οι κηπουροι τησ αυγησ

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Οι γιορτές έρχονταν και ένα μακρύ παντελόνι θα ήταν για τον Πετράκη το καλύτερο δώρο τού Αη Βασίλη για εκείνη τη χρονιά. Υστερα από πολλά παρακάλια η μητέρα του ενέδωσε και, λίγο πριν κλείσουν τα μαγαζιά, πήγε και αγόρασε ένα όμορφο μακρύ παντελόνι για τον αγαπημένο της Πετράκη. Καθώς δεν τον είχε μαζί της για να το προβάρει, όταν ο Πετράκης το δοκίμασε στο σπίτι, ήταν δέκα πόντους μακρύτερο. Ηταν αργά πια για να κάνουν οτιδήποτε. Τα μαγαζιά, που θα μπορούσαν να το επιδιορθώσουν, είχαν κλείσει και την επομένη ξημέρωναν Χριστούγεννα. Στενοχωρήθηκαν όλοι, πολύ περισσότερο βέβαια ο Πετράκης, και έπεσαν να κοιμηθούν. Τη νύχτα, η μητέρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Η σκέψη ότι ο Πετράκης της δεν θα είχε ευτυχισμένες γιορτές δεν της έφευγε από το μυαλό. Χωρίς να σκεφτεί περισσότερο, σηκώνεται και προσεκτικά για να μην ενοχλήσει την υπόλοιπη οικογένεια, κάθεται και διορθώνει το παντελόνι. Το τοποθέτησε και πάλι εκεί που το είχαν αφήσει αποβραδίς και πήγε ανάλαφρη στο κρεβάτι της. Υστερα από λίγο, σηκώνεται η γιαγιά του Πετράκη που επίσης δεν είχε ύπνο. Αν είναι δυνατόν, να άφηναν, χρονιάρες μέρες, το παιδί χωρίς το μακρύ παντελόνι που τόσο λαχταρούσε. Παίρνει, λοιπόν, το παντελόνι από εκεί που το είχε αφήσει η μητέρα και αφαιρεί και εκείνη τους δέκα πόντους που περίσσευαν. Μια ώρα μετά ήταν η σειρά της μεγάλης αδελφής του Πετράκη, που κι αυτή δεν άντεχε στην ιδέα ο αγαπημένος της αδελφούλης να περάσει τις γιορτές χωρίς το πρώτο μακρύ του παντελόνι. Δεν χάνει καιρό, σηκώνεται κι αυτή και με κάθε προφύλαξη κάνει στο παντελόνι το ίδιο που είχαν κάνει σ’ αυτό η μητέρα και η γιαγιά... Φαντάζεστε την απογοήτευση του Πετράκη, όταν το πρωί που, πετώντας από τη χαρά του, πήγε να το φορέσει, βρήκε το παντελόνι κοντύτερο ακόμα και από τα κοντά του παντελονάκια που τόσο είχε βαρεθεί να φοράει. Ηταν, το δίχως άλλο, μια διδακτικότατη ιστοριούλα, που είχε ανεξίτηλα καταγραφεί στη μνήμη της συναδέλφου μου και που με νοσταλγία θυμηθήκαμε μαζί.

 Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (σελίδα επιστολών 27/12/25)
















Τα «Κάλαντα» του πρωτομάστορα της νεοελληνικής ζωγραφικής Νικηφόρου Λύτρα (1832-1904), ένα από τα σπουδαιότερα έργα –όπως μας διαβεβαιώνουν οι ειδικοί περί τα εικαστικά– ηθογραφικής ζωγραφικής, ύμνος στο πνεύμα των ημερών και στο αγαπημένο έθιμο, πρωτίστως των παιδιών. Το φεγγάρι έχει ξεπροβάλει, μπλεγμένο στα γυμνά κλαδιά του δένδρου της αυλής, και οι πέντε καλαντιστές, με τον χαμογελαστό τυμπανιστή της αγαπημένης παρέας στο κέντρο, διαφορετικών εθνικοτήτων, με παραδοσιακές φορεσιές, ψάλλουν ενώ μια μωρομάνα, αφέντρα του σπιτιού, παρακολουθεί με αφοσίωση, πριν από την τελετουργία του φιλέματος. Η αμοιβή τους; Κατά κανόνα σε είδος: Καρύδια, κάστανα, φρούτα, αυγά, κάποιο ζαχαρωτό και ένας πακτωλός ευχών. Λεπτομέρεια: Στην άκρη δεξιά, το μαρμάρινο θωράκιο της Νίκης, υπόμνηση του αεί παρόντος αρχαίου παρελθόντος. «Η αγάπη προς το ωραίον είναι η γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπου», είχε πει ο Τήνιος δημιουργός.

Η ιεροτελεστία των καλάντων, η ξαγρύπνια, το θυροβρόντημα, το "χουντρό σουτζούκι" και 
η "εκδίκηση" στο σπίτι του γρουσούζη του χωριού


Κύριε διευθυντά,

Ο εξάχρονος Κώστας πετάχτηκε τρεχάτος στο διπλανό αλώνι, όπου τα παιδιά της παρέας του περίμεναν στη σειρά να πάρει ο καθένας την τζιουμάκα του από τον μαστρο-γιώργο. Οι τζιουμάκες ήταν μικρά ξύλινα σφυριά με μακριά λαβή. Κι ο μαστρο-γιώργος είχε όλα τα σύνεργα που χρειάζονταν για την κατασκευή τους: πριόνι, σκεπάρνι και τρυπάνι. 

– Πότε θ’ αρχίσετε τα κόλιαντα*; ρώτησε τον Κώστα ο πατέρας του χαμογελώντας, μόλις τον είδε να επιστρέφει στο σπίτι με την τζιουμάκα στο χέρι.

– Πολύ πρωί.

– Οταν εμείς ήμασταν παιδιά, δεν εκλείναμε μάτι αυτό το βράδυ. Ξεκινούσαμε να χτυπούμε τις πόρτες τα μεσάνυχτα. Και τελειώναμε όλο το χωριό προτού να φέξει. Οχι όπως κάμνετε τώρα εσείς, που βγαίνει ο ήλιος κι ακόμα δεν έχετε περάσει ούτε απ’ τα μισά σπίτια.

– Ολο κοκορεύεται πως αυτοί τα κατάφερναν καλύτερα. Ομως απόψε θα τον δείξω εγώ. Θα μείνω ξάγρυπνος όλη τη νύχτα, μονολογούσε το παιδί, που είχε βαρεθεί ν’ ακούει απ’ τον μπαμπά του «όταν εμείς ήμασταν παιδιά».

Εβαλε τον τορβά και την τζιουμάκα δίπλα στο κρεβάτι του και χωρίς να ξεντυθεί ξάπλωσε περιμένοντας να ’ρθουν τα μεσάνυχτα. Για να βγει πρώτος και καλύτερος στα κάλαντα. Ομως ο ύπνος τού έκλεισε τα μάτια νωρίς. Βαθιά χαράματα, πολύ πριν λαλήσει ο πρώτος κόκορας, ξύπνησε από τα σκουντήματα της μητέρας του:

– Ξύπνα, παιδί μου! Ηρθαν.

Οι φίλοι του χτυπούσαν κιόλας με τις τζιουμάκες την εξώθυρα τραγουδώντας τα κάλαντα. Η Χρύσα τούς άνοιξε, τους καλωσόρισε, τους ευχήθηκε «χρόνια πολλά» και έδωσε στον καθένα πεντέξι κάστανα και μία κολιαντίνα, όπως έλεγαν την κουλούρα τών καλάντων. Ο Κώστας άρπαξε τον τορβά και την τζιουμάκα του κι έτρεξε να ενωθεί με την παρέα. Την αποτελούσαν οχτώ παιδιά. Ολα αγόρια. Τα κορίτσια δεν έβγαιναν για κάλαντα.

Το λιγοστό χιόνι είχε λιώσει το προηγούμενο απόγευμα. Και όλοι οι δρόμοι ήταν σκεπασμένοι από πηχτά λασπόνερα. Παχιά μαύρα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι. Και τα παιδιά δεν μπορούσαν να ιδούν ούτε τη μύτη τους. Προπορευόταν ο Μιχάλης τού Αγαθάγγελου, που ήταν ο μεγαλύτερος. Και ακολουθούσαν οι μικρότεροι τσαλαπατώντας στις λάσπες. 

Στο πρώτο σπίτι που επισκέφτηκαν, του Γούσια, άρχισαν να χτυπούν με τις τζιουμάκες τη βαριά εξώπορτα τραγουδώντας: «Κόλιαντα μπάμπου μ’, κόλιαντα, κι ιμένα τν κουλιαντίνα μ’ / κι άμα δεν έχεις κόλιαντα, δώσ’ μας ένα σουτζούκι / να ’νι μακρύ να ’νι χουντρό να ’νι ζαχαρουμένου». Η Γούσιαινα, χαμογελαστή, άνοιξε την πόρτα, τους ευχήθηκε χρόνια πολλά και, αφού έδωσε στον καθένα μια κολιαντίνα και λίγα κάστανα, κάλεσε τον εγγονό της να μπει στο σπίτι και να δώσει την ευχή. «Για το καλό». Ο Κώστας σφούγγιξε τα λασπωμένα παπούτσια του στο κατώφλι και μπήκε στον οντά. Πλησίασε το γνωστό του τζάκι, έχωσε τη λασπωμένη τζιουμάκα του ανάμεσα στ’ αναμμένα κούτσουρα, που τριζοβολούσαν, τη στριφογύρισε στα γρήγορα για να μην πιάσει φωτιά, και είπε την καθιερωμένη ευχή: «Αρνιά, κατσίκια, γκόλιαβα (=γυμνά) πιδιά». – Χρόνια σ’ πουλλά. Νά ’σι πάντα γιρός κι να προυκόβ’ς. Κι να πειράσεις κι του χρόνου να μας τα ξαναπείς, του είπε η γιαγιά του. Και τον φίλησε γλυκά. – Γιατί, γιαγιά, εύχουμέστε νά ’χουμε πουλλά αρνιά κι δεν εύχουμέστε να κάμουμε πουλύ στάρι, που του χρειάζουμέστε πιρσότερου απ’ τ’ αρνιά;

– Γιατί αυτήν την ιφχή βρήκαμι απού πάππου πρους πάππου. Τότι οι παππούδις είχαν πρόβατα κι γίδια. Κι γύριβαν πουλλά αρνιά κι κατσίκια. Τώρα δλεύουμι πιρσότερου στα χουράφια. Αλλά κρατούμι ακόμα τις ίδιις ιφχές. Κι αυτές δεν αλλάζουν κάθι χρόνου.

Και αποχαιρετώντας τον τού έβαλε στον τορβά του μπόλικα κάστανα, καρύδια και ένα μικρό σουτζούκι.

Οταν έφτασαν στο σπίτι τού Μπέλου και άρχισαν να τραγουδούν, ο Μπέλος άνοιξε την εξώπορτα και έδωσε στον καθένα μία κολιαντίνα. Ωστόσο, τα κάστανα, αντί να τους τα δώσει στο χέρι, τα σκόρπισε στον δρόμο. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι τα παιδιά έψαχναν μάταια να τα βρουν στις λάσπες. Κι ο Μπέλος τούς παρακολουθούσε γελώντας με ικανοποίηση για το «έξυπνο» κατόρθωμα, που νόμιζε πως είχε κάμει. Οταν ζήτησε να μπει ένα παιδί στο σπίτι «για το καλό», η παρέα έστειλε τον μικρότερο. Με βαριά καρδιά ο Κώστας μπήκε στον οντά τού Μπέλου, όπου βρήκε την Μπέλαινα να ρίχνει χοντρά ξύλα στ’ αναμμένο τζάκι.

Στριφογύρισε την τζιουμάκα του στα κάρβουνα και είπε ανόρεχτα την ίδια ευχή, που είχε πει και στη γιαγιά του. Οταν επέστρεψε στην παρέα, ο Μιχάλης τους πρότεινε να τραγουδήσουν στον Μπέλο τα κόλιαντα του ψειριάρη. Για να μην το ξανακάμει. Ολοι συμφώνησαν. Ομως τώρα άρχισαν να χτυπούν την πόρτα τόσο δυνατά, που κόντευαν να τη σπάσουν. Και το τραγούδι τους ήταν διαφορετικό. Αλλά πάντοτε σε ρυθμό δεκαπεντασύλλαβο: «Αφέντη μου, στην κάπα σου χίλιις χιλιάδις ψείρις / Αλλις γιννούν, άλλις κλουσσούν κι άλλις αβγουμαζώνουν...». Ο Μπέλος φοβήθηκε πως θα του έσπαζαν την πόρτα. Ετρεξε στην εξώπορτα, αλλά πριν προλάβει να την ανοίξει, τα παιδιά είχαν εξαφανιστεί μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ευτυχώς αυτό ήταν το μοναδικό σπίτι τού χωριού, όπου ο νοικοκύρης τους φέρθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο...

* Κάλαντα το έτος 1945 στο Παλιούρι (σημερινό Αλιάκμονα).

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΔΟΣΙΟΣ


Μια Πρωτοχρονιά στη Φαντασιοχώρα

Κύριε διευθυντά

Σε μέρες εορτών, όπου η φαντασία καλείται να καλύψει έναν βίο, εν πολλοίς και για πολλούς «ανεόρταστον», επιτρέψτε μου μία μικρή αναδρομή στην παιδική ηλικία.

Μικρή –και εννοώ στο Δημοτικό– συνειδητοποιώντας στο σπίτι, στο σχολείο και στον δρόμο, ότι ο κόσμος χωρίζεται σε μικρούς και μεγάλους (σε ηλικία και μέγεθος) και ότι οι κουβέντες των μεγάλων διαφέρουν από εκείνες των παιδιών, τα οποία μάλιστα αποκλείονταν από τις συζητήσεις των ενηλίκων, φρόντιζα με διάφορα τεχνάσματα να αποσπάσω δοκιμαστικά μια ειδική άδεια, να παρακολουθώ κι εγώ, ως μεγαλύτερη από τα αδέλφια μου, τις συνομιλίες, όταν ήταν απλές και όχι αυστηρώς ακατάλληλες.

Σε αυτό το πλαίσιο, άκουσα μία μέρα τον πατέρα μου να μιλάει με θλίψη για έναν φίλο του, επειδή οι δικοί του, μετά τον θάνατό του, δεν τίμησαν όπως έπρεπε τη μνήμη του. «Θα έπρεπε ο Yψιστος (μάλλον κάποιος ψηλός σαν τον βασιλιά, υπέθεσα) να του δίνει μια μικρή άδεια, μια φορά τον μήνα, να έρχεται αόρατος και να βλέπει τι γίνεται στο σπίτι του, με τη γυναίκα και τα παιδιά του».

Μια φορά τον μήνα, μου φάνηκε πολύ, χωρίς να ξέρω «τι». – Αυτά δεν γίνονται, του είπε η μητέρα μου, μόνο στη φαντασία σου.

– Ασε με τουλάχιστον στη φαντασία μου να χαρώ κι εγώ λιγάκι, της απάντησε εκείνος.

Εγώ κράτησα τη λέξη (έτσι έκανα συνήθως, ξεχώριζα ό,τι δεν καταλάβαινα και ύστερα το ρωτούσα, ας πούμε σαν παιχνίδι, ή και σαν μάθημα ακόμη).

Τι είναι άραγε φαντασία;

«Φαντασία είναι μία χώρα, που πιάνουν όλες οι ευχές. Είναι Φαντασιοχώρα».

Αφού βεβαιώθηκα πως μπορούσα κι εγώ να ευχηθώ ό,τι ήθελα και ότι η φαντασία δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους, άρχισα να παραγγέλνω: Να επιστρέφει η γιαγιά και ο παππούς Βασίλης, έστω μία φορά, την Πρωτοχρονιά. Και η γιαγιά η Φωτεινή να πάει πάλι στη Σμύρνη να ξαναβρεί το σπίτι της, ό,τι έχει απομείνει. Να βρει τη γάτα Αγκύρας και ένα κουτί με παιδικά παιχνίδια και γλυκά. Να πάω κι εγώ μαζί της.

Κι όλοι οι πρόσφυγες της Γης να βρουν μια αγκαλιά στον τόπο τον δικό τους, και σπίτια φωτεινά (λέμε τώρα). Στη συνέχεια, με το πέρασμα των χρόνων, δεν άργησα να καταλάβω πως ζούμε σε άλλη «χώρα» και σε άλλον πλανήτη. Καμία ευχή, όσο καλή και δυνατή, δεν φτάνει στον πολίτη.

Στη «Φαντασιοχώρα», όλα είναι αληθινά κι όλα μπορούν να γίνουν. Να σταματήσουν πόλεμοι, λοιμοί, λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί, να ευτυχούν οι άνθρωποι και όχι οι αριθμοί και άλλα πολλά, χρόνια πολλά.

Ομως, η Φαντασιοχώρα πλέει ακόμη σε αχαρτογράφητα νερά...

Ας σημειωθεί ότι το πασίγνωστο σύνθημα του παρισινού «Μάη του ’68» (άπατο κι αυτό) για τη «φαντασία στην Εξουσία», ουδεμία συγγένεια έχει, ούτε σχέση DNA, με τη... φαντασία της Εξουσίας, όπου όλα βαίνουν καλώς... Ισως με την ΑΙ, αν είναι τόσο έξυπνη και αγαπήσει τους ανθρώπους, όσο την αγαπούν κι εκείνοι, κάτι μπορεί να γίνει.

Ερχεται Νέον Ετος. Καλή Χρονιά και φωτεινή, ιδίως όταν σβήσουν τα φώτα στα δέντρα, αδίκως ξυλοκοπημένα κι αυτά, που καλλιεργούνται δέκα χρόνια και απαξιώνονται σε δέκα μέρες με τον χειρότερο τρόπο.

Εύχομαι κάποτε τα παιδιά να διδάξουν τους γονείς ότι δεν

χρειάζονται ζωντανά δέντρα για να χαρούν, ότι μπορούν να φτιάξουν μόνα τους ανακυκλωμένα από χαρτί, ξύλο και τενεκεδάκια, όπως ο καλλιτέχνης Μάικλ Ράκοβιτς,

που έφτιαξε τη Λαμάσσου, φτερωτό μυθικό πλάσμα, με σώμα ταύρου, ανθρώπινο κεφάλι και πόδια λιονταριού (την είδαμε στο Μουσείο της Ακρόπολης).

Η κατασκευή ενός δέντρου είναι πάρα πολύ εύκολη και μπορεί να γίνει πραγματικότητα, χρειάζεται μόνο θέληση και λίγη φαντασία...

ΒΙΒΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ


Εκείνη η κονσέρβα των Χριστουγέννων...

Κύριε διευθυντά,

Στο τελευταίο δίμηνο του 1952 ο πατέρας δεν κατέβηκε ούτε μια φορά στα Τρίκαλα, από το εστιατόριό του στον Κάμπο-δεσπότη. Οπως μας εξήγησε, δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, αλλά κάθε φορά που ήταν έτοιμος να μας επισκεφθεί κάτι του τύχαινε με τη δουλειά του και το ανέβαλλε. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ακόμα και η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Ούτε η μάνα ούτε εγώ, στα Τρίκαλα, ανησυχήσαμε, αλλά μας προέκυψε πρόβλημα γιατί τελείωναν τα χρήματά μας στα Τρίκαλα, όπου ζούσα με μόνη σύνοικο τη μάνα, επειδή ήμουν μαθητής Γυμνασίου. Τα υπόλοιπα πέντε μέλη της οικογένειας ήταν στο χωριό (Μαλακάσι Καλαμπάκας).

Με πόνο ψυχής η μάνα χρησιμοποίησε τις 200.000 δραχμές που συνόδευσαν τις δύο τελευταίες ΑΡΙΣΤΕΙΕΣ μου στο Γυμνάσιο, πιστεύοντας ότι παραμονές Χριστουγέννων θα ερχόταν ο πατέρας και θα τα ξανακλείδωνε στη θέση τους.

Για κακή μας τύχη, δύοτρεις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα έπεσε πολύ χιόνι στην περιοχή, η Κατάρα έκλεισε, η συγκοινωνία διακόπηκε και ο πατέρας αποκλείσθηκε στον Κάμπο-δεσπότη. Μπροστά στο ενδεχόμενο να «νηστέψουμε» τα Χριστούγεννα, είπα στη μητέρα μου ότι θα ζητούσα χρήματα από τους Γ. και Ε.Σ. Ημουν βέβαιος ότι ακόμα χρωστούσαν στον πατέρα μου, όταν ήταν εργοδότες του. Στο γραφείο της επιχειρήσεως βρήκα τον Ε.Σ. Του εξήγησα για ποιον λόγο είχαμε μείνει χωρίς χρήματα και του ζήτησα ένα ποσό για να περάσουμε τα Χριστούγεννα. Η απάντηση του Ε.Σ. με συγκλόνισε:

«Χρήματα μπορώ να δώσω μόνον στον πατέρα σου».

Επέστρεψα στη μάνα μου βαριά ταπεινωμένος, γι’ αυτό και πολύ θυμωμένος. Εκείνη το αντιμετώπισε ψύχραιμα: – Δεν πειράζει. Και τα Χριστούγεννα είναι όπως κάθε άλλη ημέρα του χρόνου. Εχω μια κονσέρβα κρέατος. Θα την τηγανίσω και θα περάσουμε. Τώρα που γράφω αυτά (73 χρόνια αργότερα), θυμάμαι εκείνα τα Χριστούγεννα του 1952.

ΥΓ.: Από το βιβλίο μου «Η καρυδιά με τους νουμάδες»

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΟΛΗΣ 
Καρδιοχειρουργός


Το μακρύ παντελόνι του μικρού Πετράκη

Κύριε διευθυντά,

Ενα χριστουγεννιάτικο παραμύθι, η επιστολή μου. Διδακτικό, όπως όλα τα παραμύθια. Και απλοϊκό βεβαίως, όπως απλοϊκή ήταν και η εποχή που πρωτοειπώθηκε, δεκαετίες πριν.

Μου το θύμισε μια παλιά συνάδελφός μου, με την οποία αυτές τις μέρες ανταλλάξαμε ευχές.

Χρειάστηκε να το ονοματίσει –το παντελονάκι που έγινε σορτσάκι– για να το ανακαλέσω στη μνήμη μου. Το είχα χρησιμοποιήσει, ως μια παραβολή ας πούμε, σε κάποιο σεμινάριο Επικοινωνίας, ή κάτι παρόμοιο, με θέμα την εσωτερική εταιρική επικοινωνία. Μιλούσε για τον μικρό Πετράκη, που ακόμα φορούσε κοντά παντελόνια, αλλά λαχταρούσε πια να απαλλαγεί απ’ αυτά και να φορέσει, επιτέλους, το πρώτο του μακρύ παντελόνι, όπως φορούσαν τα μεγαλύτερα παιδιά και μερικά, ακόμα και της ηλικίας του.

Οι γιορτές έρχονταν και ένα μακρύ παντελόνι θα ήταν για τον Πετράκη το καλύτερο δώρο τού Αη Βασίλη για εκείνη τη χρονιά. Υστερα από πολλά παρακάλια η μητέρα του ενέδωσε και, λίγο πριν κλείσουν τα μαγαζιά, πήγε και αγόρασε ένα όμορφο μακρύ παντελόνι για τον αγαπημένο της Πετράκη. Καθώς δεν τον είχε μαζί της για να το προβάρει, όταν ο Πετράκης το δοκίμασε στο σπίτι, ήταν δέκα πόντους μακρύτερο.

Ηταν αργά πια για να κάνουν οτιδήποτε. Τα μαγαζιά, που θα μπορούσαν να το επιδιορθώσουν, είχαν κλείσει και την επομένη ξημέρωναν Χριστούγεννα. Στενοχωρήθηκαν όλοι, πολύ περισσότερο βέβαια ο Πετράκης, και έπεσαν να κοιμηθούν.

Τη νύχτα, η μητέρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Η σκέψη ότι ο Πετράκης της δεν θα είχε ευτυχισμένες γιορτές δεν της έφευγε από το μυαλό. Χωρίς να σκεφτεί περισσότερο, σηκώνεται και προσεκτικά για να μην ενοχλήσει την υπόλοιπη οικογένεια, κάθεται και διορθώνει το παντελόνι. Το τοποθέτησε και πάλι εκεί που το είχαν αφήσει αποβραδίς και πήγε ανάλαφρη στο κρεβάτι της.

Υστερα από λίγο, σηκώνεται η γιαγιά του Πετράκη που επίσης δεν είχε ύπνο. Αν είναι δυνατόν, να άφηναν, χρονιάρες μέρες, το παιδί χωρίς το μακρύ παντελόνι που τόσο λαχταρούσε. Παίρνει, λοιπόν, το παντελόνι από εκεί που το είχε αφήσει η μητέρα και αφαιρεί και εκείνη τους δέκα πόντους που περίσσευαν.

Μια ώρα μετά ήταν η σειρά της μεγάλης αδελφής του Πετράκη, που κι αυτή δεν άντεχε στην ιδέα ο αγαπημένος της αδελφούλης να περάσει τις γιορτές χωρίς το πρώτο μακρύ του παντελόνι. Δεν χάνει καιρό, σηκώνεται κι αυτή και με κάθε προφύλαξη κάνει στο παντελόνι το ίδιο που είχαν κάνει σ’ αυτό η μητέρα και η γιαγιά...

Φαντάζεστε την απογοήτευση του Πετράκη, όταν το πρωί που, πετώντας από τη χαρά του, πήγε να το φορέσει, βρήκε το παντελόνι κοντύτερο ακόμα και από τα κοντά του παντελονάκια που τόσο είχε βαρεθεί να φοράει. Ηταν, το δίχως άλλο, μια διδακτικότατη ιστοριούλα, που είχε ανεξίτηλα καταγραφεί στη μνήμη της συναδέλφου μου και που με νοσταλγία θυμηθήκαμε μαζί.

Χρόνια πολλά σε όλους και καλή χρονιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ι. ΚΏΣΤΟΥΛΑΣ 
Βούλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου