οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

"...Επειτα από μια δεκαετία οικονομικών πιέσεων και ενώ η Ελλάδα είναι στη διαδικασία να ξαναβρεί τον βηματισμό της στη διεθνή σκηνή είναι λάθος να αναζητήσουμε στη Χάγη τις προοπτικές συνεννόησης με την αναθεωρητική Τουρκία. Είναι γνωστό στη διπλωματική πρακτική ότι η ασύμμετρη συνεννόηση αποτελεί ένα κατεξοχήν μη ενδεδειγμένο και ασταθές έδαφος για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης και αποδοτικής σχέσης καλής γειτονίας με την Τουρκία. Η επικέντρωση στη Χάγη ως μέσον συνεννόησης θέτει εν αμφιβόλω την ειρήνη και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και την ενότητα της Νοτιοανατολικής Πτέρυγας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας...."

Από "ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"

"ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ", 16/02/20


ΤΟΥ Π.Κ.ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ

Ο κεντρικός άξονας, στόχος μας για τα Ελληνοτουρκικά θα πρέπει να είναι αυτός του Ελευθερίου Βενιζέλου μετά το 1922: στρατηγική επίλυσης των προβλημάτων για την προστασία της κυριαρχίας, κυριαρχικών δικαιωμάτων και συμφερόντων μας. Οι θεωρίες για ανάσχεση/αναχαίτιση (containment) της Τουρκίας, κ.λπ., φοβάμαι ότι βρίσκονται στη σφαίρα της ουτοπίας.

Η στρατηγική λύσης εκκινεί από μια σειρά από παραδοχές όπως:

(i) Η Τουρκία από τη στιγμή που αποκλείστηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση ως πλήρες μέλος επιδιώκει να καταστεί περιφερειακή δύναμη ή, όπως το αποκαλεί η ίδια, central state ασκώντας επιρροή στην περιφέρεια και επέκεινα. Στην επιδίωξη αυτή χρησιμοποιεί hard power (στρατιωτική δύναμη) και soft power (ήπια μέσα – Ισλάμ κ.λπ.) και με ενίοτε στρεβλωτική ερμηνεία των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Και ως πρώην αυτοκρατορία αναπολεί «τις δόξες και τα μεγαλεία» του παρελθόντος. Ετσι κάνουν δυστυχώς σχεδόν όλες οι πρώην αυτοκρατορίες (Η.Β./Brexit, Ρωσία κ.ά.).

(ii) Στη λογική αυτή έχει δύο κύριους στόχους σχετικά με την Ελλάδα: (α) να αποτρέψει τη μετατροπή του Αιγαίου σε «Ελληνική λίμνη» και (β) να αποτρέψει τον αποκλεισμό της από την Αν. Μεσόγειο. Και εδώ πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ορισμένες από τις θέσεις μας, αν και «δίκαιες», καταλήγουν πρακτικά, ακουσίως ή εκουσίως, ακριβώς εκεί – έλεγχος του Αιγαίου στο 73% με την ενδεχόμενη επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια (Τουρκία 8,1%) και πλήρης αποκλεισμός της από τη Μεσόγειο με την ενοποίηση της ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου. Για να αποτρέψει αυτά η Τουρκία προβάλλει ορισμένα θεμιτά επιχειρήματα αλλά και απαραδέκτως εξωφρενικές, έκνομες αξιώσεις/θέσεις.

(iii) Η ελληνική πλευρά ακολούθησε (με ορισμένες εξαιρέσεις – Κ. Καραμανλής, Κ. Σημίτης) στρατηγική «μη επίλυσης των προβλημάτων» λόγω κυρίως του φόβου του πολιτικού κόστους μπροστά στο ενδεχόμενο κάποιων οριακών συμβιβασμών. Οχυρώθηκε πίσω από δύο κυρίως επιχειρήματα: (α) ότι έχουμε μόνο μία διαφορά με την Τουρκία (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σήμερα) και (β) ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ των ελληνικών απόψεων και συμφερόντων (καθώς ορισμένοι περίμεναν ακόμη και… διάλυση της Τουρκίας).

(iv) Η πραγματικότητα δείχνει με πολλούς τρόπους ότι «ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ ημών». Εργάζεται εις βάρος μας και υπέρ της Τουρκίας. Καθώς, πρώτον, η Τουρκία έχει διευρύνει την agenda των θεμάτων εις βάρος μας (σήμερα αριθμούν συνολικά 8+3+1 = 12 κύρια θέματα) και, δεύτερον, το συνολικό ισοζύγιο ισχύος μετατοπίζεται δραματικά υπέρ της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι «εάν δεν επιλύσουμε τα προβλήματα, μπορεί να οδηγηθούμε σε εθνικές περιπέτειες».

Ενα status quo με άλυτα τα προβλήματα είναι διαχρονικά επικίνδυνο και αδύνατο (unsustainable). Η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει στόχους, αξιώσεις και θέσεις.

Περιεχόμενο στρατηγικής

Θα πρέπει να χαράξουμε μια ολοκληρωμένη στρατηγική επίλυσης των προβλημάτων για την προστασία της κυριαρχίας μας, με δύο προϋποθέσεις που θα ενισχύσουν τη διαπραγματευτική μας θέση: πρώτον, ενίσχυση της αποτρεπτικής μας δύναμης και, δεύτερον, ενίσχυση-διεύρυνση των συμμαχιών μας για στήριξη μιας τέτοιας στρατηγικής. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να κινείται πάντοτε εντός των ορίων του διεθνούς δικαίου/δικαίου της θάλασσας. Επομένως κινήσεις όπως π.χ. η κατάθεση συντεταγμένων θα πρέπει να αποκλεισθούν κατηγορηματικά.

Ειδικότερα η στρατηγική μας θα πρέπει να περιλαμβάνει:

(α) την επεξεργασία από πλευράς μας μιας πρότασης με λεπτομερείς θέσεις για την επίλυση σε δύο κύρια στάδια: πρώτον, διαπραγμάτευση με την Τουρκία η οποία είναι αναγκαία (και από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) και, δεύτερον, προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. (Μπορεί βέβαια να προηγηθεί ένας κύκλος διερευνητικών συνομιλιών, αν και δεν νομίζω ότι θα προσφέρει πολλά – μάλλον ροκανίζει χρόνο.) Η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να δεχθεί μια τέτοια στρατηγική με τελική συνυπογραφή Συνυποσχετικού. (Το τι πάμε στο Δικαστήριο θα είναι αντικείμενο της διαπραγμάτευσης και σχετικών κατάλληλων διατυπώσεων.) Ζητούμε από την ΕΕ να στηρίξει ενεργά τη στρατηγική αυτή.

(β) Στο μεταξύ, από πλευράς μας επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα όπου μπορούμε ακινδύνως (Ιόνιο, Κέρκυρα/Αλβανία) και οριοθετούμε ΑΟΖ ολικώς ή μερικώς όπου επίσης μπορούμε κατόπιν συμφωνίας (Ιταλία, Αλβανία, Αίγυπτος).

(γ) Προκειμένου να ενισχύσουμε τη θέση μας:

1. Ορίζουμε ευθείες γραμμές βάσης.

2. Κλείνουμε τους κόλπους.

3. Φέρνουμε το Μνημόνιο Λιβύης – Τουρκίας σε Συμβούλιο Σύνδεσης ΕΕ – Τουρκίας.

4. Ζητούμε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να καλέσει τη Λιβύη και την Τουρκία να ακυρώσουν το Μνημόνιο. (Διαφορετικά καλούμε τη Λιβύη να συνυπογράψει συνυποσχετικό για παραπομπή του θέματος στο Διεθνές Δικαστήριο.)

5. Είμαστε σε ετοιμότητα για ενεργοποίηση της Ρήτρας Αμοιβαίας Συνδρομής της Συνθήκης Λισαβόνας (αρθ. 42,7).

(δ) Ενθαρρύνουμε τη Λευκωσία να προχωρήσει στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος (η λύση είναι σχεδόν έτοιμη – πλαίσιο Guterres). Χωρίς την επίλυση δεν πρόκειται να εκτονωθεί η κατάσταση στην Αν. Μεσόγειο.

(ε) Επιδιώκουμε τη σύναψη μιας ειδικής σχέσης ΕΕ – Τουρκίας μέσα από την οποία εξασφαλίζουμε ρυθμίσεις για τον πλήρη σεβασμό από πλευράς Τουρκίας των συνόρων μας, του διεθνούς δικαίου, κ.λπ., καθώς και κάποιες ρυθμίσεις για το Προσφυγικό-Μεταναστευτικό (υπάρχουν τέσσερα τουλάχιστον κεφάλαια). Είναι προφανές ότι η υλοποίηση μιας τέτοιας στρατηγικής απαιτεί ευρύτατη πολιτική συναίνεση και κατάλληλη προετοιμασία της κοινής γνώμης.

Θέματα στις
ελληνοτουρκικές σχέσεις


Υπάρχουν τρεις ξεχωριστές κατηγορίες θεμάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μόνο η πρώτη ανήκει αυστηρά στο πεδίο των διμερών ελληνοτουρκικών σχέσεων.

α. Κατηγορία

1. Χωρικά ύδατα – 12 μίλια.

2. Εναέριος χώρος – 10 μίλια.

3. Οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ (Μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης).

4. Θαλάσσια σύνορα (συμβατικά) Β.Α. Αιγαίου.

5. Αποστρατιωτικοποίηση νησιών.

6. Ορια FIR (περιοχή ευθύνης πτήσεων).

7. Περιοχές έρευνας και διάσωσης.

8. Γκρίζες ζώνες.

β. Κατηγορία

9. Μουσουλμανική μειονότητα Θράκης.

10. Ανοιγμα Θεολογικής Σχολής Χάλκης.

11. Προσφυγικό – Μεταναστευτικό.

γ. Κατηγορία

12. Κυπριακό.

-Ο κ. Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, π. πρεσβευτής-συμβουλος του ΥΠΕΞ.

ΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α. ΛΑΒΔΑ
ΚΑΙ ΣΠΥΡΟΥ Ν.ΛΙΤΣΑ


Η διεθνοπολιτική καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών, αλλά το διεθνές σύστημα απέχει από την εδραίωση κανόνων ζούγκλας. Με σκοπό τη διαχείριση και ενίοτε την υπέρβαση των ζητημάτων που προκύπτουν, τα κράτη επιδιώκουν τη συνεννόηση μέσω της κανονιστικής αναζήτησης για τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων τους αλλά και την επίτευξη της συστημικής επιβίωσής τους. Η αναγκαιότητα της συνεννόησης αναδεικνύεται σε κομβικό σημείο συμπεριφοράς των κρατών, αλλά και σε βασικό χαρακτηριστικό των ορθολογικών κρατών.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η θεωρία των διεθνών σχέσεων αλλά και η ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική εμπειρία έχουν οδηγήσει στη συσσώρευση μιας αξιοπρόσεκτης γκάμας εργαλείων συνεννόησης για τα κράτη. Η συμβατική συνεννόηση, με τη διπλωματία να αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο ως προς την επίτευξη μιας τέτοιας συνθήκης, η δικαιική ρύθμιση, με το Διεθνές Δίκαιο και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς να αναλαμβάνουν σημαντικούς ρόλους προς αυτή την κατεύθυνση, η αποτρεπτική ρύθμιση, με το σύνολο των μηχανισμών του εκάστοτε κράτους να παράγει ικανές ποσότητες έξυπνης ισχύος ώστε να επιτευχθεί η συνεννόηση της μη σύγκρουσης κ.ά. Η αναφορά στα παραπάνω επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι τα κράτη έχουν διάφορα εργαλεία στα χέρια τους ώστε να επιτύχουν την επιζητούμενη συνεννόηση, ενώ την ίδια στιγμή η ίδια η έννοια της συνεννόησης λαμβάνει διάφορες αποχρώσεις στο διεθνές περιβάλλον. Το βέβαιο είναι ότι στη διεθνή πολιτική δεν υφίστανται ούτε «μοναδικές ευκαιρίες», ούτε «μονόδρομοι», ούτε «αναγκαίες αλλά επίπονες λύσεις», παρά μόνο όταν το κράτος έχει πειστεί ότι αυτού του είδους η πολιτική είναι η πλέον ενδεδειγμένη για την εξασφάλιση των συμφερόντων του.

Εδώ και αρκετό καιρό γινόμαστε κοινωνοί μιας τάσης που δείχνει προς τη Χάγη ως το «καλύτερο» ή ακόμη και το «μοναδικό» μέσο διευθέτησης των διαφορών μας με την Τουρκία. Με αποκορύφωμα το προβαλλόμενο δήθεν δίλημμα «Χάγη ή πόλεμος», το οποίο δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε περαιτέρω. Ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι και ερευνητές, ενδιαφερόμαστε για τη δημόσια αποτίμηση της κάθε ορθολογικής άποψης. Η τοποθέτησή μας εδώ επιχειρεί να συνεισφέρει στη δημόσια συζήτηση, όχι γενικώς αναφορικά με τον ρόλο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης αλλά ειδικώς απέναντι στην προοπτική υιοθέτησης αυτής της κατεύθυνσης αναφορικά με την Τουρκία. Είμαστε αρνητικοί ως προς την προσφυγή στη Χάγη για τους ακόλουθους λόγους:

Η διαπραγμάτευση για την υπογραφή συνυποσχετικού θα είναι ατελέσφορη χωρίς τη συμπερίληψη θεμάτων πέραν της υφαλοκρηπίδας, θεμάτων που η Τουρκία προσθέτει σε έναν κατάλογο που μεγαλώνει αποτυπώνοντας την εξελισσόμενη αναθεωρητική προσέγγιση της γείτονος. Εφόσον η Ελλάδα εξακολουθήσει να αποκρούει τις τουρκικές πιέσεις για συμπερίληψη διεκδικήσεων ως «διαφορών», η διαπραγμάτευση δεν θα φέρει τελικώς αποτέλεσμα, ενώ στο μεταξύ θα αποπροσανατολίσει την ελληνική κοινή γνώμη και θα δυσχεράνει περαιτέρω την αναζήτηση προτεραιοτήτων, σκοπών και μέσων στην εθνική στρατηγική.

Είναι γνωστό ότι η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, σε αντίθεση με την Ελλάδα. Επομένως, ουδείς εγγυάται ότι η Τουρκία θα αποδεχθεί το τελικό πόρισμα του εν λόγω δικαστηρίου αν διαπιστώσει ότι η απόφαση κινείται εναντίον των θέσεών της. Πόσο ισχυρή είναι η δέσμευση του pacta sunt servanda για την τουρκική εξωτερική πολιτική από το 1923 έως και σήμερα; Το επιχείρημα ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελέσει σημαντικό πλήγμα στο κύρος και στο γόητρο της Τουρκίας ασφαλώς και παραβλέπει ότι από το 1974 έως και σήμερα η Τουρκία επισήμως καταγγέλλεται από τον ΟΗΕ, την ΕΕ κ.λπ. για την παράνομη εισβολή και κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίχως την παραμικρή συνέπεια.

Η προοπτική της Χάγης αφορά την εξεύρεση όχι ενός modus operandi μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αλλά την εξεύρεση μιας συνεργατικής φόρμουλας για το μέλλον αναφορικά με τα ενεργειακά κοιτάσματα του Αιγαίου. Ποιο το μήνυμα που στέλνουμε στα υπόλοιπα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου όταν φανούμε διατεθειμένοι να συζητήσουμε υπό διεθνή διαιτησία ζητήματα που αφορούν κεντρικά θέματα της εθνικής μας κυριαρχίας; Ποιο το μήνυμα που στέλνουμε στα άλλα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου όταν συμφωνούμε να πάμε στη Χάγη ενώ το τουρκικό casus belli συνεχίζει να υφίσταται ως απειλητική πραγματικότητα πάνω από το Αιγαίο; Ποιο το μήνυμα που στέλνουμε σε συμμάχους αλλά και ανταγωνιστές όταν επιλέγουμε να διαπραγματευτούμε ένα συνυποσχετικό για τη Χάγη, με την Τουρκία να μην κάνει την παραμικρή κίνηση καλής θέλησης για τη βελτίωση των όρων καλής γειτονίας, ενώ και ο τουρκικός αναθεωρητισμός προβάλλεται ανοικτά πια από την Αγκυρα σε κάθε δημόσια δήλωση κυβερνητικών παραγόντων; Το κύρος και το γόητρο, για να θυμηθούμε τον Robert Gilpin, αποτελεί το καθημερινό νόμισμα για τα κράτη στο διεθνές σύστημα. Είμαστε έτοιμοι να μπούμε σε μια εθελούσια υποτίμηση με αδιευκρίνιστες προοπτικές;

Στην πραγματικότητα, όποια κι αν είναι η έκβαση μιας προσφυγής στη Χάγη, μια τέτοια κίνηση θα έρθει να θέσει σε κίνηση τους ημέτερους μηχανισμούς κατευνασμού αναφορικά με τη δεδηλωμένη τουρκική επιθετικότητα. Οι θιασώτες της καταφυγής στη Χάγη αστοχούν ως προς την ερμηνεία του τουρκικού αναθεωρητισμού. Η Τουρκία δεν επιθυμεί απλώς ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την ενεργειακή πίτα του Αιγαίου ή της Ανατολικής Μεσογείου. Θεωρεί εαυτήν μεγάλη δύναμη, επομένως αυτοκατανοείται πια ως στρατηγικός δρων που «δικαιούται» όλα όσα απαιτεί λόγω ισχύος. Η έμμεση δικαίωση αυτής της λογικής θα ενισχύσει περαιτέρω τον τουρκικό αναθεωρητισμό που θα ζητεί ολοένα και περισσότερα από την Ελλάδα ή από άλλους γείτονες. Η συνεννόηση με τον αναθεωρητικό δρώντα δεν μπορεί να επιτευχθεί με επικέντρωση στο Διεθνές Δίκαιο, κυρίως εξαιτίας της απουσίας μιας ανώτατης αρχής που να είναι σε θέση να επιβάλει τις αποφάσεις. Η συνεννόηση της Ελλάδας με την Τουρκία μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης των ημέτερων δομών αυτοβοήθειας, την ποιοτική μας εμβάθυνση στο δυτικό συμμαχικό πλαίσιο μέσω της υιοθέτησης πρωτοβουλιών κομβικής πολιτικής υπεραξίας (π.χ. οι προοπτικές ενίσχυσης του Ευρωατλαντισμού στην Ανατολική Μεσόγειο), τον εκσυγχρονισμό της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής, την οικοδόμηση Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανίας με όρους 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και την επίτευξη συμφωνιών στρατηγικής εξισορρόπησης του τουρκικού αναθεωρητισμού με την ενεργητικότερη συμμετοχή μας στο επιχειρησιακό σκέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και τη σύσφιξή μας με κράτη-κλειδιά του Σουνιτικού Ισλάμ, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως άλλωστε καταδεικνύει και η πρόσφατη επίσκεψη του έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη εκεί.

Επειτα από μια δεκαετία οικονομικών πιέσεων και ενώ η Ελλάδα είναι στη διαδικασία να ξαναβρεί τον βηματισμό της στη διεθνή σκηνή είναι λάθος να αναζητήσουμε στη Χάγη τις προοπτικές συνεννόησης με την αναθεωρητική Τουρκία. Είναι γνωστό στη διπλωματική πρακτική ότι η ασύμμετρη συνεννόηση αποτελεί ένα κατεξοχήν μη ενδεδειγμένο και ασταθές έδαφος για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης και αποδοτικής σχέσης καλής γειτονίας με την Τουρκία. Η επικέντρωση στη Χάγη ως μέσον συνεννόησης θέτει εν αμφιβόλω την ειρήνη και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και την ενότητα της Νοτιοανατολικής Πτέρυγας της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

-Ο Κωνσταντίνος Α. Λάβδας
είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

-Ο Σπύρος Ν. Λίτσας είναι καθηγητής Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου