίζει τους φόβους και τις αγωνίες των πολλών. Αλλά κινδυνεύεις έτσι να εμπεδώσεις την πεποίθηση ότι το πρόβλημα το λύνει η περιλάλητη «πολιτική βούληση», η αποφασιστικότητα και η επιχειρησιακή ικανότητα των κυβερνώντων - πεποίθηση που θα εκταμιευθεί ως απογοήτευση και οργή, όταν αποδειχθεί πως το πρόβλημα επιμένει, ακριβώς επειδή υπερβαίνει την πολιτική βούληση και τη γενναία ρητορική.
Περάσαμε τρία ολόκληρα χρόνια, από την άνοιξη του 2016 όταν τα κλειστά βαλκανικά σύνορα και η συμφωνία Ευρώπης - Τουρκίας περιόρισαν τις ροές, ως το φετινό καλοκαίρι. Σε αυτά τα χρόνια είχαμε χαμηλό αριθμό νέων αφίξεων. Είχαμε και ευρωπαϊκούς πόρους περίπου 2 δισ. ευρώ για να οργανώσουμε καλύτερες λύσεις. Αλλά στο διάστημα αυτό, οι ρυθμοί έκδοσης αποφάσεων επί των αιτήσεων ασύλου παραμένουν απελπιστικά αργοί (στα νησιά, στους υπερφορτωμένους καταυλισμούς, υπάρχουν σήμερα ανθρωποι που περιμένουν απόφαση το 2021!), η διαφάνεια στα κριτήρια των αποφάσεων παραμένει προβληματική, οι επιστροφές στην Τουρκία γίνονται με το σταγονόμετρο (683 το 2017, 322 το 2018), η μετεγκατάσταση ευάλωτων πληθυσμών από τα νησιά στην ενδοχώρα αφορούσε αριθμούς πολύ μικρότερους από τις νέες αφίξεις, οι μεταφορές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ακόμη λιγότερους και - προπάντων - η κατάσταση στους νησιωτικούς χώρους υποδοχής αδιόρθωτα απά...νθρωπη.
Αυτός ο χαμένος χρόνος μπορεί τώρα να αποδειχθεί μοιραίος, καθώς πολλοί παράγοντες - κυρίως η εσωτερική πολιτική κατάσταση στην Τουρκία και η απόπειρα της Αγκυρας να χρησιμποιήσει τους πρόσφυγες ως ατού στο γεωπολιτικό της παίγνιο στη Συρία - κάνουν πιθανή μια δραματική επίταση της κρίσης. Δεν βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 2016, όταν είχαμε πάνω από 2.000 αφίξεις την ημέρα. Μα δεν βρισκόμαστε ούτε στο 2017 ή το 2018, όταν οι είσοδοι μετά βίας ξεπερνούσαν τις 1.000 ανά μήνα. Από τον περασμένο Μάιο, αδιόρατη στην αρχή, εμφανίστηκε μια μικρή τάση ανόδου. Τον Ιούλιο είχαμε 5.000 αφίξεις και τον Αύγουστο 8.000. Η ανοδική τάση συνεχίζεται. Και οι δυσάρεστες εκπλήξεις δεν αποκλείονται.
Εύκολες λύσεις, προφανώς, δεν υπάρχουν. Μα κάποιες λύσεις είναι επείγον να βρεθούν. Ας αρχίσουμε από τα αυτονόητα. Χρειαζόμαστε, πρώτον, μια ολλανδικού τύπου, σε ταχύτητα και ποιότητα, διαδικασία ασύλου - και απέχουμε έτη φωτός από αυτό - που να απαντά σε εβδομάδες, όχι σε μήνες και χρόνια. Χρειαζόμαστε, δεύτερον, έναν εξανθρωπισμό των κέντρων υποδοχής, με ενισχυμένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Χρειαζόμαστε, τρίτον, μια πιο ρεαλιστική συμφωνία μεταξύ των προθύμων να συμμετέχουν ευρωπαϊκών χωρών για τη μετεγκατάσταση και διασπορά όσων δικαιούνται άσυλο. Και χρειαζόμαστε, τέλος, μια ανανέωση και λειτουργική βελτίωση της συμφωνίας με την Τουρκία. Το κρίσιμο, όπως λένε οι καλής πίστης ευρωπαίοι ειδικοί, είναι μια ευρωπαϊκή λύση βασισμένη σε αυτό που σήμερα λείπει - την εμπιστοσύνη. Οπως και με την επιδιωκόμενη συμφωνία για το χρέος και τα πλεονάσματα, έτσι και στο Προσφυγικό - Μεταναστευτικό: Η Ελλάδα πρέπει να κάνει μια εντυπωσιακή αλλαγή στις διαδικασίες ασύλου, ώστε η αξιοπιστία και η ταχύτητά τους να κάνει ακαταμάχητο το αίτημα συμμετοχής των υπολοίπων Ευρωπαίων στα βάρη. Ας επικεντρωθούμε σε αυτό.

"ΤΑ ΝΕA/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 05-06/10/19
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΑΝΕΛΛΗ
Η χθεσινή ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα, έπειτα από απάντηση σε επίκαιρη ερώτηση του Γιάνη Βαρουφάκη, γραμματέα του ΜέΡΑ25, ήταν επί της ουσίας. Ο Πρωθυπουργός δεν απέφυγε να περιγράψει τα προβλήματα με το όνομά τους, που συχνά συσκοτίζονται στο όνομα ενός νεφελώδους ανθρωπιστικού ρομάντζου, που συχνά επικαλείται η Αριστερά. Ούτε απέφυγε να δώσει το στίγμα των κυβερνητικών επιλογών, πολλές από τις οποίες θα δημιουργήσουν αντιδράσεις σε όσους επικαλούνται το νεφελώδες ρομάντζο που προανέφερα.
Καταρχήν, ο Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι άλλο πράγμα είναι οι πρόσφυγες και άλλο οι οικονομικοί μετανάστες. Ο διαχωρισμός τίθεται εκ των πραγμάτων και προφανώς τα κριτήρια είναι πολλά, δεν αρκεί η προέλευση του αιτούντος άσυλο π.χ. από εμπόλεμη ζώνη. Υπάρχει όμως ανάγκη επίσπευσης της απόδοσης του ασύλου σε όσους το δικαιούνται. Κι υπάρχει ανάγκη να μη διαιωνίζεται η εκκρεμότητα όσων ζητούν την προστασία του ελληνικού κράτους και καταλήγουν, λόγω αδυναμίας της πολιτείας, να βαλτώνουν για χρόνια στη Μόρια και τα άλλα κέντρα κράτησης, χωρίς χαρτιά, χωρίς δικαιώματα, έρμαια στα χέρια των διακινητών κι όσων τάζουν μια καλύτερη μέρα.
Ο Βαρουφάκης κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έτσι δαιμονοποιεί τους μετανάστες. Ο Μητσοτάκης είχε προλάβει να περιγράψει το πρόβλημα στην ουσία του. Αν η Ευρώπη, και μαζί η Ελλάδα, εκτιμήσει ότι θα λύσει το δημογραφικό πρόβλημά της προσελκύοντας μετανάστες, θα χρειαστεί να το κάνει οργανωμένα, με κανόνες. Οχι γενικώς και αορίστως στο όνομα του ανθρωπισμού που, όπως έχει αποδειχτεί, συσκοτίζει το πρόβλημα. Ούτε γενικώς και αορίστως στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας των κοινωνιών μας - αφού ομαλή συγκατοίκηση με εκπροσώπους άλλων πολιτισμών είναι η αποδοχή των κανόνων του κράτους δικαίου, ουσιαστικά η αποδοχή των δημοκρατικών κανόνων και των κατακτήσεων των κοινωνιών μας στον αγώνα για τη χειραφέτηση, καθώς και η κατανόηση και η αποδοχή όσων δεν τους μοιάζουν. Δύσκολα πράγματα.
Για το ελληνικό κράτος, ούτως ή άλλως, έχει τεθεί ένα μεγάλο στοίχημα. Είναι ανάγκη να απλοποιηθεί το σύστημα ασύλου - και κυρίως στον δεύτερο βαθμό. Μαθαίνω ότι ο νόμος που ετοιμάζεται, εκτός της αλλαγής των προδιαγραφών προκειμένου κάποιοι να θεωρηθούν ευάλωτοι πληθυσμοί, θα προβλέπει ότι τη δευτεροβαθμια επιτροπή θα στελεχώνουν τρεις διοικητικοί δικαστές αλλά όχι εκπρόσωπος της ύπατης αρμοστείας του ΟΗΕ. Εύλογο. Στα όρια της ελληνικής κυριαρχίας, η Ελλάδα μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της με τις δικές της επαρκείς δομές. Με στόχους σαφείς: αποσυμφόρηση των νησιών, ένταξη των προσφύγων όσο είναι δυνατόν στις τοπικές κοινωνίες, σε αξιοπρεπή καταλύματα με δικαιώματα ιατρικής περίθαλψης και με την υποχρέωση να πηγαίνουν τα παιδιά στα σχολεία (οι πληθυσμοί αυτοί, αν τα καταφέρουν στην Ελλάδα, σε πέντε χρόνια μπορούν να μετακινηθούν οπουδήποτε εντός των ορίων της συμφωνίας Σένγκεν).
Το προσφυγικό και το μεταναστευτικό είχε έως σήμερα αφεθεί στα χέρια οπαδών του νεφελώδους ρομάντζου ενός ανθρωπισμού στα λόγια. Πλέον, είναι στα χέρια μιας κυβέρνησης που κατανοεί τις πτυχές του. Μακάρι να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που η ίδια δημιουργεί. Μακάρι, δηλαδή, οι χειρισμοί της να διατηρήσουν εν υπνώσει διαφόρους εξτρεμισμούς που ψάχνουν αφορμές για να εκφραστούν. Δύσκολο στοίχημα.
....και η ενδιαφέρουσα συνέντευξη
"ΤΑ ΝΕA/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 05-06/10/19
ΣΤΟΝ ΠΕΡΙΚΛΗ ΔΗΜΗΤΡΟΛΟΠΟΥΛΟ
Η απουσία πολιτικού σχεδιασμού, διοικητική ανεπάρκεια, στρουθοκαμηλισμός εντός και εκτός συνόρων. Επειτα από εκατοντάδες αυτοψίες στις δομές υποδοχής, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει την πλέον καθαρή εικόνα για το Μεταναστευτικό. Μια κρίση, λέει, που πρέπει να πάψουμε να την αντιμετωπίζουμε ως τέτοια…
Η «ντροπή της Ευρώπης», όπως έχει χαρακτηριστεί ο καταυλισμός της Μόριας, μετράει σχεδόν τέσσερα χρόνια. Δεν ήταν αναμενόμενη η έκρηξη της περασμένης εβδομάδας;
Ηδη από το 2017, όταν κάναμε την πρώτη συνολική αποτίμηση, είχαμε επισημάνει ότι το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Η διοίκηση λειτουργεί με βάση το θεσμικό πλαίσιο και καλείται να υλοποιήσει έναν σχεδιασμό. Οταν το πλαίσιο είναι προβληματικό και το σχέδιο ακόμη αναζητείται, η απόδοση της διοίκησης, πέραν των εγγενών στρεβλώσεών της, νομοτελειακά θα υπολείπεται του αναμενόμενου. Οταν για αδικαιολόγητα μεγάλο διάστημα δεν υπήρχαν κανονισμοί λειτουργίας στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης, γιατί θα πρέπει να αναμένεται από τον διοικητικό μηχανισμό να εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία τους; Οταν, ιδίως κατά τη λειτουργία του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, υπήρχε μετάθεση ευθυνών ως προς την τήρηση κανόνων ασφαλείας εντός των χώρων αυτών μεταξύ των σωμάτων ασφαλείας και του υπουργείου, γιατί να σοκάρουν τέτοια περιστατικά;
Πώς φτάσαμε ως εδώ;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για πολλούς, τους περισσότερους, η αρχή τοποθετείται στο 2015, με την έκρηξη των πληθυσμιακών ροών προς την Ευρώπη, δια μέσου της Ελλάδας. Οι ενδείξεις, όμως, υπήρχαν από πριν, αλλά εν πολλοίς αγνοήθηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν τόσο η Ελλάδα, ως πύλη εισόδου, όσο και η Ευρώπη εντελώς απροετοίμαστες. Να θυμίσω, ότι ούτε η υπηρεσία ασύλου, ούτε κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης, ούτε χώροι φιλοξενίας ήταν κατάλληλα.
Η κοινή δήλωση ΕΕ - Τουρκίας δεν βοήθησε;
Η κοινή δήλωση ΕΕ - Τουρκίας, στην οποία πολλοί είχαν και εξακολουθούν να έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους, δεν ήταν η αναγνώριση από την Ευρώπη της ευρωπαϊκής διάστασης του προβλήματος, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ηταν και είναι η ωμή, σκληρή επιβεβαίωση της αδυναμίας ή και απροθυμίας της Ενωσης να αντιμετωπίσει το ζήτημα ως μία ενιαία, κοινή πολιτική οντότητα. Αντί της διαμόρφωσης μία κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής, είχαμε μια πολυμερή διακρατική συμφωνία, πολιτικού χαρακτήρα, της οποίας η Ενωση δεν αποτελεί μέρος, παρά τον παραπλανητικό της τίτλο. Και αυτό το αναγνώρισε με τον πλέον καθαρό τρόπο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ετσι αποδυναμώνεται η διαπραγματευτική ισχύς της Ευρώπης έναντι της Τουρκίας. Η ίδια η δήλωση κατά τ' άλλα δεν κάτι άλλο από το να συντηρεί ένα κλίμα αποτροπής.
Το οποίο εσείς κρίνετε επίσης αναποτελεσματικό;
Η πολιτική της αποτροπής, ως μέσου αναχαίτισης των ροών, έχει αποδειχθεί στην πράξη μυωπική. Η πολιτική του απομονωτισμού, του στιγματισμού, της γκετοποίησης των πληθυσμών, δεν απέτρεψε και δεν θα αποτρέψει νέες ροές. Εκανε απλά την καθημερινή ζωή τόσο των αιτούντων άσυλο όσο και των τοπικών κοινωνιών δύσκολη, συχνά ανυπόφορη. Και δημιουργεί ανησυχίες για φαινόμενα ριζοσπαστικοποίησης εντός των κέντρων και μισαλλοδοξίας εκτός. Εντός των συνόρων μας, η πολιτική της αποτροπής όχι απλά δεν αποδίδει, αλλά υπονομεύει την κοινωνική συνοχή. Η αποτροπή θα πρέπει να στοχεύει εντός των συνόρων των γειτόνων μας.
Μα είναι πραγματικά τόσο μεγάλο το πρόβλημα;
Το κάναμε εμείς μεγάλο - και δεν εξαιρώ κανέναν σε Ελλάδα και Ευρώπη. Αρκεί να σας πω πως σε απόλυτους αριθμούς, οι ροές από το 2016 και μετά δεν μπορούν να συγκριθούν με την κατάσταση του 2015. Ομως για την Ελλάδα, η πραγματικότητα τα τελευταία 3 ½ χρόνια έχει δείξει, ότι οι αριθμοί είναι μάλλον σχετικοί. Μια μικρή διακύμανση των ροών, μια σχεδόν αναμενόμενη αύξησή τους κατά τους θερινούς μήνες, οδηγεί σε απόλυτη κατάρρευση το όλο διοικητικό οικοδόμημα. Αλλά λησμονούμε, νομίζω πολύ εύκολα, ότι το οικοδόμημα ουδέποτε λειτούργησε μέσα στα προδιαγεγραμμένα όρια αντοχής του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ο πληθυσμός της Μόριας ήταν 3.000, όση και η χωρητικότητά της;
Αρα πρόκειται για ένα είδος αυτοεγκλωβισμού…
Η Ελλάδα βρίσκεται εγκλωβισμένη, όπως ακριβώς οι αιτούντες άσυλο στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, μέσα σε μια πολιτική συνθήκη που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει ή να εξυπηρετηθεί. Μια συνθήκη που φέρνει την Ελλάδα να αντιμετωπίζει τη συγκέντρωση 30.000 υπηκόων τρίτων χωρών στα παράλια της Μικράς Ασίας, ως μία εθνική απειλή, ως επικείμενη εισβολή. Για τους λάτρεις των αριθμών, όμως, να πω πως το νούμερο αυτό φαντάζει πραγματικά ασήμαντο μπροστά στις εκτιμήσεις για τα επόμενα 30 χρόνια. Μόνο λόγω της μεταβολής των κλιματολογικών συνθηκών, εκτιμάται ότι θα μετακινηθούν παγκοσμίως πάνω από 200 εκατ. άνθρωποι. Χωρίς να υπολογίζουμε εμφύλιες συρράξεις, πολέμους, οικονομικές κρίσεις.
Να μάθουμε να ζούμε με αυτό, λοιπόν;
Η μετακίνηση πληθυσμών δεν είναι και δεν πρέπει πια να αντιμετωπίζεται ως κρίση, με λήψη μέτρων προσωρινού χαρακτήρα, την κήρυξη καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης και πολιτικού χαρακτήρα πολυμερείς διακρατικές συμφωνίες αμφιβόλου νομικής ισχύος. Ολα αυτά συνθέτουν μια άρνηση της πραγματικότητας.
Για να ξαναγυρίσουμε στο αρχικό ερώτημα. Ποιο είναι το δίδαγμα αυτών των τεσσάρων χρόνων;
Επειτα από τέσσερα χρόνια διαχείρισης και πάνω από 2 δισ. ενισχύσεις από τα ταμεία της Ενωσης, τι έχουμε να επιδείξουμε; Οι συνθήκες εντός των χώρων φιλοξενίας και των κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης παραμένουν απάνθρωπες. Η παροχή βασικών υπηρεσιών είναι από στοιχειώδης έως παντελώς ελλείπουσα. Η αίσθηση, δε, της απουσίας ενός κεντρικού, στρατηγικού σχεδιασμού έντονη όσο πάντα. Ημουν πριν από λίγες ημέρες στη Μόρια και στην Κω. Η κατάσταση αντί να έχει βελτιωθεί μέσα στα χρόνια, έχει χειροτερεύσει. Ακόμη και ο όποιος εξορθολογισμός της εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, με επιτάχυνση των διαδικασιών και παράλληλα με σεβασμό στο ανθρωπιστικό δίκαιο, είναι ανέφικτο να αγγίξει την ταχύτητα νέων ροών. Πρέπει λοιπόν να πάψουμε να στρουθοκαμηλίζουμε.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου