οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

"...Πρόκειται για την άνω τελεία ή άνω στιγμή. Αυτό το παράξενο σημείο στίξεως με αμφισβητούμενη χρήση και χρησιμότητα. Ηταν τοποθετημένη στον μεσαίο χώρο, αλλά χωρίς προκαθορισμένη θέση. Αλλοτε έγερνε προς τα αριστερά προς το κόμμα κι άλλοτε προς τα δεξιά προς την τελεία. Το κόμμα ήταν η ανάσα, χώριζε δύο προτάσεις ή τα μέρη μιας πρότασης, ενώ η τελεία προσδιόριζε την ολοκλήρωση της περιόδου του λόγου. Τελεία και παύλα ήταν το οριστικό τέλος αυτού...."

Tέσσερις επιστολές από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" 
(φύλλο 12 Σεπ 18)

Είδε κι απόειδε η άνω τελεία (·) και μεταπήδησε 
στην TV· εκεί, κάνει λαμπρή καριέρα

Κύριε διευθυντά,

Πρόκειται για την άνω τελεία ή άνω στιγμή. Αυτό το παράξενο σημείο στίξεως με αμφισβητούμενη χρήση και χρησιμότητα. Ηταν τοποθετημένη στον μεσαίο χώρο, αλλά χωρίς προκαθορισμένη θέση. Αλλοτε έγερνε προς τα αριστερά προς το κόμμα κι άλλοτε προς τα δεξιά προς την τελεία. Το κόμμα ήταν η ανάσα, χώριζε δύο προτάσεις ή τα μέρη μιας πρότασης, ενώ η τελεία προσδιόριζε την ολοκλήρωση της περιόδου του λόγου. Τελεία και παύλα ήταν το οριστικό τέλος αυτού.

Ετσι η άνω τελεία ήταν στριμωγμένη μεταξύ της ανάσας και της ολοκλήρωσης, μεταξύ του κόμματος και της τελείας και φαινόταν καταδικασμένη –όπως συνήθως συμβαίνει στον μεσαίο χώρο– να χάνει έδαφος. Τα computers την εξοβέλισαν. Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές την αγνοούσαν επιδεικτικά, οι μαθητές την αγνοούσαν πραγματικά. Οι διορθωτές κειμένων την απεχθάνονταν σαν ενοχλητική παρείσακτη.

Τα έβλεπε αυτά η άνω τελεία κι ένιωθε ότι σιγά σιγά μεταλλάσεται είτε σε κόμμα είτε σε τελεία. Φοβήθηκε ότι η πλήρης εξαφάνισή της ήταν θέμα χρόνου πλέον. Επεφτε κι αυτή θύμα της εκλαΐκευσης, της ισοπέδωσης.

Τα πρώτα θύματα αυτού του φαινομένου ήταν η βαρεία και η οξεία. Εφυγαν με αξιοπρέπεια, διακριτικά, χωρίς οξείες αντιπαραθέσεις, χωρίς βαρείες συνέπειες. Μόνο μία υποψία θλίψης στα μάτια ολίγων γηραιών καθηγητών. Τις ακολούθησε η υπογεγραμμένη, με ύφος προσβεβλημένης γεροντοκόρης. Τα πνεύματα, η ψιλή και η δασεία, καθώς και η περισπωμένη, αντιστάθηκαν με γενναιότητα κι αξιοπρεπή αντοχή. Επιστρατεύθηκαν εναντίον τους νόμοι και γραμματικές, αλλά δεν υπετάγησαν πλήρως. Παραμένουν ακόμη και σήμερα εστίες αντιστάσεως, που τηρούν ακόμη τον κανόνα: «μακρόν προ βραχέος περισπάται».

Ολα αυτά έβλεπε η άνω τελεία και, διαισθανόμενη το επερχόμενο τέλος της στον γραπτό λόγο, πήρε μια πολύ έξυπνη απόφαση. Ούσα και λεγόμενη «άνω στιγμή», θεώρησε απολύτως κατάλληλη στιγμή –το timing, τον αριστοτελικό «καιρό»– κι έκανε το μεγάλο άλμα, το μεγάλο πήδημα. Εφυγε από τον λόγο και πήγε στο παράλογο. Από τον γραπτό λόγο μεταγράφηκε στον προφορικό της τηλεόρασης. Η επιτυχία ήταν συγκλονιστική. Ολα τα κανάλια την υποδέχθηκαν με ανοιχτές αγκάλες, την οικειοποιήθηκαν και απέκτησαν την αποκλειστική χρήση της. Εγινε μόδα. Ουδείς δισταγμός, κανένας προβληματισμός, ακόμα και στους μορφωμένους παρουσιαστές. Ολοι τη λάτρεψαν. Εγινε σύμβολο και σημαία. Την περιέφεραν παντού. Την παρενέβαλλαν στους αυτάρεσκους μονολόγους τους: «Θα βάλουμε μια άνω τελεία και θα επανέλθουμε», «Ανω τελεία εδώ, πάμε να δούμε τώρα...». Με αυτήν διέκοπταν τη ζέση των ανταποκριτών και των απεσταλμένων τους: «Βάλε μια άνω τελεία, δεν έχουμε άλλο χρόνο». Χάρη σε αυτήν, φρέναραν όλους τους πολυλογάδες μαϊντανούς, που κοσμούσαν τα τηλεοπτικά τους παράθυρα: «Βάλτε μια άνω τελεία και θα σας δώσω πάλι τον λόγο...». Αυτή σηματοδοτούσε την έναρξη των διαφημίσεων, την εντολή να αρχίσει να ρέει το χρήμα: «Μια άνω τελεία και θα επανέλθουμε, πάμε για διαφημίσεις».

Ετσι, η άνω τελεία ή άνω στιγμή μούντζωσε οριστικά τον φτωχοπρόδρομο γραπτό λόγο κι έγινε αποκλειστικώς τηλεοπτική σταρ στον ιδιόμορφο «πλούσιο» τηλεοπτικό προφορικό λόγο. Το αστείο είναι ότι εκείνοι που τη χαϊδολογούν στα τηλεοπτικά παράθυρα ουδέποτε τη χρησιμοποιούν στον γραπτό τους λόγο, όταν καταφέρνουν να δομήσουν κάτι τέτοιο. Η άνω τελεία ανθεί μόνο τηλεοπτικώς. Εγινε η αγαπημένη των παρουσιαστών που την αναγγέλλουν υπερηφάνως, η προσδοκία των διαφημιστών που την περιμένουν με λαχτάρα, η χαρά των καναλαρχών που τρίβουν τα χέρια τους για το επερχόμενο χρήμα και η ανακούφιση των θεατών που παίρνουν μια ανάσα. Αυτοί που έμειναν κατάπληκτοι ήταν οι μαθητές, που δεν την είχαν ξανακούσει, ούτε ξαναδεί, και υποθέτουν διάφορα, διόλου κολακευτικά και μάλλον χυδαία.

Από τη μεριά μου, θύμωσα γι’ αυτό το καιροσκοπικό πήδημα της άνω τελείας, και εφεξής την αποκηρύσσω και παύω πια να ασχολούμαι με αυτή τη φιλοχρήματη αμαρτωλή! Τελεία και παύλα.

Μιχαλης Μαμαλούκας, Αθήνα


Ο νουνός μου, ο Γιώργος, γεννήθηκε στην Πιάνα της Αρκαδίας, ένα «κολοκοτρωνέικο» χωριό όπου ο καθεδρικός Ναός του Αη Γιώργη υψώνεται σαν φάρος πάνω σε βράχο που προβάλλει απότομα διαταράσσοντας (και αφυπνίζοντας) το καταπράσινο οροπεδινό τοπίο… Την κακοτράχαλη δεκαετία του ’50 ξεκίνησε μαζί με χιλιάδες Ελληνες («προς αναζήτηση καλύτερης τύχης») το ταξίδι της ξενιτιάς και έφθασε μέχρι το down under στη μακρινή ήπειρο της Ωκεανίας. Εκεί, στην «εξωτική» Αυστραλία έκανε οικογένεια και πρόκοψε επαγγελματικά. Ομως, καθώς μεγάλωναν τα παιδιά, διαπιστώθηκε ότι ο θεσμός της παραδοσιακής αδιάσπαστης ελληνικής οικογένειας δεν είχε μέλλον στους ξένους τόπους. Φαίνεται ότι αυτή η μαγική συνεκτική ουσία που κρατάει όρθιες τις φαμελιές ευδοκιμεί κυρίως εδώ στα ευρωπαϊκά μεσογειακά παράλια. Ετσι, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα θυσιάζοντας τις αισιόδοξες προσδοκίες για υψηλή κερδοφορία και ελκυστικά οικονομικά πακέτα… Και «εντός έδρας» τα πήγαν πολύ καλά στον χώρο της ποιοτικής εστίασης, σε Θησείο και Ηλιούπολη. Σε μια εποχή μάλιστα, που δεν είχαν έρθει στο προσκήνιο η «Μοριακή Γαστρονομία» και οι σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές. Τότε, που ακόμα μόνον ο Τσελεμεντές της νοικοκυράς «στιχουργούσε» περί τα μαγειρικά θέματα…

Τα τελευταία χρόνια, συνταξιούχος ξωμάχος και παππούς πια, ζει μόνιμα μαζί με την αγαπημένη (και αξιαγάπητη!) σύζυγό του στην Κορινθία. Παραφράζοντας τον ποιητή, φαίνεται ότι κάπου ανάμεσα «Ισθμια» και «Νέμεα» πρέπει να παράπεσε η πραγματική του μέρα... Στο κτήμα του τον επισκέπτονται συχνά τα τρία εξαίρετα παιδιά του με εγγόνια και φίλους. Εκείνος σαν άλλος Αβραάμ υποδέχεται (ακόμα και εκτός προγράμματος) τους πάντες αυθόρμητα, με μια διάπλατη χαμογελαστή αγκαλιά, πρόθυμος να κεράσει, να ψήσει ένα μεζέ, να τσουγκρίσει ένα ποτηράκι «στην υγειά του φιλότιμου!».

Τις περισσότερες όμως ώρες της ημέρας (ενίοτε και της νύχτας) από το άγριο χάραμα έως αργά το βράδυ ασχολείται –με μεράκι– με τα δένδρα, τις κληματαριές και τα μποστανικά του. Τα ποτίζει, τα κλαδεύει, τα καρπίζει. Τους ψιθυρίζει και του μιλάνε. Τα νιώθει και τον αισθάνονται. Τα «πονάει» και συμπάσχει τη δύσκολη ώρα του καύσωνα και του παγετού.

Με τους τετράποδους φίλους μας έχει ιδιαίτερη αγάπη. Τους ταΐζει και τους φροντίζει κάθε μέρα. Τους τρέχει στον κτηνίατρο. Συνέχεια τσακώνονται μεγαλοφώνως αλλά στο τέλος πάντα τα βρίσκουν. Πλέον, είμαι σίγουρος ότι επικοινωνεί μαζί τους, σε μια άλλη γλώσσα βιωματική και σιωπηλή πέρα από τα στεγανά του αισθητού…
Τέλος και αισιόδοξα, κλείνουμε με την ελπίδα ότι κάποιοι από εσάς, διαβάζοντας τούτες τις νοσταλγικές αράδες ίσως να «βλέπετε» στο πρόσωπο του νουνού μου του Γιώργου τους οικείους σας συγγενείς, γείτονες και φίλους, τις δικές σας… ιδανικές μορφές κι αγαπημένες.

Ιωάννης Μιχαήλ Μιχαλακόπουλος, Κυψέλη


Αναφέρονται όλα από τους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς, πεζογράφους και ποιητές, μερικά μνημονεύονται στον περίφημο «Νεῶν Κατάλογον» της Ιλιάδας (Β 494-877), ενώ ορισμένα παραδίδονται στην αρχαιότητα, με διπλή ονομασία: Κέρκυρα (Σχερίη), Σκόπελος (Πεπάρηθος), Αλόννησος (Ικος), Σύρος (Συρίη), Αντίπαρος (Ωλίαρος), Κύθνος (Δρυοπίς), κ.ά.

Είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό ότι όλα είναι γένους θηλυκού και επιβιώνουν αναλλοίωτα στη νεοελληνική γλώσσα με την αρχαία τους ονομασία, με ελάχιστες εξαιρέσεις οφειλόμενες σε μεταγενέστερες μεταβολές (γλωσσικές παραφθορές, ξένη κατοχή, κοινωνικές συνθήκες, τοπικές ιδιαιτερότητες). Προς επίρρωση των ανωτέρω, αναφέρουμε ενδεικτικά: τα ιστορικά Ψαρά Χίου (Ψυρίη, η), το Καστελλόριζο Δωδεκανήσου (Μεγίστη, από τον οικιστή Μεγιστέα), το Μεγανήσι Λευκάδος (η ομηρική Τάφος, πατρίδα του Μέντη), στον Αργοσαρωνικό Κόλπο: τις Σπέτσες (Πιτυούσσα, από την πίτυ, ορεινή πεύκη), το Αγκίστρι (Κεκρυφάλεια, από τον κεκρύφαλο=κεφαλόδεσμο), τον Πόρο (Καλαύρεια ή Καλαυρία), κέντρο αμφικτυονίας, με το περιώνυμο ιερό του Ποσειδώνος, όπου αυτοκτόνησε με δηλητήριο ο ρήτορας και πολιτικός Δημοσθένης· τέλος, ο Αγιος Ευστράτιος (Νέαι), γνωστός ως τόπος εξορίας, σε αντίθεση προς την Αστυπάλαια και τα Κύθηρα (Κυθέρη ή Κυθέρεια – Πορφυρούσσα ή Πορφυρίς).

Στα συμπλέγματα νήσων, οι Οθωνοί της Κέρκυρας είναι αι Διαπόντιοι Νήσοι, οι Παξοί = η Παξός, οι Φούρνοι Ικαρίας (Κορσεοί, αι, και Κορασσίαι), οι Λειψοί Καλύμνου = η συστάδα των νησίδων Καλυδνών (αι), (Ιλ. Β 677), οι Πεταλιοί Ευβοίας (αι Πεταλίαι) και τα Κουφονήσια – Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες. (Πρβλ. Μ. Σταματελάτου – Φ. Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδας, τόμοι 3).

Αναστάσιος Αγγ. Στέφος, δ. φ., 
Ειδικός γραμματέας Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων

Με μία λέξη: προσπαθώ. Πριν από μερικές ημέρες συμπλήρωσα, ηλεκτρονικά πλέον, την αίτηση για ένταξη στους πίνακες αναπληρωτών-ωρομισθίων εκπαιδευτικών για το σχολικό έτος 2018-2019. Ματαιοπονία; Ισως. Με το ισχύον σύστημα, θλιβερό κατάλοιπο της επετηρίδας, θα ενταχθώ στους εν λόγω πίνακες σε περίπου 30 χρόνια. Αλλοι συνάδελφοι θα πρέπει να περιμένουν λίγο παραπάνω.

Αναφέρω ορισμένα από τα ισχύοντα για την ένταξη κάποιου εκπαιδευτικού στους πίνακες αυτούς: Δεν μετράει πουθενά ο βαθμός του πτυχίου παρά μόνο η ημερομηνία κτήσης του, ήτοι η παλαιότητα· δεν αναγνωρίζονται τυπικά προσόντα όπως ξένες γλώσσες, Η/Υ, δημοσιεύσεις κ.ά.

Δεν αναγνωρίζεται κανένα μεταπτυχιακό ή διδακτορικό πέραν αυτών της Ειδικής Αγωγής· δεν γίνεται κανένας έλεγχος αυτών των μεταπτυχιακών-διδακτορικών από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να αποτελεί κοινό μυστικό ότι άνθρωποι που αγόρασαν πτυχία από χώρες με βεβαρημένο ακαδημαϊκό παρελθόν να διδάσκουν στο δημόσιο σχολείο, πράγμα παράνομο αλλά και επικίνδυνο· δεν αναγνωρίζεται η εργασιακή εμπειρία στην ιδιωτική εκπαίδευση, όπως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις των διαγωνισμών του ΑΣΕΠ, πλην των ιδιωτικών σχολείων, που και ελάχιστα είναι και των οποίων οι εκπαιδευτικοί δεν ενδιαφέρονται, μεταξύ μας, να δουλέψουν στο Δημόσιο. Πριμοδοτείται σε τέτοιο βαθμό η προϋπηρεσία στο Δημόσιο, που αποτελεί αποκλειστικό ουσιαστικά κριτήριο πρόσληψης (ενδεικτικά αναφέρω ότι δύο χρονιές προϋπηρεσίας δίνουν περισσότερα μόρια απ’ ό,τι ένα διδακτορικό). Πώς όμως να αποκτήσουμε προϋπηρεσία όταν αποκλειόμαστε επειδή ακριβώς δεν την έχουμε; Είναι ή δεν είναι αυτό ελληνικό παράδοξο; Είναι ή όχι αποκλεισμός για κάτι που δεν φταίμε; Είναι ή δεν είναι εργασιακός ρατσισμός; Είναι ή δεν είναι αυτό κοινωνικός αποκλεισμός χιλιάδων νέων, μορφωμένων και παραγωγικών ανθρώπων;

Η ίδια κατάσταση πάνω-κάτω ισχύει και για τους υπόλοιπους διαγωνισμούς στελέχωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου. Κάποιος του οποίου οι συμβάσεις ανανεώνονταν για λόγους κομματικούς ή πελατειακούς είναι σίγουρο ότι έχει όλα τα φόντα να υπερκεράσει έναν άξιο επιστήμονα ή έναν καταξιωμένο επαγγελματία.

Δεν ζητάμε να γίνουμε δημόσιοι υπάλληλοι. Ζητάμε ίσες ευκαιρίες και αναγνώριση των κόπων μας. Δουλεύουμε κι εμείς και υπό απαιτητικές συνθήκες μάλιστα στον ιδιωτικό τομέα. Δεν ισχυριζόμαστε ότι είμαστε καλύτεροι, αλλά σίγουρα δεν είμαστε χειρότεροι απ’ όσους επιλέγονται με το ισχύον σύστημα. Απευθυνθήκαμε σε συλλόγους αναπληρωτών. Μας είπαν πως δεν χωράμε όλοι στην εκπαίδευση και πως ίσως κάναμε λάθος επιλογή όταν αποφασίζαμε να γίνουμε εκπαιδευτικοί. Μας είπαν πως θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο να γίνουν προσλήψεις μονίμων (έχουν σαφές προβάδισμα εκεί) και πως καλό θα ήταν να πείσουμε τους μαθητές μας να στραφούν σε άλλες σχολές, όχι σχετικές με την εκπαίδευση, γιατί απλά θα διογκώσουν το πρόβλημα.

Γνωρίζουμε ότι δεν διαθέτουμε τους μοχλούς πίεσης που διαθέτουν όσοι ήδη εργάζονται, έστω και ως συμβασιούχοι, στο Δημόσιο. Γνωρίζουμε τους κόπους και τις θυσίες των ανθρώπων που για χρόνια γυρίζουν απ’ άκρη σ’ άκρη ως αναπληρωτές. Γνωρίζουμε ότι ιδανικό θα ήταν να γίνουν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, αλλά αντιλαμβανόμαστε και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς για κάτι τέτοιο. Γνωρίζουμε πως κάθε μέρα θα συνεχίσουμε, εμείς οι δεκάδες χιλιάδες νέοι εκπαιδευτικοί, να δίνουμε εξετάσεις μαζί με τους μαθητές μας, βοηθώντας τους να κυνηγήσουν τα όνειρά τους. Γνωρίζουμε ότι θα συνεχίσουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί τον αγώνα μας. Δεν γνωρίζουμε, όμως, τι να πούμε στα παιδιά όταν μας ρωτούν: αξίζει τελικά κάποιος να προσπαθεί;

Δημήτρης Κότσικας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου