οι κηπουροι τησ αυγησ

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

ΟΣΟ ΨΗΛΑ ΚΙ ΑΝ ΒΑΖΕΙ ΤΟΝ ΠΗΧΥ Ο ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, Ο ΓΥΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΤΟΝ ΘΕΛΕΙ (καθ' υπαγόρευσιν, προφανώς, της Κουμουνδούρου) ΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΕΚΑΝΙΚΙ ΤΟΥ ΑΧΑΣΤΟΥ, ΕΤΕΡΟ ΚΑΜΜΕΝΟ...Ε, ΟΧΙ, ΡΕ ΠΡΟΞΕΝΗΤΡΑ ΜΠΙΣΤΗ! ....

Δύο+δύο προβολές και η συνέχεια επί της οθόνης όλων ημών, δημοσίως δεν θα πρέπει; Όχι κάτω από τραπέζι!...

                                                   "ΤΑ ΝΕΑ",22/12/20


ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ
του Μιχάλη Μητσού

Λίγο ψηλά τοποθετεί τον πήχη ο πρώην πρωθυπουργός και κινδυνεύει να ζαλιστεί. Για να ανασυγκροτηθεί ο προοδευτικός χώρος, λέει σε συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε χθες στο περιοδικό Πατρινόραμα, χρειάζονται «ήθος, αρχές, αξίες, ιδανικά, στόχευση και στρατηγική». Μα πού θα βρεθούν όλα αυτά; Και από τι ακριβώς υλικό θα είναι φτιαγμένη αυτή η «προοδευτική, ριζοσπαστική, οραματική, αλλά και ρεαλιστική» πρόταση διακυβέρνησης;

Ο «Τρίτος Δρόμος» ήταν επινόηση του Αντονι Γκίντενς. Τέθηκε σε εφαρμογή στο γύρισμα του αιώνα από τον Τόνι Μπλερ, τον Γκέρχαρντ Σρέντερ και τον Mπιλ Κλίντον. Και απέτυχε: σε μια προσπάθεια να απαλλαγούν από τις αμαρτίες του παρελθόντος, οι ηγέτες της Κεντροαριστεράς έδειξαν υπερβολική εμπιστοσύνη στις αγορές και ανέχθηκαν την αύξηση των ανισοτήτων, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν από μεγάλο μέρος των παραδοσιακών τους ψηφοφόρων.

Η σοσιαλδημοκρατία έπεσε σε κώμα. Και το φιλί της ζωής ήρθε από μια απρόσμενη χώρα, στην άκρη της Ευρώπης. Ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας Αντόνιο Κόστα έπεισε το 2015 το Αριστερό Μπλοκ (μια σοβαρή εκδοχή του ΣΥΡΙΖΑ) και τους κομμουνιστές να συγκροτήσουν μαζί μια «προοδευτική», «ρεαλιστική», αλλά όχι κατ' ανάγκην και «ριζοσπαστική», κυβέρνηση. Η στόχευση ήταν σαφής: να δοθεί τέλος στη λιτότητα που είχαν επιβάλει ΕΕ και ΔΝΤ. Η συζήτηση για το ήθος, τις αρχές και τα ιδανικά μπορούσε να περιμένει. Το πείραμα ονομάστηκε «Τέταρτος Δρόμος» και πήγε τόσο καλά που κλωνοποιήθηκε και στη γειτονική Ισπανία, με την κυβερνητική σύμπραξη σοσιαλιστών και Podemos.

Στις εκλογές του 2019, οι σοσιαλιστές αύξησαν τη δύναμή τους. Οι κυβερνητικοί τους εταίροι κατάλαβαν τότε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και αρνήθηκαν να υπογράψουν νέα συμφωνία. Με άλλα λόγια, η αποστασιοποίησή τους είχε να κάνει με ψήφους, όχι με αξίες. Δέχθηκαν πάντως το επιχείρημα του Κόστα ότι αν δεν στηρίξουν την κυβέρνηση, η δημοκρατία θα γίνει φτωχότερη. Κι ύστερα ήρθε η πανδημία. Το Αριστερό Μπλοκ διαφώνησε με την επιμονή του πρωθυπουργού στη δημοσιονομική πειθαρχία κι άρχισε να καταψηφίζει μαζί με την κεντροδεξιά αντιπολίτευση τα κυβερνητικά νομοσχέδια. Ο στόχος του είναι περισσότερο να φθείρει την κυβέρνηση, παρά να την ανατρέψει, αφού η προκήρυξη πρόωρων εκλογών την περίοδο που η Πορτογαλία ασκεί την προεδρία της ΕΕ δεν θα έκανε τόσο καλό στην εικόνα της.

Συμπέρασμα: τα μεγάλα λόγια ακούγονται ωραία, αλλά δεν έχουν πολλή σχέση με την πραγματικότητα. Επίσης, οι Δρόμοι τελείωσαν: ένας «Πέμπτος Δρόμος» δεν θα ακουγόταν πολύ πειστικός, ακόμη κι αν επικεφαλής του ήταν ένας Γιώργος Ανδρέα Παπανδρέου. Πειστική δεν είναι ούτε η ιδέα της «προοδευτικής διακυβέρνησης»: τα πιο επιτυχημένα στελέχη της κυβέρνησης Μητσοτάκη προέρχονται από τον «προοδευτικό χώρο», ενώ και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό δύσκολα τον αποκαλείς συντηρητικό.

Ισως το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεπεράσει αυτή η έρμη η σοσιαλδημοκρατία είναι η ξύλινη γλώσσα.




"Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 22/12/20





















Στον ΣΥΡΙΖΑ – ή τουλάχιστον εντός και πέριξ του προεδρικού επιτελείου της Κουμουνδούρου – διάβασαν με ενδιαφέρον την συνέντευξη του Γιώργου Παπανδρέου στο «Πατρινόραμα», στάθηκαν ιδιαίτερα στην συγκυρία της κίνησής του, και κάποιοι είδαν και πεδίο ανοιχτού πολιτικού διαλόγου.

Ο πρώην πρωθυπουργός επέλεξε μετά από πολύ καιρό να κάνει δημόσια πολιτική παρέμβαση και να πάει ένα βήμα πιο μπροστά κι από την πρόταση Γεννηματά για την προοδευτική διακυβέρνηση. Το έπραξε μια εβδομάδα αφότου η ίδια η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ έβαλε το αίτημα της προοδευτικής διακυβέρνησης από το βήμα της Βουλής, κι εκείνο που σημειώνουν στην Κουμουνδούρου είναι πως εκείνος, σε αντίθεση με την Φώφη Γεννηματά, το έκανε χωρίς να θέτει «όρους εκλογικών συσχετισμών και διαπραγμάτευσης ισχύος».

Στην συνέντευξή του ο Γιώργος Παπανδρέου, όρισε την «προοδευτική διακυβέρνηση» ως ανάγκη – καταλύτη και είπε ότι είναι εφικτή μια προγραμματική συμφωνία «με συγκεκριμένες δεσμεύσεις, επιλογές, πολιτικές, χρονοδιαγράμματα».

«Υπάρχει ανάγκη, πράγματι,», είπε, «για μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, ριζοσπαστικής, οραματικής αλλά και ρεαλιστικής, που να συμβάλει στη συγκρότηση μιας συμμαχίας προοδευτικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την πραγματοποίηση της μεγάλης στροφής που πρέπει να γίνει».

Δεν αναφέρθηκε μεν ευθέως στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ, «φωτογράφισε» όμως τις πιθανές γέφυρες, όπως και τις μεγάλες δυσκολίες του εγχειρήματος – είτε πρόκειται, όπως είπε, για «προσωπικές στοχεύσεις στελεχών», είτε ακόμη και για «σκοπιμότητες ηγεσιών», ενώ για μια ακόμη φορά γύρισε πίσω στην δική του θητεία και επέκρινε εκείνους που έδωσαν την μάχη στις πλατείες «του θυμού και του διχασμού».

Όσοι παρακολουθούν τον Γιώργο Παπανδρέου διαπιστώνουν ότι οι θέσεις του αυτές δεν είναι νέες, ο ίδιος είναι σταθερός και συνεπής και στην καθαρή αντιδεξιά τοποθέτησή του, και στην ανάγκη ανασύνταξης της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης. Είναι όμως και μειοψηφικός εντός του ΚΙΝΑΛ και η διαφορά, αυτή την φορά, είναι πως η παρέμβασή του έρχεται την ώρα που και η Φώφη Γεννηματά ανεβάζει τους αντικυβερνητικούς τόνους και ανοίγει – με ισχυρές αντιστάσεις μέσα από το κόμμα της – διαύλους συζήτησης.

Η παρέμβαση Παπανδρέου ήρθε επίσης την ώρα που ο στενός πολιτικός του φίλος Χάρης Καστανίδης έδωσε κοινό παρών με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννη Ραγκούση σε διαδικτυακή εκδήλωση, σπεύδοντας ωστόσο να κόψει την φόρα σε όσους κάνουν άλματα πολιτικών συμπερασμάτων: «Μην ξεχνάτε», διαμήνυσε, «τον χρυσού κανόνα: Όσο πιο απόλυτα επιθυμείτε τη δεξιά εκτροπή του Κινήματος Αλλαγής, τόσο πιο πολύ να καταγγέλλετε τους "άλλους" για συνεργασία με την Αριστερά».

Σε όλα αυτά, ειδικά οι προερχόμενοι από την ανανεωτική αριστερά, οι πασοκογενείς και οι προεδρικοί του ΣΥΡΙΖΑ διαβάζουν και βλέπουν δυνάμει βήματα μπροστά στο εγχείρημα της προοδευτικής διακυβέρνησης.

Το άρθρο του Νίκου Μπίστη σήμερα στην Εφημρίδα των Συντακτών είναι χαρακτηριστικό: «Την ώρα που ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του ΚΙΝ.ΑΛΛ. λοξοκοιτά προς τα δεξιά ενώ αντανακλαστικά ένα μέρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δείχνει να ικανοποιείται με μια περιορισμένη - καθόλου πιθανή και κατά πάσα πιθανότητα εκλογικά αναποτελεσματική ενότητα της Αριστεράς, ο Παπανδρέου αντιλαμβάνεται ότι το πρώτο είναι λάθος και το δεύτερο δεν αρκεί», γράφει.

Και αφού περιγράφει τις δυσκολίες, τα πολιτικά εμπόδια και τις καχυποψίες και των δύο πλευρών μιλά για «μια συζήτηση που πρέπει να γίνει. Υπό μία προϋπόθεση: να στοχεύει στο μέλλον της προοδευτικής παράταξης, στην αναζήτηση κοινού, σύγχρονου προγραμματικού λόγου και να μην είναι το άλλοθι για νέο διχασμό, οχύρωση πίσω από χτεσινές αντιπαλότητες και άρνηση συνεργασίας. …Το ερώτημα από αυτή τη συνέντευξη είναι αν πρόκειται για μια φωτοβολίδα ή αν θα είναι μια συμβολή με πρακτική συνέχεια στην ανασυγκρότηση της προοδευτικής παράταξης. Ανασυγκρότηση που, όπως αναγνωρίζει ο Παπανδρέου, "είναι ένα πολύ δύσκολο, αλλά απαραίτητο εγχείρημα". Κάποιοι ήδη διάβασαν τη συνέντευξη ως επίθεση στο ΚΙΝ.ΑΛΛ. και την αυτόνομη πορεία του. Το τελευταίο που χρειάζεται ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος είναι νέες διασπάσεις και αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπα που υπονομεύουν την προοπτική προοδευτικής διακυβέρνησης. Μόνο όλοι μαζί μπορούμε».

Η ανάγνωση, ωστόσο, δεν είναι ίδια στον «όλο ΣΥΡΙΖΑ», ούτε είναι δεδομένο πως το «όλοι μαζί» συγκινεί και όλες τις πλευρές. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας θέτει εδώ και τρία χρόνια την προοδευτική διακυβέρνηση ως στρατηγικό στόχο, ο Αλέκος Φλαμπουράρης, όπως και άλλα πρόσωπα, παραμένουν δραστήρια στην προσπάθεια να κρατηθούν ανοιχτοί δίαυλοι με την Χαριλάου Τρικούπη, και οι «ρεαλιστές» της Κουμουνδούρου θεωρούν πως η ανασύνταξη της δημοκρατικής παράταξης είναι και ο μόνος δρόμος που μπορεί να δώσει νέο και ισχυρό αφήγημα απέναντι στην συντηρητική και αντιΣΥΡΙΖΑ κυβερνητική ατζέντα.

Στον ιστορικό πυρήνα του κόμματος, όμως, όλα αυτά ακούγονται με δυσπιστία έως και καχυποψία. Στελέχη όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Πάνος Σκουρλέτης προκρίνουν την «όλη αριστερά» έναντι του «όλοι μαζί», στο ριζοσπαστικό κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ συγκινούνται περισσότερο με την προοπτική των αριστερών μετώπων έστω κι εάν προοπτική ουσιαστικής προσέγγισης με το ΚΚΕ δεν υφίσταται, και συν τοις άλλοις για την παραδοσιακή βάση του κόμματος πρόσωπα όπως ο Γιώργος Παπανδρέου έχουν βαριά τοξικές αναφορές.

Το κεφάλαιο, ωστόσο, έχει ανοίξει και η «ανάγνωση» συνεχίζεται απ’ όλες τις πλευρές, με μία ίσως κοινή παραδοχή: Ότι η όποια όσμωση δεν μπορεί να προκύψει με «άνωθεν εντολές» αλλά μόνον ως προϊόν κοινωνικού αιτήματος…


"Εφ.Συν",22/12/20

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου