Από "ΤΑ ΝΕΑ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 21-22/03/20 |
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
Η ευρωπαϊκή σύνοδος κορυφής της ερχόμενης Πέμπτης δεν θα έχει προηγούμενο. Οι ευρωπαίοι ηγέτες, για πρώτη φορά, δεν θα ακολουθήσουν τη συνήθη χορογραφία. Τα μαύρα αυτοκίνητα, τα προβαρισμένα βήματα μπροστά στο δάσος των τηλεοπτικών συνεργείων κι έπειτα τις επίσημες συζητήσεις πριν από το πολυτελές δείπνο, όπου όλα τα σοβαρά μπαίνουν ατύπως στη συζήτηση. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι 27 θα συνεδριάσουν από το γραφείο του ο καθένας, με τηλεδιάσκεψη. Και, φυσικά, από την ημερήσια διάταξη θα εξαφανιστούν όλα τα άλλα, τα προσεκτικά προετοιμασμένα και προγραμματισμένα θέματα, για να συζητηθεί ένα μόνον, ένα θέμα εκτός προγράμματος, για το οποίο κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος: η πανδημία του κορωνοϊού.
Η πανδημία αυτή έβγαλε από το σεντούκι το ξεχασμένο πολεμικό λεξιλόγιο και τη ρητορική του Ουίνστον Τσόρτσιλ, που, ίσως από προαίσθημα, το σινεμά φρόντισε να μας θυμίσει πρόσφατα. Πολλοί ηγέτες - και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανάμεσά τους - χρησιμοποίησαν τον όρο «πόλεμος» για να περιγράψουν αυτό που συμβαίνει. Η Μέρκελ είπε στους συμπατριώτες της ότι πρόκειται για τη χειρότερη κρίση από το τέλος του παγκόσμιου πολέμου. Δεν είναι αδικαιολόγητη ή υπερβολική αυτή η ρητορική εκτροπή. Μα αν η κρίση είναι συγκρίσιμη με ό,τι έζησε ο κόσμος πριν από 80 χρόνια, τότε η δοκιμασία είναι, προφανώς, καθολική. Δοκιμάζονται τα συστήματα υγείας, τα πολιτικά συστήματα, οι κοινωνικές σχέσεις, η Δημοκρατία και η συνοχή των κοινωνιών. Δοκιμάζονται και οι ηγεσίες. Γιατί, από καταβολής κόσμου, οι μεγάλες κρίσεις ήταν, προπάντων, ένα τεστ ηγεσίας.
Οι συγκρίσεις, μοιραία, γίνονται όχι με το μακρινό 1940, αλλά με το πρόσφατο 2008 - το οποίο εμείς οι «θωρακισμένοι» το ζήσαμε με εξαιρετικά τραυματικό τρόπο.
Από μιά άποψη, αυτές οι συγκρίσεις είναι άτοπες. Η σημερινή, υπαρξιακή διάσταση της απειλής κατά της δημόσιας υγείας δεν συγκρίνεται με καμιά όψη της προηγούμενης κρίσης. Μα ούτε και το μέγεθος της ύφεσης που απειλεί το 2020 συγκρίνεται με τη χειρότερη χρονιά της προηγούμενης κρίσης. Αν, σύμφωνα με τα πιο συντηρητικά και αισιόδοξα σενάρια, ο κορωνοϊός προκαλέσει μια μείωση οικονομικής δραστηριότητας κατά 50% για έναν μήνα και κατά 65% για τους δύο επόμενους μήνες, και περιοριστεί εκεί (πράγμα κάθε άλλο παρά βέβαιο), θα έχουμε ήδη μια ετήσια υποχώρηση του ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της χειρότερης χρονιάς της προηγούμενης κρίσης. Η οποία είχε άλλα χαρακτηριστικά. Ερχόταν από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις αμαρτίες του, να μολύνει την πραγματική οικονομία, ενώ τώρα αντιμετωπίζουμε μια δραματική, παράλληλη και ταυτόχρονη υποχώρηση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.
Αλλά, ως τεστ ηγεσίας, η σύγκριση με το 2008 είναι απολύτως θεμιτή. Τότε, ο κόσμος είχε αντιδράσει μάλλον γρήγορα και αρκετά αποτελεσματικά. Οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Κίνας και του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν συντονιστεί. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφύγει τον αρχαίο πειρασμό να ρίξει η μία τα σκουπίδια της κρίσης στην αυλή της άλλης. Η αντίδραση ήταν, λίγο - πολύ, κοινή. Από την άλλη μεριά, η Ευρώπη τότε είχε αποδειχθεί ανεπαρκής, φοβισμένη, δέσμια του οικονομικού δογματισμού, του φόβου για τους «ηθικούς κινδύνους», και του «ορντο-φιλελευθερισμού» που κυβερνούσε το Βερολίνο. Πολύ κατώτερη των περιστάσεων - όπως η Ελλάδα, προπάντων, με τον επώδυνο τρόπο, έμαθε. Αυτή η ισορροπία φαίνεται να έχει αντιστραφεί. Τότε, τον τόνο στον κόσμο έδιναν ηγέτες όπως ο Ομπάμα και ο Γκόρντον Μπράουν. Οι σημερινοί διάδοχοί τους, ο Τραμπ και ο Τζόνσον, θλιβερά υποδείγματα του λαϊκισμού της «εθνικής υπεροχής», του «ή εμείς ή αυτοί», ούτε στο δαχτυλάκι των προκατόχων τους. Ο διεθνής συντονισμός απέναντι στην απειλή - την υγειονομική όσο και την οικονομική - παραμένει επικίνδυνα ελλειμματικός. Μα, από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή αντίδραση μοιάζει πολύ καλύτερη.
Η Ευρώπη εμφανίζεται, μέχρι στιγμής, πολύ πιο έτοιμη να απαντήσει στην πρόκληση. Χρειάστηκε, βέβαια, μια παρέμβαση των Βρυξελλών για να επαναφέρει στην τάξη Γερμανία και Ολλανδία, επισημαίνοντας ότι η απαγόρευση εξαγωγών ιατρικού υλικού μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών παραβιάζει τις συνθήκες. Και χρειάστηκε μια πρόταση συνοριακής απομόνωσης της Ευρώπης συνολικά από τον έξω κόσμο, για να αντιμετωπιστεί ένα τσουνάμι συνοριακών αποκλεισμών κάθε ευρωπαϊκής χώρας εναντίον των υπολοίπων. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι οι αποφάσεις της πρώτης συνεδρίασης του Γιούρογκρουπ ήταν κατώτερες των περιστάσεων και οι πρώτες ανακοινώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ της ΕΚΤ ακόμη περισσότερο. Αλλά η διόρθωση ήρθε γρήγορα. Η Ευρώπη δείχνει διατεθειμένη να αντιδράσει με μεγαλύτερη τόλμη, περισσότερο ελεύθερη δογματικών ιδεοληψιών, έτοιμη για πιο τολμηρά, ανορθόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας, αποτροπής μιας Μεγάλης Υφεσης κι ενός φαύλου κύκλου χρεοκοπιών και πτωχεύσεων.
Θα το κάνει; Αυτό είναι το τεστ (ευρωπαϊκής) ηγεσίας. Δικαιούμαστε να ελπίζουμε ότι η ευρωπαϊκή δημοκρατία θα αποδείξει στην πράξη την υπεροχή της έναντι όσων την αμφισβητούν. Οτι θα εφαρμόσει, χωρίς δισταγμούς, το αυτονόητο δόγμα salus rei publicae suprema lex. Και, προπάντων, ότι θα αφήσει ανοιχτό τον ορίζοντα της ελπίδας πως η μετά-την-κρίση-Ευρώπη θα είναι πιο ευρωπαϊκή, λιγότερο εθνική, πιο δημοκρατική και πιο αλληλέγγυα.
Στο κάτω - κάτω, αν η «πολεμική ρητορική» έχει κάποιο νόημα, είναι για να θυμίζει ότι αν ο κόσμος των φώτων κέρδισε τον προηγούμενο πόλεμο, ήταν επειδή οι άνθρωποι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, πίστεψαν στη ζωογόνα ουτοπία πως, μετά τον πόλεμο, δεν τους περιμένει απλώς η ειρήνη. Μα κι ένας καλύτερος, δικαιότερος κόσμος.
Η πανδημία αυτή έβγαλε από το σεντούκι το ξεχασμένο πολεμικό λεξιλόγιο και τη ρητορική του Ουίνστον Τσόρτσιλ, που, ίσως από προαίσθημα, το σινεμά φρόντισε να μας θυμίσει πρόσφατα. Πολλοί ηγέτες - και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανάμεσά τους - χρησιμοποίησαν τον όρο «πόλεμος» για να περιγράψουν αυτό που συμβαίνει. Η Μέρκελ είπε στους συμπατριώτες της ότι πρόκειται για τη χειρότερη κρίση από το τέλος του παγκόσμιου πολέμου. Δεν είναι αδικαιολόγητη ή υπερβολική αυτή η ρητορική εκτροπή. Μα αν η κρίση είναι συγκρίσιμη με ό,τι έζησε ο κόσμος πριν από 80 χρόνια, τότε η δοκιμασία είναι, προφανώς, καθολική. Δοκιμάζονται τα συστήματα υγείας, τα πολιτικά συστήματα, οι κοινωνικές σχέσεις, η Δημοκρατία και η συνοχή των κοινωνιών. Δοκιμάζονται και οι ηγεσίες. Γιατί, από καταβολής κόσμου, οι μεγάλες κρίσεις ήταν, προπάντων, ένα τεστ ηγεσίας.
Οι συγκρίσεις, μοιραία, γίνονται όχι με το μακρινό 1940, αλλά με το πρόσφατο 2008 - το οποίο εμείς οι «θωρακισμένοι» το ζήσαμε με εξαιρετικά τραυματικό τρόπο.
Από μιά άποψη, αυτές οι συγκρίσεις είναι άτοπες. Η σημερινή, υπαρξιακή διάσταση της απειλής κατά της δημόσιας υγείας δεν συγκρίνεται με καμιά όψη της προηγούμενης κρίσης. Μα ούτε και το μέγεθος της ύφεσης που απειλεί το 2020 συγκρίνεται με τη χειρότερη χρονιά της προηγούμενης κρίσης. Αν, σύμφωνα με τα πιο συντηρητικά και αισιόδοξα σενάρια, ο κορωνοϊός προκαλέσει μια μείωση οικονομικής δραστηριότητας κατά 50% για έναν μήνα και κατά 65% για τους δύο επόμενους μήνες, και περιοριστεί εκεί (πράγμα κάθε άλλο παρά βέβαιο), θα έχουμε ήδη μια ετήσια υποχώρηση του ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της χειρότερης χρονιάς της προηγούμενης κρίσης. Η οποία είχε άλλα χαρακτηριστικά. Ερχόταν από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις αμαρτίες του, να μολύνει την πραγματική οικονομία, ενώ τώρα αντιμετωπίζουμε μια δραματική, παράλληλη και ταυτόχρονη υποχώρηση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης.
Αλλά, ως τεστ ηγεσίας, η σύγκριση με το 2008 είναι απολύτως θεμιτή. Τότε, ο κόσμος είχε αντιδράσει μάλλον γρήγορα και αρκετά αποτελεσματικά. Οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Κίνας και του Ηνωμένου Βασιλείου είχαν συντονιστεί. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αποφύγει τον αρχαίο πειρασμό να ρίξει η μία τα σκουπίδια της κρίσης στην αυλή της άλλης. Η αντίδραση ήταν, λίγο - πολύ, κοινή. Από την άλλη μεριά, η Ευρώπη τότε είχε αποδειχθεί ανεπαρκής, φοβισμένη, δέσμια του οικονομικού δογματισμού, του φόβου για τους «ηθικούς κινδύνους», και του «ορντο-φιλελευθερισμού» που κυβερνούσε το Βερολίνο. Πολύ κατώτερη των περιστάσεων - όπως η Ελλάδα, προπάντων, με τον επώδυνο τρόπο, έμαθε. Αυτή η ισορροπία φαίνεται να έχει αντιστραφεί. Τότε, τον τόνο στον κόσμο έδιναν ηγέτες όπως ο Ομπάμα και ο Γκόρντον Μπράουν. Οι σημερινοί διάδοχοί τους, ο Τραμπ και ο Τζόνσον, θλιβερά υποδείγματα του λαϊκισμού της «εθνικής υπεροχής», του «ή εμείς ή αυτοί», ούτε στο δαχτυλάκι των προκατόχων τους. Ο διεθνής συντονισμός απέναντι στην απειλή - την υγειονομική όσο και την οικονομική - παραμένει επικίνδυνα ελλειμματικός. Μα, από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή αντίδραση μοιάζει πολύ καλύτερη.
Η Ευρώπη εμφανίζεται, μέχρι στιγμής, πολύ πιο έτοιμη να απαντήσει στην πρόκληση. Χρειάστηκε, βέβαια, μια παρέμβαση των Βρυξελλών για να επαναφέρει στην τάξη Γερμανία και Ολλανδία, επισημαίνοντας ότι η απαγόρευση εξαγωγών ιατρικού υλικού μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών παραβιάζει τις συνθήκες. Και χρειάστηκε μια πρόταση συνοριακής απομόνωσης της Ευρώπης συνολικά από τον έξω κόσμο, για να αντιμετωπιστεί ένα τσουνάμι συνοριακών αποκλεισμών κάθε ευρωπαϊκής χώρας εναντίον των υπολοίπων. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι οι αποφάσεις της πρώτης συνεδρίασης του Γιούρογκρουπ ήταν κατώτερες των περιστάσεων και οι πρώτες ανακοινώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ της ΕΚΤ ακόμη περισσότερο. Αλλά η διόρθωση ήρθε γρήγορα. Η Ευρώπη δείχνει διατεθειμένη να αντιδράσει με μεγαλύτερη τόλμη, περισσότερο ελεύθερη δογματικών ιδεοληψιών, έτοιμη για πιο τολμηρά, ανορθόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας, αποτροπής μιας Μεγάλης Υφεσης κι ενός φαύλου κύκλου χρεοκοπιών και πτωχεύσεων.
Θα το κάνει; Αυτό είναι το τεστ (ευρωπαϊκής) ηγεσίας. Δικαιούμαστε να ελπίζουμε ότι η ευρωπαϊκή δημοκρατία θα αποδείξει στην πράξη την υπεροχή της έναντι όσων την αμφισβητούν. Οτι θα εφαρμόσει, χωρίς δισταγμούς, το αυτονόητο δόγμα salus rei publicae suprema lex. Και, προπάντων, ότι θα αφήσει ανοιχτό τον ορίζοντα της ελπίδας πως η μετά-την-κρίση-Ευρώπη θα είναι πιο ευρωπαϊκή, λιγότερο εθνική, πιο δημοκρατική και πιο αλληλέγγυα.
Στο κάτω - κάτω, αν η «πολεμική ρητορική» έχει κάποιο νόημα, είναι για να θυμίζει ότι αν ο κόσμος των φώτων κέρδισε τον προηγούμενο πόλεμο, ήταν επειδή οι άνθρωποι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, πίστεψαν στη ζωογόνα ουτοπία πως, μετά τον πόλεμο, δεν τους περιμένει απλώς η ειρήνη. Μα κι ένας καλύτερος, δικαιότερος κόσμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου