Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 03-04/08/19 |
ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ
Τη χρονιά που εκείνος έφυγε από τη ζωή, το 2007, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο καθιέρωσε ένα ετήσιο βραβείο με το όνομά του: έναν έπαινο Γρηγόρη Φαράκου. Ως φόρο τιμής, στη μνήμη του διακεκριμένου παλιού του φοιτητή. Αλλά και ως υπόμνηση ότι Αριστερά και ακαδημαϊκή αριστεία ήταν κάποτε έννοιες απολύτως συμβατές.
Ο έπαινος, συνοδευόμενος από ένα μικρό οικονομικό έπαθλο, απονέμεται σε έναν φοιτητή ή μία φοιτήτρια των σχολών Μηχανολόγων Μηχανικών ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, που έχει επιλέξει την ενέργεια - επιστημονικό πεδίο που ο ίδιος ο Φαράκος είχε επιλέξει - ως κατεύθυνση σπουδών. Ο νικητής ή η νικήτρια επιλέγεται ανάμεσα στους έξι, τρεις από κάθε σχολή, που έχουν συγκεντρώσει στα δύο τελευταία εξάμηνα των σπουδών τους την υψηλότερη βαθμολογία. Κι έτσι είχα την τύχη, παρακολουθώντας πριν από λίγους μήνες τη διαδικασία απονομής του επαίνου, να γνωρίσω - έκθαμβος - έξι ξεχωριστά παιδιά του Πολυτεχνείου, παραμονές του πτυχίου τους. Η εμπειρία ήταν μια γερή θεραπεία αισιοδοξίας. Κι ήταν, επίσης, ένα ταξίδι στη νήσο των θησαυρών που είναι - ή θα μπορούσε να είναι αν βρίσκαμε τον σωστό χάρτη - το ελληνικό πανεπιστήμιο.
Με την εμπειρία που αποκτήσατε αυτά τα τέσσερα χρόνια, τι θα αλλάζατε, αν μπορούσατε, στη σχολή σας; Είχα απευθύνει σε όλους το ίδιο, απλό ερώτημα. Είχα στο μυαλό μια μακρά λίστα πιθανών παραπόνων. Αλλά η απάντηση ήταν εντυπωσιακά ομόφωνη: περισσότερα εργαστήρια! Μου διηγούνταν πως μια υψηλού επιπέδου σχολή, με διεθνή αναγνώριση, με ερευνητικό έργο και καλούς καθηγητές, αδικείται όταν η πρόσβαση των φοιτητών στα εργαστήρια είναι σποραδική, προϊόν μακράς αναμονής. Χρειάζεστε περισσότερα εργαστήρια; μετέφερα την ερώτηση στους καθηγητές που συμμετείχαν στην επιτροπή. «Ναι» μου απάντησαν με ένα στόμα. «Μα κυρίως χρειαζόμαστε λιγότερους φοιτητές». Και άρχισαν να μου διηγούνται πώς κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται η μεγάλη ιεροτελεστία της υποκρισίας, όπου το υπουργείο ρωτά κάθε σχολή πόσους πρωτοετείς φοιτητές μπορεί να δεχθεί τον επόμενο Σεπτέμβρη, η σχολή απαντά κι έπειτα βρίσκεται με διπλάσιο αριθμό εισακτέων (ο υπουργός αποφασίζει) και με τριπλάσιο αριθμό πραγματικών φοιτητών που καταφθάνουν με τις λίστες μεταγραφών (που το υπουργείο, αδιαφανώς, καταρτίζει). Ασφυξία!
Τον έπαινο, φέτος, κέρδισε ένας φοιτητής που ήταν, στ' αλήθεια, εντελώς ξεχωριστή περίπτωση. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας του ήταν ένα ολοστρόγγυλο 10. Είχε κάνει την πρακτική του σε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παραγωγή, με φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, ενέργειας. Και η φιλοδοξία του ήταν να βρει τρόπο να χρηματοδοτήσει μεταπτυχιακές σπουδές σε ένα καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού κι έπειτα να γυρίσει στην Ελλάδα, να περάσει στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και να αναλάβει μια θέση ευθύνης στο ελληνικό Δημόσιο, στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής. Μα θα είσαι περιζήτητος και με πολύ καλύτερες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, εδώ ή σε όποια άλλη χώρα θέλεις - τον είχα ρωτήσει. Ναι, αλλά εγώ θα ήθελα να αλλάξω τα πράγματα, να τα επηρεάσω έστω. Κι αυτό μόνον από μια δημόσια θέση μπορώ να το κάνω - μου είχε απαντήσει.
Τον άκουγα, τον θαύμαζα, τον ζήλευα - μα ο κυνικός μέσα μου αναρωτιόταν πόσο θα αντέξει ο ιδεαλιστής μέσα του στην πραγματική εμπειρία της δημόσιας υπηρεσίας. Ή, με πιο αισιόδοξη διατύπωση, πόσο θα έχει προλάβει να αλλάξει το ελληνικό Δημόσιο, ώστε να δώσει σε νέους ανθρώπους με τέτοια προσόντα και τέτοιες φιλοδοξίες τον χώρο, την πρωτοβουλία, την ελευθερία να κάνουν τη διαφορά.
Ο έπαινος, συνοδευόμενος από ένα μικρό οικονομικό έπαθλο, απονέμεται σε έναν φοιτητή ή μία φοιτήτρια των σχολών Μηχανολόγων Μηχανικών ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, που έχει επιλέξει την ενέργεια - επιστημονικό πεδίο που ο ίδιος ο Φαράκος είχε επιλέξει - ως κατεύθυνση σπουδών. Ο νικητής ή η νικήτρια επιλέγεται ανάμεσα στους έξι, τρεις από κάθε σχολή, που έχουν συγκεντρώσει στα δύο τελευταία εξάμηνα των σπουδών τους την υψηλότερη βαθμολογία. Κι έτσι είχα την τύχη, παρακολουθώντας πριν από λίγους μήνες τη διαδικασία απονομής του επαίνου, να γνωρίσω - έκθαμβος - έξι ξεχωριστά παιδιά του Πολυτεχνείου, παραμονές του πτυχίου τους. Η εμπειρία ήταν μια γερή θεραπεία αισιοδοξίας. Κι ήταν, επίσης, ένα ταξίδι στη νήσο των θησαυρών που είναι - ή θα μπορούσε να είναι αν βρίσκαμε τον σωστό χάρτη - το ελληνικό πανεπιστήμιο.
Με την εμπειρία που αποκτήσατε αυτά τα τέσσερα χρόνια, τι θα αλλάζατε, αν μπορούσατε, στη σχολή σας; Είχα απευθύνει σε όλους το ίδιο, απλό ερώτημα. Είχα στο μυαλό μια μακρά λίστα πιθανών παραπόνων. Αλλά η απάντηση ήταν εντυπωσιακά ομόφωνη: περισσότερα εργαστήρια! Μου διηγούνταν πως μια υψηλού επιπέδου σχολή, με διεθνή αναγνώριση, με ερευνητικό έργο και καλούς καθηγητές, αδικείται όταν η πρόσβαση των φοιτητών στα εργαστήρια είναι σποραδική, προϊόν μακράς αναμονής. Χρειάζεστε περισσότερα εργαστήρια; μετέφερα την ερώτηση στους καθηγητές που συμμετείχαν στην επιτροπή. «Ναι» μου απάντησαν με ένα στόμα. «Μα κυρίως χρειαζόμαστε λιγότερους φοιτητές». Και άρχισαν να μου διηγούνται πώς κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται η μεγάλη ιεροτελεστία της υποκρισίας, όπου το υπουργείο ρωτά κάθε σχολή πόσους πρωτοετείς φοιτητές μπορεί να δεχθεί τον επόμενο Σεπτέμβρη, η σχολή απαντά κι έπειτα βρίσκεται με διπλάσιο αριθμό εισακτέων (ο υπουργός αποφασίζει) και με τριπλάσιο αριθμό πραγματικών φοιτητών που καταφθάνουν με τις λίστες μεταγραφών (που το υπουργείο, αδιαφανώς, καταρτίζει). Ασφυξία!
Τον έπαινο, φέτος, κέρδισε ένας φοιτητής που ήταν, στ' αλήθεια, εντελώς ξεχωριστή περίπτωση. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας του ήταν ένα ολοστρόγγυλο 10. Είχε κάνει την πρακτική του σε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παραγωγή, με φιλικές προς το περιβάλλον μεθόδους, ενέργειας. Και η φιλοδοξία του ήταν να βρει τρόπο να χρηματοδοτήσει μεταπτυχιακές σπουδές σε ένα καλό πανεπιστήμιο του εξωτερικού κι έπειτα να γυρίσει στην Ελλάδα, να περάσει στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και να αναλάβει μια θέση ευθύνης στο ελληνικό Δημόσιο, στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής. Μα θα είσαι περιζήτητος και με πολύ καλύτερες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, εδώ ή σε όποια άλλη χώρα θέλεις - τον είχα ρωτήσει. Ναι, αλλά εγώ θα ήθελα να αλλάξω τα πράγματα, να τα επηρεάσω έστω. Κι αυτό μόνον από μια δημόσια θέση μπορώ να το κάνω - μου είχε απαντήσει.
Τον άκουγα, τον θαύμαζα, τον ζήλευα - μα ο κυνικός μέσα μου αναρωτιόταν πόσο θα αντέξει ο ιδεαλιστής μέσα του στην πραγματική εμπειρία της δημόσιας υπηρεσίας. Ή, με πιο αισιόδοξη διατύπωση, πόσο θα έχει προλάβει να αλλάξει το ελληνικό Δημόσιο, ώστε να δώσει σε νέους ανθρώπους με τέτοια προσόντα και τέτοιες φιλοδοξίες τον χώρο, την πρωτοβουλία, την ελευθερία να κάνουν τη διαφορά.
Ανακαλώ (και μοιράζομαι μαζί σας) αυτήν την μικρή εμπειρία, γιατί μου φαίνεται σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη. Οι δύο πρώτες, πολυσυζητημένες ήδη, νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης - εκείνη που φέρει τον τίτλο «επιτελικό κράτος» και εκείνη που αλλάζει το καθεστώς του ασύλου στα ΑΕΙ - ανοίγουν δύο μεγάλους κύκλους διαλόγου και αντιπαράθεσης. Εναν για τη δημόσια διοίκηση και την από δεκαετιών εκκρεμή μεταρρύθμισή της. Κι έναν για τα πανεπιστήμια - που δεν μπορεί να εξαντλείται στην προστασία τη ακαδημαϊκής ελευθερίας από τη βία. Είναι προφανές ότι οι δύο κύκλοι τέμνονται. Στα δικά μου μάτια τέμνονται στο πρόσωπο ενός αριστούχου (αλλά, προλαβαίνω την ένστασή σας, κάθε άλλο παρά «φυτού») φοιτητή, που φιλοδοξεί να αποκτήσει υψηλής αξίας ακαδημαϊκά προσόντα ως προϋπόθεση για να ενταχθεί στη δημόσια διοίκηση.
Τι χρειάζεται ώστε το πανεπιστήμιο να συνεχίσει να παράγει ανθρώπους με τέτοιες ικανότητες; Τι χρειάζεται ώστε η Δημόσια Διοίκηση να γίνει περιβάλλον κατάλληλο για ανθρώπους με τέτοιες φιλοδοξίες; Μεγαλύτερη ελευθερία - είναι, νομίζω, η αρχή της απάντησης και στα δύο ερωτήματα. Απελευθέρωση του πανεπιστημίου από τον βαρύ υπουργικό ζυγό, ελευθερία να αυτοδιοικείται πραγματικά και πλήρως. Απελευθέρωση της Δημόσιας Διοίκησης από τον κομματικό ζυγό, από τον ιδιότυπο στρατό κατοχής των μετακλητών, από την «εντολή υπουργού», από το αυτονόητο των κομματικών επιλογών στις θέσεις ευθύνης, στην κορυφή της ιεραρχίας της.
Είναι η μεγαλύτερη, ίσως, απογοήτευση της τελευταίας τετραετίας ότι η εκδοχή Αριστεράς που κυβέρνησε αυτά τα χρόνια βρέθηκε στους αντίποδες ενός τέτοιου σχεδίου. Αλλά αυτή η παρατήρηση είναι, απλώς, μια αναγκαία σπονδή στη μνήμη του Φαράκου - από τον οποίο ξεκίνησε η συζήτηση. Το σημαντικό, το κρίσιμο εδώ που βρισκόμαστε είναι να μη μείνει εκκρεμές για μια ακόμη τετραετία ένα τέτοιο, διπλά απελευθερωτικό, σχέδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου