Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
![]() |
"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 30/11/24 |
Του ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ
Η καρδιά της Μέρκελ
Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα θα είχε την πονηριά να αποφύγει τους δημόσιους πανηγυρισμούς για τις κολακείες που, μέσω των απομνημονευμάτων της, επιφύλαξε στον πρώην πρόεδρο και πρωθυπουργό η Αγκελα Μέρκελ. Εκείνος ο ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλα τα αρνητικά του, είχε τουλάχιστον μια πιο συγκροτημένη αίσθηση εαυτού· ως εκ τούτου, είχε και συγκεκριμένη στρατηγική: ο αντιευρωπαϊσμός του, η απόσταση που φρόντιζε να κρατάει από τους ασκούντες τη μνημονιακή εξουσία, η άσβεστη αντιπάθειά του προς τις ελίτ και η λαϊκίστικη εσωστρέφειά του ήταν βασικά συστατικά της έλξης που ασκούσε το κόμμα στους ψηφοφόρους του. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να προτάξει μιαν ορισμένη εικόνα στην κοινωνία, αυτή ήταν της αντισυστημικής και ασυμβίβαστης πολιτικής δύναμης, που βάζει τα δυο πόδια των ευρωπαϊκών θεσμών σε ένα παπούτσι, όχι του αριστεροφανούς μηχανισμού παραγωγής συναινέσεων. Η συμπάθεια της Μέρκελ για τον Τσίπρα, επομένως, δεν αποτελεί δικαίωση για τον αυθεντικό ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το αντίθετο· καταδεικνύει ότι ο πρώην πρωθυπουργός έμεινε στο μυαλό της πρώην καγκελαρίου ως πρόθυμος συνεργάτης, όχι ως ανατρεπτικό στοιχείο.
Ο υπάλληλος του μήνα
Οι συμπάθειες βέβαια είναι υποκειμενικές και πολλές φορές ανεξήγητες. Αλλες φορές βασίζονται σε παράγοντες μειωμένης σοβαρότητας ή σε αστοχίες της κρίσης: η Μέρκελ, για παράδειγμα, αναφέρει ως θετικά τη διαφορά ηλικίας της από τον Αλέξη Τσίπρα, το αφοπλιστικό του χαμόγελο και τα καλά (!) αγγλικά του. Οποιος έχει ακούσει τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει αγγλικά, συμπεραίνει ότι το να θεωρεί κανείς τα αγγλικά του καλά, δεν μπορεί παρά να προκύπτει είτε από φοβερή μεροληψία υπέρ του είτε από άγνοια της γλώσσας. Πέραν όλων αυτών, όμως, η Αγκελα Μέρκελ προβάλλει και πολιτικούς λόγους, εκτός από προσωπικούς. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν συνεργάσιμος, είχε την πρόθεση να εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές (γι’ αυτό άλλωστε και δεν αποτέλεσε ποτέ πρόβλημα για τη «συντηρητική νομενκλατούρα»), ενώ σε σύγκριση με πρωθυπουργούς όπως ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς, απέδειξε ότι ήταν πολύ πιο προσαρμοστικός και έτοιμος να προβεί σε υποχωρήσεις. Η Μέρκελ συμπάθησε τον Τσίπρα επειδή της έκανε τη δουλειά, δηλαδή τη ζωή πιο εύκολη.
Τυχοδιωκτισμός ως παράσημο
Η Αγκελα Μέρκελ παραδέχεται, ωστόσο, ότι το δημοψήφισμα της προκάλεσε σοκ, ένα σοκ που επιτάθηκε από το γεγονός ότι στον Αλέξη Τσίπρα είχε παρουσιαστεί διεξοδικά η διασωστική πρόταση της 26ης Ιουνίου. Ο Τσίπρας θα τη συζητούσε με το υπουργικό του συμβούλιο, αλλά δεν είχε δώσει σημάδια ότι θα δημιουργούσε το πρόσκομμα που δημιούργησε. Με λίγα λόγια, ο συμπαθής πρώην πρωθυπουργός είχε αντιληφθεί το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο και, τουλάχιστον σε εκείνη τη φάση, δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έτρεφε «αυταπάτες». Ακόμη όμως και το μοιραίο, ακατανόητο, διχαστικό δημοψήφισμα δεν έμεινε χωρίς εξήγηση. Για την ακρίβεια, η Μέρκελ κατέληξε να το θεωρεί «αποτέλεσμα καλά προσχεδιασμένης στρατηγικής», καθώς εκ των υστέρων ο Αλέξης Τσίπρας της εξήγησε τον προσχηματικό του χαρακτήρα: έπρεπε κάπως να δείξει στους ψηφοφόρους του ότι εξάντλησε κάθε περιθώριο απαλλαγής από την τρόικα. Η Μέρκελ αυτό το λέει ρεαλισμό. Το «Οχι» που έγινε «Ναι», όμως, οι ψηφοφόροι του «Οχι» το λένε κάπως αλλιώς.
Αβολες αλήθειες
Με τον Γιώργο Παπανδρέου η Αγκελα Μέρκελ δεν μπορούσε να συνεννοηθεί. Αναφέρει πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε, ζητούσε χρόνο ο οποίος δεν υπήρχε και φερόταν σαν να μην καταλάβαινε το επείγον της περίστασης. Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, μάλλον επειδή καταλάβαινε μερικά πράγματα παραπάνω, δεν δεχόταν να εφαρμόσει τα μέτρα που έπρεπε να εφαρμόσει (με τα γνωστά αποτελέσματα). Το ότι στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα έμελλε να συναντήσει τον ιδανικό μνημονιακό εφαρμοστή είναι ενδιαφέρον, επειδή επιβεβαιώνει αρκετές αλήθειες που η ελληνική κοινή γνώμη σε μεγάλο βαθμό δεν έχει μεταβολίσει ακόμη: αρχικά, την τσιπρική διγλωσσία, το γεγονός δηλαδή ότι ο Αλέξης Τσίπρας άλλα έλεγε εντός της χώρας και άλλα εκτός. Τον μύθο του «εναλλακτικού δρόμου»· δεν υπήρξε τέτοιος δρόμος, ήταν όλα μια απάτη. Την ποιοτική διαφορά του μη αριστερού από το αριστερό μνημόνιο: το δεύτερο εφαρμόστηκε· ακριβώς επειδή μόνο η Αριστερά θα μπορούσε να πείσει τον λαό ότι ένα μνημόνιο δεν είναι μνημόνιο.
Αντιστρέφοντας τους όρους
Αξίζει να αναλογιστούμε ποιος θα ήταν ο αντίκτυπος των αναφορών της Μέρκελ στην ελληνική πολιτική σκηνή, αν δεν ήταν ο Αλέξης Τσίπρας ο αγαπημένος της Ελληνας πρωθυπουργός. Πώς θα ερμηνευόταν η ενδεχόμενη συμπάθειά της στον Παπανδρέου ή τον Σαμαρά; Τι θα σήμαινε η συμπάθεια αυτή, σύμφωνα με όσους βρήκαν τη συμπάθειά της για τον Τσίπρα τιμητική; Και πάλι δικαιωμένος θα αισθανόταν ο ΣΥΡΙΖΑ: η προπαγάνδα περί «προσκυνημένων» και «γερμανοτσολιάδων» θα ολοκληρωνόταν σαν τέλειος κύκλος, με ένα «σας τα λέγαμε εμείς». Τώρα όμως που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πια στην αρχική του μορφή, τίποτα δεν έχει σημασία. Οι αποκαλύψεις της Μέρκελ ήρθαν πολύ αργά και όσοι έπρεπε να τις ακούσουν «δεν ήταν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ».
Ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα θα είχε την πονηριά να αποφύγει τους δημόσιους πανηγυρισμούς για τις κολακείες που, μέσω των απομνημονευμάτων της, επιφύλαξε στον πρώην πρόεδρο και πρωθυπουργό η Αγκελα Μέρκελ. Εκείνος ο ΣΥΡΙΖΑ, παρ’ όλα τα αρνητικά του, είχε τουλάχιστον μια πιο συγκροτημένη αίσθηση εαυτού· ως εκ τούτου, είχε και συγκεκριμένη στρατηγική: ο αντιευρωπαϊσμός του, η απόσταση που φρόντιζε να κρατάει από τους ασκούντες τη μνημονιακή εξουσία, η άσβεστη αντιπάθειά του προς τις ελίτ και η λαϊκίστικη εσωστρέφειά του ήταν βασικά συστατικά της έλξης που ασκούσε το κόμμα στους ψηφοφόρους του. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να προτάξει μιαν ορισμένη εικόνα στην κοινωνία, αυτή ήταν της αντισυστημικής και ασυμβίβαστης πολιτικής δύναμης, που βάζει τα δυο πόδια των ευρωπαϊκών θεσμών σε ένα παπούτσι, όχι του αριστεροφανούς μηχανισμού παραγωγής συναινέσεων. Η συμπάθεια της Μέρκελ για τον Τσίπρα, επομένως, δεν αποτελεί δικαίωση για τον αυθεντικό ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το αντίθετο· καταδεικνύει ότι ο πρώην πρωθυπουργός έμεινε στο μυαλό της πρώην καγκελαρίου ως πρόθυμος συνεργάτης, όχι ως ανατρεπτικό στοιχείο.
Ο υπάλληλος του μήνα
Οι συμπάθειες βέβαια είναι υποκειμενικές και πολλές φορές ανεξήγητες. Αλλες φορές βασίζονται σε παράγοντες μειωμένης σοβαρότητας ή σε αστοχίες της κρίσης: η Μέρκελ, για παράδειγμα, αναφέρει ως θετικά τη διαφορά ηλικίας της από τον Αλέξη Τσίπρα, το αφοπλιστικό του χαμόγελο και τα καλά (!) αγγλικά του. Οποιος έχει ακούσει τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει αγγλικά, συμπεραίνει ότι το να θεωρεί κανείς τα αγγλικά του καλά, δεν μπορεί παρά να προκύπτει είτε από φοβερή μεροληψία υπέρ του είτε από άγνοια της γλώσσας. Πέραν όλων αυτών, όμως, η Αγκελα Μέρκελ προβάλλει και πολιτικούς λόγους, εκτός από προσωπικούς. Ο Αλέξης Τσίπρας ήταν συνεργάσιμος, είχε την πρόθεση να εφαρμόσει μνημονιακές πολιτικές (γι’ αυτό άλλωστε και δεν αποτέλεσε ποτέ πρόβλημα για τη «συντηρητική νομενκλατούρα»), ενώ σε σύγκριση με πρωθυπουργούς όπως ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς, απέδειξε ότι ήταν πολύ πιο προσαρμοστικός και έτοιμος να προβεί σε υποχωρήσεις. Η Μέρκελ συμπάθησε τον Τσίπρα επειδή της έκανε τη δουλειά, δηλαδή τη ζωή πιο εύκολη.
Τυχοδιωκτισμός ως παράσημο
Η Αγκελα Μέρκελ παραδέχεται, ωστόσο, ότι το δημοψήφισμα της προκάλεσε σοκ, ένα σοκ που επιτάθηκε από το γεγονός ότι στον Αλέξη Τσίπρα είχε παρουσιαστεί διεξοδικά η διασωστική πρόταση της 26ης Ιουνίου. Ο Τσίπρας θα τη συζητούσε με το υπουργικό του συμβούλιο, αλλά δεν είχε δώσει σημάδια ότι θα δημιουργούσε το πρόσκομμα που δημιούργησε. Με λίγα λόγια, ο συμπαθής πρώην πρωθυπουργός είχε αντιληφθεί το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο και, τουλάχιστον σε εκείνη τη φάση, δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έτρεφε «αυταπάτες». Ακόμη όμως και το μοιραίο, ακατανόητο, διχαστικό δημοψήφισμα δεν έμεινε χωρίς εξήγηση. Για την ακρίβεια, η Μέρκελ κατέληξε να το θεωρεί «αποτέλεσμα καλά προσχεδιασμένης στρατηγικής», καθώς εκ των υστέρων ο Αλέξης Τσίπρας της εξήγησε τον προσχηματικό του χαρακτήρα: έπρεπε κάπως να δείξει στους ψηφοφόρους του ότι εξάντλησε κάθε περιθώριο απαλλαγής από την τρόικα. Η Μέρκελ αυτό το λέει ρεαλισμό. Το «Οχι» που έγινε «Ναι», όμως, οι ψηφοφόροι του «Οχι» το λένε κάπως αλλιώς.
Αβολες αλήθειες
Με τον Γιώργο Παπανδρέου η Αγκελα Μέρκελ δεν μπορούσε να συνεννοηθεί. Αναφέρει πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε, ζητούσε χρόνο ο οποίος δεν υπήρχε και φερόταν σαν να μην καταλάβαινε το επείγον της περίστασης. Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, μάλλον επειδή καταλάβαινε μερικά πράγματα παραπάνω, δεν δεχόταν να εφαρμόσει τα μέτρα που έπρεπε να εφαρμόσει (με τα γνωστά αποτελέσματα). Το ότι στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα έμελλε να συναντήσει τον ιδανικό μνημονιακό εφαρμοστή είναι ενδιαφέρον, επειδή επιβεβαιώνει αρκετές αλήθειες που η ελληνική κοινή γνώμη σε μεγάλο βαθμό δεν έχει μεταβολίσει ακόμη: αρχικά, την τσιπρική διγλωσσία, το γεγονός δηλαδή ότι ο Αλέξης Τσίπρας άλλα έλεγε εντός της χώρας και άλλα εκτός. Τον μύθο του «εναλλακτικού δρόμου»· δεν υπήρξε τέτοιος δρόμος, ήταν όλα μια απάτη. Την ποιοτική διαφορά του μη αριστερού από το αριστερό μνημόνιο: το δεύτερο εφαρμόστηκε· ακριβώς επειδή μόνο η Αριστερά θα μπορούσε να πείσει τον λαό ότι ένα μνημόνιο δεν είναι μνημόνιο.
Αντιστρέφοντας τους όρους
Αξίζει να αναλογιστούμε ποιος θα ήταν ο αντίκτυπος των αναφορών της Μέρκελ στην ελληνική πολιτική σκηνή, αν δεν ήταν ο Αλέξης Τσίπρας ο αγαπημένος της Ελληνας πρωθυπουργός. Πώς θα ερμηνευόταν η ενδεχόμενη συμπάθειά της στον Παπανδρέου ή τον Σαμαρά; Τι θα σήμαινε η συμπάθεια αυτή, σύμφωνα με όσους βρήκαν τη συμπάθειά της για τον Τσίπρα τιμητική; Και πάλι δικαιωμένος θα αισθανόταν ο ΣΥΡΙΖΑ: η προπαγάνδα περί «προσκυνημένων» και «γερμανοτσολιάδων» θα ολοκληρωνόταν σαν τέλειος κύκλος, με ένα «σας τα λέγαμε εμείς». Τώρα όμως που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πια στην αρχική του μορφή, τίποτα δεν έχει σημασία. Οι αποκαλύψεις της Μέρκελ ήρθαν πολύ αργά και όσοι έπρεπε να τις ακούσουν «δεν ήταν ποτέ ΣΥΡΙΖΑ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου