Aπό "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"

"ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 13-14/06/26
Τελικά έγινε ή δεν έγινε η περιώνυμος «αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού»; Εγινε αν δώσουμε βάση στους τίτλους πολλών ΜΜΕ. Μάλλον όχι, αν σταθούμε στα αποτελέσματα των πρώτων δημοσκοπήσεων. Εμφανίστηκαν τα δύο νέα κόμματα, του Τσίπρα και της Καρυστιανού, αλλά η δομή και οι ουσιαστικοί συσχετισμοί του κομματικού συστήματος έμειναν σχεδόν ίδιοι. Σωστά οι δημοσκόποι μας προειδοποιούν: περιμένετε ως τον Σεπτέμβριο για να δούμε την τελική αναδιάταξη του πολιτικού-κομματικού σκηνικού. Ας πούμε λοιπόν ότι το κομματικό σύστημα έμεινε ίδιο μέχρι νεωτέρας. Και η μόνη νεότερη είδηση που θα το άλλαζε είναι αν κάποιο από τα μεσαία κόμματα πεταγόταν πάνω από το 20%. Δύσκολο, αν όχι απίθανο.
Δεν μου αρέσουν οι μαντείες όταν δεν βασίζονται σε κάποια στοιχεία ή εύλογες υποθέσεις. Ισχυρίζομαι όμως ότι στην περίοδο αυτή μάλλον έχουμε πέσει θύματα ενός ιδιότυπου φαινομένου. Πολλή κίνηση και αφρός στην επιφάνεια, λιγότερη κίνηση και αναταραχή στο βάθος. Με άλλα λόγια, η «υπερκινητικότητα» των επαγγελματιών της πολιτικής που κατακλύζει την καθημερινή ειδησεογραφία μάλλον δεν αντιστοιχεί στις πιο σταθερές συμπεριφορές των απλών πολιτών. Νομίζω ότι τα μοτίβα των ατομικών πολιτικών-κομματικών επιλογών που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις είναι πιο σταθερά και κατανοήσιμα με τα καθιερωμένα μοντέλα ερμηνείας της εκλογικής συμπεριφοράς – οικονομική ψήφος, ψήφος ιδεολογικής ταυτότητας και παράδοσης, ψήφος πελατειακής ανταλλαγής κ.λπ.
Η ανωτέρω διαισθητική εκτίμηση δεν παραβλέπει φυσικά τους μετασχηματισμούς, τις αντιθέσεις, τις οικονομικές και συναισθηματικές εντάσεις που διατρέχουν την κοινωνία μας σε αυτούς τους καιρούς της αβεβαιότητας. Ξέρουμε άλλωστε ότι όταν ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, διαχέεται μια ακαθόριστη κοινωνική δυσφορία. Αλλά ίσως είναι ίδιον τέτοιων περιόδων η αντιφατική συνύπαρξη της επιθυμίας αλλαγής και σταθερότητας.
Σε κάθε περίπτωση, οι επερχόμενες εκλογές έχουν μια ορισμένη ιδιοτυπία. Είναι οι πρώτες που θα δοκιμαστεί ευθέως το διαμορφωθέν σύστημα του ενός κυρίαρχου κόμματος και της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης. Στις εθνικές εκλογές του 2019 επιβίωνε ακόμα το σχήμα του δικομματικού ανταγωνισμού για την εξουσία (ΝΔ 39,9%, ΣΥΡΙΖΑ 31,5%). Τα αποτελέσματα των εκλογών του 2023 έδειξαν ότι το ανωτέρω σχήμα έπνεε τα λοίσθια (ΝΔ 40,6%, ΣΥΡΙΖΑ 17,8%) όμως οι εκλογείς είχαν βιώσει την προεκλογική περίοδο σαν να υπήρχε ακόμα η ατμόσφαιρα του δικομματισμού.
Τώρα το εκλογικό σώμα θα τοποθετηθεί έναντι ενός καθιερωμένου συστήματος κυρίαρχου κόμματος, σε έναν περίεργο εκλογικό ανταγωνισμό όπου ο πρώτος τρέχει μόνος του σε ένα γήπεδο ενώ δίπλα σε άλλο γήπεδο ανταγωνίζονται τρεις-τέσσερις για τις αντίστοιχες θέσεις. Το αποτέλεσμα όμως που θα καθορίσει την επόμενη φάση της εθνικής μας ζωής θα προκύψει από τη συνένωση των δύο διακριτών επιπέδων ανταγωνισμού.
Σε αυτό το σκηνικό, η ΝΔ έχει προφανώς το τεράστιο πλεονέκτημα της κυβερνησιμότητας, καθώς αποτελεί τη μόνη προφανή πρόταση εξουσίας. Τρέχει με αντίπαλο τον εαυτό της, την κούραση της πολυετούς διακυβέρνησης, αλλά και το κλίμα κοινωνικής δυσφορίας που είναι λογικό να κατευθύνεται στην εκάστοτε εξουσία. Ο βασικός αντίπαλός της όπως καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις είναι η «ακρίβεια». Συνήθως αναλύεται με όρους απλώς εισοδηματικούς, στην ουσία όμως συμπυκνώνει και αντικειμενοποιεί βαθύτερα προβλήματα που ξεπερνούν τον πληθωρισμό και το οικονομικό στρίμωγμα ενός μέρους της κοινωνίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλες τις δυτικές χώρες, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, και το κοινό στοιχείο είναι ο τεμαχισμός των άλλοτε ευημερούντων μεσαίων στρωμάτων, η κοινωνική υποβάθμιση ενός σημαντικού τμήματός τους και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον.
Στην περίπτωσή μας έχει προϋπάρξει η βύθιση των εισοδημάτων λόγω χρεοκοπίας, αλλά τώρα πια συνεργεί και η περιορισμένη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Χρόνια τώρα γράφεται και ξαναγράφεται η ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Ολοι αναγνωρίζουν την ανάγκη, αλλά κατέληξε να ακούγεται κάτι σαν κουλτουριάρικη φλυαρία.
Οι κυβερνήσεις της ΝΔ ως πρόσφατα φαίνεται να πίστευαν ότι η βαθμιαία βελτίωση της οικονομίας και του επιχειρηματικού κλίματος θα θεράπευαν το πρόβλημα και τις κοινωνικές επιπτώσεις του. Η βελτίωση πράγματι υπήρξε, αλλά η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου ήθελε περισσότερα. Ηταν και είναι όχι μόνο ένα οικονομικό αλλά ένα ιδεολογικό-πολιτικό εγχείρημα. Ουσιαστικά, χρειαζόταν να καλλιεργηθεί ένα νέο παραγωγικό ήθος ώστε οι πολίτες και ιδίως οι νεότερες γενιές, να το βιώσουν ως έναυσμα μιας νέας περιόδου ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Οπως έγινε στη μεταπολεμική και εν μέρει στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αλλιώς η βαθμιαία βελτίωση της κατάστασής τους που πράγματι ήρθε με τη μείωση της ανεργίας και τη σταδιακή αύξηση των μισθών, αντιμετωπίζεται σαν μικρή παρηγοριά έναντι ενός νοσταλγικού παρελθόντος ευημερίας και παλιών «ωραίων ημερών» που δεν επανέρχονται. Αυτό το συναίσθημα νομίζω είναι το κύριο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η ΝΔ στις επικείμενες εκλογές.
Στο άλλο γήπεδο των αντιπολιτεύσεων, η ΕΛΑΣ/Τσίπρας έκανε μια ικανοποιητική δημοσκοπική έναρξη. Οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο ο χώρος που του άφησε για πολύ καιρό το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρουλάκης αλλά ας μην υπερβάλλουμε. Ο χώρος-ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει. Υπάρχει κυρίως ως παραδοσιακή αριστερή λαϊκιστική ταυτότητα, σε πλήρη ιδεολογική αμηχανία μετά την αποτυχία του αντιμνημονίου και τη γενική υποχώρηση της μετακομμουνιστικής Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γι’ αυτό ο πολιτικός της λόγος συρρικνώθηκε στον «αντιμητσοτακισμό», γι’ αυτό κομματικά κατακερματίστηκε, γι’ αυτό επανασυσπειρώθηκε μέσω της υποταγής στον ηγέτη.
Σε αυτό το σκηνικό, η ΝΔ έχει προφανώς το τεράστιο πλεονέκτημα της κυβερνησιμότητας, καθώς αποτελεί τη μόνη προφανή πρόταση εξουσίας. Τρέχει με αντίπαλο τον εαυτό της, την κούραση της πολυετούς διακυβέρνησης, αλλά και το κλίμα κοινωνικής δυσφορίας που είναι λογικό να κατευθύνεται στην εκάστοτε εξουσία. Ο βασικός αντίπαλός της όπως καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις είναι η «ακρίβεια». Συνήθως αναλύεται με όρους απλώς εισοδηματικούς, στην ουσία όμως συμπυκνώνει και αντικειμενοποιεί βαθύτερα προβλήματα που ξεπερνούν τον πληθωρισμό και το οικονομικό στρίμωγμα ενός μέρους της κοινωνίας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλες τις δυτικές χώρες, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, και το κοινό στοιχείο είναι ο τεμαχισμός των άλλοτε ευημερούντων μεσαίων στρωμάτων, η κοινωνική υποβάθμιση ενός σημαντικού τμήματός τους και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον.
Στην περίπτωσή μας έχει προϋπάρξει η βύθιση των εισοδημάτων λόγω χρεοκοπίας, αλλά τώρα πια συνεργεί και η περιορισμένη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Χρόνια τώρα γράφεται και ξαναγράφεται η ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Ολοι αναγνωρίζουν την ανάγκη, αλλά κατέληξε να ακούγεται κάτι σαν κουλτουριάρικη φλυαρία.
Οι κυβερνήσεις της ΝΔ ως πρόσφατα φαίνεται να πίστευαν ότι η βαθμιαία βελτίωση της οικονομίας και του επιχειρηματικού κλίματος θα θεράπευαν το πρόβλημα και τις κοινωνικές επιπτώσεις του. Η βελτίωση πράγματι υπήρξε, αλλά η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου ήθελε περισσότερα. Ηταν και είναι όχι μόνο ένα οικονομικό αλλά ένα ιδεολογικό-πολιτικό εγχείρημα. Ουσιαστικά, χρειαζόταν να καλλιεργηθεί ένα νέο παραγωγικό ήθος ώστε οι πολίτες και ιδίως οι νεότερες γενιές, να το βιώσουν ως έναυσμα μιας νέας περιόδου ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Οπως έγινε στη μεταπολεμική και εν μέρει στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αλλιώς η βαθμιαία βελτίωση της κατάστασής τους που πράγματι ήρθε με τη μείωση της ανεργίας και τη σταδιακή αύξηση των μισθών, αντιμετωπίζεται σαν μικρή παρηγοριά έναντι ενός νοσταλγικού παρελθόντος ευημερίας και παλιών «ωραίων ημερών» που δεν επανέρχονται. Αυτό το συναίσθημα νομίζω είναι το κύριο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η ΝΔ στις επικείμενες εκλογές.
Στο άλλο γήπεδο των αντιπολιτεύσεων, η ΕΛΑΣ/Τσίπρας έκανε μια ικανοποιητική δημοσκοπική έναρξη. Οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο ο χώρος που του άφησε για πολύ καιρό το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρουλάκης αλλά ας μην υπερβάλλουμε. Ο χώρος-ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει. Υπάρχει κυρίως ως παραδοσιακή αριστερή λαϊκιστική ταυτότητα, σε πλήρη ιδεολογική αμηχανία μετά την αποτυχία του αντιμνημονίου και τη γενική υποχώρηση της μετακομμουνιστικής Αριστεράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γι’ αυτό ο πολιτικός της λόγος συρρικνώθηκε στον «αντιμητσοτακισμό», γι’ αυτό κομματικά κατακερματίστηκε, γι’ αυτό επανασυσπειρώθηκε μέσω της υποταγής στον ηγέτη.
Ας κρατήσουμε την αρνητική πρωτοτυπία. Ανασυστήνεται ένα αριστερό κόμμα με την πιο αντιαριστερή μέθοδο. Τη μαζική ταπείνωση των μελλοντικών στελεχών του που προστρέχουν χωρίς να ξέρουν καν αν και ποιους θέλει ο ηγέτης ενός απόλυτα προσωποκεντρικού «κόμματος». Ας σημειώσουμε επίσης την ευκολία με την οποία ο ίδιος ο Τσίπρας εγκατέλειψε την αρχική του πρόθεση να εκφράσει μια ευρύτερη κεντρο-αριστερή παράταξη για να οχυρωθεί στο γνωστό του αριστερό μετερίζι.
Οσο για την «Ελπίδα» της Καρυστιανού μάλλον θα προστεθεί στον σωρό των μικρών κομμάτων του ανορθολογισμού, του ψεκασμού και της διαμαρτυρίας. Οπως και σε άλλες χώρες, και εδώ διαπιστώνεται ότι μεγάλες μαζικές κινητοποιήσεις με έντονο συναισθηματικό κίνητρο (εν προκειμένω τα Τέμπη) δεν αποκρυσταλλώνονται σε αξιόλογα μόνιμα σχήματα στην κεντρική πολιτική σκηνή, ούτε παράγουν μείζονες πολιτικές επιπτώσεις. Στην περίπτωσή μας επιπλέον, η πρωταγωνίστρια δεν έχει τις προϋποθέσεις.
Στις προεκλογικές περιόδους γενικώς ο κομματικός ανταγωνισμός εντείνεται, αλλά στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων δεν έχουμε ανάγκη των εκλογών για να γίνεται μπάχαλο η πολιτική σκηνή. Περάσαμε έναν άοπλο εμφύλιο και η πόλωση παραμένει έντονη. Μπορεί ο προεκλογικός ανταγωνισμός να μην προκαλέσει μια νέα επιδείνωση; Μπορεί να διοχετευτεί σε πιο ορθολογικά και γόνιμα κανάλια;
Εξαρτάται από τους τρεις βασικούς παίκτες: τη ΝΔ, την ΕΛΑΣ/Τσίπρας και το ΠΑΣΟΚ. Αυτοί μπορούν να καταλάβουν ότι το μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι πια περισσότερο ψύχραιμο και ορθολογικό από τον σαματά που κάνει το κομματικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση, εδώ θα είμαστε να δούμε και να επανέλθουμε.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Οσο για την «Ελπίδα» της Καρυστιανού μάλλον θα προστεθεί στον σωρό των μικρών κομμάτων του ανορθολογισμού, του ψεκασμού και της διαμαρτυρίας. Οπως και σε άλλες χώρες, και εδώ διαπιστώνεται ότι μεγάλες μαζικές κινητοποιήσεις με έντονο συναισθηματικό κίνητρο (εν προκειμένω τα Τέμπη) δεν αποκρυσταλλώνονται σε αξιόλογα μόνιμα σχήματα στην κεντρική πολιτική σκηνή, ούτε παράγουν μείζονες πολιτικές επιπτώσεις. Στην περίπτωσή μας επιπλέον, η πρωταγωνίστρια δεν έχει τις προϋποθέσεις.
Στις προεκλογικές περιόδους γενικώς ο κομματικός ανταγωνισμός εντείνεται, αλλά στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων δεν έχουμε ανάγκη των εκλογών για να γίνεται μπάχαλο η πολιτική σκηνή. Περάσαμε έναν άοπλο εμφύλιο και η πόλωση παραμένει έντονη. Μπορεί ο προεκλογικός ανταγωνισμός να μην προκαλέσει μια νέα επιδείνωση; Μπορεί να διοχετευτεί σε πιο ορθολογικά και γόνιμα κανάλια;
Εξαρτάται από τους τρεις βασικούς παίκτες: τη ΝΔ, την ΕΛΑΣ/Τσίπρας και το ΠΑΣΟΚ. Αυτοί μπορούν να καταλάβουν ότι το μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι πια περισσότερο ψύχραιμο και ορθολογικό από τον σαματά που κάνει το κομματικό σύστημα. Σε κάθε περίπτωση, εδώ θα είμαστε να δούμε και να επανέλθουμε.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου