οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ο καπετάν Περικλής ήταν αυτός που με τον Αρη Βελουχιώτη, εδώ στα Καστέλλια, στον Μύλο του Γιατρού, «ανάπιασαν τα προζύμια» για τη δημιουργία του ΕΛΑΣ. Ο πατέρας μου τους είχε ανταμώσει να μπαίνουν στο χωριό, σουρούπωμα. Οταν επαναπατρίστηκε από την Πολωνία τον «ξενάγησα» –τρόπος του λέγειν– σε όλη τη Ρούμελη, όπου θυμήθηκε τα παλιά «…αλλά εδώ που πάμε να μη δείξουμε ταυτότητα, γιατί άλλοι θα με φιλήσουν και άλλοι θα με φτύσουν». Μετά την Αντίσταση ακολούθησε ο Εμφύλιος, δυστυχώς. Διεγράφη από το κόμμα, γιατί έβλεπε κάποια στραβά –κατά την αντίληψή του φυσικά– γιατί το κόμμα, ως γνωστόν, δεν κάνει ποτέ λάθος. Αλλά αυτά δεν «σώνονται». Ο δρόμος είναι «άσωτος», είναι ο τίτλος των απομνημονευμάτων του....

Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (φύλλο 30/01/21)


























Γενναιογράφος, προκάλεσε την οργή του τσάρου γλιτώνοντας από την καρμανιόλα της Σιβηρίας μετά την παρέμβαση υψηλά ιστάμενων γνωστών του με διαύλους στην ανοιχτόμυαλη καλόκαρδη τσαρίνα, αλλά και με μία διπλωματική κίνηση ματ του Ιωάννη Καποδίστρια. Δίχως αυτούς ο Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν (1799-1837) δεν θα αποθεωνόταν από τον Γκόγκολ σαν «η φλόγα που έπεσε από τα ουράνια φωτίζοντάς μας» και από τον Γκόρκι ως «η αρχή κάθε αρχής για εμάς τους Ρώσους». Κι ένας φίλος του, γεννημένος πρίγκιπας, υποκλινόμενος στο μεγαλείο του είχε αστειευθεί με το συγγνωστό άλλοθι της ζήλιας, «να τον κλείσουμε σε φρενοκομείο, τι θείους διαβόλους κουβαλάει τούτος μέσα του». Ο πικρός φιλέλληνας Πούσκιν, λάτρης του Βύρωνα, που ύφανε τον «Θρίαμβο του Βάκχου», έπεσε ηρωικά, ρομαντικά, σε μονομαχία. Υπερασπίστηκε την τιμή της συζύγου του απέναντι σε έναν επαγγελματία του θανάτου, αξιωματικό του ιππικού, γαλλικής καταγωγής, κατά συρροήν άθλιο, που πότιζε τα διψασμένα για σκάνδαλα σαλόνια της Αγίας Πετρούπολης με κομπασμούς ότι κατά βάθος αυτόν αγαπούσε η Ναταλία Πούσκινα. Επάνω, εξεικόνιση του ποιητή σε πυρετώδη στιγμή δημιουργικής περισυλλογής.

1. Η Ιλιάδα, ο Πούσκιν, «τα θέλγητρα της ουρανίου γλώσσης» και η σπουδαία, τραγική Τσβετάγιεβα
ΑΝΤΩΝΗΣ Ν. ΒΕΝΕΤΗΣ, Μοναστηράκι Δωρίδος

Κύριε διευθυντά, 

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου «Ο δικός μου Πούσκιν» της σπουδαίας Ρωσίδος συγγραφέως και κορυφαίας ποιήτριας Μαρίνας Τσβετάγιεβα (1892-1941), αναφερόμενο στον μέγιστο ποιητή της Ρωσίας Αλέξανδρο Πούσκιν (1799-1837), θα ήθελα να αναφερθώ στον έκδηλο θαυμασμό που εξέφραζε ο Αλ. Πούσκιν για την ελληνική γλώσσα.


Ετσι η αθηναϊκή εφημερίδα «Νέα Εφημερίς» της 16.2.1884 έγραφε:

«Επιστέλλουσιν εξ Οδησσού. Την 2αν Φεβρουαρίου 1884 εωρτάσθη πανηγυρικώς υπό των Ρώσων λογίων η εκατονταετηρίς της γεννήσεως του ποιητού Νικολάου Γνεδίτσου, όστις απέθανε εν Πετρουπόλει την 2αν Φεβρουαρίου 1833. Ο ανήρ κατέκτησε επιφανή θέσιν εν τη ρωσική φιλολογία δι’ άλλων μεν έργων του, αλλ’ ιδίως διά της μεταφράσεως της “Ιλιάδος” εις ην αφιέρωσεν 20 έτη του βίου του. Περί της μεταφράσεως ταύτης έγραψε ο μέγας ποιητής Πούσκιν.

– Αισθάνομαι τα θέλγητρα της ουρανίου γλώσσης, εν η ο Ελλην έμελπε μεθ’ αρμονίας τόσης».

Επειδή ουδέν εγνώριζον περί του μεταφραστού της «Ιλιάδος» εις την ρωσικήν γλώσσα, ερώτησα περί τούτου τον διδάκτορα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας, Γεώργιο Σοφ. Δημητρακόπουλο, ο οποίος μου ενεχείρησε σχετικό σημείωμα, κατά το οποίο «Νικολάι Γκνέτιτς (1784-1833), Ρώσος ποιητής και επιφυλλιδογράφος, περισσότερο γνωστός ως μεταφραστής της “Ιλιάδος” στη ρωσική γλώσσα (…)».

Τη μετάφραση υποδέχθηκαν θερμά οι καλύτεροι συγγραφείς, ιδιαίτερα ο Πούσκιν, αλλά και ο σπουδαιότερος κριτικός λογοτεχνίας της Ρωσίας Βησσαρίων Μπελίνσκι, ο οποίος έγραψε μεταξύ άλλων για τη μετάφραση της «Ιλιάδος» του Γκνέτιτς:

«Να συλλάβει το πνεύμα, τη θεϊκή απλότητα και πλαστική ομορφιά των αρχαίων Ελλήνων έμελλε στη Ρωσία μόνο στον Γκνέτιτς».
Και ο Πούσκιν έγραψε στη «Λογοτεχνική εφημερίδα:

– Ακούω τον σιγασμένο ήχο της θεϊκής ελληνικής γλώσσας. Του μεγάλου γέροντα τη σκιά αισθάνομαι με ψυχή αναστατωμένη».

– Η μεγάλη και ευαίσθητη ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγιεβα προέβλεψε το τέλος της στη Ρωσία των Μπολσεβίκων, των οποίων η υπέρτατη αρετή ήταν η μπολσεβίκικη τραχύτητα. Ετσι έγραφε:

«Πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός,
σε ποιαν αχτίδα να πιστέψω –
Ηρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
το εισιτήριο στον πλάστη να επιστρέψω».

Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, εξόριστη στο εσωτερικό, της «Μεγάλης χώρας των Σοβιέτ» αυτοκτόνησε το 1941…


2. Η θεία μου η Παναγιώτα και ο καπετάν Περικλής
ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘ. ΜΑΚΡΗΣ, Καστέλλια Παρνασσίδος

Κύριε διευθυντά, 

Γιατί το δημοτικό τραγούδι θέλει τη γυναίκα «κοντούλα και γιομάτη», στον αντίποδα της σημερινής αισθητικής; Θα έλεγα, κοντούλα για να είναι ευκίνητη, σβέλτα και γιομάτη για να θερμαίνει το συζυγικό κρεβάτι. Η θεία μου, η Παναγιώτα, ήταν κοντούλα μεν, πετσί και κόκαλο δε, συνεπώς, διπλά ευκίνητη – σπίρτο μοναχό. Ενας θηλυκός Ναπολέων, αλλά με περισσότερο χιούμορ.


Κορίτσι ακόμη, υποδέχτηκε στο σπίτι τον εξάδελφό της καπετάν Περικλή (Γιώργο Χουλιάρα) και του έψησε «καφέ» (εντός εισαγωγικών, διότι επρόκειτο περισσότερο για καβουρντισμένα ρεβίθια παρά για καφέ, αλλά και η ζάχαρη ήταν δυσεύρετη – μιλάμε για Κατοχή. «Τι τη θέλετε αυτή την τσιλιβήθρα ανάμεσα στα πόδια σας;». Αστειεύτηκε ο καπετάνιος. «Αυτή η τσιλιβήθρα που βλέπεις», απάντησε ο μεγαλύτερος αδερφός, «κουμαντάρει πέντε άντρες και την κατάκοιτη μάνα μας».

Ο καπετάν Περικλής ήταν αυτός που με τον Αρη Βελουχιώτη, εδώ στα Καστέλλια, στον Μύλο του Γιατρού, «ανάπιασαν τα προζύμια» για τη δημιουργία του ΕΛΑΣ. Ο πατέρας μου τους είχε ανταμώσει να μπαίνουν στο χωριό, σουρούπωμα. Οταν επαναπατρίστηκε από την Πολωνία τον «ξενάγησα» –τρόπος του λέγειν– σε όλη τη Ρούμελη, όπου θυμήθηκε τα παλιά «…αλλά εδώ που πάμε να μη δείξουμε ταυτότητα, γιατί άλλοι θα με φιλήσουν και άλλοι θα με φτύσουν». Μετά την Αντίσταση ακολούθησε ο Εμφύλιος, δυστυχώς. Διεγράφη από το κόμμα, γιατί έβλεπε κάποια στραβά –κατά την αντίληψή του φυσικά– γιατί το κόμμα, ως γνωστόν, δεν κάνει ποτέ λάθος. Αλλά αυτά δεν «σώνονται». Ο δρόμος είναι «άσωτος», είναι ο τίτλος των απομνημονευμάτων του.

Η θεία μου η Παναγιώτα, λοιπόν, ήταν πρωτοπόρος και στα γράμματα. Οι αδερφές της, η μάνα μου, δηλαδή, και η Αγγέλω ήταν εντελώς αγράμματες, σαν μεγαλύτερες που ήταν έπρεπε να δουλέψουν στο σπίτι και στο χωράφι. Ασε που τα κορίτσια δεν ήτανε για γράμματα, αλλά για το σπίτι! Ιδού, η εμπειρία της από την πρώτη μέρα στο σχολείο.

«Οταν πήγα σχολείο, ο δάσκαλος στην προσευχή με έβαλε τελευταία στη γραμμή γιατί ήμουνα κοντούλα. Και τώρα, είπα, πώς θα κάνω τον σταυρό μου, με ποιο χέρι, που είχα αστοχήσει (αστοχάω = δεν βρίσκω τον στόχο, ξεχνάω), το βρήκα: θα κοιτάζω τον μπροστινό. Κοίταξα τον μπροστινό, έκανα τον σταυρό μου με το δεξί και είπα στην προσευχή μου σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με έκανες κοντή, γιατί αν ήμουνα ψηλή, πώς θα έβλεπα να κάνω τον σταυρό μου!».



3. Κων. Καραμανλής και Μωρίς Ζενεβουά
ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Δικηγόρος

Κύριε διευθυντά,

Στις 11 Νοεμβρίου, επέτειο της ανακωχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, η κυβέρνηση και αξιωματούχοι του γαλλικού κράτους παρέστησαν στην επιβλητική τελετή μεταφοράς, και εναπόθεσης, των οστών του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα και ακαδημαϊκού Μωρίς Ζενεβουά (1890-1980) στο «Πάνθεον» των Παρισίων, στον παλαιό ναό της Αγίας Γενεβιέβης, που ύστερα από πολλές διακυμάνσεις προορίστηκε, το 1885, οριστικά, για την ταφή των επιφανών ανδρών της Γαλλίας. Σε εμπνευσμένο λόγο του ο πρόεδρος Μακρόν ανεμνήσθη του μεγάλου συγγραφικού άθλου του τιμωμένου, του έργου του «Εκείνοι του Δεκατέσσερα» (Ceux de ’14), αφιερωμένο στους νεκρούς του Μεγάλου Πολέμου του 1914-1918.


Επανέλαβε, ο Γάλλος πρόεδρος, πολλές φορές την έκφραση «Είναι εδώ αυτοί του ’14», υπογραμμίζοντας ότι είναι εκείνος που επέλεξε η μεταφορά της σορού του Μωρίς Ζενεβουά στο «Πάνθεον» να συμπέσει με την εκατονταετία του ενταφιασμού του Αγνώστου Στρατιώτου, κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου.

Επλεξε το εγκώμιο «ενός συγγραφέα της φύσεως και της ελευθερίας», που γνώρισε την αδελφικότητα του μετώπου, και του οποίου το έργο «αναβλύζει όλη την τρυφερότητα για την οποία κάθε άνθρωπος είναι ικανός» και κατέληξε, «Πιστός στους αγαπημένους του Poilus των χαρακωμάτων τους πρόσφερε την αθανασία των λέξεων». Η καθόλου πολιτική προσφώνηση του προέδρου Μακρόν υπήρξε αφιερωμένη, εξ ολοκλήρου, «στους αιώνιους συμπολεμιστές (του συγγραφέα) οι οποίοι πορεύονται σήμερα μπροστά από τον ναό των ηρώων της χώρας μας».

Ο Μωρίς Ζενεβουά είναι συνδεδεμένος με τη χώρα μας και τον μεγάλο εθνικό ηγέτη της, Κωνσταντίνο Καραμανλή, αφού είναι εκείνος που συνέγραψε, εν μέσω δικτατορίας, την πρώτη βιογραφία του εθνάρχη, υπό τον τίτλο «Η Ελλάς του Καραμανλή ή η δημοκρατία δυσχερής;» – «La Grèce de Caramanlis ou la démocratie difficile?» –εκδοτικός οίκος Plon, Paris 1972– για την ελληνική γλώσσα, εκδοτικός οίκος «Ι. Σιδέρη», Αθήναι 1972.

Ο μεγάλος Ελλην διανοητής και πολιτικός Κωνσταντίνος Δ. Τσάτσος, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του βιβλίου, διερωτήθηκε γιατί ο Μωρίς Ζενεβουά αποφάσισε να γράψει μια βιογραφία του Κ. Καραμανλή. Το αποδίδει στην «εκλεκτική συγγένεια» που αναπτύσσεται μεταξύ ανθρώπων με λογικά τίποτα το κοινό, τίποτα που να φαίνεται να τους συνδέει και που υφέρπει, εν τούτοις, δυνατότερο από όλα τα λογικά και τα φανερά, μέσα στους κόσμους του υποσυνείδητου. Χωρίς αυτή την πρωταρχική έλξη, συμπληρώνει, προς το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το βιβλίο αυτό, παρ’ όλους τους άλλους λόγους, που αναφέρει στη συνέχεια, δεν θα γραφόταν. Γεννήθηκε, συνεχίζει, από το ενδιαφέρον του συγγραφέα για την πορεία του Κ. Καραμανλή μέσα από τη ζωή, από τις υπώρειες του Παγγαίου έως τον πρωθυπουργικό θώκο και έως την εθελουσία του εξορία. Ο Μωρίς Ζενεβουά, τονίζει ο Κ. Δ. Τσάτσος, ανήκει στην ευάριθμη, ακόμη και στη Γαλλία, κατηγορία συγγραφέων, που, παραμερίζοντας τους συνηθισμένους τρόπους επιτυχίας in quantitate, τοποθέτησε τον εαυτό του στο γένος των πατρικίων του γαλλικού λόγου, των ακάματων δημιουργών του γαλλικού ύφους.

Ο συγγραφέας, από την πλευρά του, υπογραμμίζει ότι αφιερώθηκε στη συγγραφή της βιογραφίας του εθνάρχη γιατί «η γοητεία που ένoιωσα από τις πρώτες μου συναντήσεις με τον Πρόεδρο Καραμανλή, και η ωφέλεια που είχα από τις πρώτες μας συζητήσεις, οφείλονται σε άλλους λόγους και πηγάζουν από ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο», τονίζοντας το ενδιαφέρον και τη χρησιμότητα μιας βιογραφίας σαν αυτή που έγραψε. Και καταλήγει: «Η φιλία μου για την Ελλάδα, για την ελληνική γη και τα τέκνα της, επηρέασε πολύ την απόφασή μου. Δεν θα έχω εκπληρώσει καλά τον σκοπό που έταξα στον εαυτό μου, αν, από σελίδα σε σελίδα, δεν μπορούσαν οι αναγνώστες μου να μετρήσουν πόσο αισθάνομαι τους Ελληνες κοντά μου».

Σε εμένα, θα επιτραπεί να παρατηρήσω ότι η μνημειώδης αυτή βιογραφία γράφτηκε, και κυκλοφόρησε, το 1972, ήτοι σε χρόνο που δεν είχε κορυφωθεί η πορεία του εθνικού ηγέτη, με την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και την ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού του οράματος, δικαιώνοντας έτσι όλα τα εκατομμύρια των Ελλήνων που στις 24 Ιουλίου 1974, με τη μυριόστομη ιαχή «Ερχεται!», τον υποδέχθηκαν ως σωτήρα της χώρας. 


4. Oι Τρεις Ιεράρχες και τα αρχαία κείμενα
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΓΓ. ΣΤΕΦΟΣ, Δ.Φ.Ειδικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων

Κύριε διευθυντά, 
 
Σήμερα 30 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών, μεγάλων πατέρων και οικουμενικών διδασκάλων, θεμελιωτών της ελληνοχριστιανικής παράδοσης: του ουρανοφάντορος Μεγάλου Βασιλείου (330-379), αρχιεπισκόπου Καισαρείας, του Θεολόγου Γρηγορίου Ναζιανζηνού (329-396), πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και του μεγάλου εκκλησιαστικού ρήτορα Ιωάννη Χρυσοστόμου (347-406), πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η εορτή καθιερώθηκε το 1100, επί αυτοκράτορος Αλεξίου Κομνηνού, από τον υμνογράφο Ιωάννη Μαυρόποδα, επίσκοπο Ευχαΐτων Παφλαγονίας της Μικράς Ασίας, ενώ στο ελληνικό κράτος ορίσθηκε το 1842 ως εθνική σχολική και των γραμμάτων εορτή για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. 

Το θεολογικό έργο και η κοινωνική προσφορά των «μεγίστων φωστήρων» και «μελιρρύτων ποταμών της σοφίας» έχουν αξιολογηθεί δεόντως από μελετητές αρμοδιότερους εμού. Επιπρόσθετα, όμως, στον τομέα της Φιλολογίας, η συμβολή τους ήταν αξιόλογη στην προώθηση της χριστιανικής διδασκαλίας σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, σε μια καινούργια σύνθεση ελληνισμού και χριστιανισμού. Επηρεασθέντες από την κλασική Φιλολογία και τις ελληνικές σπουδές τους στις σχολές των Αθηνών και της Ανατολής, έθεσαν τη θύραθεν παιδεία και τον αρχαίο λόγο στην υπηρεσία του χριστιανισμού.


Ο Βασίλειος και ο ισάδελφός του Γρηγόριος σπούδασαν στις ένδοξες σχολές των Ακαδημεικών και των Περιπατητικών στις Χρυσές Αθήνες, μητέρα της πολυειδούς σοφίας, με συμφοιτητή τους τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα, και με διδασκάλους τους εθνικούς Ιμέριο και Προαιρέσιο. Παράλληλα, ο Χρυσόστομος, πολυγραφότατος και χρυσορρήμων, με έξοχη ευγλωττία, δεινός ων λέγειν και πείθειν, σπούδασε στην Αντιόχεια, με δάσκαλο τον περίφημο εθνικό ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο.

Ο Μ. Βασίλειος ονομάζει την ποίηση του Ομήρου «έπαινον αρετής», ο Γρηγόριος συνιστά να διαβάζονται «Αι βίβλοι των ποιητών» και ο Χρυσόστομος προτρέπει τους νέους να διαβάζουν τα έπη των αρχαίων. Ειδικότερα, ο Μ. Βασίλειος στην εμπνευσμένη πραγματεία του «όπως αν εκ των ελληνικών ωφελοίντο λόγων» υπεδείκνυε πως πρέπει να μελετώνται τα ποιητικά και τα πεζά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, όσα συντελούν στη βελτίωση του βίου, παραλαμβάνοντες ό,τι είναι ωφέλιμο και προφυλασσόμενοι από το βλαβερό, μιμούμενοι τον Οδυσσέα, που έφραζε τα αυτιά του για να μη σαγηνευθεί από τις Σειρήνες, και τις μέλισσες που δεν αποκομίζουν το δηλητήριο από τα άνθη.

«…καθάπερ της ροδωνιάς το άνθος δρεψάμενοι, τας ακάνθας εκκλίνομεν, ούτω και επί των τοιούτων λόγων, όσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, το βλαβερόν φυλαξώμεθα…»

Η πραγματεία αυτή, που καθόριζε τη σχέση της χριστιανικής θρησκείας προς την κλασική παιδεία, γεφυρώνοντας το χάσμα εθνικού κόσμου και χριστιανισμού, εκδόθηκε λατινιστί στη Δύση το 1458, στους χρόνους της Αναγέννησης, και μελετήθηκε συνεχώς και μάλιστα για σχολικούς σκοπούς στην ελληνική Ανατολή. (Βλ. Νικόλαος Εμμ. Τζιράκης, «Μέγας Βασίλειος και ελληνισμός», Αθήνα 2005).


5. Σπυρίδων Σαμάρας, ένας και μοναδικός
Κ. ΚΟΤΣΙΛΗΣ

Κύριε διευθυντά,

«Αλλο Σαμάρας, άλλο Σαμαράς». Στο φύλλο της 22ας Ιανουαρίου της έγκριτης και σοβαρής «Καθημερινής» στη σελίδα 8, δημοσιεύεται άρθρο της κυρίας Ιωάννας Φωτιάδη με τίτλο: «Το ποδόσφαιρο ενώνει τους ανθρώπους». Εδώ αναφέρονται και τα ακόλουθα «…γύρω από το πάρκο και το γήπεδο της γωνίας Καμπούρογλου και Σαμαρά, στα Κάτω Πατήσια». Πράγματι η συντάκτης έγραψε αυτό που γνωρίζουν (λανθασμένα) όλοι: την οδό «Σαμάρα» την ξαναβαπτίζουν σε «Σαμαρά», αφού η σχετική πινακίδα του δήμου γραμμένη με κεφαλαία «ΣΑΜΑΡΑ» δεν τονίζεται. Στην περιοχή αυτή οι οδοί φέρουν ονόματα λογίων και γενικότερα ανθρώπων των Γραμμάτων, όπως: Καμπούρογλου, Καραβία, Στεφ. Βυζαντίου κ.ά.


Ετσι και εδώ πρόκειται για τιμή στον διακεκριμένο Κερκυραίο μουσουργό Σπυρίδωνα Σαμάρα. Ο ίδιος είναι ο συνθέτης, σε στίχους Κωστή Παλαμά, του «Υμνου των Ολυμπιακών Αγώνων», επ’ ευκαιρία των πρώτων αγώνων του 1896. Λογικό είναι ο Δήμος Αθηναίων να ξαναδεί το θέμα της ονομασίας των οδών, τουλάχιστον όπου υπάρχει περίπτωση ειδικής διάκρισης διά τονισμού. Ακόμη και εκείνο το τραγικό της οδού «Τράλλεων» που είναι γνωστή ως «Τραλλέων»!


6.Η καγκελάριος και ο ποιητής
ΣΑΒΒΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ† Αρχιμανδρίτης

Κύριε διευθυντά,

Εις τo φύλλον της εφημερίδος σας, με ημερομηνίαν 31ην Δεκεμβρίου 2020 –της οποίας τυγχάνω αναγνώστης εκ των νεανικών χρόνων– δημοσιεύετε επιστολήν του κ. Προδρόμου Εμφιετζόγλου, «Δεύτερη επιστολή προς την καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ». Επειδή έχω σπουδάσει στη Γερμανία, στο Τίμπινγκεν και η Γερμανία, όπου έζησα 26 χρόνια, είναι δεύτερη πατρίδα μου, με λυπεί η πολιτική της κ. Μέρκελ υπέρ της Τουρκίας και κατά της πατρίδος μου, και αισθάνομαι την ανάγκη να συγχαρώ τον επιστολογράφο σας.


Η Γερμανίδα καγκελάριος αγνοεί ή θέλει να αγνοεί τον μεγάλο φιλέλληνα ποιητή Χαίλντερλιν και την υπέροχο φράση του διασήμου καινοδιαθηκολόγου καθηγητού μου Ernst Käsemann: Ohne Marathon und Salamis wären wir Barbaren – «δίχως (τη νίκη των Ελλήνων εις) τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, θα είμεθα (οι Γερμανοί) βάρβαροι».
 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου