Από "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ"
"ΑΣΤΑΘΜΗΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ",
του Χρήστου Χωμενίδη
Με κιαλάρει προτού τον δω. Σταματάει εμπρός στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, μου κουνάει το χέρι και μου χαμογελά πλατιά λες κι έχουμε ραντεβού. Ραντεβού μάλλον θα 'χουμε, το οποίο ανανεώνεται κάθε φορά δίχως εγώ να το παίρνω χαμπάρι. Πώς αλλιώς εξηγείται όποτε κατηφορίζω τη Φωκίωνος Νέγρη να πέφτω επάνω του;
Ούτε που ξέρω πού τον ξέρω. Οταν μου πρωτομίλησε με διαχυτικότητα παλιόφιλου, απαξιώντας να μου πει το όνομά του, η φυσιογνωμία του μού φαινόταν αμυδρά οικεία. Εσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποια περίσταση είχαμε συστηθεί. Να τον τοποθετήσω σε ένα πλαίσιο. Μάταιος κόπος. Το πιθανότερο είναι ότι δεν τον ήξερα από πουθενά, εκείνος είχε δει κάπου τη φάτσα μου και - υπερκοινωνικός όπως είναι - χύμηξε επάνω μου και με διπλάρωσε χωρίς περιττούς προλόγους.
Το όνομά του εξακολουθώ να το αγνοώ, έχω όμως συναγάγει κάποια συμπεράσματα για εκείνον. Είναι εξηνταπεντάρης, συνταξιούχος, καλοστεκούμενος πριν απ' την κρίση, τώρα μονίμως αγχωμένος. Εχει αποπαιδίσει προ καιρού - «την Κυριακή έχουμε τραπέζι τούς γιους μας», μου ανέφερε κάποτε. Η σύζυγός του προφανώς τον βαριέται φριχτά και τον διώχνει από το σπίτι, ερωμένη δεν έχει, ειδάλλως δεν θα τριγυρνούσε πέρα-δώθε αδέσποτος. Τις καφετέριες τις αποφεύγει, ποιεί το οικονομικό του ζόρι ή την τσιγκουνιά του φιλοτιμία, «η καλύτερη γυμναστική είναι το περπάτημα!», μου έχει δηλώσει, «εγώ αν βαστάς και ώς το Φάληρο σε συνοδεύω!» με έχει απειλήσει.
Δεν του αρέσει να περιαυτολογεί ούτε να σου φορτώνει τα προσωπικά του προβλήματα. Αρετή σπάνια που δεν με αφήνει - φευ! - να την εκτιμήσω. Γιατί; Διότι κατά το δεκάλεπτο βαριά που διαρκεί ο περίπατός μας αισθάνομαι κάτι ανάμεσα σε καλεσμένο σε τηλεοπτικό πάνελ και κατηχούμενο στην Αριστερά, ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει σε ποια από όλες τις Αριστερές...
«Χρόνια Πολλά!» με καλωσορίζει στεντόρεια. «Δεν λέω "Χριστός Ανέστη", καθένας έχει τον δικό του θεό - ο μεγαλύτερος θεός ξέρεις ποιος είναι;». «Ποιος;» κάνω τον ανήξερο. «Ο Ανθρωπος!». «Με άλφα κεφαλαίο» συμφωνώ και επαυξάνω. «Α γεια σου! Ο άνω θρώσκων. Περάσατε όμορφα;». «Ομορφα», τον διαβεβαιώνω. Χέστηκε, υποψιάζομαι, για το πώς περάσαμε - η ύπαρξή μου τον απασχολεί μονάχα όταν με συναντάει. «Την Εργατική Πρωτομαγιά τι κάνατε;». Πρόκειται για ερώτηση-παγίδα. Δεν θα με μεμφθεί βεβαίως ανοιχτά που απουσίασα από τη συγκέντρωση, θα βρει όμως ευκαιρία να μου μιλήσει για τα δικά του αγωνιστικά κατορθώματα. «Είχα γενέθλια» ψεύδομαι ανερυθρίαστα. «Βράδυ δεν τα γιορτάζουμε τα γενέθλια;» με επιτιμά που λούφαρα, για τιμωρία αποφεύγει να μου ευχηθεί. «Είδες στη Βενεζουέλα;» πηδάει σε άλλο θέμα. «Οχι» παριστάνω τον ανήξερο. «Πραξικόπημα οι κανάγιες!». Τα μάτια του αστράφτουν με ιερή οργή. «Στο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν ποιον υποστήριξες;» του πετάω μια μπανανόφλουδα. Σιγά μην την πατούσε. «Στην Τουρκία», παίρνει ύφος εμβριθές, «η εργατική τάξη βρίσκεται εν μέσω δύο πυρών...». Ποντάρει στο ότι θα βαρεθώ να τον ρωτήσω ποια είναι αυτά τα δυο πυρά. Κερδίζει. «Για τα δικά μας τι λες;». «Δεν βρίσκω λόγια...», υπεκφεύγω. «Δίκιο έχεις! Οι εκλογές της 26ης Μάη αποτελούν ναρκοπέδιο! Στις κάλπες θα συγκρουστεί το ιδεώδες με το εφικτό. Αρκεί ο λαός να μην παλινδρομήσει...». Αυτή είναι η έναρξη του μονολόγου ή μάλλον της διάλεξής του. Ωσπου να φτάσουμε στην Πατησίων με βομβαρδίζει ανηλεώς με λέξεις, με λούζει με ονόματα - ο Μαρξ, ο Παναγούλης, ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ (τον τελευταίο τον θεωρεί προδότη) -, μέχρι δυο στίχους του Βάρναλη μου απαγγέλλει ισχυριζόμενος ότι ανήκουν στον Ρίτσο. Στο φανάρι, βγάζει απ' την τσέπη του ένα φυλλάδιο, αποφεύγω να το πάρω, τρέχω απέναντι κι ας είναι κόκκινο, κάνω σλάλομ ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Θα μου το δώσει στην επόμενη συνάντησή μας...
Μπαίνω κάθε φορά στον πειρασμό να του αποκαλύψω ότι τον συμπαθώ αλλά τον βαριέμαι φρικτά. Οτι περνιέται για ενημερωμένος και προβληματισμένος μα στην πραγματικότητα δεν έχει ιδέα για τίποτα. Ταμπέλες κολλάει, παρωχημένες κοινοτοπίες ξεφουρνίζει, την ίδια καραμέλα γλείφει ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες ήδη. Πως οχυρώνεται πίσω από την όποια ιδεολογία του για να αποφύγει έναν κόσμο μπερδεμένο κι αντιφατικό. Για να ξεφύγει απ' το προσωπικό του δράμα, το γήρας που ζυγώνει, τη μοναξιά, τον θάνατο... Οτι και ο ανθρωπισμός του ακόμα είναι μια χάρτινη ομπρέλα, μια κουρελού από πομπώδεις λέξεις, που θα τη διέλυε η πρώτη βροχή.
Κάθε φορά αποφεύγω να του εξηγηθώ. Δεν αμφιβάλλω πώς θα αντιδρούσε. Θα με κοιτούσε αφ' υψηλού - «ξέρεις πώς λένε οι αρχαίοι όποιον αδιαφορεί για τα κοινά; Ιδιώτη! Ηλίθιο!» θα με αποστόμωνε δήθεν. Και την επόμενη φορά θα με έπιανε α λα μπρατσέτα στη Φωκίωνος, εγκάρδιος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
![]() |
| "ΤΑ ΝΕΑ/ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ", 0-4-05/05/19 |
του Χρήστου Χωμενίδη
Με κιαλάρει προτού τον δω. Σταματάει εμπρός στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης, μου κουνάει το χέρι και μου χαμογελά πλατιά λες κι έχουμε ραντεβού. Ραντεβού μάλλον θα 'χουμε, το οποίο ανανεώνεται κάθε φορά δίχως εγώ να το παίρνω χαμπάρι. Πώς αλλιώς εξηγείται όποτε κατηφορίζω τη Φωκίωνος Νέγρη να πέφτω επάνω του;
Ούτε που ξέρω πού τον ξέρω. Οταν μου πρωτομίλησε με διαχυτικότητα παλιόφιλου, απαξιώντας να μου πει το όνομά του, η φυσιογνωμία του μού φαινόταν αμυδρά οικεία. Εσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποια περίσταση είχαμε συστηθεί. Να τον τοποθετήσω σε ένα πλαίσιο. Μάταιος κόπος. Το πιθανότερο είναι ότι δεν τον ήξερα από πουθενά, εκείνος είχε δει κάπου τη φάτσα μου και - υπερκοινωνικός όπως είναι - χύμηξε επάνω μου και με διπλάρωσε χωρίς περιττούς προλόγους.
Το όνομά του εξακολουθώ να το αγνοώ, έχω όμως συναγάγει κάποια συμπεράσματα για εκείνον. Είναι εξηνταπεντάρης, συνταξιούχος, καλοστεκούμενος πριν απ' την κρίση, τώρα μονίμως αγχωμένος. Εχει αποπαιδίσει προ καιρού - «την Κυριακή έχουμε τραπέζι τούς γιους μας», μου ανέφερε κάποτε. Η σύζυγός του προφανώς τον βαριέται φριχτά και τον διώχνει από το σπίτι, ερωμένη δεν έχει, ειδάλλως δεν θα τριγυρνούσε πέρα-δώθε αδέσποτος. Τις καφετέριες τις αποφεύγει, ποιεί το οικονομικό του ζόρι ή την τσιγκουνιά του φιλοτιμία, «η καλύτερη γυμναστική είναι το περπάτημα!», μου έχει δηλώσει, «εγώ αν βαστάς και ώς το Φάληρο σε συνοδεύω!» με έχει απειλήσει.
Δεν του αρέσει να περιαυτολογεί ούτε να σου φορτώνει τα προσωπικά του προβλήματα. Αρετή σπάνια που δεν με αφήνει - φευ! - να την εκτιμήσω. Γιατί; Διότι κατά το δεκάλεπτο βαριά που διαρκεί ο περίπατός μας αισθάνομαι κάτι ανάμεσα σε καλεσμένο σε τηλεοπτικό πάνελ και κατηχούμενο στην Αριστερά, ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει σε ποια από όλες τις Αριστερές...
«Χρόνια Πολλά!» με καλωσορίζει στεντόρεια. «Δεν λέω "Χριστός Ανέστη", καθένας έχει τον δικό του θεό - ο μεγαλύτερος θεός ξέρεις ποιος είναι;». «Ποιος;» κάνω τον ανήξερο. «Ο Ανθρωπος!». «Με άλφα κεφαλαίο» συμφωνώ και επαυξάνω. «Α γεια σου! Ο άνω θρώσκων. Περάσατε όμορφα;». «Ομορφα», τον διαβεβαιώνω. Χέστηκε, υποψιάζομαι, για το πώς περάσαμε - η ύπαρξή μου τον απασχολεί μονάχα όταν με συναντάει. «Την Εργατική Πρωτομαγιά τι κάνατε;». Πρόκειται για ερώτηση-παγίδα. Δεν θα με μεμφθεί βεβαίως ανοιχτά που απουσίασα από τη συγκέντρωση, θα βρει όμως ευκαιρία να μου μιλήσει για τα δικά του αγωνιστικά κατορθώματα. «Είχα γενέθλια» ψεύδομαι ανερυθρίαστα. «Βράδυ δεν τα γιορτάζουμε τα γενέθλια;» με επιτιμά που λούφαρα, για τιμωρία αποφεύγει να μου ευχηθεί. «Είδες στη Βενεζουέλα;» πηδάει σε άλλο θέμα. «Οχι» παριστάνω τον ανήξερο. «Πραξικόπημα οι κανάγιες!». Τα μάτια του αστράφτουν με ιερή οργή. «Στο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν ποιον υποστήριξες;» του πετάω μια μπανανόφλουδα. Σιγά μην την πατούσε. «Στην Τουρκία», παίρνει ύφος εμβριθές, «η εργατική τάξη βρίσκεται εν μέσω δύο πυρών...». Ποντάρει στο ότι θα βαρεθώ να τον ρωτήσω ποια είναι αυτά τα δυο πυρά. Κερδίζει. «Για τα δικά μας τι λες;». «Δεν βρίσκω λόγια...», υπεκφεύγω. «Δίκιο έχεις! Οι εκλογές της 26ης Μάη αποτελούν ναρκοπέδιο! Στις κάλπες θα συγκρουστεί το ιδεώδες με το εφικτό. Αρκεί ο λαός να μην παλινδρομήσει...». Αυτή είναι η έναρξη του μονολόγου ή μάλλον της διάλεξής του. Ωσπου να φτάσουμε στην Πατησίων με βομβαρδίζει ανηλεώς με λέξεις, με λούζει με ονόματα - ο Μαρξ, ο Παναγούλης, ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ (τον τελευταίο τον θεωρεί προδότη) -, μέχρι δυο στίχους του Βάρναλη μου απαγγέλλει ισχυριζόμενος ότι ανήκουν στον Ρίτσο. Στο φανάρι, βγάζει απ' την τσέπη του ένα φυλλάδιο, αποφεύγω να το πάρω, τρέχω απέναντι κι ας είναι κόκκινο, κάνω σλάλομ ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Θα μου το δώσει στην επόμενη συνάντησή μας...
Μπαίνω κάθε φορά στον πειρασμό να του αποκαλύψω ότι τον συμπαθώ αλλά τον βαριέμαι φρικτά. Οτι περνιέται για ενημερωμένος και προβληματισμένος μα στην πραγματικότητα δεν έχει ιδέα για τίποτα. Ταμπέλες κολλάει, παρωχημένες κοινοτοπίες ξεφουρνίζει, την ίδια καραμέλα γλείφει ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες ήδη. Πως οχυρώνεται πίσω από την όποια ιδεολογία του για να αποφύγει έναν κόσμο μπερδεμένο κι αντιφατικό. Για να ξεφύγει απ' το προσωπικό του δράμα, το γήρας που ζυγώνει, τη μοναξιά, τον θάνατο... Οτι και ο ανθρωπισμός του ακόμα είναι μια χάρτινη ομπρέλα, μια κουρελού από πομπώδεις λέξεις, που θα τη διέλυε η πρώτη βροχή.
Κάθε φορά αποφεύγω να του εξηγηθώ. Δεν αμφιβάλλω πώς θα αντιδρούσε. Θα με κοιτούσε αφ' υψηλού - «ξέρεις πώς λένε οι αρχαίοι όποιον αδιαφορεί για τα κοινά; Ιδιώτη! Ηλίθιο!» θα με αποστόμωνε δήθεν. Και την επόμενη φορά θα με έπιανε α λα μπρατσέτα στη Φωκίωνος, εγκάρδιος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου