οι κηπουροι τησ αυγησ

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Αριστοτέλης —τον οποίο όλοι γνωρίζουν— το έθεσε πολύ εύστοχα, λέγοντας ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Κάθε μέρος διαθέτει μια σχετική ισχύ, αλλά αν συνδυαστούν όλα μαζί, τότε το τελικό άθροισμα —αυτό που προκύπτει εντέλει ως αποτέλεσμα— είναι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή πρόσθεση. Επομένως, ναι, οφείλουμε να τηρούμε το Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στο Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην πολυμέρεια, όχι επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή, αλλά επειδή αποτελεί το βέλτιστο μοντέλο για την ουσιαστική αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. Ναι, οφείλουμε να το πράξουμε αυτό με πνεύμα ουσιαστικού διαλόγου και διαβούλευσης. Ναι, πρέπει να εργαστούμε πάνω στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ώστε να τις καταστήσουμε πιο εποικοδομητικές και πιο αποτελεσματικές. Ναι, πρέπει να μετατρέψουμε τους ηγεμόνες σε ηγέτες – πραγματικούς ηγέτες, ηγέτες με παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων –ακόμη και ηγετών σημαντικών κρατών-μελών– που θεωρούν ήδη ότι η πολυμέρεια έχει πεθάνει...





Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, 
στο Πανεπιστήμιο Columbia, με θέμα «Μεταξύ ισχύος και αρχών: Άσκηση εξωτερικής πολιτικής σε έναν κόσμο σε μετάβαση»

 Νέα Υόρκη, 23 Σεπτεμβρίου 2026


Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή για μένα να βρίσκομαι εδώ, στο Πανεπιστήμιο Columbia, ένα από τα πιο διακεκριμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα παγκοσμίως. Οφείλω να ομολογήσω ότι η στιγμή αυτή μου προσφέρει μεγάλη χαρά, καθώς μια μικρή απόδραση από τα καθήκοντά μου ως Υπουργού Εξωτερικών είναι πάντα πολύτιμη για εμένα. Σας ευχαριστώ θερμά που αφιερώσατε χρόνο για να παρευρεθείτε εδώ, και ευχαριστώ το Πανεπιστήμιο, καθώς και τον Alex και τη Στέλλα, για τη φιλοξενία τους σήμερα. 

Πράγματι, διανύουμε μια εξαιρετικά απαιτητική εβδομάδα - την εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών - ωστόσο θεωρώ τη σημερινή εκδήλωση μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της εβδομάδας. Μη διστάσετε να εκφραστείτε ελεύθερα. Είναι μια ευκαιρία να συζητήσουμε με ειλικρίνεια και ανοιχτό πνεύμα για ζητήματα που είναι πραγματικά κρίσιμα.

Πάντα αναρωτιέμαι, όταν επισκέπτομαι ένα Πανεπιστήμιο, σε τι ποσοστό οφείλω να επιστρατεύσω την ακαδημαϊκή μου συνείδηση. Έχω αποφασίσει, λοιπόν, να τηρήσω την ακαδημαϊκή ακεραιότητα στις συνομιλίες μας και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

Θα ξεκινήσω με μια διαπίστωση: η γεωγραφία σήμερα έχει πολύ μικρότερη σημασία απ’ ό,τι στο παρελθόν, και τούτο για πολλούς λόγους. Καταρχάς, οι προκλήσεις είναι πλέον παγκόσμιες. Βλέπουμε ένοπλες συγκρούσεις που έχουν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε χώρες που βρίσκονται πολύ μακριά. Βλέπουμε φυσικές καταστροφές που επηρεάζουν ουσιαστικά ολόκληρο τον πλανήτη. Παρατηρούμε φαινόμενα μετακίνησης πληθυσμών και μεταναστευτικές ροές - ιδίως παράτυπες ροές που οφείλονται σε εξωτερικές συνθήκες. Βλέπουμε φαινόμενα που αναπόφευκτα θα επηρεάσουν τη ζωή μας, όπως η λειψυδρία ή η επισιτιστική ανασφάλεια, ζητήματα που θα απασχολήσουν έντονα στον πολιτικό διάλογο το επόμενο διάστημα. Μάλιστα, πιστεύω ότι η διαχείριση των υδάτινων πόρων θα αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα στο άμεσο μέλλον, με τη λειψυδρία να γίνεται ενδεχομένως η πηγή ενόπλων συγκρούσεων.

Δεύτερον, αυτό που παρατηρούμε - στο πλαίσιο της προσέγγισης ότι «η γεωγραφία δεν έχει πλέον τόση σημασία» - είναι ο σχηματισμός συμμαχιών με σαφώς διαπεριφερειακό χαρακτήρα. Δεν βλέπουμε την παραδοσιακή μορφή παγκόσμιας πολυμέρειας, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε περιφερειακές μορφές συνεργασίας τύπου Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που βλέπουμε είναι, ουσιαστικά, διαπεριφερειακή συνεργασία. Κάθε κράτος προσπαθεί πλέον να προσεγγίσει πιο απομακρυσμένες χώρες, γεγονός κρίσιμης σημασίας, καθώς επικρατεί η αίσθηση ότι η απόσταση δεν αποτελεί πλέον παράγοντα απομόνωσης ούτε παρέχει προστασία στις χώρες. Επομένως, αυτό που πραγματικά οφείλουμε να κάνουμε είναι να οικοδομήσουμε γέφυρες με χώρες που βρίσκονται αρκετά μακριά από τη δική μας, ώστε να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές για τη συλλογική μας προστασία.

Τρίτον, παρατηρούμε εξωτερικές παρεμβάσεις από κράτη σε άλλα κράτη σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Αφρική, για παράδειγμα, είναι πραγματικά συγκλονιστική και λυπηρή. Η αλήθεια είναι ότι, ειδικά στην υποσαχάρια Αφρική και τη ζώνη του Σαχέλ, καταγράφεται σημαντικός αριθμός ένοπλων συγκρούσεων, στις οποίες βλέπουμε να εμπλέκονται εξωτερικοί δρώντες προερχόμενοι από περιοχές πολύ πέραν της Αφρικής. Δεν αποτελούν άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη. Προφανώς, όμως, ενδιαφέρονται για τα κρίσιμα ορυκτά ή άλλους περιουσιακούς πόρους των χωρών αυτών. Έτσι, παίρνουν θέση σε εμφύλιους πολέμους ή σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κρατών. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία και η Κίνα είναι διαρκώς παρούσες και επιδιώκουν να επηρεάσουν ακόμη και το εκλογικό αποτέλεσμα ή την εξουσία που διαμορφώνεται στις μέρες μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, διαπιστώνω ένα παράδοξο, το οποίο θα ονόμαζα «παράδοξο της ισχύος». Πρόκειται για την επιστροφή της πολιτικής της ισχύος στο προσκήνιο της διεθνούς σκηνής, ακριβώς τη στιγμή που η συνεργασία και η πολυμέρεια είναι πιο αναγκαία από ποτέ, λόγω των διαπεριφερειακών προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε. Έτσι, η πολιτική της ισχύος αναδεικνύεται και πάλι σε κυρίαρχη τάση στη διεθνή πολιτική.

Πώς θα όριζα καταρχάς την πολιτική της ισχύος; Η πολιτική της ισχύος έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά: το πρώτο είναι η μονομέρεια και το δεύτερο η συναλλακτική λογική. Μονομέρεια, διότι παρατηρούμε ότι το Διεθνές Δίκαιο και η πολυμέρεια ουσιαστικά παραχωρούν έδαφος στη μονομερή δράση. Τα κράτη δεν αισθάνονται ότι δεσμεύονται από υποχρεώσεις του Διεθνούς Δικαίου προκειμένου να λάβουν άδεια για να προβούν σε κάποια ενέργεια. 

Από την άλλη πλευρά, η συναλλακτική λογική σημαίνει ότι όλα τα κράτη επιδιώκουν να αποκομίσουν οφέλη από κάθε είδους διεθνή δραστηριότητα. Για να επιτραπεί σε ένα κράτος να ενταχθεί σε έναν διεθνή οργανισμό, ενδέχεται να τεθούν όροι από τα υφιστάμενα μέλη οι οποίοι είναι εντελώς άσχετοι με τη συμμαχία αυτή καθαυτή. Αυτού του είδους η συναλλαγή αντικατοπτρίζει, θα έλεγα, μια εμπορική οπτική στη διεθνή πολιτική. Πρόκειται πράγματι για ζήτημα πολιτικής της ισχύος, όπως αυτή διαμορφώνεται στις μέρες μας.

Θεωρώ επίσης σημαντικό - και συζητούσαμε με τον Alex για το βιβλίο του «Dictating the Agenda» - το πώς τα ισχυρά κράτη χρησιμοποιούν πλέον τα παραδοσιακά εργαλεία των φιλελεύθερων δημοκρατιών ακριβώς για να υπονομεύσουν τις ίδιες τις δημοκρατίες, μετατρέποντάς τες σε μη νομιμοποιημένες δημοκρατίες. Και αυτό είναι το σημείο επί του οποίου οφείλουμε να σταθούμε και να προβληματιστούμε σοβαρά. Το πρώτο κανονιστικό ερώτημα είναι αν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες και ο φιλελεύθερος θεσμισμός —σύμφωνα με την κλασική θεωρία του Kant— θα έπρεπε να αντικατασταθούν από κάτι πιο ρεαλιστικό, από αυτό που ονομάζουμε πολιτικό ρεαλισμό. Γιατί, άραγε, να τίθεται τέτοιο ζήτημα; Διότι διαπιστώνουμε ότι η πολυμέρεια και η τάξη που βασίζεται σε κανόνες υπονομεύονται σοβαρά, καθώς αποδεικνύονται αναποτελεσματικές.

Επομένως, αυτό που βλέπουμε είναι ότι χρειαζόμαστε ένα απαραίτητο διορθωτικό αντίβαρο στον ουτοπισμό - εφόσον θεωρούμε ότι η τάξη που βασίζεται σε κανόνες αποτελεί ουτοπία. Συνήθως, αναφερόμαστε στον πολιτικό ρεαλισμό συνδέοντάς τον με την αρχαία Ελλάδα και αποδίδουμε την ιδέα αυτή στον περίφημο ιστορικό Θουκυδίδη. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό ευσταθεί. Θα πω λίγα λόγια για τον Θουκυδίδη, καθώς το θέμα είναι πολύ επίκαιρο και γνωρίζω ότι μελετάτε εκτενώς τα ζητήματα αυτά. Είναι πάντως ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ιδέα της απόδοσης του πολιτικού υπόβαθρου του πολιτικού ρεαλισμού στον Θουκυδίδη διατυπώθηκε αρχικά από τον Nietzsche. Και πιστεύω ότι αυτό το δίλημμα ανάμεσα στον πολιτικό ρεαλισμό και τον φιλελεύθερο θεσμισμό είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ο Θουκυδίδης, λοιπόν υποστήριζε ουσιαστικά δύο θέσεις, και για τον λόγο αυτόν θεωρείται μία από τις πρώιμες αυθεντίες του πολιτικού ρεαλισμού. Η πρώτη είναι αυτό που αναφέρεται πλέον ως «παγίδα του Θουκυδίδη». Τι είναι η «παγίδα του Θουκυδίδη»; Πρόκειται για την αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στην κυρίαρχη και την ανερχόμενη δύναμη. Αυτό που έλεγε ο Θουκυδίδης είναι ότι, όταν υπάρχει μια ανερχόμενη δύναμη —και κατά καιρούς πράγματι εμφανίζονται τέτοιες δυνάμεις, καθώς αυτός είναι ο κύκλος της ιστορίας: χρειάζονται οι ανερχόμενες δυνάμεις ειδάλλως επέρχεται ιστορική στασιμότητα—, τότε η σύγκρουση με την κυρίαρχη δύναμη καθίσταται αναπόφευκτη. Δεν υπάρχει διαφυγή από αυτό. Αυτή, λοιπόν, είναι η πολιτική πραγματικότητα.

Η δεύτερη θέση αφορούσε τη σχετική ισχύ μεταξύ ισχυρών και μικρότερων, δηλαδή αδύναμων, κρατών. Ο Θουκυδίδης διατύπωνε μια άποψη —η οποία θεωρείται κλασική και έγινε ξανά διάσημη όταν την επικαλέστηκε ο Καναδός Πρωθυπουργός— σύμφωνα με την οποία το ζήτημα του δικαίου τίθεται μόνο όταν τα μέρη είναι ισότιμα, σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Όταν υπάρχει ανισότητα, τότε η μία πλευρά —η ισχυρή— επιβάλλει τη θέλησή της, ενώ η ασθενέστερη πλευρά υφίσταται τις συνέπειες της διαπραγμάτευσης.

Η αναφορά γίνεται στον πόλεμο εναντίον της Μήλου, ενός ελληνικού νησιού, όπου τίθεται το ζήτημα για το αν η Μήλος έπρεπε να ενταχθεί στη συμμαχία της Αθήνας ή σε εκείνη της Σπάρτης. Θυμάστε ασφαλώς ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε ένα πολύ ισχυρό δημοκρατικό κράτος, η Αθήνα, η οποία θεωρείται η γενέτειρα της δημοκρατίας, της άμεσης δημοκρατίας. Από την άλλη, η Σπάρτη ήταν ένα ισχυρό στρατιωτικό κράτος, το οποίο θεωρείται η ισχυρότερη πόλη - κράτος της ελληνικής αρχαιότητας.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι οι Αθηναίοι προσπάθησαν κατ’ουσίαν να προσελκύσουν τους Μηλίους στη συμμαχία τους, αποσπώντας τους από τη Σπαρτιατική Συμμαχία. Οι Μήλιοι, ωστόσο, αρνήθηκαν. Γιατί; Επειδή πίστευαν ότι είχαν έναν πολύ ισχυρό δεσμό με κάποιο θεό και στηρίζονταν σε υπέρμετρο βαθμό στη Σπάρτη. Και τελικά, οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τη Μήλο.

Υπάρχει μια πλήρης παρερμηνεία σχετικά με το τι υποστηρίζει εδώ ο Θουκυδίδης, αλλά η ουσία —και θεωρώ ότι η ηθική διάσταση ή το ηθικό σκεπτικό της συζήτησης έγκειται σε αυτό— είναι η έννοια της αυταπάτης. Όταν τίθεται ζήτημα διαχείριση της ισχύος, υπάρχει πάντα αυταπάτη, διότι όλοι πιστεύουν ότι, σε μια κατάσταση επιβολής ισχύος, όλοι βγαίνουν χαμένοι. Αυτή είναι η θέση του Θουκυδίδη, καθώς ο ίδιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη ισότητα μεταξύ των μερών. Επομένως, εξ ορισμού, αυτό που συμβαίνει είναι ότι υφίσταται μια σχετική ισχύς και, τελικά, όλοι βγαίνουν χαμένοι.

Για ποιο λόγο ουσιαστικά οι Αθηναίοι κατέλαβαν την Μήλο; Επειδή θεωρούσαν ότι η Μήλος έπρεπε να παράσχει κάποια πολεμικά πλοία στην Αθήνα. Όμως, μόλις λίγα χρόνια αργότερα, εξαιτίας των γεγονότων στη Μήλο, διεξήγαγαν μια επιχείρηση στη Σικελία της Ιταλίας, όπου υπέστησαν καταστροφική ήττα, χάνοντας ουσιαστικά το 25% του συνολικού πληθυσμού. Η Μήλος —το ελληνικό νησί— στην ουσία έχασε, καθώς αφανίστηκε. Οι Αθηναίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς τη Μήλο, αλλά και η Σπάρτη έχασε την επιρροή που ασκούσε εκεί. Πρόκειται, λοιπόν, για μια κατάσταση από την οποία όλοι βγήκαν χαμένοι.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι αν πρέπει να αντικαταστήσουμε μια τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε κανόνες με μια προσέγγιση πολιτικού ρεαλισμού. Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι πώς συνδυάζουμε αυτά τα δύο. Και αυτό είναι το δύσκολο ερώτημα: αν είναι καν εφικτός ένας τέτοιος συνδυασμός. Πιστεύω, ωστόσο, ότι τα ζητήματα αυτά μπορούν να συνδυαστούν. Ο πολιτικός ρεαλισμός πρέπει να συνδυάζεται με μια διεθνή τάξη που βασίζεται σε αρχές, διότι αυτή είναι σαφώς η βέλτιστη προσέγγιση. Τώρα, το υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν αυτά τα δύο να είναι συμβατά είναι κάτι που θα μπορούσαμε να συζητάμε επί ώρες, αλλά θα ήθελα απλώς να θέσω δύο βασικές παραδοχές που είναι σχετικές.

Η πρώτη είναι ότι, όσον αφορά τον πολιτικό ρεαλισμό, πρέπει να δίνουμε έμφαση στην πολιτική ηγεσία και όχι στον ηγεμονισμό. Η διαφορά είναι καθοριστική. Όταν υπάρχει ηγεμονισμός - «ηγεμών», σύμφωνα με την αρχαιοελληνική ορολογία - ασκείται διαρκής καταναγκασμός στους άλλους. Έτσι, αντί να επιδιώκεις απλώς να επιβάλεις τη βούλησή σου, ο καταναγκασμός καθίσταται το κύριο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Και αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να αποφεύγει η πραγματική ηγεσία. Η πραγματική ηγεσία είναι, στην ουσία, ζήτημα πειθούς και όχι καταναγκασμού.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ηγεσίας είναι η διαβούλευση αντί της συναλλακτικής λογικής. Ποια είναι η διαφορά; Είναι προφανές. Η συναλλακτική λογική —όπως συζητήσαμε— αποτελεί πολύ κοινό χαρακτηριστικό της σημερινής αρχιτεκτονικής διεθνούς ασφάλειας. Ωστόσο, η εμπειρία μου —τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, κατά τα οποία είχαμε την ευκαιρία να συμμετάσχουμε σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις— δείχνει ότι αυτό που λείπει σήμερα από τη διεθνή πολιτική είναι, πάνω απ' όλα, το πνεύμα διαβούλευσης που απαιτείται για τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων.

Είναι ενδιαφέρον —συζητούσαμε με τη Στέλλα πριν ξεκινήσουμε— το θέμα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και γνωρίζω ότι είναι ένα από τα αγαπημένα σας θέματα. Ας δούμε, όμως, πώς θεμελιώθηκε η μεταπολεμική αρχιτεκτονική διεθνούς ασφάλειας. Θεμελιώθηκε πάνω στην ιδέα του βέτο. Το βέτο αποτελεί την κυρίαρχη μέθοδο λήψης αποφάσεων παγκοσμίως, για διάφορους λόγους. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα παράδοξο.

Υφίσταται ένα παράδοξο του βέτο. Ας δούμε τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών βασίζεται στο δικαίωμα βέτο των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι νικητές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου απαίτησαν, ουσιαστικά, να έχουν το πλήρες δικαίωμα να απορρίπτουν οποιοδήποτε ψήφισμα προερχόμενο από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Είναι προφανές γιατί, εδώ και πέντε χρόνια σφοδρού επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, δεν υπάρχει ούτε ένα ψήφισμα για την κατάσταση αυτή: εξαιτίας του βέτο. Το βέτο αποσκοπούσε στην προστασία των ισχυρότερων μελών των Ηνωμένων Εθνών, δηλαδή των πέντε ισχυρότερων χωρών. Ουσιαστικά, αποτελούσε το «πυρηνικό όπλο» των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Και στην Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζεται το δικαίωμα βέτο. Πού; Στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας. Για να ληφθεί μια απόφαση σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται ομοφωνία. Επομένως, κάθε ένα από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει δικαίωμα βέτο. Ωστόσο, υπάρχει μια εντελώς διαφορετική λογική πίσω από αυτή την ιδέα. Γιατί; Διότι εδώ το δικαίωμα βέτο αποτελεί, ουσιαστικά, το όπλο των ασθενέστερων. Τα ισχυρά κράτη — αν ίσχυε η απλή ή ακόμα και η ειδική πλειοψηφία (καθώς σε όλες τις άλλες περιπτώσεις λήψης αποφάσεων, πλην της εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ισχύει η ειδική πλειοψηφία: 55% των κρατών που εκπροσωπούν το 65% του πληθυσμού κ.λπ.) — θα μπορούσαν σχετικά εύκολα να σχηματίσουν συνασπισμό και να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση. Εντούτοις, οι συνθήκες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προέβλεψαν το δικαίωμα βέτο για κάθε μέλος ξεχωριστά, προκειμένου να προστατεύσουν τα εθνικά συμφέροντα και την εθνική ταυτότητα κάθε κράτους-μέλους.

Παρατηρούμε, λοιπόν, το παράδοξο: στην περίπτωση των Ηνωμένων Εθνών έχουμε την προστασία των ισχυρότερων κρατών-μελών, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση την προστασία των μικρότερων κρατών. Πρόκειται, σαφώς, για ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας. Πιστεύω ότι υπάρχει λύση. Προσπαθούμε να πλοηγηθούμε – και δεν είναι εύκολη πλοήγηση. Πράγματι, όπως είπε και ο Alex, διαθέτουμε τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 20% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου. Επομένως, διαθέτουμε την τεχνογνωσία για την πλοήγηση. Θεωρώ ότι το σημαντικό είναι να παραμείνει ενωμένη η Δύση. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια αφηρημένη ή θεωρητική διαπίστωση· είναι, κατά τη γνώμη μου, επιτακτική ανάγκη για εμάς. Το ζήτημα είναι ότι κάθε είδους συμμαχία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής.

Ο Αριστοτέλης —τον οποίο όλοι γνωρίζουν— το έθεσε πολύ εύστοχα, λέγοντας ότι το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του. Κάθε μέρος διαθέτει μια σχετική ισχύ, αλλά αν συνδυαστούν όλα μαζί, τότε το τελικό άθροισμα —αυτό που προκύπτει εντέλει ως αποτέλεσμα— είναι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή πρόσθεση. Επομένως, ναι, οφείλουμε να τηρούμε το Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στο Διεθνές Δίκαιο. Οφείλουμε να παραμείνουμε προσηλωμένοι στην πολυμέρεια, όχι επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή, αλλά επειδή αποτελεί το βέλτιστο μοντέλο για την ουσιαστική αντιμετώπιση των παγκόσμιων προκλήσεων. 

Ναι, οφείλουμε να το πράξουμε αυτό με πνεύμα ουσιαστικού διαλόγου και διαβούλευσης. Ναι, πρέπει να εργαστούμε πάνω στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ώστε να τις καταστήσουμε πιο εποικοδομητικές και πιο αποτελεσματικές. Ναι, πρέπει να μετατρέψουμε τους ηγεμόνες σε ηγέτες – πραγματικούς ηγέτες, ηγέτες με παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων –ακόμη και ηγετών σημαντικών κρατών-μελών– που θεωρούν ήδη ότι η πολυμέρεια έχει πεθάνει.

Για μένα, και πιστεύω για την πλειονότητα των μικρών και μεσαίων κρατών, αυτό αποτελεί κάτι ανησυχητικό. Πρόκειται για μια διαπίστωση εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, αλλά και τρομακτική, καθώς είναι σαφές ότι μια διεθνής κοινότητα στερούμενη κανόνων και αρχών δεν είναι παρά μια ζούγκλα. Επομένως, όταν μιλάμε για την πολυμέρεια, παρακαλώ να αποφεύγουμε τη νοσταλγική ρητορική. Η πολυμέρεια παραμένει ζωντανή και οφείλουμε να εργαστούμε για αυτήν. 

Σας ευχαριστώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου