![]() |
| "Εφ.Συν", 01/02/21 |
![]() |
| "Εφ.Συν", 01/02/21 |
Ενα προσωπικό ιστολόγιo για την πολιτική, την οικονομία, την κοινωνία, την καθημερινή μας ζωή και τα προβλήματά της..Η προσωπική μου ματιά στην επικαιρότητα, προς συμφωνία ή διαφωνία όσων με τιμούν και με "διαβάζουν".Σας ευχαριστώ!
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ", 01/02/21 |
προ έξι ετών
στον Τσίπρα: Του Κ.Ι. Αγγελόπουλου
Ο κ. Κώστας Καραμανλής δεν έδειξε ενδιαφέρον για την προεδρία της δημοκρατίας. Και αυτό αναπόφευκτα πυροδότησε εσωτερικές «διεργασίες» και έντονες παρασκηνιακές συζητήσεις στο στρατόπεδο της ηττημένης ΝΔ. Ολα δείχνουν πλέον ότι η «περίπτωση Καραμανλή» περνάει από την προεδρική υποψηφιότητα στο επίκεντρο των «γαλάζιων» κομματικών προβληματισμών.
Δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι ο κ. Αλέξης Τσίπρας είχε από καιρό κατά νου το ενδεχόμενο πρότασης για προεδρική υποψηφιότητα στον κ. Καραμανλή. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διατηρούσε καλή προσωπική σχέση με τον πρώην πρωθυπουργό και ο τελευταίος συμπαθούσε τον «μικρό», τον οποίον, μάλιστα, θεωρούσε «ενδιαφέρουσα περίπτωση» πριν ακόμα από το ξεκίνημα της εντυπωσιακά ανοδικής πορείας του. Από την πλευρά του, ο κ. Τσίπρας θεωρούσε τον «καραμανλικό» κύκλο ως τον μόνο από το «γαλάζιο» στρατόπεδο με τον οποίο μπορούσε να βρίσκει επαφή για πολιτική συζήτηση. Επιπλέον, ο κ. Καραμανλής γνώριζε από το 2014 ότι ο κ. Τσίπρας τον σκεφτόταν ως τον καλύτερο υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την περίπτωση ενός στρατηγικού ανοίγματος του ΣΥΡΙΖΑ προς τον «μεσαίο», κεντροδεξιό, αστικό χώρο, που απαξίωνε με τις πολιτικές συμπεριφορές του ο κ. Αντώνης Σαμαράς.
Ο κ. Καραμανλής συζήτησε ιδιαιτέρως με τον κ. Τσίπρα μία φορά προεκλογικά και άλλη μία αργά το βράδυ των εκλογών για το θέμα της προεδρικής υποψηφιότητας. Στη συνέχεια, η απάντηση του ήταν «όχι» στην πρόταση του πρωθυπουργού.
Η εξήγηση
Στενοί συνεργάτες του κ. Καραμανλή εξηγούν τους λόγους αυτής της άρνησης του ως εξής:
1) Πρώτον, ο πρώην πρωθυπουργός εκτιμά ότι οι αρμοδιότητες του Προέδρου κατά το~παρόν Σύνταγμα επιτρέπουν μια εν πολλοίς «διακοσμητική» προεδρία, που δεν τον ενδιαφέρει πολιτικά.
2) Δεύτερον, η μετάβαση του στην προεδρία θα αποτελούσε ουσιαστικά πολιτική «αποστρατεία», ένα είδος «ενδοξης συνταξιοδότησης»
3)Και, τρίτον, ο κ. Καραμανλής εκτιμά ότι αποδοχή της πρότασης του κ. Τσίπρα θα τον εμφάνιζε απέναντι στη «γαλάζια» παράταξη ενδεχομένως ως «συναλλασσόμενο» πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο κ. Καραμανλής δεν είχε αντίρρηση για το συμβολικό άνοιγμα που επιχειρεί ο κ. Τσίπρας προς τον αστικό χώρο. Ο πρώην πρωθυπουργός ήταν και παραμένει, άλλωστε, θετικός προς καθετί που μπορεί να ενισχύει με διακομματικές επαφές αυτό που λέγεται «εθνική συνεννόηση». Αλλά δεν είναι διατεθειμένος να «παίξει» ο ίδιος σ' αυτό το συμβολικό επίπεδο τούτη την ώρα.
Ας σημειωθεί ότι ο κ. Καραμανλής ξεκαθαρίζει σήμερα στους συνομιλητές του ότι απορρίπτει μεν τις αντιπολιτευτικές «μεθόδους» του κ. Σαμαρά, αλλά δεν παύει να θεωρεί πολιτικό αντίπαλο τον ΣΥΡΙΖΑ. Και τονίζει, μάλιστα, ότι ο κ. Τσίπρας γνωρίζει από τον ίδιον ότι, αν βρεθούν στο μέλλον αντιμέτωποι στη Βουλή, η μόνη διαφορά με το χθες θα είναι ότι η αντιπολίτευση από τον κ. Καραμανλή θα είναι «ισχυρή», αλλά θα ασκείται θεσμικά και με ουσιαστικό πολιτικό λόγο και όχι «αλά Σαμαρά».
προ πέντε ετών
Διάβασα με ιδιαίτερη προσοχή το κείμενο των 19 τακτικών μελών της Ακαδημίας Αθηνών (συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου κ. Δημ. Νανόπουλου) που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» στις 20.12.2015, με τίτλο «Η υπόθεση ποινικής δίωξης Χάινς Ρίχτερ».
Στο κείμενο αυτό αναφέρεται το όνομά μου: «… (βλ. επιστολή του στρατηγού Μανούσου Παραγιουδάκη στην “Καθημερινή” στις 13.12.2015)».
Πρόκειται για την επιστολή που έστειλα σε απάντηση δημοσιεύματος του Γερμανού συγγραφέα της «Μάχης της Κρήτης», Χάινς Ρίχτερ, στην «Καθημερινή» στις 05.12.2015, όπου επίσης αναφέρεται στο όνομά μου: «...οι αντιδράσεις στις οποίες πρωτοστάτησε ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ Μανούσος Παραγιουδάκης είχαν αποτέλεσμα...».
Στο κείμενο αυτό των κ.κ. ακαδημαϊκών, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ομιλώ με «γενικότητες» και ότι «...από τέτοιες γενικότητες προφανώς επηρεάστηκε η εισαγγελική αρχή και παρασύρθηκε στο να ποινικοποιήσει μια ιστορική έρευνα...».
Κρίνω απαραίτητο να τοποθετηθώ στο κείμενο αυτό:
Οσον αφορά στις «γενικότητες» (παρ. 3 του κειμένου), γράφω στην επιστολή μου: «Στην ουσία όλο το βιβλίο διαχέεται από την υποβάθμιση της μάχης της Κρήτης ως σημαντικού γεγονότος κατά τον Β΄ ΠαγκόσμιοΠόλεμο, αλλά κυρίως από τη συστηματική και μεθοδική απαξίωση της αντίστασης του κρητικού λαού».
Θα μπορούσαν πράγματι να θεωρηθούν γενικότητες τα παραπάνω. Τα σεβαστά όμως τακτικά μέλη της Ακαδημίας δεν αναφέρονται στη συνέχεια του κειμένου μου, που έχει ως εξής: «Αναφέρω αυτολεξεί μερικά αποσπάσματα…» και ακολουθούν 19 υποπαράγραφοι.
Για όσους δεν έχουν διαβάσει την επιστολή μου, αναφέρω ενδεικτικά μερικές από τις δεκαεννιά αυτές υποπαραγράφους:
• «Οι άμαχοι διέπραξαν απίστευτες κτηνωδίες εις βάρος των νεκρών» (σελ. 174).
• «Οι τραυματίες σφαγιάσθηκαν από τους αντάρτες» (σελ. 176).
-«Οι πράξεις των ανταρτών παρέβαιναν το δίκαιο του πολέμου. Τα δύο εγκλήματα είναι αλληλένδετα» (σελ. 413).
• Διαταγή Στούντεντ: «Αυτός που πρέπει να επιληφθεί της υποθέσεως είναι ο στρατός και όχι τα τακτικά δικαστήρια, τα οποία δεν είναι αρμόδια για κτήνη και δολοφόνους» (σελ. 413).
• «Τραυματίες θανατώνονταν και νεκροί ατιμάζονταν». «Οι αλεξιπτωτιστές που κρέμονταν στα δένδρα... θανατώνονταν. Από τους νεκρούς οι Κρήτες αφαιρούσαν ό,τι θεωρούσαν πολύτιμο» (σελ. 409).
Συνολικά επί δεκαεννέα υποπαραγράφων, που περιέχουν αυτολεξεί αποσπάσματα από το βιβλίο του κ. Ρίχτερ, όπου παραπέμπω σε συγκεκριμένες σελίδες του βιβλίου, στο κείμενο των κ.κ. ακαδημαϊκών δεν αναφέρεται ούτε μία. Εύλογο λοιπόν είναι να διερωτηθεί κανείς γιατί γίνεται αναφορά μόνο στις γενικότητες και παράλειψη των δεκαεννέα από τα αποσπάσματα από το επίμαχο βιβλίο.
Μετά τα παραπάνω, νομίζω ότι ο όρος «γενικότητες» που χρησιμοποιείται στο κείμενο, όχι μόνο δεν είναι ακριβής, αλλά παραπλανά και τους αναγνώστες του δημοσιεύματος, ως προς την αλήθεια για το περιεχόμενο του βιβλίου του κ. Ρίχτερ.
Σε ό,τι αφορά το μέρος του κειμένου (παρ. 4), στο οποίο αναφέρεται ότι από τέτοιες γενικότητες προφανώς επηρεάστηκε η εισαγγελική αρχή και παρασύρθηκε στο να ποινικοποιήσει μια ιστορική έρευνα. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα μπορούσε να ασκήσει ποινική δίωξη εφαρμόζοντας ισχύοντα νόμο (ν. 2485/2014) και μάλιστα πολυσυζητημένο, παρασυρόμενη από τις απόψεις ενός ατόμου, εν προκειμένω εμού και «πολλών εξοργισμένων Κρητών» (κατά το κείμενο), σε σημείο μάλιστα «στην ουσία να καταλήγει αντί σε προστασία σε παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων» (παρ. 2 κειμένου).
Είναι γνωστό ότι το βιβλίο αυτό προκάλεσε όχι μόνο τους Ελληνες όπου Γης, αλλά και ξένους που το διάβασαν ή πληροφορήθηκαν για το περιεχόμενό του.
Πρόκειται πράγματι για πλημμυρίδα αντιδράσεων του πνευματικού κόσμου, πολιτικών, Περιφέρειας Κρήτης, δήμων, σωματείων, πολιτιστικών συλλόγων, μαρτυρικών χωριών, ΜΜΕ, λαού κ.ά., όπως:
Ελληνες και ξένοι ιστορικοί - ακαδημαϊκοί κ.ά.: Γ. Μαργαρίτης, καθηγητής Ιστορίας ΑΠΘ, Στέλιος Περράκης, Ντανιέλα Μαρούδα, Παν. Ηφαιστος, καθηγητές Παντείου Πανεπιστημίου, Μ. Πασχάλης, Ευρ. Στεφάνου (πρύτανης), Δημ. Κοτρόγιαννος, Βασιλ. Δαφέρμος, Δημ. Ξενάκης, Ευτ. Τωμαδάκης, Κ. Λάβδας, καθηγητές Πανεπιστημίου Κρήτης, Δ. Φίλιας, καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, Κωνστ. Κουμαντάκης, καθηγητής ΔΠΘ Πανεπιστημίου, Ιω. Παρίσης, πρόεδρος Ακαδημίας Στρατηγικών Αναλύσεων, Χάγκελ Φλάισερ, Γερμανός, καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης - Αθήνας, Εμπερχαρτ Ροντ Χολς, Γερμανός καθηγητής Ιστορίας συγγραφέας, και Ντέιβιτ Φίλερ, Νεοζηλανδός ιστορικός - ερευνητής Πανεπιστημίου Βικτόρια, Νέα Ζηλανδία.
Αλλοι φορείς: Παγκόσμιο Συμβούλιο Κρητών, Παγκρήτια Ομοσπονδία Ευρώπης, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης, Δημοτικό Συμβούλιο Ρεθύμνης, Αμαρίου, Αρχανών – Αστερουσίων, Ανωγείων, Βιάννου κ.ά., Ενωση Θυμάτων Ολοκαυτώματος Βιάννου, Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, Πολιτιστικός Σύλλογος Κανδάνου, Μυσσιρίων, Καλής Συκιάς κ.ά.
ΜΜΕ: Εφημερίδες, περιοδικά, τηλεόραση, ραδιόφωνο κ.λπ. δίνουν συνεχή δημοσιότητα στο θέμα, ενώ εκδηλώνονται αντιδράσεις οργής και θυμού από απλούς πολίτες μέσω της κοινωνικής δικτύωσης.
Μετά τις αντιδράσεις των παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι η Δικαιοσύνη δεν κινήθηκε στηριζόμενη στις «γενικότητες» ενός απόμαχου στρατηγού ή «πολλών εξοργισμένων Κρητών», προκειμένου να παραπέμψει τον κύριο Ρίχτερ σε δίκη, αλλά από κριτήρια που αυτή κατ’ αποκλειστικότητα έκρινε.
Προκαλεί, αλήθεια, θλίψη το γεγονός ότι σε ένα κείμενο γραμμένο από 19 επίλεκτα πνευματικά μέλη της ελληνικής διανόησης, η άποψη των οποίων ως ακαδημαϊκών έχει πάντα ιδιαίτερη απήχηση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, δεν αναφέρεται ούτε μία λέξη για το δίκαιο της άλλης πλευράς, δηλαδή των θυμάτων της κρητικής αντίστασης κατά του Γερμανού εισβολέα και το αυτονόητο δικαίωμα έκφρασής του.
Ο κ. Ρίχτερ είναι ασφαλώς ελεύθερος στην επιστημονική του έρευνα. Το ότι όμως δικαιώνει στο βιβλίο του τον ναζισμό, ζητάει δικαίωση των αλεξιπτωτιστών, εισβολέων - εκτελεστών, τους οποίους αποκαλεί «ιππότες», επιχειρεί να εξισώσει θύτες και θύματα, θεωρεί ότι τα δύο εγκλήματα (Γερμανών κατακτητών και αμυνόμενων Κρητών) είναι αλληλένδετα (σελ. 413) και πολλά άλλα, τα οποία όμως καταρρίπτονται από τις τοποθετήσεις των παραπάνω επιστημόνων και άλλων ως προς την ορθότητά τους, πρέπει να μας προβληματίσουν για τις προθέσεις του και τους σκοπούς που εξυπηρετούν.
Η καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ντανιέλα Μαρούδα, δήλωσε στις 20.11.2014 (εφημερίδα «Νέα Κρήτη»): «Ακόμη και αν η πρόθεση (ανακήρυξη του κ. Ρίχτερ ως επίτιμου διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Κρήτης) είναι θετική, το αποτέλεσμα ενδέχεται να καταστεί επικίνδυνο για τις νομικές θέσεις της Ελλάδας στο ζήτημα των γερμανικών οφειλών».
Ανάλογα έχουν γράψει για το ζήτημα αυτό και για την προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας πολλοί διανοούμενοι, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδικήσεων των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, ενώ ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος δεν παραλείπει να τονίζει παντού ότι «οι διεκδικήσεις αυτές είναι πλήρως νομικά ενεργές και απολύτως δικαστικά επιδιώξιμες», όπως έπραξε και κατά την πρόσφατη επίσημη επίσκεψή του στη Γερμανία (18.1.2016).
Συμπαρατάσσομαι κι εγώ με όλους όσοι αγωνίζονται για την ιστορική αλήθεια, προκειμένου να αποφευχθεί η προσπάθεια παραχάραξης και αναθεώρησης της ιστορίας μας, που γράφτηκε με πόνο, θυσίες, καταστροφές και αίμα αθώων.
Και θα τελειώσω με μια πραγματικά ενδιαφέρουσα προτροπή που έκανε ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Δημήτριος Νανόπουλος, στις 20.4.2015, σε λόγο του στο «Αργώ - Δίκτυο Ελλήνων Βελγίου»: «Σας καλώ να σκεφτούμε όλοι μας τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας... για να βοηθήσουμε την πατρίδα μας. Γιατί δεν προλαβαίνουμε! Και γιατί έφτασε πια η στιγμή που πρέπει όλοι όσοι έχουμε δημόσιο λόγο να πάρουμε συγκεκριμένες θέσεις. Και, ως γνωστόν, δεν κάνεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά!».
ΥΓ1: Αναφορά στο όνομά μου έγινε για πρώτη φορά από την Ακαδημία Αθηνών το 1997, όταν ο τότε πρόεδρος Νικόλαος Ματσανιώτης πρότεινε να τιμηθώ, γιατί ως αντιστράτηγος - διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού στη Θράκη, με μέριμνά μου, γράφτηκε το πρώτο πομακικό - ελληνικό λεξικό της έως τότε άγραφης πομακικής γλώσσας από στρατιώτες του Σώματος. Πρότεινα –είχα ήδη γίνει αρχηγός ΓΕΣ– να τιμηθεί ο πρωτεργάτης της συγγραφής του λεξικού, Πομάκος στρατιώτης Ριτβάν Καραχότζα, πράγμα που έγινε. Ο ίδιος διαπρέπει ήδη ως διδάσκαλος στα Πομακοχώρια και συνεχίζει να ασχολείται με τη γλώσσα.
ΥΓ2: Κείμενα, ψηφίσματα, δηλώσεις και άλλα δημοσιεύματα των παραπάνω αναφερομένων ιστορικών κ.ά. τηρώ στο αρχείο μου.
προ έξι ετών
Το ρήγμα της Ανατολίας: "ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ"
του Τάκη Θεοδωρόπουλου, από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"
Επεισόδιο Α΄ (γνωστό από τα μαθητικά θρανία ως Ορλωφικά). Το επεισόδιο διαδραματίζεται το 1770 και πρωταγωνιστούν η Μεγάλη Αικατερίνη, οι αδελφοί Ορλώφ και Ελληνες της Πελοποννήσου. Με την παρότρυνση των πρώτων οι δεύτεροι εξεγείρονται κατά των Οθωμανών όταν ο ρωσικός στόλος αποβιβάζει στρατεύματα στη νότια Πελοπόννησο. Γίνονται μάχες στην Κορώνη, στο Ναυαρίνο, στην Τριπολιτσά – τα υπόλοιπα τοπωνύμια παραλείπονται χάριν οικονομίας. Η εξέγερση καταστέλλεται. Οι κάτοικοι του Αιγίου σφαγιάζονται και οι Σπέτσες ερημώνονται. Διατάσσεται η γενική σφαγή όλων των Ελλήνων, την οποία αποτρέπει ο Οθωμανός ναύαρχος Χασάν Τζεϊσαρλή με το περίφημο: «Εάν φονευθώσι όλοι οι Ελληνες ποιος θα πληρώνει το χαράτσι». Η λεηλασία της Πελοποννήσου από τους Αλβανούς διαρκεί εννέα χρόνια (χρόνος αμελητέος εάν αναλογισθούμε την αιωνιότητα του ελληνισμού).
Επεισόδιο Β΄ (γνωστό από τα μαθητικά χρόνια ως εξέγερση στη Μολδοβλαχία). Το επεισόδιο διαδραματίζεται το 1821. Πρωταγωνιστούν ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄, ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης και οι μαχητές του Ιερού Λόχου. Αυτοί οι τελευταίοι με επικεφαλής τον δεύτερο περνούν τον ποταμό Προύθο και φτάνουν ώς το Βουκουρέστι με την ελπίδα ότι ο πρώτος, ο τσάρος δηλαδή, δεν θα επιτρέψει στους Οθωμανούς να στείλουν στρατεύματα. Ο τσάρος όχι μόνον δεν κουνάει το δαχτυλάκι του, αλλά καθαιρεί και τον Υψηλάντη. Ο Ιερός Λόχος αποδεκατίζεται στο Δραγατσάνι. (Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.)
Επεισόδιο Γ΄ (όχι και τόσο γνωστό από την Ιστορία που μας δίδασκαν στο σχολείο).
Διαδραματίζεται το 1854, την περίοδο του Κριμαϊκού Πολέμου. Η Ρωσία προσπαθεί να βρει διέξοδο για τη Μεσόγειο και προσεταιρίζεται τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την παρότρυνση του βασιλέως Οθωνα, εμπνευσμένου από τον μεγαλοϊδεατισμό του Κωλέττη, γίνονται ξεσηκωμοί στην Ηπειρο και τη Θεσσαλία. Οι Γάλλοι αποβιβάζονται στον Πειραιά και δημιουργούν συνθήκες κατοχής στην Αθήνα. Ξεσπάει επιδημία χολέρας στην πρωτεύουσα με εκατοντάδες θύματα. (Θα μπορούσαν να είναι και χιλιάδες θα μου πείτε.)
Υποθέτω ότι άλλοι, οι οποίοι έχουν εντρυφήσει στη σύγχρονη ιστορία μας, θα έχουν να προσθέσουν και άλλα επεισόδια. Από αυτά, όμως, αποδεικνύεται ότι πάντα ήμασταν με τη μεριά των ηττημένων επειδή αποδίδαμε στη Ρωσία προθέσεις που η ίδια δεν είχε. Ή μεταφράζαμε με λάθος τρόπο τα μηνύματά της.
Οσο για το αντικαταθλιπτικό, ας θυμίσω ότι η Ελλάδα είναι ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και δεσμεύεται από τις συνθήκες της, αν και το ρήγμα της Ανατολίας μάλλον δείχνει έτοιμο να ενεργοποιηθεί.
![]() |
| "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 31/01/15 |
προ έξι ετών
Γεωργία Κρητικού-Σαμαρά:
Της Έλενας Ακρίτα,
από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ προσωπικά τον Αντώνη και τη Γεωργία Σαμαρά. Μια φορά, πριν από 10 χρόνια, βρεθήκαμε τυχαία σε κάποια παραλία της Χαλκιδικής. Ηταν τότε η εποχή του απόλυτου πολιτικού παροπλισμού του. Η εποχή που ζούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μετά την κατάρρευση της ΠΟΛΑΝ. Ο Σαμαράς χαιρέτισε ευγενικά τη μητέρα μου - σε κάποιες κοινοβουλευτικές θητείες είχαν συμπέσει οι δυο τους. Δυο πράγματα μου έκαναν εντύπωση σε εκείνη την «ακούσια γειτνίαση»: Ο Σαμαράς πλησίασε το κυλικείο και αγόρασε κάτι χυμούς πορτοκάλι. Αν και μακράν απείχε η εποχή της μεθύστερης παντοδυναμίας του - κοινώς, ο σερβιτόρος ούτε που τον ήξερε - εκείνος ήταν εξαιρετικά φιλικός κι ευγενικός μαζί του. Αυτή η αστική ευγένεια με κέρδισε - ιδιαίτερα επειδή ήταν γνήσια - σε μια παραλία του 2005, μ' έναν Σαμαρά άγνωστο μεταξύ αγνώστων. Δεύτερο στοιχείο, η τρυφερότητα και η συντροφικότητα ανάμεσα σε κείνον και τη γυναίκα του. Πρέπει τότε να ήταν ήδη πάνω από 10 χρόνια παντρεμένοι. Κι όμως, δεν διέκρινες στη σχέση-τους τη ρουτινιάρικη πατίνα του χρόνου. Εβλεπες - όσο μπορούσες σε ελάχιστο χρονικό διάστημα - ένα ζευγάρι δεμένο, αγαπημένο, που κρατιόταν χέρι χέρι, ύστερα από τόσα χρόνια γάμου.
Ανεξάρτητα από πολιτικές διαφωνίες, λοιπόν, θα ήθελα να πω το έξης: Μεταπολιτευτικά δεν νομίζω να γνώρισε ποτέ αυτή η χώρα καλύτερη Πρώτη Κυρία από τη Γεωργία Κρητικού-Σαμαρά. Διακριτική, ευγενική, χαμηλών τόνων, μια γυναίκα που δεν έκανε ποτέ κατάχρηση, αλλά ούτε καν χρήση της μη θεσμικής ιδιότητας, «η γυναίκα του Καίσαρος».
ΣΕ ΑΥΤΗ τη χώρα το σύνδρομο του «φρειδερικισμού» συνεχίστηκε, ακόμα και στις περιόδους που η μοναρχία μάς άφησε χρόνους. Για τους νεότερους - η Φρειδερίκη ήταν μια όμορφη, έξυπνη και αδίστακτη «πριγκιποπούλα». Μια γαλαζοαίματη β' διαλογής, πάτος στην κατάταξη των βασιλικών οίκων. Σφόδρα την ερωτεύτηκε ο βασιλιάς Παύλος και στα 26 χρόνια του γάμου τους (μέχρι τον θάνατο του) η συμβία τον έσερνε από τη μύτη. Ως εκ τούτου, από τη μύτη έσερνε και τον ελληνικό λαό.
Την αξιέπαινη-αυτή παράδοση δυστυχώς συνέχισαν ΚΑΙ οι δυο σύζυγοι του Ανδρέα Παπανδρέου. Η Μαργαρίτα, με μια αυλή από κυρίες των τιμών, υπουργοποιούσε όποιον ή όποιαν την κολάκευε περισσότερο. Αντίστοιχα, στον πολιτικό Καιάδα βρέθηκε όποιος ή όποια τόλμησε να την αντιμετωπίσει ως ακριβώς αυτό που ήταν: ως σύζυγο κι όχι ως κράτος εν κράτει. Η Νο2 Δήμητρα Λιάνη ανέλαβε διευθύντρια στο πολιτικό γραφείο του στεφανιού της. Με αποτέλεσμα όποιος ήθελε να φτάσει έστω και μέχρι τον προθάλαμο να πρέπει να φιλήσει κατουρημένες ποδιές. Και το χέρι τηςάνασσας Μιμής.
Κι ακολούθησαν άλλες. Η Μαρίκα Μητσοτάκη έξυπνη γυναίκα, γέννημα - θρέμμα της πολιτικής, ε όλο κι έβαλε το χεράκι της για να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογενειακής δυναστείας.
Η Δάφνη Σημίτη, καλή, χρυσή αλλά τόσο ψυχρή και κρύα, ρε παιδάκι μου!
Η Νατάσα Παζαΐτη, ευγενική και χαμογέλαστή μεν, το απόλυτο fashion victim δε: Επί πρωθυπουργίας Καραμανλή, η Νατάσα άλλαξε τα άπειρα πανάκριβα μοντελάκια - ενώ ποτέ δεν καταλάβαμε τι ακριβώς έπαιξε με κείνο το δίπλωμα της Ιατρικής (ΑΝ έπαιξε κάτι).
Μετά η Αντα Παπανδρέου με το polically correct χαμόγελο. Βέβαια, όσοι την γνωρίζουν λένε πως είναι αξιόλογη και σοβαρή γυναίκα - αντίθετη στη δημιουργία νέου κόμματος από τον άντρα της. Αλλά εδώ μιλάω μόνο για την τυπική εικόνα που έβγαζε προς τα έξω. Και που ίσως να την αδικεί. Πάντως, ήταν διακριτική και ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα - να τα λέμε αυτά.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ τα τεφτέρια όμως, η Γεωργία Κρητικού - Σαμαρά ήταν η καλύτερη σύζυγος πρωθυπουργού από τη Μεταπολίτευση και μετά. Την είδαμε ελάχιστες φορές- και μόνον όταν το πρωτόκολλο το απαιτούσε. Πάντα απλά ντυμένη, ήσυχη, προσιτή, με ένα γλυκό χαμόγελο, με μια φυσική ευγένεια κι έμφυτη - όχι επίκτητη - αγωγή. Επιστημόνισσα η ίδια, σύντροφος, μητέρα- μια αυθύπαρκτη προσωπικότητα που δεν είχε καμία ανάγκη να επιβεβαιωθεί μέσα από τον θεσμικό ρόλο της συζύγου της.
Αποχαιρετώντας λοιπόν - με ανακούφιση- την πολιτική του Αντώνη Σαμαρά, νιώθω την ανάγκη να βγάλω το καπέλο στη Γεωργία Σαμαρά.
Σε μια Πρώτη Κυρία που - σε αντίθεση με μερικές άλλες - προσπέρασε το «Πρώτη». Και παρέμεινε «Κυρία».
προ πέντε ετών
Ισως ήρθε ο καιρός ο κ. Τσίπρας να βάλει γραβάτα. Οχι για να συνομιλήσει με το «κίνημα της γραβάτας» αλλά για να συνειδητοποιήσει ο ίδιος πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα για το κόμμα του. Η συμμετοχή του στο γνωστό πάνελ του Νταβός έκανε εξόφθαλμη την αλλαγή. Η ενδυματολογική σημειολογία του κ. Τσίπρα, μόνος χωρίς γραβάτα, έχει πάψει να εκπέμπει την αντισυμβατικότητα ενός νεαρού ριζοσπάστη ηγέτη. Εχει πάψει να συμβολίζει τον νέο πρωτοπόρο που μάχεται στην Ευρώπη «κατά της λιτότητας». Αντιθέτως, μοιάζει πια σαν μελαγχολική υπόμνηση μιας διαψευσμένης υπόσχεσης. Με αισθητικό παιδισμό και επαρχιωτισμό, εικονογραφεί μια Ελλάδα που μετά τις ψεύτικες υποσχέσεις και τις «μαγικές λύσεις» ξανασυστήνεται σαν εθνική παθογένεια, με ένα φθαρμένο πια επίχρισμα μπαγιάτικου προοδευτισμού.
Αυτός ο μπαγιάτικος προοδευτισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να επιβιώσει μετά τη μνημονιακή στροφή, παρά μόνο σαν αυτοχλευαζόμενη φάρσα. Η απόσταση αυτών που κάνει από αυτά που λέει και αυτά που λέει ότι κάνει μεγαλώνει διαρκώς και γίνεται πολιτικά μη υποστηρίξιμη. Ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει ένα δύσκολο πρόβλημα ταυτότητας. Καλείται να διαμορφώσει μια συνεπέστερη πολιτική φυσιογνωμία και ένα «νέο αφήγημα», όπως είναι η φράση του συρμού, αλλά για να τα φτιάξει πρέπει να σταθεί με μεγαλύτερη ειλικρίνεια και λιγότερη αυθάδεια απέναντι στον λαό, και κυρίως απέναντι στον εαυτό του. Από αυτή την άποψη, ο φλύαρος λόγος του κ. Τσίπρα στην επέτειο της πρώτης εκλογικής νίκης του κόμματος ήταν απογοητευτικός. Κάθε λέξη προσέκρουε μετωπικά με τα πεπραγμένα της κυβέρνησης που προέκυψε μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του Σεπτεμβρίου. Το μόνο που προσπάθησε να κάνει ήταν να προτείνει και πάλι τα βασικά συριζαίικα λαϊκιστικά μοτίβα της αντιπολιτευτικής περιόδου, με μικρές παραλλαγές.
Ομως αυτή η προσέγγιση δεν υπολείπεται απλώς από την ανάγκη αναμόρφωσης της πολιτικής φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ. Γίνεται και αυτοϋπονομευτική. Αν υπάρχει ένα αναντίρρητο δεδομένο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με τη «σκληρή διαπραγμάτευση» του 2015 έδεσε τη χώρα για άλλα τρία χρόνια με Μνημόνιο, και ταυτόχρονα δέθηκε και αυτός. Οσο και αν αποκηρύσσει την «ιδιοκτησία», στην πραγματικότητα εξαρτά την τύχη του από αυτό. Η μόνη ρεαλιστική πολιτική επιλογή του κ. Τσίπρα, την οποία επανέλαβε στον πανηγυρικό τής επετείου, είναι να περάσει την αξιολόγηση με την ελπίδα ότι αυτή θα αποτελέσει εισιτήριο για την ανάκαμψη. Εχοντας έρθει στην εξουσία ως φορέας ενός ριζοσπαστικού συντηρητισμού, δηλαδή ενός επιθετικού αντιμνημονιακού λαϊκιστικού λόγου που στην ουσία απέρριπτε κάθε αλλαγή, δεν έχει δικό του μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα πέρα από αναπαλαιώσεις της δεκαετίας του 1980 (το παράδειγμα της εκπαίδευσης είναι χαρακτηριστικό). Η προγραμματική καθήλωση κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μεγαλύτερη ανάγκη το ΟΚ των δανειστών ως διαπιστευτήριο για τις διεθνείς αγορές, από όσο το είχαν οι προηγούμενοι. Αλλιώς, με μια πολιτική φυσιογνωμία που διώχνει επενδύσεις, σε τι ανάκαμψη μπορεί να ελπίζει;
Την ίδια όμως στιγμή, προσπαθεί να αναθερμάνει έναν πολωτικό λαϊκιστικό λόγο ως νομιμοποιητικό περίβλημα της αλλαγμένης κυβερνητικής πολιτικής, παρότι γίνεται όλο και λιγότερο πειστικός. Ισως γιατί αυτή είναι η θεμελιακή πολιτική κουλτούρα του κόμματος και του ηγέτη. Ισως γιατί το έκανε ως αντιπολίτευση και του βγήκε. Ισως γιατί δεν ξέρει προς το παρόν τι άλλο να κάνει. Ετσι στον επετειακό λόγο ξανακούσαμε γνωστά μοτίβα, παρότι ηχούσαν πλέον ξέπνοα. Το μοτίβο του εθνικολαϊκισμού: η έγκληση του λαού ως έθνους το οποίο «αντιστέκεται στους ξένους», στον Σόιμπλε, στους Γερμανούς, και ταυτόχρονα καταγγέλλει τους εγχώριους πολιτικούς αντιπάλους σαν «υπηρέτες των ξένων» και επομένως εθνικά αποσυνάγωγους.
Με άλλα λόγια, συνεχίζεται η αθλιότητα της αριστερής εκδοχής «εθνικοφροσύνης», με μικρότερο βέβαια θράσος γιατί όπως και να το κάνουμε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τώρα ο διεκπεραιωτής του Μνημονίου. Ακούσαμε επιπλέον το μοτίβο του κοινωνικού λαϊκισμού: η έγκληση του λαού ως το σύνολο των «κάτω» που αντιπαρατίθενται στους «πάνω», στην «ολιγαρχία», στο κεφάλαιο κ.λπ. Αρκετά όμως τροποποιημένο. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς δεδομένου ότι όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες διαδηλώνουν, με αυξανόμενη οργή, κατά της κυβέρνησης. Ετσι, ο συριζαίικος λόγος άρχισε να κόβει τους «κάτω» σε μικρότερες φέτες. Οι «μικρομεσαίοι» αναγορεύονται σε προνομιούχους και ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να αυτοσυστηθεί, κατ' αντιδιαστολή, σαν η παράταξη «των φτωχών».
Οι συντάξεις των μεσαίων και των μικρομεσαίων περικόπτονται από την ανάγκη δημοσιονομικής περιστολής ενός μη βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, για το οποίο ευθύνονται όλα τα μεταπολιτευτικά κόμματα, της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς, όπως επίσης ευθύνεται και η καταστροφική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Για άλλη μια φορά επίσης, η αναγκαστική περιστολή δεν συνοδεύεται από ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος. Αλλάζουν όμως οι λέξεις. Η περαιτέρω φτωχοποίηση των μεσαίων και μικρομεσαίων στρωμάτων αποκαλείται «αναδιανομή», για να χρυσώσει ιδεολογικά το χάπι στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Λες και η Ελλάδα έχει κοινωνικό διχασμό μεταξύ μεσαίων και φτωχών στρωμάτων τύπου ΗΠΑ και Βρετανίας ή ότι μεταξύ Περάματος και Εκάλης δεν υπάρχουν το Περιστέρι, η Ν. Σμύρνη, η Δάφνη και η Καισαριανή.
Η εμμονή του κ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ στα προηγούμενα λαϊκιστικά μοτίβα είναι πλέον αντιφατική και υποσκάπτει την προοπτική της ανάκαμψης από την οποία εξαρτάται η επιβίωση της κυβέρνησης. Κατά τούτο, είναι ένας λαϊκισμός που χάνει επαφή με την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και την ομαλοποίηση της σχέσης της Ελλάδας με την Ευρώπη και τη διεθνή σκηνή. Η εθνικολαϊκιστική δημαγωγία εγκλωβίζει τη χώρα στο καθεστώς κράτους-παρία, την ίδια στιγμή που το Μεταναστευτικό παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις. Στο εσωτερικό πάλι, έχοντας εκ των πραγμάτων στερηθεί την ευκολία του αντιμνημονιακού λόγου, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί συστηματικά να οξύνει τον διχασμό. Αδυνατώντας να επαναπροσδιορίσει το κομματικό «εμείς», χρειάζεται να κατασκευάζει συνεχώς «εχθρούς». Ενώ οι κοινωνικές ομάδες στοιχίζονται η μία μετά την άλλη κατά της κυβέρνησης, ο κ. Τσίπρας επιμένει σε έναν λαϊκισμό που αδειάζει από λαό. Τη συνέχεια την ξέρουμε. Οταν ο πραγματικός λαός βλέπει να αποδιοργανώνεται ο «λαός» που επικαλούνται οι λαϊκιστές, τότε και ο ίδιος αποσύρει τη συναίνεσή του με επιταχυνόμενους ρυθμούς.
Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ κινούνται σε ένα πεδίο στο οποίο η εμμονή στον επιθετικό λαϊκισμό συγκρούεται με την ομαλή εξέλιξη της χώρας. Αυτή η αντίφαση δίνει μία και μόνη συνισταμένη. Τη στασιμότητα - η οποία μάλιστα στη σημερινή δραματική αστάθεια του ευρωπαϊκού τοπίου μπορεί να μας οδηγήσει και πάλι σε περιπέτειες. Είναι επίσης πολύ πιθανό να συνεπιφέρει τον διασυρμό της αριστερής παράδοσης και τη διάχυση ενός μαζικού πολιτικού κυνισμού χωρίς προηγούμενο.
Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δυνατότητες να σκεφθεί διαφορετικά τον εαυτό του και να ξεπεράσει τις αντιφάσεις του. Το πιθανότερο είναι να συνεχίσει, όσο οι εκλογικοί συσχετισμοί του επιτρέπουν, στην ίδια πορεία και να μετακυλήσει το κόστος στη χώρα.
-Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 30-31/01/16 |