Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 02-03/03/19 |
του Χρήστου Χωμενίδη
Κεραυνοβόλος έρωτας υπάρχει - κεραυνοβόλα φιλία όχι; Υπάρχει και παραϋπάρχει! Εκείνους τους δυο τούς στοιβάξανε σε ένα μεταγωγικό αεροπλάνο στην Τανάγρα, αρχές Ιουλίου του 1974, και ώσπου να προσγειωθούν στη Λευκωσία είχαν γίνει κολλητοί. Δεν είχαν ξεσπάσει τα τρομερά γεγονότα - το πραξικόπημα και η εισβολή -, είχαν ωστόσο απόλυτη συνείδηση πως τους στέλνουν για πόλεμο. Αλλά δεν ήταν ο φόβος που τους ένωσε. Οπου και να γνωρίζονταν, το ίδιο θα συνέβαινε.
Ταιριάζανε τα χνώτα τους αφάνταστα. Κι ας διέφεραν στα πιο σημαντικά. Βλάχος ο ένας. Πόντιος ο άλλος. Κτηνοτρόφος ο Βλάχος, γιος τσέλιγκα απ' τους πρόποδες του Ολύμπου. Καλουπατζής ο Πόντιος, οικοδόμος, φτωχόπαιδο από τον Εύοσμο Θεσσαλονίκης. Παναθηναϊκός ο Βλάχος. Παοκτσής ο Πόντιος. Μέχρι και στις γυναίκες είχαν άλλα γούστα - του Βλάχου τού καλάρεσαν τα μελανούρια, «κι ας έχουν λίγη τρίχα παραπάνω, δεν με χαλάει ντιπ!», ο Πόντιος τις ήθελε ξανθιές και ψωμωμένες, όπως τις έβλεπε στις ιταλικές σεξοκωμωδίες στο συνοικιακό σινεμά.
Το μεθεπόμενο βράδυ, στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, μεθύσανε με ζιβανία. Κουρούμπελα έγιναν. «Εβίβα! Η ίδια σφαίρα να μας βρει, για Τούρκου για κομμουνιστή!» έκανε πρόποση ο Βλάχος. Ο Πόντιος έμεινε προς στιγμήν αμήχανος - ποιον κομμουνιστή εννοούσε; Κουκουές ήταν ο γέρος του, είχε κάνει και εξορία... Στην Κύπρο είχε κομμουνιστές; -, δεν ήθελε όμως να ρισκάρει τη φιλία για τα πολιτικά, σήκωσε το ποτήρι, το κατέβασε άσπρο πάτο.
Καμία σφαίρα δεν τους βρήκε. Καθαρή την έβγαλαν αμφότεροι. Ο Βλάχος αποδείχθηκε παλικαράς στη μάχη, ο Πόντιος φύλαγε περισσότερο τον κώλο του, είχε στην τσέπη και το χάρτινο εικόνισμα, «σώσε μας, Παναγιά μου Σουμελά, και θα σου ανάψω δυο λαμπάδες ίσαμε το μπόι σου!» της έταζε. «Τι μπόι έχει, ρε ζαγάρι, η Παναγίτσα;» αγανάκτησε στο τέλος ο Βλάχος. «Ισαμε το μπόι μας θα της λες!».
Οταν γύρισαν στην Ελλάδα, χάθηκαν για κάνα τρίμηνο. Του έγραψε έπειτα ο Βλάχος, τον κάλεσε να τον επισκεφθεί. Πήγε ο Πόντιος στο χωριό και σχεδόν δεν ξανάφυγε. Του προξένεψε ο Βλάχος μια ξαδέρφη του. Του έμαθε - το σημαντικότερο - την τέχνη της κτηνοτροφίας.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο Πόντιος χήρεψε. Ο Βλάχος είχε μείνει γεροντοπαλίκαρο. «Στενάζουν τα μπουρδέλα όποτε κατεβαίνουμε στη Λάρισα!» καυχιόταν ο Πόντιος στο καφενείο, κυρίως για να διαλύσει τις γελοίες φήμες που κυκλοφορούσαν εις βάρος του κολλητού του. «Παίρνετε μαζί και το Βιάγκρα;». «Δεν το 'χουμε ανάγκη!» κορδωνόταν.
Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ήταν σχεδόν χουφταλάκια. Αλληλοσυμπληρώνονταν περισσότερο παρά ποτέ. Του Βλάχου είχε εξασθενίσει η όραση, έτρεμαν κάπως και τα χέρια. Ο Πόντιος έβλεπε παραδόξως γερακίσια - και χωρίς γυαλιά -, μα πήγαινε κάπως μονόμπαντα. Βαριάκουε επιπλέον. Η θυγατέρα του, που τους γηροκομούσε και τους δυο, έκλεισε ραντεβού στον ωριλά στην πόλη, του έκανε εκείνος πλύση, δεν υπήρξε βελτίωση...
Δεν το 'βαζαν εντούτοις κάτω. Είχαν πουλήσει μεν το κοπάδι, επέμεναν δε να φροντίζουν τα νοικοκυριά τους, να διατηρούν κοτέτσι και στάβλο, να ψιλοκαλλιεργούν τους μπαχτσέδες τους. Από το καφενείο είχαν αραιώσει. Αραζαν στου Βλάχου, τηγάνιζαν λουκάνικα κι αβγά - «δεν πάει στο διάολο και η χοληστερίνη!». Κοίταζαν τηλεόραση. Εκεί τα χαλούσαν. Οταν έπαιζε ξένο έργο, ο Βλάχος δεν διέκρινε τους υπότιτλους. Οταν είχε ελληνικό, ο Πόντιος το δυνάμωνε στη διαπασών κι ο φίλος του τον βλαστημούσε.
«Ασ' τα να πάνε!» βαρυγκώμησε ο Βλάχος. «Εχω να κουβαλήσω αύριο το μοσχάρι στο σφαγείο. Είναι πιασμένη η μέση μου, πρέπει να τους μετρήσω και λεφτά...». «Γιατί δεν περιμένεις ώσπου να γιάνεις;». «Σιγά μη γιάνω πριν από την άνοιξη! Τρανεύει το ζωντανό μέρα με τη μέρα, σε λίγο δεν θα χωρά εδώ μέσα...».
«Εδώ μέσα» στην κυριολεξία. Κάτι μαδέρια χώριζαν τον στάβλο απ' την κουζίνα, που την είχαν για καθιστικό. Αν ήσουν ασυνήθιστος, μπορεί και να λιποθυμούσες απ' τη μυρωδιά.
«Χέσ' το σφαγείο! Θα το πυροβολήσω εγώ!» του ανακοίνωσε ο Πόντιος. Πετάχτηκε στο σπίτι του κι επέστρεψε καμαρωτός, με το σαρανταπεντάρι. «Θυμάσαι σημάδι;». «Ξεχνιούνται αυτά;». «Είναι, ξέρεις, παράνομο...». «Σιγά - και ποιος θα μας καρφώσει;».
Ο Βλάχος έμεινε στον καναπέ. Τον λυπόταν τον μόσχο του, δεν ήθελε να 'ναι παρών στον σκοτωμό του. Ο Πόντιος μπήκε στον στάβλο, ανέβηκε σε μια καρέκλα και κόλλησε το όπλο στο δόξα πατρί του ζώου. Τον κοίταξε εκείνο ατάραχο και ρουθούνισε, «τι να μου κάνεις, ρε παππούλη;» σαν να του 'λεγε. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος του κρανίου του, πέρασε από τη χαραμάδα του ψευδότοιχου και πέτυχε τον Βλάχο στο στήθος. Το μοσχάρι σωριάστηκε με την κοιλιά. Ο Πόντιος χαμογέλασε θριαμβευτικά. Εσπευσε στην κουζίνα να αναγγείλει στον Βλάχο ότι είχε μια κι έξω καθαρίσει. Τον είδε μέσα στα αίματα.
Τον άρπαξε για να τον βάλει στο ημιφορτηγό να τον πάει στο Κέντρο Υγείας, δεν άντεξε όμως το βάρος του. Στην αυλή παραπάτησε, έπεσε με τα μούτρα κι ο Βλάχος από πάνω του.
Ωρες αργότερα τους βρήκαν, πεθαμένους και τους δύο. Από την ίδια σφαίρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου