Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 02/01/19 |
Η Αθήνα έσπασε τη σιωπή της
Κύριε διευθυντά
Ας αφήσουμε να μας μιλήσει η ίδια η Αθήνα. «Με μια τέτοια προίκα στην πλάτη μου, πώς επέτρεψαν τα ίδια τα παιδιά μου να καταντήσω μια φτωχή ζητιάνα; Εγώ, η “διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι”, μαζεύω σκυφτή τα κουρέλια μου και προχωράω. Προχωράω με κόπο σε σκοτεινά στενά, βρώμικα, χωρίς διαβάσεις, με άναρχα παρκαρισμένα οχήματα. Βλέπω την “καρδιά” μου, το ιστορικό μου κέντρο, να αργοπεθαίνει, με πληγωμένα και εξαθλιωμένα τα κάποτε περήφανα νεοκλασικά μου. Γκράφιτι παντού, σκαλωσιές, μουντζουρωμένα αγάλματα ξεχασμένων ηρώων, άστεγους, αναρχικούς να καίνε τα Εξάρχεια. Το Πολυτεχνείο μου, παραδομένο σε βέβηλα χέρια και η Ανωτάτη Εμπορική, λαϊκή αγορά παράνομων μεταναστών.
Είμαι η μόνη από τις Ευρωπαίες αδερφές μου που έχασα τα ξακουστά μου σιντριβάνια κι έμεινα με λιγοστά. Με γέλασαν και με στόλισαν με πράσινες γωνίες για την Ολυμπιάδα και αμέσως μετά μου τα έκλεψαν. Οι λιγοστές παιδικές χαρές, έρημες και εγκαταλελειμμένες. Κάθε δήμαρχος γκρέμιζε τα λιγοστά έργα των προηγούμενων, ξεγελώντας τα παιδιά μου με καινούργια “θα”.
Και τώρα, λίγο πριν βγουν και πάλι στα μπαλκόνια, λέω ψιθυριστά σε σένα, σε σένα που πλησιάζεις τα 93, που γεννήθηκες σε μια από τις ομορφότερες γειτονιές μου –τη Νεάπολη με τους τόσους λόγιους μιας άλλης εποχής–, που έζησες παλιές μου δόξες, Μη με αφήνεις να σβήνω. Φώναξέ το, αν μπορείς, θέλω να μου δώσουν πίσω τη χαμένη μου αξιοπρέπεια. Μη με εγκαταλείπετε. Με αγάπη, η Αθήνα σου».
Πηνελόπη Ε. Κόντη, Αθηναία, ετών 93
Πόσοι, άραγε, μπορούν να ακούν τους άλλους;
Κύριε διευθυντά
Θυμάμαι ότι από αρκετά μικρός άρχισα να παρακολουθώ τις συζητήσεις των γονιών μου, μεταξύ τους ή με φίλους τους, όταν βρισκόμουν μαζί τους στον ίδιο χώρο, στο τραπέζι ή και καμιά φορά στο παραδιπλανό δωμάτιο. Συζητήσεις επί πολλών και διαφόρων θεμάτων, με ανταλλαγή απόψεων (στην πορεία κατάλαβα ότι αυτό είναι δύσκολο, διότι πρέπει να ακούς τον άλλον πριν μιλήσεις), διαφωνίες, αλλά και δεδομένα ορισμένα «πράγματα». Βεβαίως, μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι πολλές συζητήσεις που αφορούσαν θέματα που δεν έκριναν σκόπιμο να γνωρίζουμε (εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον), γίνονταν είτε αργά το βράδυ είτε όταν λείπαμε από το σπίτι και βεβαίως όταν έβγαιναν μόνοι τους.
Περνώντας τα χρόνια παρατήρησα τον εαυτό μου κάποιες φορές να παρακολουθεί ασυναίσθητα(;), έστω και φευγαλέα, συνομιλίες άγνωστων σε εμένα ανθρώπων στο λεωφορείο, το εστιατόριο, την παραλία. Παράλληλα, αλλά ίσως και λίγο αργότερα, πηγαίνοντας, περισσότερο από «δημοσιογραφικό» ενδιαφέρον, σε μεγάλες συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας, άρχισα να παρακολουθώ τα πρόσωπα των ανθρώπων, τις εκφράσεις τους, τη στάση του σώματός τους, όχι βεβαίως (σε αυτήν την περίπτωση) του καθενός ξεχωριστά, αλλά ως σύνολο.
Γεγονός είναι ότι τον Φεβρουάριο αυτής της χρονιάς, φεύγοντας από το Σύνταγμα από τη συγκέντρωση για το Μακεδονικό, η όψη των «διαδηλωτών» μου άφησε μια τουλάχιστον μελαγχολική διάθεση, που νομίζω ότι ακόμα με ακολουθεί. Και βεβαίως γι’ αυτό δεν έφταιγε μόνον το Μακεδονικό. Τον προηγούμενο μήνα για πρώτη –νομίζω– φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα ότι θα ήθελα να κάνω αυτό που στα αγγλικά λένε «fly on the wall». Να βρεθώ αόρατος σε έναν χώρο. Στην αίθουσα 516 της Φιλοσοφικής και στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου, όταν θα έκλειναν οι πόρτες και τα μέλη θα έμεναν μόνα τους. Για διαφορετικούς προφανώς λόγους σε κάθε περίσταση.
Πιστεύω ότι θα μπορούσε να είχε αξία να παρακολουθήσεις τι λένε πίσω από τις κλειστές πόρτες. Ή ίσως έστω να επιβεβαιώσεις ότι μπορεί να μη λένε και τίποτα! Το πιθανότερο, φοβάμαι, είναι ότι θα έφευγα οργισμένος, πετώντας. Είτε διότι θα άκουγα μονολόγους, είτε διότι αυτά που θα λέγονταν δεν θα είχαν κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους απέξω και η αναπαραγωγή τους θα οδηγούσε περισσότερο σε μία μη δημιουργική σύγχυση. Δεν αποκλείεται άλλωστε και κάποιοι από τους μέσα να μην παρακολουθούσαν καν και να έπαιζαν με τα κινητά τους.
Κωνσταντίνος Λιβάνιος
Κάμερες ασφαλείας και εγκληματικότητα
Κύριε διευθυντά
Για τα διαρκώς αυξανόμενα επεισόδια:
1) Με τη μορφή ληστειών, διαρρήξεων. Είναι απαράδεκτο, κατά την άποψή μου, το κράτος να μην έχει εικόνα όλων όσοι από άλλα κράτη έρχονται στην Ελλάδα, να μην έχει τις συντεταγμένες του καθενός: φωτογραφία, δακτυλικά αποτυπώματα, ακριβή διεύθυνση παραμονής με συνευθύνη και του ιδιοκτήτη και υποχρέωση, με ποινή αποπομπής, δήλωσης τυχόν αλλαγής της διεύθυνσης – αν είναι δύσκολη η πλήρης εφαρμογή, ας γίνει τουλάχιστον μεγάλη προσπάθεια που μέχρι τώρα μάλλον δεν έγινε. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί η επερχόμενη μεταβολή της σύνθεσης του πληθυσμού της πατρίδας μας και θα πρέπει το κράτος μας με πρότυπο την Αμερική, έγκαιρα και τηρουμένων όλων των αναλογιών και στο μέτρο του δυνατού, να προβαίνει διαρκώς στη λήψη μέτρων, π.χ. αυστηροποίηση των μέτρων αστυνόμευσης για την ομαλή συμβίωση όλων.
2) Με τη μορφή πορτοφολάδων στην Ακρόπολη και σε άλλα τουριστικά μέρη, καθώς και στα μεταφορικά μέσα και αλλού (μεγίστη δυσφήμιση για τον τουρισμό μας κυρίως αλλά και θλιβερή πραγματικότητα για τους ηλικιωμένους κυρίως.
3) Επεισοδίων στα γήπεδα, και βία σε διαιτητές (η ατιμωρησία που κρατεί πολλά χρόνια έχει ενθαρρύνει πολλούς υποψήφιους τέλεσης τέτοιων ενεργειών).
4) Λοιπών έκνομων ενεργειών πάσης φύσεως. Για όλα τα ανωτέρω θα πρέπει να ζητηθεί η βοήθεια της κάμερας. Θα πρέπει δηλαδή να γενικευθεί η χρήση της σε όσο το δυνατόν περισσότερους και μεγαλύτερους χώρους. Nα ξέρουν όλοι οι ανωτέρω κάθε στιγμή ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες κάποια κάμερα να τους εντοπίσει.
Ακόμη ο ταραξίας φίλαθλος να ξέρει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην εντοπιστεί ο οδηγός αυτοκινήτου, ότι θα εντοπιστεί αν μιλάει στο κινητό (γνωστού όντος ότι ένα ατύχημα χρειάζεται κλάσμα του δευτερολέπτου για να γίνει), αν παραβαίνει τον ΚΟΚ κ.λπ.
ΘΑΝΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, Τοπογράφος-Μηχανικός ΕΜΠ
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 03/01/19 |


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου