Από την "ΕΣΤΙΑ"
![]() |
"ΕΣΤΙΑ", 25/01/19 |
«Φταίει το κακό τό ριζικό μας»(Κ. Βάρναλης)
Του Σαράντου Ι. Καργάκου
(1937-2019)
Δημοσιεύουμε ακολούθως ένα τελευταίο κείμενο τον αγαπητού μας συνεργάτου, ιστορικού Σαράντου Καργάκου πού έφυγε άπό τήν ζωή στις 13 Ιανουαρίου αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στον πνευματικό κόσμο τοΰ τόκου. Άς θεωρηθεί ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν πολύτιμο συνεργάτη, πού μας τίμησε μέ τή φιλίa και τήν πνευματική συνδρομή του.
ΕΧΕΙ ΛΕΧΘΕΙ οτι η ιστορία δέν ενδιαφέρεται γιά τις μεθοδεύσεις μέ τίς οποίες επιτελέσθηκε κάτι. Συντάσσεται μ’ εκείνους πού πετυχαίνουν κάτι, εϊτε μέ δίκαιο είτε μέ άδικο τρόπο. «Τό άδικον ούκ ευλογείται» σπάνια δικαιώνεται. Άπό αυτό ξεκίνησε ή ευρύτατα διαδεδομένη άποψη, ότι ή ιστορία γράφεται άπό τους νικητές. Κι όμως ή άποψη αυτή είναι έν μέρει μόνο αληθής. Τήν Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου δέν τήν έγραψαν οί Σπαρτιάτες αλλά δύο Αθηναίοι, ο Θουκυδίδης καί ό Ξενοφών. Τήν υποταγή τής Ελλάδος στη Ρώμη δέν τήν έγραψε Ρωμαίος, αλλά κατά κύριο λόγο ένας Έλληνας, ό Πολύβιος ό Μεγαλοπολίτης. Τό ίδιο ισχύει καί γιά τήν άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως. Οι τέσσερεις βασικοί ιστορικοί (Δούκας, Σφραντζής, Κριτόβουλος καί Λαόνικος Χαλκοκονδύλης) είναι Έλληνες. Μάλιστα ό Κριτόβουλος ό Ίμβριος είναι ύμνητής του Πορθητή. Πάντως, οί σοβαροί ιστορικοί μπορεί συχνά νά δικαιώνουν μία ιστορική πράξη, νά τήν ερμηνεύουν, συχνά νά τήν δικαιολογούν, άλλα αυτό δέν σημαίνει οτι επιβραβεύουν ηθικά ό,τι πράττεται άπό τους νικητές ή τους ηττημένους.
Συχνά μάς πιάνει τό παράπονο, επειδή άπό τήν ξένη Ιστοριογραφία παραθεωρείται ή συμμετοχή καί ή συμβολή της Ελλάδος στή συμμαχική νίκη. Επί τοϋ προκειμένου, όμως, ισχύει μια φράση τού Βλαδίμηρου Λένιν: «Οι απόντες έχουν άδικο». "Ενώ είχαμε συμμετοχή καί συμβολή στον πόλεμο, δέν είχαμε ισχυρή συμμετοχή στή διεθνή βιβλιογραφία. Ή Ιστοριογραφική μας παρουσία στό εξωτερικό ήταν πιό ισχνή καί άπό τήν ισχνότερη αγελάδα τού Φαραώ. Βέβαια, γιά εσωτερική κατανάλωση είχαμε ιστορίες πολλές, άλλ’ οι πλείστες ξεκαθάριζαν προσωπικές ή πολιτικές διαφορές. Ωστόσο, υπήρχαν μερικές πού θά μπορούσαν νά σταθούν εύπρεπώς -καλά μεταφραζόμενες- στό εξωτερικό.
Ό γράφων δέν εντάσσεται στην κατηγορία τών «υποχρεωτικών Ιστορικών» πού είναι μιά παραλλαγή τών παλαιών «αυλικών ιστορικών». Δέν έχει εξάρτηση άπό πουθενά. Δέν κατέλαβε πανεπιστημιακό θώκο, ούτε έκρουσε τήν πόρτα τής Ακαδημίας, ούτε άλλου ιδρύματος γιά τήν απόσπαση κάποιας υποτροφίας στό εσωτερικό καί στό εξωτερικό. Παρότι έδικαιούτο, ώς τρίτος εισαχθείς στή Φιλοσοφική Σχολή τό 1957, λόγω τής πνευματικής του ανεξαρτησίας, δέν τού δόθηκε αυτή ή υποτροφία. Συνεπώς, γιά ό,τι γράφει λογοδοτεί μόνο στή συνείδησή του. Άπό αυτή μόνο αισθάνεται εξάρτηση. Ούτε συμπορεύθηκε ποτέ μέ τό ρεύμα, ώστε νά χρειάζεται κάποια διαφημιστική ταμπέλα Όπως έγραψε πρό ετών δέν έγινε αρκετά ανήθικος γιά νά προβάλλεται σάν ...προοδευτικός. Ούτε είναι «αυτοδημιούργητος κληρονόμος» κάποιας περιουσίας ή πανεπιστημιακής καθέδρας.
Τό αν κράτησε κάποιες αποστάσεις άπό κάποιους συρμούς (παντός είδους) οφείλεται στό φόβο ενός ενδεχόμενου διασυρμού. Διότι έδώ καί πολλές δεκαετίες ή Ελλάς έγινε μιά χώρα στην οποία επιπλέουν οί φελλοί, νικούν στό τρέξιμο οι χωλοί, διακρίνονται στην τέχνη οι τρελοί (εντός καί εκτός εισαγωγικών) καί διαπρέπουν στην πολιτική αυτοί πού ονομάζονται στην Κύπρο «πελλοί». Ο Ροίδης τους έλεγε «έρίμουρλους». Μόνο πού δέν άρκεί σήμερα τό νά είσαι μουρλός· γιά νά διακριθείς στην πολιτική πρέπει νά είσαι εκκεντρικός.
Κάποτε τό νά είσαι πολιτικά ενταγμένος είχε κάποια βαρύτητα. Γιά παράδειγμα τό νά είσαι μέχρι τό 1974 κομμουνιστής ήταν -στην Ελλάδα- ηρωϊσμός. Τό νά είσαι καί μετά τήν πτώση τών κομμουνιστικών καθεστώτων είναι sancta simplicitas ή -έστω- πολιτικός ρομαντισμός. Τό νά είσαι αορίστως καί άπροσδιορίστως αριστερός μέ οποιαδήποτε προθέματα (σκεπτόμενος, άνέντακτος κ.λπ.) ήταν ένα είδος μαγκιάς, ανέξοδου προοδευτισμού καί σαλταδορισμού. Διότι ό άριστερισμός είχε γίνει πλέον κοσμικό ...άθλημα. Δέν υπήρχε σαφές άριστερόγραμμα Όλοι μπορούσαν νά χωρέσουν σ' αυτό. Ακόμη καί βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.
Καί ό λαός, ό κατά τό άσμα βασανισμένος, δέν τά έβλεπε αυτά; Θαρρώ -κι ας γίνομαι δυσάρεστος γι αυτό πού θά πώ- ότι είναι καιρός νά επανακυκλοφορήσει ή εφημερίδα «Αόμματος» πού κυκλοφόρησε στην Αθήνα τό 1889 αλλά γιά ελάχιστο χρονικό διάστημα (3-24 Σεπτεμβρίου). Σήμερα μπορεί νά κυκλοφορείται γιά απεριόριστο χρονικό διάστημα, διότι οί περισσότεροι Έλληνες χρησιμοποιούν τά μάτια προσχηματικά γιά νά φορούν γιά λόγους ομορφιάς ή σοφίας κάποια «σινιέ» γυαλιά. Καί γενικά ή όλη τους συμπεριφορά-κυρίως στην πολιτική δράση- στηρίζεται όχι στην αρχή του «βλέποντας καί κάνοντας» αλλά στην αρχή του «κάνοντας καί μή βλέποντας».
Ίσως δέν είναι ιδιαίτερα γνωστό, άλλα εσχάτως γίναμε λαός θρησκευτικός.Όχι γιατί τιμάμε τήν Παναγιά καί τό Χριστό (πού έχουν γίνει πιά πολύ μπανάλ!) άλλα τόν Άγιο Δήμιο καί τόν Άγιο Λωποδύτιο. Ιδιαίτερα τόν δεύτερο πού είναι άγιος international ωσάν Βραζιλιανός άσσος, άλλ’ έδώ στην Ελλάδα έχει τίς μεγαλύτερες επιδόσεις θαυματοποίας Έτσι καί παρακολουθήσει κανείς τό καθημερινό αστυνομικό δελτίο, θά διαπιστώσει οτι κάνει πάνω άπό 10 θαύματα ημερησίως. Θαύματα μικρά γιά τους μικρούς καί θαύματα (κοινώς «μπάζες») γιά τους συνδεόμενους μέ τους πολιτικούς. Ούτε βέβαια καί κάποιοι πολιτικοί εξαιρούνται άπό αυτή τή θαυματοποιΐα.
Ό γράφων δέν αρέσκεται στην κενολογία ούτε ανήκει στους «ιππότες τής ρομαντικής φράσης», όπως ονόμαζε τους ώραιοποιούς ό Βλαδίμηρος Λένιν. Ο ίδιος δέν είχε κανένα δισταγμό νά ονομάσει «λικβιντοριοτές» αυτούς πού θεωρούσε νεκροθάφτες τού κόμματος. Κάποτε ή λέξη είχε ευρεία χρήση στήν κομμουνιστική «αργκό», χωρίς οί χρήστες νά τήν εννοούν. Κάποτε οέ προδικτατορικό γραπτό ό γράφων προς πάντας βοηθητικός τήν είχε εξηγήσει. Τήν επαναφέρει, διότι οί τρέχοντες καί μή φθάνοντες αριστεροί τήν έχουν λησμονήσει: ή λέξη παράγεται άπό τό λατινικό ρήμα liqueo (άπ όπου πιθανόν καί τό λικέρ!) πού σημαίνει είμαι ρευστός, υδαρής καί και επέκταση εκφυλισμένος, διεφθαρμένος, έκθηλυμένος, καί τά τούτου όμοια.
Βέβαια, ό συγγραφέας του πάντα επίκαιρου βιβλίου «Τί νά κάνουμε;» ήθελε στό κόμμα του ομοφωνία καί προς τή σκέψη όμορροπία. Ο άξιος διάδοχος του, ό περίφημος Κόμπα (μετέπειτα Στάλιν), είδε τό πράγμα πιό σοφά. Στίς 22 Απριλίου 1912 έγραψε στην «Πράβδα» (= Αλήθεια) τούτο τό αληθέστατο: «Απόλυτη ταύτιση ιδεών βρίσκει κανείς μόνο στά νεκροταφεία». Γι αυτό, όταν πήρε στά χέρια του τήν εξουσία, μετέτρεψε τό κόμμα του σε ...νεκροταφείο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου