"ΤΑ ΝΕΑ", 09/05/18
Τέταρτη αξιολόγηση
Συνταξιούχοι, πωλητήρια και αφορολόγητο
οι νάρκες της εξόδου
Με την κάθοδο του κουαρτέτου στην Αθήνα ο έλεγχος της λίστας με τα προαπαιτούμενα μπαίνει στο μάτι των δανειστών και πρέπει να κλείσει έως τις 21 Ιουνίου
Της Έλενας Λάσκαρη
Τα προηγούμενα χρόνια, οι βουλευτές της συγκυβέρνησης ψήφιζαν με πόνο ψυχής διατάξεις για τη μείωση των συντάξεων και του αφορολογήτου, τη σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ, το τέλος των χαμηλών συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά, την «αξιοποίηση» επιχειρήσεων του Δημοσίου. Τώρα πρέπει να κόψουν τις συντάξεις, να εκδώσουν το πιστοποιητικό θανάτου του ΕΚΑΣ από τον ερχόμενο Δεκέμβριο υπό μορφή υπουργικής απόφασης, να καταργήσουν τους χαμηλούς συντελεστές ΦΠΑ σε Χίο, Κω, Λέσβο, Λέρο και Σάμο, να βάλουν πωλητήρια από τη ΔΕΗ και τα ΕΛΠΕ έως το Διεθνές Αεροδρόμιο και τη ΔΕΠΑ.
Αν οι δεσμεύσεις δεν γίνουν πράξη, το τρίτο Μνημόνιο δεν τελειώνει, έχουν διαμηνύσει οι δανειστές, οι οποίοι μετρούν καθυστερήσεις (περίπου 10 από τα 88 προαπαιτούμενα έχουν υλοποιηθεί) και συνεχίζουν μέχρι τώρα να επιδιώκουν «ήρεμα νερά». Η ώρα της τέταρτης αξιολόγησης ζυγώνει απειλητικά και το κυβερνητικό στρατόπεδο πασχίζει ακόμα να χαράξει μια ενιαία γραμμή για το εάν θα κοπούν ή όχι οι συντάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2019.
Ο ΕΠΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ. Το Μνημόνιο ορίζει ότι ο επανυπολογισμός όλων των συντάξεων θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί έως τα μέσα Μαρτίου. Το ορόσημο παρήλθε, η υποχρέωση τρέχει, αργά ή γρήγορα ο επανυπολογισμός αναμένεται να ολοκληρωθεί. Οι δανειστές δεν συζητούν τίποτα διαφορετικό. Ψηφίστηκε η μείωση των συντάξεων, τον Ιανουάριο θα κοπούν. Παρότι ο Ιανουάριος μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι απέχει πολύ, το πρόβλημα έρχεται νωρίτερα εξαιτίας της συμφωνίας με τους δανειστές ότι έως το καλοκαίρι οι επανυπολογισμένες συντάξεις και η προσωπική διαφορά θα πρέπει να έχουν αποτυπωθεί στα εκκαθαριστικά 2,3 εκατομμυρίων συνταξιούχων. Αυτό απλά σημαίνει ότι οι συνταξιούχοι των οποίων οι σημερινές αποδοχές απειλούνται με επίσημες μειώσεις έως και 18% (οι ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης τις υπολογίζουν ακόμα και σε υψηλότερα επίπεδα) θα δουν με τα ίδια τους τα μάτια πόσα θα χάσουν λίγους μήνες αργότερα.
Είναι ίσως το πιο «καυτό» προαπαιτούμενο της τέταρτης αξιολόγησης, η οποία μπαίνει στην τελική της ευθεία την ερχόμενη εβδομάδα με την κάθοδο του κουαρτέτου στην Αθήνα. Στόχος όλων των εμπλεκόμενων πλευρών, να κλείσει η συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο έως τις 24 Μαΐου και να έχει ολοκληρωθεί η λίστα και με τα 88 προαπαιτούμενα έως τις 21 Ιουνίου. Αλλιώς κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη και το ενδεχόμενο παράτασης με οποιαδήποτε μορφή, παρότι αυτό δεν είναι στις επιδιώξεις των δανειστών.
ΠΛΗΓΗ. Οι συντάξεις «καίνε» αλλά δεν είναι η μοναδική πληγή μιας αξιολόγησης ικανής να ανοίξει τον δρόμο για την ολοκλήρωση του προγράμματος. Αναλόγως των ισορροπιών που θα διαμορφωθούν, ο κίνδυνος να ζητήσει τελικά το ΔΝΤ μείωση του αφορολογήτου από το 2019 δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αν συμβεί αυτό, θα πρέπει να ψηφιστεί διάταξη νόμου τον Ιούνιο μαζί με τυχόν προσαρμογές στον ΕΝΦΙΑ, στον βαθμό που οι αυξομειώσεις στις αντικειμενικές αξίες απειλήσουν τον εισπρακτικό στόχο των 2,650 δισ. ευρώ.
Μεγάλο πονοκέφαλο αποτελούν και τα προαπαιτούμενα στα εργασιακά. Οπως εξηγούν ειδικοί, μπορούν να αποτελέσουν τον τέλειο δούρειο ίππο ώστε να ακυρωθεί στην πράξη η προβλεπόμενη στις διατάξεις νόμου επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων μετά τη λήξη του Μνημονίου. Η δημιουργία μηχανισμού μέτρησης της αντιπροσωπευτικότητας των συμμετεχόντων στις εργοδοτικές οργανώσεις θα είναι το κλειδί για την επεκτασιμότητα των συμβάσεων, ενώ κρίσιμες θεωρούνται οι διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της λειτουργίας του Οργανισμού Διαμεσολάβησης και Διαιτησίας.
ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ. Καλά νέα μέχρι το τέλος Ιουνίου δεν προβλέπονται. Μόνο δύσκολες αποφάσεις για την κυβέρνηση, με την προσδοκία ότι θα ακολουθήσουν καλά νέα για την ολοκλήρωση του προγράμματος και τη διευθέτηση του χρέους. Ενώ στο μέτωπο των προαπαιτουμένων το τοπίο είναι «καθαρό», στην επιδιωκόμενη παγκόσμια συμφωνία για το χρέος και τη μεταμνημονιακή εποπτεία υπάρχει ακόμα βαριά ομίχλη.
ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ
Ψήνονται στη φωτιά των περικοπών στις συντάξεις
Του Χρήστου Τσιγουρή
Από τις προνομοθετημένες για την 1η/1/19 μειώσεις στις συντάξεις εξαρτά ο Νίκος Φίλης τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα, ζητώντας εθνική πανστρατιά για διαπραγμάτευση τώρα, με στόχο την ακύρωση των μειώσεων, τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και τη μεγαλύτερη δυνατή παρέμβαση στο χρέος.
«Αφού όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να μειωθούν τα πλεονάσματα, και η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα και η Τράπεζα της Ελλάδος κ.λπ., γιατί να μην υπάρξει μια δημόσια συζήτηση που αυτή η κοινή στάση να εκδηλωθεί όχι στα λόγια αλλά σε μια πιο πρακτική πρωτοβουλία; Σε μια εθνική θέση ακριβώς. Γιατί να τσακωνόμαστε; Κάνει αντιπολίτευση η ΝΔ. Τι βγαίνει με αυτό;» υποστήριξε (Real fm) ο πρώην υπουργός, δίνοντας συνέχεια στις αναταράξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.
Αν και χαρακτήρισε λάθος το άνοιγμα της συζήτησης τώρα για εκλογές, ο Φίλης συνέδεσε το ενδεχόμενο πρόωρης κάλπης με την επιβολή ή την ακύρωση των μειώσεων στις συντάξεις από το νέο έτος. «Είναι εκτός της συμφωνίας του '15 η μείωσή τους. Πέρυσι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να το αποδεχθεί για να μην υπάρξει σκάλωμα στην αξιολόγηση. Τώρα έχουμε μια οικονομία που παράγει θηριώδη υπερπλεονάσματα, γιατί πρέπει να κόψουμε τις συντάξεις των ανθρώπων για το 2019; Αφού τα βγάζουμε πέρα. Είναι σκληρή λιτότητα η μείωση» τόνισε ο «φασαριόζος» βουλευτής ζητώντας (ουσιαστικά από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο) διαπραγμάτευση τώρα, γιατί όπως είπε «από την έκβαση της διαπραγμάτευσης θα κριθούν και οι πολιτικές εξελίξεις».
Είναι πάντως δεδομένο ότι το ζήτημα των συντάξεων και το -αναμφίβολα - βαρύ πολιτικό κόστος που θα επιφέρει πιθανή μείωσή τους προκαλούν ανησυχία σε κυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, νέο κύκλο δημόσιας συζήτησης μεταξύ στελεχών και βουλευτών των κομμάτων που συγκυβερνούν έχουν πυροδοτήσει και οι υπαινιγμοί Τσίπρα, ότι μετά την έξοδο από το Μνημόνιο και την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής, χρειάζεται να αφαιρεθούν κι όχι να προστεθούν μέτρα λιτότητας.
Παρά το ότι - σχεδόν αμέσως - Τσακαλώτος και Βούτσης έσπευσαν να βάλουν πάγο σε προσδοκίες, λέγοντας «κάθε πράγμα στον καιρό του», εντούτοις βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη αφήνουν να εννοηθεί ότι το θέμα είναι ανοιχτό.
Μετά τη Θεανώ Φωτίου που συνέστησε υπομονή, επειδή το θέμα δεν είναι τελειωμένο, ο Κώστας Ζαχαριάδης άφησε ανοιχτή τη διαπραγμάτευση του μέτρου αλλά για μετά τις 20 Αυγούστου, ενώ από τους ΑΝΕΛ ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι μειώσεις δεν θα εφαρμοστούν, γιατί η οικονομία πηγαίνει καλά.
Πάντως φαίνεται πως το μέτρο αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για τις αποφάσεις σχετικά με την προσφυγή στις κάλπες, καθώς δημοσίως, ήδη δύο βουλευτές (Ξυδάκης, Φίλης) έχουν υπονοήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πως μετά τις 20 Αυγούστου μπορεί να ληφθούν αποφάσεις, ενώ στην κλειστή συνεδρίαση της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ περισσότεροι από δέκα προειδοποίησαν για εκλογική ήττα αν πέσει το ψαλίδι του 2019.
Η Ελλάδα στις συμπληγάδες του γαλλογερμανικού άξονα
Του Μανώλη Σπινθουράκη
Στη δίνη της εκκολαπτόμενης κρίσης του γαλλογερμανικού άξονα κινδυνεύει να εμπλακεί η Ελλάδα ενόψει των αποφάσεων που πρέπει ληφθούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο για το τι θα γίνει μετά το τέλος του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας.
Και αυτό διότι το ελληνικό ζήτημα ως ένα βαθμό εμπλέκεται και εντάσσεται στο πλαίσιο των γενικότερων διαφορών που έχει η Γαλλία με τη Γερμανία αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας της ευρωζώνης και τη δυνατοτητά της να έχει προϋπολογισμό, δηλαδή έσοδα και έξοδα. Το γεγονός ότι το τέλος του ελληνικού προγράμματος και οι διαβουλεύσεις για το τι μέλλει γενέσθαι συμπίπτουν χρονικά με την έναρξη των ενδοευρωπαϊκών διαβουλεύσεων για τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις της επόμενης δεκαετίας και την διακυβέρνηση της ευρωζώνης περιπλέκει ασφαλώς τα πράγματα και καθιστά τις συμφωνίες πολύ πιο σύνθετες. Η Ελλάδα μπορεί είτε «να κερδίσει» είτε «να χάσει» όχι μόνο στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές αλλά και στο επίπεδο των κοινοτικών επιδοτήσεων, όπως και στο επίπεδο των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.
Στην παρούσα φάση ωστόσο, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οι πάντες συμφωνούν ότι το τρίτο πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει ολοκληρωθεί τον ερχόμενο Αύγουστο και ότι τέταρτο δεν θα υπάρξει. Θα υπάρξει όμως εκ του ασφαλούς μια σχετικώς ενισχυμένη επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης.
Το πόσο ενισχυμένη θα είναι η επιτήρηση και συνακόλουθα το πόσο δεσμευτικές θα είναι οι αποφάσεις των κρατών της ευρωζώνης για το ελληνικό χρέος είναι το βασικό ζητούμενο, με τη Γαλλία να επιδιώκει αυτόματους τρόπους αποκλιμάκωσης του ελληνικού χρέους και τη Γερμανία να επιθυμεί ορόσημα και προϋποθέσεις. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο ρυθμός ελάφρυνσης της Ελλάδας από το άχθος του χρέους θα εξαρτάται ευθέως από τους ρυθμούς των ιδιωτικοποιήσεων και από τη διατήρηση και ενίσχυση των όσων έχουν συμφωνηθεί. Με βάση την ώς τώρα εμπειρία πολλοί στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ορισμένα εκ των προαπαιτουμένων για την περάτωση του προγράμματος μέτρων κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουν υλοποιηθεί εν ευθέτω χρόνω, δημιουργώντας έτσι de facto τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση των διαβουλεύσεων επί ενδεχομένων νέων μέτρων και μετά τον Αύγουστο. Κάτι που άλλωστε ευνοεί το Βερολίνο, το βάρος της γνώμης του οποίου είναι εξίσου σημαντικό με το βάρος των κεφαλαίων που έχει διαθέσει για τη δανειοδότηση χωρών της ευρωζώνης

"ΤΑ ΝΕΑ", 09/05/18
"ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΝΕΙΡΟ",
του Π.Κ.Ιωακειμίδη*
Υπάρχει ένα εφιαλτικό σενάριο για την Ελλάδα της μεταμνημονιακής εποχής που δεν συζητιέται μεν εδώ αλλά ευρέως εκτός συνόρων και που πρέπει να ακυρωθεί. Το σενάριο αυτό είναι: η χώρα στις 20 Αυγούστου βγαίνει από το πρόγραμμα (τρίτο Μνημόνιο) και επιστρέφει στις αγορές (με τη βοήθεια του αποθεματικού που έχει σχηματιστεί), αλλά παρά ταύτα ύστερα από σύντομο χρονικό διάστημα οι αγορές εκδηλώνουν τη δυσπιστία τους για διάφορους λόγους και επομένως η πρόσβαση σ' αυτές καθίσταται ασύμφορη. Τότε προφανώς η μόνη επιλογή που θα έχει η χώρα είναι να προσφύγει και πάλι στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) για νέα οικονομική ενίσχυση και νέο πρόγραμμα. Το σενάριο αυτό όσο κι αν είναι ανεπιθύμητο δεν κρίνεται καθόλου ουτοπικό. Πρώτον, γιατί η διολίσθηση της Ελλάδας στις κακές πρακτικές του παρελθόντος (αχρείαστοι διορισμοί, σπατάλες, παροχές) δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί με την κατηγορηματικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο. Και υπάρχουν πολλές.
Δεύτερον, γιατί η Ελλάδα θα βγει από το πρόγραμμα και θα επιστρέψει στις αγορές χωρίς την ισχυρή θωράκιση που θα προσέφερε η «ενισχυμένη πιστωτική γραμμή» από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕΜΣ - ESM), καθώς η κυβέρνηση δεν θέλει κάτι τέτοιο επιμένοντας σε μια εκδοχή «καθαρής εξόδου» - που βεβαίως δεν θα είναι «καθαρή». Καθώς ενισχυμένη εποπτεία θα συνεχίσει να υπάρχει πρώτα απ' όλα με βάση τον σχετικό κανονισμό της Ενωσης (κανονισμός 472/2013) που ρητά προβλέπει (άρθρο 14) ότι «τα κράτη - μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής ενίσχυσης που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Εποπτεία, με άλλα λόγια, μέχρι το 2060 και ενδεχομένως αργότερα.
Νέα όμως ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Ενωση και τα κράτη - μέλη της ειδικώς για την Ελλάδα δεν πρόκειται να υπάρξει. Εξετάζονται άλλοι εναλλακτικοί τρόποι για να αντιμετωπιστούν κρίσεις και προβλήματα άτακτων κρατών. Οπως επισημαίνει ο εξαίρετος γνώστης των προβλημάτων αυτών, καθηγητής Jean Pisany-Ferry, «ένας τρόπος πειθαρχίας των άτακτων κρατών - μελών της ευρωζώνης θα είναι η απειλή του εξαναγκασμού της αποχώρησης (exit) από την ευρωζώνη». Η επιλογή θα είναι «behave or leave», «συμπεριφέρεσθε όπως πρέπει ή αποχωρείτε». Μόνο που στην περίπτωση της Ελλάδας δεν πρόκειται καν να τεθεί με τον εναλλακτικό τρόπο αυτό. Η αντίδραση σε περίπτωση που η χώρα προσφύγει για νέα στήριξη θα είναι απλά αποχωρείτε (Grexit) από την ευρωζώνη με μια ενδεχομένως πρόσκαιρη οικονομική κάλυψη. Το παλιό και γνωστό σχέδιο Σόιμπλε δηλαδή. Οπως παρατηρεί ο Pisany-Ferry, ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα είναι δύσκολο να εφαρμοστεί. Αρκεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να αποσυνδέσει το τραπεζικό σύστημα της χώρας από τις διαδικασίες ρευστότητας. Και τούτο ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε νομικές ρυθμίσεις (η Συνθήκη, ως γνωστόν, δεν προβλέπει έξοδο ή εκδίωξη χώρας από την ευρωζώνη, ενώ προβλέπει εθελούσια έξοδο από την Ενωση συνολικά - Brexit). Είναι σημαντικό επομένως για την Ελλάδα να ακυρώσει πλήρως κάθε προοπτική για ένα τέτοιο εφιαλτικό σενάριο. Και η πιστωτική γραμμή θα αποτελούσε ένα σοβαρό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.
*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου