Θα σε θυμόμαστε πάμπολλοι, σε πλήθος στιγμές, σε πλήθος εικόνες, από την πλούσια ζωή σου.
Όμως εγώ θα σε θυμάμαι όπως ήσουν σ’ εκείνη τη φωτογραφία, που είχες διαλέξει ο ίδιος για το προφίλ σου στα κοινωνικά δίκτυα. Γελαστό, με τα μαλλιά ανακατεμένα, τον ήλιο στο πρόσωπο, τα βράχια και τη θάλασσα πίσω σου. Είναι η εικόνα σου στην οποία, για μένα, συμπυκνώνονται όλες οι άλλες, οι πολύ παλιές και οι μεταγενέστερες, οι εικόνες της κοινής μας νιότης και της ωριμότητάς μας, της κοινής μας πορείας και της αδιάσπαστης φιλίας μας.
Γιατί σε θυμάμαι, φίλε Μισέλ, από πολύ-πολύ παλιότερα: από τότε, πριν ακόμη από τη δικτατορία, όταν, τελειώνοντας το γαλλικό λύκειο διάβαινες το δρόμο και περνούσες απέναντι, στο «Ασπρό», εκείνο το παράδοξο στέκι όπου συναντιόνταν νέοι διανοούμενοι και παλιοί «νυχτοπερπατημένοι» –και μερικοί που έπαιζαν και στα δύο ταμπλό-, ψηλά στη Σίνα, απέναντι από το Γαλλικό Ινστιτούτο (τη γαλλική Ακαδημία, όπως τη λέγαμε τότε). Στέκι συνταιριάσματος «υψηλής» και «χαμηλής», κουλτούρας, καλαμπουριού και –πολύ σύντομα- και αντιστασιακών κινήσεων.
Είναι παρούσα, πάντα ζωντανή, εκείνη η εικόνα, εκείνη η πρώτη φορά που αντικριστήκαμε και σφίξαμε τα χέρια, καταλαβαίνοντας απ’ την πρώτη στιγμή ο ένας τον άλλον –καταλαβαίνοντας πόσο ταίριαζαν τα χνώτα μας. Χέρια που έμειναν σφιγμένα πενήντατόσα τώρα χρόνια.
Κι άλλες, κι άλλες στιγμές. Όταν, αργότερα, επιστρέφοντας από τις κινηματογραφικές –και όχι μόνο- σπουδές σου στο Παρίσι, ερχόσουν στις συναντήσεις της πρώτης περιόδου του Σύγχρονου Κινηματογράφου, μεσούσης πια της δικτατορίας, καταθέτοντας, με θάρρος και πειθώ, τις αγάπες σου για το γαλλικό «Νέο Κύμα», τον Γκοντάρ, τον Τρυφώ, τον Ρομέρ, τον Ριβέτ, τον Μαλ, δίπλα στον Χίτσκοκ και τον Τζων Φορντ, αναπτύσσοντας τη βαθειά σχέση σου με τα περίφημα τότε «Cahiers du Cinéma» και την πρωτοποριακή, για την εποχή, ανάγνωση της κινηματογραφικής τέχνης.
Και θυμάμαι την εικόνα σου, όταν, ως νέος κριτικός κινηματογράφου, μετά την πτώση της δικτατορίας, ανανέωσες την κινηματογραφική κριτική μέσα από τις στήλες της – εφημερίδας, τότε– Αυγής.
Αλλά και όταν ανέλαβες ο ίδιος τη διεύθυνση του Σύγχρονου Κινηματογράφου, συγκεντρώνοντας γύρω σου ό,τι καλύτερο υπήρχε στο χώρο της κινηματογραφικής κριτικής και δημιουργώντας ένα περιοδικό-υπόδειγμα, μια ευαίσθητη κεραία στα σύγχρονα ρεύματα της σκέψης που εμπλούτισε τον θεωρητικό λόγο περί σινεμά, και βάθυνε τη γνώση μας για τη γλώσσα και την αισθητική του.
Κι άλλες, κι άλλες στιγμές –και εικόνες. Όταν ανέλαβες την ευθύνη του ξένου προγράμματος της ΕΡΤ και –μαζί με τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο- της Κινηματογραφικής Λέσχης, προσφέροντας μας γνωστά και άγνωστα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου αλλά και εμπλουτίζοντας το πρόγραμμα της Δημόσιας Τηλεόρασης με σπουδαίες ξένες σειρές όπως, πχ., το «Μπερλίν, Αλεξάντερπλατς», λίγο μετά την προβολή του στη γερμανική τηλεόραση, «υποχρεώνοντας» παρέες ολόκληρες να συγκεντρώνονται κάθε Πέμπτη βράδυ γύρω από τις σπάνιες ακόμη τηλεοπτικές συσκευές για να απολαύσουν το τηλεοπτικο-κινηματογραφικό επίτευγμα του Φασμπίντερ.
Και ασφαλώς, κορυφαία στιγμή, για την οποία θα σε θυμούνται πάμπολλοι, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όταν ανέλαβες τη διεύθυνση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καταφέρνοντας να μετατρέψεις έναν εσωστρεφή, ανύπαρκτο για το διεθνές πεδίο, ημιθανή θεσμό,- το «Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου»- στο «Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης», που κάθε χρόνο κέρδιζε, εντός και εκτός, κύρος, αίγλη και κοινό. Μετατρέποντας το –πέρα από τις σημαντικές αναδρομές και τα αφιερώματα στις σπουδαίες μορφές της κινηματογραφικής τέχνης – σε πεδίο ανακάλυψης και προβολής των νέων τάσεων και προσωπικοτήτων του διεθνούς κινηματογραφικού στερεώματος.
Και βέβαια δε γίνεται παρά να σε θυμούνται όλοι αυτοί, Έλληνες και ξένοι με τους οποίους συνομίλησες, συνεργάστηκες, συνέπραξες και στους οποίους ματαλαμπάδευσες το τεράστιο κεφάλαιο γνώσης, ευαισθησίας και ομορφιάς που είχες ήδη συσσωρεύσει.
Γιατί κι αυτό ήταν από τα ξεχωριστά σου χαρίσματα, πέρα από τη διεισδυτική σου ματιά: η ικανότητα να διακρίνεις και να αναδεικνύεις πώς μέσα από τη γνώση -ή την «ανάγνωση» όπως λέγαμε κάποτε- της τέχνης του κινηματογράφου, μπορούμε να φτάσουμε στην ουσία, στον πυρήνα της: στην πρόκληση ή την αναμόχλευση ιδεών και συναισθημάτων που μας μαθαίνουν κάτι ουσιαστικό για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Στην απόλαυση, στη νοητική δόνηση, κάποτε και στον καθαρτήριο συγκλονισμό που μας γεννούν οι κινούμενες εικόνες και οι ήχοι των κινηματογραφικών ταινιών.
Ή όπως έλεγε, φίλε Μισέλ, ο Εμπειρίκος:
Τα μυστικά του σινεμά
Είναι σαν της ποιήσεως τη μαγεία
Είναι σαν ποταμός που ρέει
Εικών εικών και άλλες εικόνες
Κ’ αίφνης – διακοπή
Αλλά, όπως συμπλήρωνε, ο ίδιος:
Κι έπειτα πάλι ο ποταμός
Κ’ έπειτα πάλι εικόνες
Και –ίσως ακριβώς γι’ αυτό, αλλά και πέρα απ’ αυτό, για τη ζωή μας πια – θα σε θυμάμαι όπως ήσουν σ’ εκείνη τη φωτογραφία, εκείνη την εικόνα, από κάποιες κοινές διακοπές μας στην Κρήτη. Ανεμοδαρμένο, γελαστό και χαρούμενο, έτοιμο να καλαμπουρίσουμε, να κάνουμε πλάκα, να διασκεδάσουμε παίζοντας και μαθαίνοντας ο ένας από τον άλλον –πράγμα που κάναμε για δεκαετίες … Να παίζουμε και να χαιρόμαστε με τις ιδέες, τις εξελίξεις, τις συνθήκες, τις καταστάσεις, ακόμη και να περιγελάμε όσα αστοιχείωτα και παραληρηματικά μας περιβάλλανε –και συνεχίζουν να μας περικυκλώνουν.
Και νομίζω πως έτσι, φίλε Μισέλ, θα σε θυμόμαστε όλοι: σαν άνθρωπο της γνώσης όσο και της πράξης, αλλά πάνω απ’ όλα σαν άνθρωπο της χαράς της ζωής.
Και εμείς, οι φίλοι σου, που δεν θα πάψουμε να σε φέρουμε μέσα μας και μετά την αναχώρησή σου, και οι αγαπημένοι σου, η Έρση, η Καρολίνα, ο Μάρκελλος, που μέσα στο βαρύ πένθος της έλλειψής σου, θα σε αισθάνονται παρόντα σαν ένα ζεστό φως, το φως που ούτε στιγμή δεν έπαψες να εκπέμπεις όσο ζούσες.
Αντίο φίλε. Adieux l’ ami.
*Πρόκειται για τον επικήδειο που εκφωνήθηκε κατά την πολιτική κηδεία του Μισέλ στο Α’ νεκροταφείο

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου