Από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (σελίδα επιστολών της 13/06/26)
«Τω δ’ Οδυσσεύς όνομ’ έστω»ήταν η εντολή του Αυτόλυκου, άρχοντα από την περιοχή του Παρνασσού, προς την κόρη του Αντίκλεια και τον γαμπρό του Λαέρτη, γονέων του μετέπειτα βασιλιά της Ιθάκης και εκ των πρωταγωνιστών των ομηρικών επών. Στη σκηνή της «βάπτισης» στα ανάκτορα του νησιού, ήταν παρούσα και η έντιμη, αφοσιωμένη Ευρύκλεια που ανέλαβε ευθύς χρέη μαμής και τροφού του νεογέννητου. Την ιδιότητα του πολύτροπου ο ήρωας απαιτήθηκε να την επιβεβαιώσει πάμπολλες φορές από τότε που βγήκε στον πηγαιμό για την Ιθάκη, κατά τη διάρκεια της δεκαετούς περιπλάνησης, έως ότου πατήσει πάλι στη γη του βασιλείου του και εκτελέσει τη μνηστηροφονία. Στην εικόνα, ένα μικρό δείγμα γραφής. Ο Οδυσσέας ξεφεύγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα δεμένος κάτω από την κοιλιά του κριαριού, κρατώντας το σπαθί του· μελανόμορφος κρατήρας, περί το 500 π.χ., Mουσείο κρατιδίου Βάδης, Γερμανία. (Ελληνική Μυθολογία, τόμος Τρωικός Πόλεμος, Εκδοτική Αθηνών.)
Κύριε διευθυντά
Οταν έρχεται η ώρα να αποφασιστεί το όνομα που θα πάρει το νεογέννητο παιδί, τότε αρχίζουν, πολλές φορές, οι μουρμούρες, οι γκρίνιες, οι καβγάδες και ενίοτε και οι... «αναμετρήσεις». Το θέμα παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις όταν μπει και σε «διαβούλευση» με τους παππούδες και άλλους στενούς συγγενείς και φίλους.
Τις τελευταίες μάλιστα δεκαετίες, λόγω της ολιγοτεκνίας, πολλές φορές, δεν μαζεύεται η κατάσταση...
Βρέθηκαν, ευτυχώς, κάποιες λύσεις κατευναστικές, συμβιβαστικές, των ίσων αποστάσεων, λύσεις που θυμίζουν τη στάση ουδετερότητας σε εμπόλεμη περίοδο.
Οι λύσεις αυτές αποφεύγουν τον σκόπελο και είτε ικανοποιούν και τα δύο μέρη, είτε ακολουθούν τον τρίτο δρόμο της επίκλησης κάποιου οράματος, τάματος, υπερτέρου χρέους, οφέλους και πολλά άλλα.
Με τον τρόπο αυτό επέρχεται κάποια ισορροπία και καταλήγουν «συναινετικά» οι γονείς, ώστε ο κουμπάρος να ανακοινώσει αρμοδίως το όνομα που θα λάβει το παιδί.
Είναι βέβαια προφανές ότι η λύση της ικανοποίησης και των δύο μερών (διωνυμία ή σπανιότατα τριωνυμία) δημιουργεί κάποιες δυσκολίες. Για σκεφθείτε στο γραφείο σας να φωνάζετε τον συνάδελφό σας: – Ορφέα-θρασύβουλε σε θέλει ο διευθυντής, ή σε ζητάει στο τηλέφωνο ο Ισίδωρος-αλέξανδρος! – Βασιλική-αγγελική-γαρυφαλλιά μπορείς να επικοινωνήσεις με τη Διονυσία-κλειώχρυσάνθη στη Λάρισα; Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν ολιγοσύλλαβα ονόματα, όπως Ακης, Ρούλης, Λεό, Σάκης, Λία, Σία, Μπία, Κλένια, Πέγκυ, Βίκυ, Ρία, Νία, που θόλωσαν τα πράγματα...
Με το μείζον πρόβλημα του δημογραφικού, την ατεκνία και την ολιγοτεκνία, στους καιρούς μας, μακάρι παιδιά να αποχτάμε και ας γίνονται και ομηρικοί καβγάδες για το όνομα! Και μιας και αναφερθήκαμε σε ομηρικούς καβγάδες, ας δούμε ποιος διάλεγε τον κουμπάρο και ποιος έδινε το όνομα στους μακρινούς εκείνους καιρούς, πριν από τρεις περίπου χιλιάδες χρόνια.
Ο θείος Ομηρος μάς δίνει αρκετές πληροφορίες σχετικά με το «τελετουργικό» κατά το οποίο έλαβε το όνομα και ο πολύτροπος Οδυσσέας, ποιος ήταν ο νονός που του έδωκε αυτό το όνομα και τι αυτό σημαίνει, για τα δώρα του... κουμπάρου, καθώς και άλλα ανθρωπογεωγραφικά στοιχεία (Οδύσσεια, τ 399-412). Για να βιώσουν εναργέστερα οι φίλοι αναγνώστες τα της ονοματοδοσίας του γνωστού σε όλους Οδυσσέα θα παραθέσουμε μερικά στοιχεία, όπως προκύπτουν από το αθάνατο ομηρικό έπος.
Γονείς του Οδυσσέα ήσαν ο Λαέρτης και η Αντίκλεια. Η Αντίκλεια ήταν κόρη του Αυτόλυκου, άρχοντα από την περιοχή του Παρνασσού. Δηλαδή Λαέρτης ήταν ο γαμπρός και Αυτόλυκος, ο πεθερός του.
Από την πλευρά του πατέρα του Λαέρτη, παππούδες του Οδυσσέα ήσαν ο Αρκείσιος και η Χαλκομέδουσα, δηλαδή συμπεθέροι του Αυτόλυκου.
Ο πεθερός λοιπόν του Λαέρτη, ο Αυτόλυκος, ήρθε κάποτε στην Ιθάκη από τον Παρνασσό για να τους δει. Εκείνες τις μέρες είχε γεννήσει η κόρη του, η Αντίκλεια, ένα χαριτωμένο μωρό, το πρώτο εγγονάκι του Παρνασσιώτη άρχοντα.
Καμάρωνε ο «χαζοπαππούς» και χαιρόταν, όπως θα έκανε κάθε παππούς από τότε μέχρι σήμερα!
Εκεί στα ανάκτορα του Λαέρτη ήταν από πολλά χρόνια στο υπηρετικό προσωπικό μια έντιμη, πιστή και αφοσιωμένη γυναίκα, η Ευρύκλεια, που με τη γέννηση του μωρού, έκανε και χρέη μαμής και τροφού.
Πήρε λοιπόν στα χέρια της το μωρό η Ευρύκλεια και το απόθεσε στα γόνατα του Αυτόλυκου και του είπε να βρει ένα όνομα για να το δώσουν στο παιδί: «Αυτόλυκ’ αυτός νυν όνομ’ εύρεο...».
Ο Αυτόλυκος δεν ξαφνιάστηκε καθόλου, αλλά απευθύνθηκε αμέσως στον γαμπρό του και στην κόρη του και τους είπε να δώσουν στο παιδί το όνομα που θα τους πει. Να το ονομάσουν Οδυσσέα: «Γαμβρός εμός θυγάτηρ τε, τίθεσθ’ όνομ’ όττι κεν είπω... Τω δ’ Οδυσσεύς όνομ’ έστω...».
Διαπιστώνει κανείς ότι δεν έχουν από τότε αλλάξει και πολλά πράγματα! Εχουν;
ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΎΛΟΣ
Κάνω ζάπινγκ λόγω ντεσιμπέλ
Κύριε διευθυντά
Αποτελεί δυσάρεστη εμπειρία (όχι μόνο δική μου σίγουρα) ότι στις τηλεοπτικές οθόνες παρατηρείται σχεδόν παντού μια πολύ ενοχλητική αύξηση, συνεχώς μεγαλύτερη, της έντασης της φωνής όσων συμμετέχουν σε συζητήσεις, παιχνίδια κ.λπ. Μάλιστα, δε, ακόμη μεγαλύτερη και «διδακτική-προτρεπτική» για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, η ένταση της φωνής, ιδιαιτέρως, των κατά περίπτωση υπεύθυνων παρουσιαστών.
Δυστυχώς, η ευγενική, πολιτισμένη, κατανοητή και «χρήσιμη» φωνή έχει αντικατασταθεί από την πολύ δυνατή φωνή έως κραυγή, άναρθρη κραυγή ιδιαίτερα όταν προκύπτει ενθουσιώδες κέρδος χρηματικών ποσών από τους παίκτες ενός παιχνιδιού, ή, αντίθετα, όταν προκύπτει απογοητευτική απώλεια χρηματικών ποσών από τους παίκτες.
Ετσι, δεν φαίνεται να γίνεται συζήτηση αλλά περιγραφή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα κατά την επίτευξη γκολ. Δεν γνωρίζω αν οι υπεύθυνοι παρουσιαστές και παραγωγοί πιστεύουν ότι έτσι αυξάνεται η τηλεθέαση μιας εκπομπής και άρα η ανταπόκριση στην τηλοψία. Φοβάμαι ότι, αντίθετα, τέτοιες περιπτώσεις θυμίζουν το γνωστό: «Ο άδειος τενεκές βαράει πιο δυνατά από τον γεμάτο». Οπότε από τους πολλούς, περισσότερο ή λιγότερο σκεπτόμενους, γίνεται πιο πιθανό και συχνό το πάτημα του κόκκινου κουμπιού του τηλεχειριστηρίου της τηλεοπτικής συσκευής...
Ν. Κ. ΣΠΥΡΟΥ
Θεσσαλονίκη
Ο ελεεινός ρόλος της Μαίρης Ελγιν
Κύριε διευθυντά
Tο Μουσείο της Ακρόπολης φιλοξένησε πρόσφατα την πρώτη προβολή τού ιστορικού ντοκιμαντέρ (docudrama) της Μιμής Ντενίση για τον λόρδο Ελγιν και τη σύληση του Παρθενώνα. Η διεξοδική κινηματογραφική διήγηση των γεγονότων στην οθόνη του αμφιθεάτρου συνεπήρε το κοινό, όχι μόνο χάρη στην παρουσίαση της κ. Ντενίση και στις έγκυρες όσο και επίκαιρες παρεμβάσεις του κ. Νίκου Σταμπολίδη, αλλά ιδιαιτέρως χάρη στον φωτισμένο τραυματισμένο Παρθενώνα, μεγαλειώδες αρχιτεκτόνημα δημοκρατικής έμπνευσης και ταυτόχρονα ακαταμάχητο τεκμήριο διεθνούς δικαίου. Θα επικροτήσω ανενδοίαστα τη γενική διαπίστωση ότι η βραδιά ήταν μαγευτική – τουλάχιστον για εμάς τους Ελληνες.
Η αναδιήγηση των προσχεδιασμένων λεηλασιών του Ελγιν (1798-1816) μέσα από την προσωπική επιστολογραφία της συζύγου του Μαίρης Νίσμπετ προσφέρει το ευτυχές εύρημα της αδιάψευστης αντικειμενικότητας.
Φιλόδοξη, αλαζονική στις απαιτήσεις της, θυγατέρα εύπορης αστικοεμπορικής οικογένειας που επεδίωκε πάση θυσία την ένταξή της στην αριστοκρατία των ευγενών Βρετανών, η Μαίρη εναγκαλίστηκε τις ελληνολατρικές δοξασίες του συζύγου της και αφοσιώθηκε στην πραγματοποίησή τους χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη.
Επέμεινε να γίνει δεκτή από τον Σουλτάνο, έστω και μεταμφιεσμένη σαν άνδρας (εφόσον γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές στην Υψηλή Πύλη), όπως και επέμεινε να επιβλέψει προσωπικά τη μεταφορά πολλών Γλυπτών από την Ακρόπολη στο λιμάνι του Πειραιά για να φορτωθούν σε πλοία, πολεμικά ή εμπορικά. Η αγορά και φόρτωση του «Μέντορα» (όπως και η μετέπειτα απόπειρα ανέλκυσης των βυθισμένων θησαυρών που μετέφερε κοντά στα Κύθηρα) αποτελεί, αποδεδειγμένα πλέον, κοινή επιχείρηση του ζεύγους Ελγιν, χρηματοδοτημένη αφειδώς από την εύπορη σύζυγο Μαίρη.
Η υποδοχή των κλοπιμαίων στη Μεγάλη Βρετανία δεν έγινε με τον ενθουσιασμό που προσδοκούσε το ζεύγος Ελγιν. Η αρχική αίτησή τους στο κοινοβούλιο για αγορά των Γλυπτών από το κράτος έναντι 76.000 στερλινών απορρίφθηκε, ενώ υπήρξαν αρκετές έγκυρες φωνές διαμαρτυρίας και κατηγορίας, επιφανέστερη μεταξύ των οποίων παραμένει μέχρι και σήμερα η καταιγιστική καταδίκη από τον λόρδο Βύρωνα, όχι μόνο στην «Κατάρα της Αθηνάς» (1811) αλλά και στο ιδιαίτερα δημοφιλές «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ» (1812-18). Η Βουλή των Λόρδων έκανε τελικά δεκτή την αγορά των Ελγινείων έναντι 35.000 στερλινών, ποσό που ο Ελγιν χρησιμοποίησε για την αποπληρωμή μέρους των χρεών του, ορισμένα από τα οποία είχε κληρονομήσει και από τον σπάταλο πατέρα του.
Ιδιαίτερα θετικές οι υπεύθυνες δηλώσεις της Ζ. Μποζ, διευθύντριας του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού, η οποία επικύρωσε την ανυπαρξία οιουδήποτε σουλτανικού φιρμανίου για την αποκοπή μαρμάρινων Γλυπτών από την Ακρόπολη, δήλωση που η Τουρκία έχει καταθέσει επισήμως και στην UNESCO.
Το ιστορικό ντοκιμαντέρ της κ. Ντενίση περιλαμβάνει άλλωστε και τις έγκριτες δηλώσεις μιας σειράς προσωπικοτήτων της αγγλικής πολιτιστικής ζωής, όπως η Βικτόρια Χίσλοπ και ο Στίβεν Φράι.
Τα εισαγωγικά σχόλια του Προέδρου της Δημοκρατίας μάς συγκίνησαν. Σταθερός δίπλα στην ευγενή σεμνότητα του «Παιδός του Κριτίου», αγάλματος-προπομπού της εξαίσιας πολυάνθρωπης μεγάλης ζωοφόρου του Παρθενώνα, αναφέρθηκε στην «πλήρη όραση» που μας στερεί η λεηλασία του Ελγιν και καθόρισε χωρίς υπεκφυγές τις συνθήκες της επανένωσης των Γλυπτών: πράξη πολιτισμού, φιλίας, μεγαλείου, αλήθειας, διαχρονικής δικαιοσύνης.
Αλλωστε περισσότερο από το 60% των Βρετανών που έχουν ερωτηθεί, επιθυμούν την επιστροφή των Ελγινείων και την εκ βάθρων αναθεώρηση της προβολής της τέχνης της κλασικής Ελλάδας από το Βρετανικό Μουσείο σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΣΧΟΣ Director,
Ο ελεεινός ρόλος της Μαίρης Ελγιν
Κύριε διευθυντά
Tο Μουσείο της Ακρόπολης φιλοξένησε πρόσφατα την πρώτη προβολή τού ιστορικού ντοκιμαντέρ (docudrama) της Μιμής Ντενίση για τον λόρδο Ελγιν και τη σύληση του Παρθενώνα. Η διεξοδική κινηματογραφική διήγηση των γεγονότων στην οθόνη του αμφιθεάτρου συνεπήρε το κοινό, όχι μόνο χάρη στην παρουσίαση της κ. Ντενίση και στις έγκυρες όσο και επίκαιρες παρεμβάσεις του κ. Νίκου Σταμπολίδη, αλλά ιδιαιτέρως χάρη στον φωτισμένο τραυματισμένο Παρθενώνα, μεγαλειώδες αρχιτεκτόνημα δημοκρατικής έμπνευσης και ταυτόχρονα ακαταμάχητο τεκμήριο διεθνούς δικαίου. Θα επικροτήσω ανενδοίαστα τη γενική διαπίστωση ότι η βραδιά ήταν μαγευτική – τουλάχιστον για εμάς τους Ελληνες.
Η αναδιήγηση των προσχεδιασμένων λεηλασιών του Ελγιν (1798-1816) μέσα από την προσωπική επιστολογραφία της συζύγου του Μαίρης Νίσμπετ προσφέρει το ευτυχές εύρημα της αδιάψευστης αντικειμενικότητας.
Φιλόδοξη, αλαζονική στις απαιτήσεις της, θυγατέρα εύπορης αστικοεμπορικής οικογένειας που επεδίωκε πάση θυσία την ένταξή της στην αριστοκρατία των ευγενών Βρετανών, η Μαίρη εναγκαλίστηκε τις ελληνολατρικές δοξασίες του συζύγου της και αφοσιώθηκε στην πραγματοποίησή τους χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη.
Επέμεινε να γίνει δεκτή από τον Σουλτάνο, έστω και μεταμφιεσμένη σαν άνδρας (εφόσον γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές στην Υψηλή Πύλη), όπως και επέμεινε να επιβλέψει προσωπικά τη μεταφορά πολλών Γλυπτών από την Ακρόπολη στο λιμάνι του Πειραιά για να φορτωθούν σε πλοία, πολεμικά ή εμπορικά. Η αγορά και φόρτωση του «Μέντορα» (όπως και η μετέπειτα απόπειρα ανέλκυσης των βυθισμένων θησαυρών που μετέφερε κοντά στα Κύθηρα) αποτελεί, αποδεδειγμένα πλέον, κοινή επιχείρηση του ζεύγους Ελγιν, χρηματοδοτημένη αφειδώς από την εύπορη σύζυγο Μαίρη.
Η υποδοχή των κλοπιμαίων στη Μεγάλη Βρετανία δεν έγινε με τον ενθουσιασμό που προσδοκούσε το ζεύγος Ελγιν. Η αρχική αίτησή τους στο κοινοβούλιο για αγορά των Γλυπτών από το κράτος έναντι 76.000 στερλινών απορρίφθηκε, ενώ υπήρξαν αρκετές έγκυρες φωνές διαμαρτυρίας και κατηγορίας, επιφανέστερη μεταξύ των οποίων παραμένει μέχρι και σήμερα η καταιγιστική καταδίκη από τον λόρδο Βύρωνα, όχι μόνο στην «Κατάρα της Αθηνάς» (1811) αλλά και στο ιδιαίτερα δημοφιλές «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ» (1812-18). Η Βουλή των Λόρδων έκανε τελικά δεκτή την αγορά των Ελγινείων έναντι 35.000 στερλινών, ποσό που ο Ελγιν χρησιμοποίησε για την αποπληρωμή μέρους των χρεών του, ορισμένα από τα οποία είχε κληρονομήσει και από τον σπάταλο πατέρα του.
Ιδιαίτερα θετικές οι υπεύθυνες δηλώσεις της Ζ. Μποζ, διευθύντριας του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού, η οποία επικύρωσε την ανυπαρξία οιουδήποτε σουλτανικού φιρμανίου για την αποκοπή μαρμάρινων Γλυπτών από την Ακρόπολη, δήλωση που η Τουρκία έχει καταθέσει επισήμως και στην UNESCO.
Το ιστορικό ντοκιμαντέρ της κ. Ντενίση περιλαμβάνει άλλωστε και τις έγκριτες δηλώσεις μιας σειράς προσωπικοτήτων της αγγλικής πολιτιστικής ζωής, όπως η Βικτόρια Χίσλοπ και ο Στίβεν Φράι.
Τα εισαγωγικά σχόλια του Προέδρου της Δημοκρατίας μάς συγκίνησαν. Σταθερός δίπλα στην ευγενή σεμνότητα του «Παιδός του Κριτίου», αγάλματος-προπομπού της εξαίσιας πολυάνθρωπης μεγάλης ζωοφόρου του Παρθενώνα, αναφέρθηκε στην «πλήρη όραση» που μας στερεί η λεηλασία του Ελγιν και καθόρισε χωρίς υπεκφυγές τις συνθήκες της επανένωσης των Γλυπτών: πράξη πολιτισμού, φιλίας, μεγαλείου, αλήθειας, διαχρονικής δικαιοσύνης.
Αλλωστε περισσότερο από το 60% των Βρετανών που έχουν ερωτηθεί, επιθυμούν την επιστροφή των Ελγινείων και την εκ βάθρων αναθεώρηση της προβολής της τέχνης της κλασικής Ελλάδας από το Βρετανικό Μουσείο σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΣΧΟΣ Director,
The International Hellenic Prize
Η αποκαλυπτική ομιλία του Ξέρξη
Κύριε διευθυντά
Τα πολεμικά γεγονότα στο Ιράν (τη γνωστή μας παλαιότερα Περσία), ανεξαρτήτως των πάσης φύσεως διεθνών τους συνεπειών, είναι φυσικό να θλίβουν κάθε ειρηνόφιλο και πολιτισμένο άνθρωπο, όπως τον θλίβει και το γεγονός του περιορισμού προσωπικών των πολιτών του επιλογών από το εκεί ιδιότυπο καθεστώς. Για εμάς τους Ελληνες η θλίψη αυτή (συνοδευόμενη μάλιστα και από οίκτο) είναι λογικά εντονότερη, αναλογιζόμενοι ότι η εθνική μας ιστορία συνδέεται στενότατα με την αρχαία ιδίως Περσία, στην οποία οι πρόγονοί μας έδωσαν πλείστα όσα πολιτιστικά στοιχεία και έλαβαν και οι ίδιοι από αυτήν όχι λίγα. Τούτο το αναγνωρίζουν και οι σύγχρονοι λόγιοι στην Περσία, προβάλλοντας μάλιστα με ευγνωμοσύνη και το γεγονός ότι χάρη στους Ελληνες συγγραφείς γνωρίζουν την αρχαία τους ιστορία.
Πέραν όμως των παραπάνω υπάρχει και ένα έτερο κομβικό στοιχείο –συχνά παραθεωρούμενο ή και εντελώς λησμονούμενο– και αυτό είναι η εξ αίματος συγγένεια που συνδέει τους δύο λαούς, τον ελληνικό και τον ιρανικό. Ας αναλογιστούμε το πλήθος των Ελλήνων που επί Μ. Αλεξάνδρου και των Διαδόχων κατέκλυσαν την Περσία και συνήψαν επιγαμίες, καταλείποντας απογόνους, των οποίων απόγονοι μακρινοί είναι λογικά πάμπολλοι σημερινοί Ιρανοί (η φυσιογνωμική ομοιότητα μεταξύ των δύο λαών είναι πραγματικά εντυπωσιακή).
Ομως η συγγενική σχέση επεκτείνεται και σε χρόνους πολύ πιο παλαιούς, αυτούς τούτους τους μυθικούς, καθώς οι Πέρσες ανάγουν την καταγωγή τους στους Ελληνες, καθ’ ομολογίαν του γνωστού μας βασιλιά τους Ξέρξη. Πράγματι, απευθυνόμενος, λίγο πριν από την εκστρατεία του στην Ελλάδα το 480 π.χ., στους Αργείους της Πελοποννήσου επιδιώκοντας να τους προσεταιριστεί, τους έλεγε, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (Ζ΄ 150), και τα εξής: «Εμείς οι Πέρσες φρονούμε ότι καταγόμαστε από τον Πέρση (που ήταν γιος του Πέρση του γιου της Δανάης), και ο οποίος γεννήθηκε από την Ανδρομέδα, την κόρη του Κηφέα. Ουσιαστικά, λοιπόν, είμαστε απόγονοί σας, οπότε είναι απρεπές να αντιπαρατεθούμε».
Κ.Ε. ΦΡΑΓΚΟΜΙΧΑΛΟΣ
Η αποκαλυπτική ομιλία του Ξέρξη
Κύριε διευθυντά
Τα πολεμικά γεγονότα στο Ιράν (τη γνωστή μας παλαιότερα Περσία), ανεξαρτήτως των πάσης φύσεως διεθνών τους συνεπειών, είναι φυσικό να θλίβουν κάθε ειρηνόφιλο και πολιτισμένο άνθρωπο, όπως τον θλίβει και το γεγονός του περιορισμού προσωπικών των πολιτών του επιλογών από το εκεί ιδιότυπο καθεστώς. Για εμάς τους Ελληνες η θλίψη αυτή (συνοδευόμενη μάλιστα και από οίκτο) είναι λογικά εντονότερη, αναλογιζόμενοι ότι η εθνική μας ιστορία συνδέεται στενότατα με την αρχαία ιδίως Περσία, στην οποία οι πρόγονοί μας έδωσαν πλείστα όσα πολιτιστικά στοιχεία και έλαβαν και οι ίδιοι από αυτήν όχι λίγα. Τούτο το αναγνωρίζουν και οι σύγχρονοι λόγιοι στην Περσία, προβάλλοντας μάλιστα με ευγνωμοσύνη και το γεγονός ότι χάρη στους Ελληνες συγγραφείς γνωρίζουν την αρχαία τους ιστορία.
Πέραν όμως των παραπάνω υπάρχει και ένα έτερο κομβικό στοιχείο –συχνά παραθεωρούμενο ή και εντελώς λησμονούμενο– και αυτό είναι η εξ αίματος συγγένεια που συνδέει τους δύο λαούς, τον ελληνικό και τον ιρανικό. Ας αναλογιστούμε το πλήθος των Ελλήνων που επί Μ. Αλεξάνδρου και των Διαδόχων κατέκλυσαν την Περσία και συνήψαν επιγαμίες, καταλείποντας απογόνους, των οποίων απόγονοι μακρινοί είναι λογικά πάμπολλοι σημερινοί Ιρανοί (η φυσιογνωμική ομοιότητα μεταξύ των δύο λαών είναι πραγματικά εντυπωσιακή).
Ομως η συγγενική σχέση επεκτείνεται και σε χρόνους πολύ πιο παλαιούς, αυτούς τούτους τους μυθικούς, καθώς οι Πέρσες ανάγουν την καταγωγή τους στους Ελληνες, καθ’ ομολογίαν του γνωστού μας βασιλιά τους Ξέρξη. Πράγματι, απευθυνόμενος, λίγο πριν από την εκστρατεία του στην Ελλάδα το 480 π.χ., στους Αργείους της Πελοποννήσου επιδιώκοντας να τους προσεταιριστεί, τους έλεγε, όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος (Ζ΄ 150), και τα εξής: «Εμείς οι Πέρσες φρονούμε ότι καταγόμαστε από τον Πέρση (που ήταν γιος του Πέρση του γιου της Δανάης), και ο οποίος γεννήθηκε από την Ανδρομέδα, την κόρη του Κηφέα. Ουσιαστικά, λοιπόν, είμαστε απόγονοί σας, οπότε είναι απρεπές να αντιπαρατεθούμε».
Κ.Ε. ΦΡΑΓΚΟΜΙΧΑΛΟΣ
Χίος
Τα ρουσφέτια του Οθωνα και οι «λαδωμένοι»
Κύριε διευθυντά
Γιατί ένας πολίτης, ελεύθερος άνθρωπος, με δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων στη διακυβέρνηση της χώρας του, να θέλει να γίνει πολιτευτής, πολιτευόμενος και να καταντάει συνειδητά ή όχι πολιτικάντης; Πριν από λίγες μέρες καθόμουνα σ’ ένα καφενείο με καμιά δεκαπενταριά φίλες και τους έκανα αυτήν ακριβώς την ερώτηση. Γιατί νομίζετε ότι ένας πολίτης αποφασίζει να ασχοληθεί με την πολιτική; Η πλειοψηφία απάντησε «για να βγάλει χρήματα».
Για να είμαστε ειλικρινείς, ο μισθός και οι συντάξεις των υπουργών και των βουλευτών, παρά τη μείωσή τους, είναι μάλλον από τους υψηλότερους της Δημόσιας Διοίκησης. Προσθέστε τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις για επιτροπές, οργάνωση γραφείου, κίνησης κ.λπ., πολύ καλός φαίνεται. Υπάρχουν και υψηλότεροι πάντως.
Μια άλλη απάντησε, για να γίνει γνωστός, να ξεχωρίσει, και κάποια άλλη, γιατί ήταν και ο παππούς του και ο πατέρας του και ακολούθησε το οικογενειακό επάγγελμα. Ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε. Εντάξει, και κάποιοι για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Το κατ’ εκτίμηση ποσοστό δεν αναφέρθηκε.
Παρεμπιπτόντως όλες οι φίλες ήταν γύρω στα 70, επιστημόνισσες.
Σημαντικό ρόλο στην απάντησή τους αυτή πρέπει να έπαιξαν βέβαια τα γεγονότα/ αποκαλύψεις της τελευταίας χρονιάς και η προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης. Τι όμορφος κόσμος!
Οταν ήμουν κοριτσάκι ρώτησα γιατί λέμε «λαδώνεται». Μου εξήγησαν ότι κάποια εποχή οι ψηφοφόροι έστελναν στον βουλευτή της περιοχής τους έναν τενεκέ λάδι. Εμείς που δεν είχαμε κανένα πολιτικό στην οικογένεια, το είχαμε σε πήλινο πιθάρι, στο κελάρι.
Οταν πέρασα στην εφηβεία, η γιαγιά μου μού τόνισε να φροντίσω να μην μπλέξω με πολιτικό, γιατί θα μου φάει την προίκα. Κάτι είχε αλλάξει...
Οταν μπήκα στο Πολυτεχνείο και ήρθα σ’ επαφή με τις πολιτικές νεολαίες, ο πατέρας μου μού είπε: «Κοίταξε, κάνε ό,τι πιστεύεις. Μόνο να ξέρεις, πολιτική και τιμιότητα δεν πάνε παρέα». Σημειωτέον ότι είχε χρηματίσει για ένα διάστημα, μετά τον πόλεμο, γενικός γραμματέας του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, απ’ όπου παραιτήθηκε μετά από λίγο, για ευνόητους λόγους.
Ετσι και εγώ αποφάσισα να ασχοληθώ με την εκπαίδευση, μιας και «λένε» ιερείς, γιατροί και εκπαιδευτικοί ασκούν λειτούργημα και όχι επάγγελμα. «Λένε». Πάντως, όπως και να έχει, είναι και αυτό μια κοινωνική επιλογή.
Οπωσδήποτε οι καθηγητές και οι δάσκαλοι φακελάκια δεν παίρνουν (ομιλεί η πείρα). Υπάρχουν όμως τόσοι τρόποι για να πεις ευχαριστώ. Το ρουσφέτι έχει διάφορες μορφές.
Ακόμη και ο Οθωνας έκανε ρουσφέτια, διορίζοντας σε θέσεις προϊσταμένων στο Δημόσιο Βαυαρούς, με πολύ λιγότερα προσόντα από τους Ελληνες και πολύ μεγαλύτερες αποδοχές. Οι εφημερίδες της εποχής βοούν. Λοιπόν τι κάνουμε; Ομολογώ ότι δεν έχω ιδέα. Ο,τι κι αν πω θα είναι απλά και μόνο ελπίδες και πόθοι.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ μιλούσε συχνά για την ανάγκη καταστροφής παλιών συνηθειών, τονίζοντας ότι ακόμη και η Επανάσταση αναγκάστηκε να στερηθεί πολλά στον αγώνα της για την εξουσία.
Και έκανε προσπάθεια για να δώσει μια καινούργια διάσταση στο θέατρο: να μην απεικονίζει μόνο τη ζωή, αλλά να είναι ταυτόχρονα δημιουργός ζωής και συμβίωσης. Κάτι που πίστευαν και οι δικοί μας αρχαίοι συγγραφείς.
Τη λύση θα δώσει μόνο η παιδεία.
Και για να θυμηθούμε και πάλι τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, η παιδεία δίνει προτάσεις, εμείς θα τις δεχθούμε; Παραφράζοντας την επιτύμβια επιγραφή του. «Αυτός έκανε προτάσεις – εμείς τις δεχθήκαμε».
ΜΑΡΩ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΗ ΑΔΑΜΗ
Ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ
Τα ρουσφέτια του Οθωνα και οι «λαδωμένοι»
Κύριε διευθυντά
Γιατί ένας πολίτης, ελεύθερος άνθρωπος, με δικαίωμα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων στη διακυβέρνηση της χώρας του, να θέλει να γίνει πολιτευτής, πολιτευόμενος και να καταντάει συνειδητά ή όχι πολιτικάντης; Πριν από λίγες μέρες καθόμουνα σ’ ένα καφενείο με καμιά δεκαπενταριά φίλες και τους έκανα αυτήν ακριβώς την ερώτηση. Γιατί νομίζετε ότι ένας πολίτης αποφασίζει να ασχοληθεί με την πολιτική; Η πλειοψηφία απάντησε «για να βγάλει χρήματα».
Για να είμαστε ειλικρινείς, ο μισθός και οι συντάξεις των υπουργών και των βουλευτών, παρά τη μείωσή τους, είναι μάλλον από τους υψηλότερους της Δημόσιας Διοίκησης. Προσθέστε τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις για επιτροπές, οργάνωση γραφείου, κίνησης κ.λπ., πολύ καλός φαίνεται. Υπάρχουν και υψηλότεροι πάντως.
Μια άλλη απάντησε, για να γίνει γνωστός, να ξεχωρίσει, και κάποια άλλη, γιατί ήταν και ο παππούς του και ο πατέρας του και ακολούθησε το οικογενειακό επάγγελμα. Ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε. Εντάξει, και κάποιοι για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα. Το κατ’ εκτίμηση ποσοστό δεν αναφέρθηκε.
Παρεμπιπτόντως όλες οι φίλες ήταν γύρω στα 70, επιστημόνισσες.
Σημαντικό ρόλο στην απάντησή τους αυτή πρέπει να έπαιξαν βέβαια τα γεγονότα/ αποκαλύψεις της τελευταίας χρονιάς και η προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης. Τι όμορφος κόσμος!
Οταν ήμουν κοριτσάκι ρώτησα γιατί λέμε «λαδώνεται». Μου εξήγησαν ότι κάποια εποχή οι ψηφοφόροι έστελναν στον βουλευτή της περιοχής τους έναν τενεκέ λάδι. Εμείς που δεν είχαμε κανένα πολιτικό στην οικογένεια, το είχαμε σε πήλινο πιθάρι, στο κελάρι.
Οταν πέρασα στην εφηβεία, η γιαγιά μου μού τόνισε να φροντίσω να μην μπλέξω με πολιτικό, γιατί θα μου φάει την προίκα. Κάτι είχε αλλάξει...
Οταν μπήκα στο Πολυτεχνείο και ήρθα σ’ επαφή με τις πολιτικές νεολαίες, ο πατέρας μου μού είπε: «Κοίταξε, κάνε ό,τι πιστεύεις. Μόνο να ξέρεις, πολιτική και τιμιότητα δεν πάνε παρέα». Σημειωτέον ότι είχε χρηματίσει για ένα διάστημα, μετά τον πόλεμο, γενικός γραμματέας του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, απ’ όπου παραιτήθηκε μετά από λίγο, για ευνόητους λόγους.
Ετσι και εγώ αποφάσισα να ασχοληθώ με την εκπαίδευση, μιας και «λένε» ιερείς, γιατροί και εκπαιδευτικοί ασκούν λειτούργημα και όχι επάγγελμα. «Λένε». Πάντως, όπως και να έχει, είναι και αυτό μια κοινωνική επιλογή.
Οπωσδήποτε οι καθηγητές και οι δάσκαλοι φακελάκια δεν παίρνουν (ομιλεί η πείρα). Υπάρχουν όμως τόσοι τρόποι για να πεις ευχαριστώ. Το ρουσφέτι έχει διάφορες μορφές.
Ακόμη και ο Οθωνας έκανε ρουσφέτια, διορίζοντας σε θέσεις προϊσταμένων στο Δημόσιο Βαυαρούς, με πολύ λιγότερα προσόντα από τους Ελληνες και πολύ μεγαλύτερες αποδοχές. Οι εφημερίδες της εποχής βοούν. Λοιπόν τι κάνουμε; Ομολογώ ότι δεν έχω ιδέα. Ο,τι κι αν πω θα είναι απλά και μόνο ελπίδες και πόθοι.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ μιλούσε συχνά για την ανάγκη καταστροφής παλιών συνηθειών, τονίζοντας ότι ακόμη και η Επανάσταση αναγκάστηκε να στερηθεί πολλά στον αγώνα της για την εξουσία.
Και έκανε προσπάθεια για να δώσει μια καινούργια διάσταση στο θέατρο: να μην απεικονίζει μόνο τη ζωή, αλλά να είναι ταυτόχρονα δημιουργός ζωής και συμβίωσης. Κάτι που πίστευαν και οι δικοί μας αρχαίοι συγγραφείς.
Τη λύση θα δώσει μόνο η παιδεία.
Και για να θυμηθούμε και πάλι τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, η παιδεία δίνει προτάσεις, εμείς θα τις δεχθούμε; Παραφράζοντας την επιτύμβια επιγραφή του. «Αυτός έκανε προτάσεις – εμείς τις δεχθήκαμε».
ΜΑΡΩ ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΗ ΑΔΑΜΗ
Ομότιμη καθηγήτρια ΕΜΠ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου